Αρχική > ποιήματα, πολιτισμός, βιβλία, λογοτεχνία > Τα άπαντα του Μίλτου Σαχτούρη / Σμύρνη: Οι τελευταίες μέρες

Τα άπαντα του Μίλτου Σαχτούρη / Σμύρνη: Οι τελευταίες μέρες

Ελευθεροτυπία, Τρίτη 21 Οκτωβρίου 2014

Τα άπαντα του Μίλτου Σαχτούρη

Κυκλοφόρησαν σε έναν τόμο τα «Ποιήματα (1945 – 1998)» από τις εκδόσεις Κέδρος

Του ΒΑΣΙΛΗ Κ. ΚΑΛΑΜΑΡΑ

Από τον φόβο και τον τρόμο, από αυτές τις δύο πύλες του μεταπολεμικού Κακού, πέρασε η ποίηση του Μίλτου Σαχτούρη (1919 – 2005) και δεν κάηκε, γιατί ήταν η μαύρη ζωή αυτοπροσώπως, όταν συνομιλεί με τον εφιάλτη.

Οι περισσότεροι από τους στίχους του παραμένουν καυτοί και ακατέργαστοι, όπως αναδύθηκαν τη στιγμή που γράφτηκαν. Αυτοτραυματισμένος από την προσωπική του περιπέτεια, την περιπέτεια ενός παιδιού-γέροντα, στο οποίο περίσσευαν οι δεκτικότητες σαν αντένες που τα ελαμβανόμενα μηνύματα κατέτρωγαν σώμα και μυαλό.

Η εμπειρία της Κατοχής, του Εμφυλίου και του αβίωτου Μεταπολέμου σφράγισαν με καυτό σίδερο αυτογνωσίας το σύνολο του σαχτουρικού έργου. Αυτές τις ημέρες κυκλοφόρησε σ’ έναν τόμο, με τον τίτλο «Ποιήματα (1945-1998)» (εκδόσεις Κέδρος, σελίδες 386, τιμή: 27,50 ευρώ).

Περιλαμβάνονται οι ποιητικές συλλογές: «Η Λησμονημένη» (1945), «Παραλογαίς» (1948), «Με το πρόσωπο στον τοίχο» (1952), «Οταν σας μιλώ» (1956), «Τα φάσματα ή η χαρά στον άλλο δρόμο» (1958), «Ο περίπατος» (1960), «Τα στίγματα» (1962), «Σφραγίδα ή η όγδοη σελήνη» (1964), «Το σκεύος» (1971), «Χρωμοτραύματα» (1980), «Εκτοπλάσματα» (1986), «Καταβύθιση» (1990), «Εκτοτε» (1996), «Ανάποδα γυρίσαν τα ρολόγια» (1998).

Τα ποιήματά του διαβάζονται ως περίπατοι στη μεγάλη πόλη, που από αδυναμία της ανοργάνωτης πολιτείας δεν έγινε ποτέ μητρόπολη, αλλά παρέμεινε ένα θαύμα για την εσωτερική μετανάστευση. Αυτή την πτώση της πρωτεύουσας, μετά την απόσυρση των αστών και μετά την αποχώρηση των αστικοποιημένων εργαζομένων για τα βόρεια προάστια, αποτύπωσε στις ποιητικές του συλλογές ο Μίλτος Σαχτούρης.

Οσοι γεννήθηκαν στην Κυψέλη, όπου έζησε από παιδί ο ποιητής μέχρι τον θάνατό του, θα καταλάβουν ότι η αύρα και η μυρωδιά τους έχει κάτι από τα ξημερώματα της Πατησίων και από τα ηλιοβασιλέματα της Φωκίωνος Νέγρη. Ενδεικτικά, αυτές οι εικόνες για την κυψελιώτικη ανθρωπογεωγραφία, γιατί η καθεμία από τις αθηναϊκές γειτονιές έχει τα δικά της χρώματα, τα δικά της αρώματα, τις δικές της αισθήσεις, τα δικά της αισθήματα, το δικό της φως και το δικό της σκοτάδι.

Η ποιητική μέθοδος του Μίλτου Σαχτούρη είναι η μέθοδος του αυθορμητισμού, του ποιήματος που ηφαιστειακά αποτυπώνεται από τον δημιουργό, χωρίς διαμεσολαβήσεις, σχεδόν χωρίς σκέψη. Αυτό είναι το πρώτο υλικό, με το οποίο χτίζει το ιδιαίτερο σύμπαν του, αν κι όπως παραδεχόταν, ήταν φορές κατά τις οποίες -από το μαγματικό υλικό- το επεξεργαζόταν εκ των υστέρων.

Αλλωστε, μας επιβεβαιώνει μέσα από τα δικά του αυτοσχόλια, όπως έχουν αποτυπωθεί στη μελέτη του Γιάννη Δάλλα, «Ο ποιητής Μίλτος Σαχτούρης» (εκδόσεις Κέδρος):

«Τα ποιήματά μου εγώ δεν τα γράφω κομματιαστά. Ούτε τα ανακαλύπτω σιγά σιγά. Το είπα και άλλοτε, μου ξεπηδάνε από μέσα μου μονοκόμματα. Καμιά φορά δύσκολα, αλλά ολόκληρα. Αλλη ιστορία, αν μερικά τα παιδεύω και βδομάδες ολόκληρες, από δω και από κει.

Είχα ταξιδέψει, θυμάμαι, ένα καλοκαίρι εκδρομή με τη Γιάννα (σ.σ.: η σύντροφός του, η ζωγράφος Γιάννα Περσάκη, 1921-2008). Εγώ κλείστηκα και δούλευα τρία ποιήματα μαζί: το «Κύριε», το «Πράσινο απόγευμα» και το «Καφενείο». Και τα τρία ταυτόχρονα. Ούτε κατάλαβα αν πήγα και πού πήγα εκδρομή: Αίγινα; Πόρος;

Τον ποιητή τίποτε δεν εγγίζει, ούτε ο χρόνος. Γιατί έχει μέσα του το παιδικό, το γεροντικό και το δαιμονικό συγχρόνως».

Δισέγγονος του Υδραίου αγωνιστή του 1821 Γεωργίου Σαχτούρη, ο Μίλτος Σαχτούρης γεννήθηκε στην Αθήνα. Σπούδασε νομικά χωρίς να ολοκληρώσει τις σπουδές του. Προερχόμενος από εύπορη οικογένεια, αφιερώθηκε αποκλειστικά στην ποίηση, χωρίς να είναι αναγκασμένος να εργάζεται προς βιοπορισμό. Αρχισε να γράφει ποιήματα στη διάρκεια της Κατοχής, οπότε και γνώρισε τον Νίκο Εγγονόπουλο, ο οποίος τον έφερε σε επαφή με τον υπερρεαλισμό.

Το 1944 δημοσίευσε ποιήματα στο περιοδικό «Ελεύθερα Γράμματα» και ένα χρόνο αργότερα εξέδωσε την πρώτη του ποιητική συλλογή «Η λησμονημένη». Είχε μεταφράσει Μπέρτολτ Μπρεχτ και Φραντς Κάφκα, μεταφράσεις που παραμένουν αθησαύριστες.

Τιμήθηκε με το πρώτο βραβείο «Νέοι Ευρωπαίοι Ποιητές» της RAI για τη συλλογή του «Οταν σας μιλώ» (1956), με το Β’ Κρατικό Βραβείο Ποίησης για τη συλλογή του «Τα στίγματα» (1962), με το Α’ Κρατικό Βραβείο Ποίησης για τη συλλογή «Εκτοπλάσματα» (1987) και με το Μεγάλο Κρατικό Βραβείο για το σύνολο του έργου του (2003).

Σμύρνη: Οι τελευταίες μέρες

ΤΟΥ ΧΡΗΣΤΟΥ ΣΙΑΦΚΟΥ, Επτά, Κυριακή 12 Οκτωβρίου 2014

Είναι κάποια βιβλία τα οποία, παραθέτοντας τα γεγονότα με τη μορφή καταιγιστικού ρεπορτάζ, δονούν πραγματικά το συναίσθημα του αναγνώστη. Κορυφαίο ανάμεσά τους και εν πολλοίς ανάμεσα στα πολλά που έχουν γραφεί σχετικά, το «Σμύρνη 1922 – Η καταστροφή μιας πόλης», της Μάρτζορι Χουσεπιάν Ντόμπκιν (1922-2013) (μετάφραση Θ. Καρζής, εκδόσεις Παπαδόπουλος).

Η συγγραφέας γεννήθηκε στη Νέα Υόρκη τον Νοέμβριο του 1922, δυόμισι μήνες αφ’ ότου ο παππούς της σκοτώθηκε από έναν Τούρκο στρατιώτη κατά την πυρκαγιά της Σμύρνης και η υπόλοιπη οικογένεια διέφυγε στις ΗΠΑ. Χρησιμοποιεί (η Χουσεπιάν) τα ντοκουμέντα των ίδιων των θυμάτων, κυρίως Αρμενίων αλλά και Αμερικανών, που έζησαν με κάποια ασφάλεια τη φρίκη εκείνων των ημερών. Το υλικό που επεξεργάζεται και αναδεικνύει είναι τα ημερολόγια, τα γράμματα και οι αναμνήσεις τους. Μέσα από αυτά επανασυγκροτείται η εικόνα των τελευταίων ημερών στη Σμύρνη, όταν ο άμαχος πληθυσμός δεν είχε την παραμικρή υποψία για την καταστροφή που θα ζούσε άμεσα, αφού κανείς δεν τον είχε προετοιμάσει για τις επικείμενες εξελίξεις.

Οι Ελληνες και Αρμένιοι κάτοικοι της Σμύρνης και της υπόλοιπης Ιωνίας ήταν ανενημέρωτοι, τόσο για τις προθέσεις του τουρκικού εθνικισμού, να επιβάλει την «τελική λύση» με την πλήρη εθνοκάθαρση, όσο και για τις προθέσεις των συμμάχων να απέχουν από οποιαδήποτε εμπλοκή. Προσθέστε στα παραπάνω και τη βούληση της μοναρχικής κυβέρνησης της Αθήνας να μην υπερασπιστεί την Ιωνία, έστω και για την τιμή των όπλων. Είναι σημαντικό επίσης πως μέχρι και την τελευταία στιγμή η κυβέρνηση του Λαϊκού Κόμματος έμεινε πιστή στο νόμο 2870/1922, ο οποίος είχε ψηφιστεί επί πρωθυπουργίας Πέτρου Πρωτοπαπαδάκη και είχε δημοσιευθεί με τις υπογραφές του μονάρχη Κωνσταντίνου, του Γούναρη και του Ρούφου. Με το νόμο αυτό απαγορευόταν η έξοδος των Ελλήνων και των Αρμενίων από τη Μικρά Ασία χωρίς την άδεια των συμμαχικών αρχών. Ο νόμος ψηφίστηκε παράλληλα με την απαγόρευση της δράσης της οργάνωσης Μικρασιατική Αμυνα, που υπό την ηγεσία του Χρυσοστόμου Σμύρνης επεδίωκε και τη δημιουργία ντόπιου μικρασιατικού στρατού, την απεμπλοκή από τις συμμαχικές υποχρεώσεις και την ανακήρυξη ενός αυτόνομου ιωνικού κράτους στην περιοχή γύρω από τη Σμύρνη.

Ενα από τα «καράβια φορτωμένα προσφυγιά»

Ενα από τα «καράβια φορτωμένα προσφυγιά»

Γράφει στον πρόλογό του ο ιστορικός Βλάσης Αγτζίδης: «Η καταστροφή της Σμύρνης υπήρξε μια σκόπιμη πράξη των κεμαλιστών για να επιτύχουν την πλήρη εκδίωξη των ελληνικών και αρμενικών πληθυσμών από τη Μικρά Ασία. Μόνο που στο έγκλημα συνεργάστηκαν τόσο οι μοναρχικοί κυβερνήτες της Αθήνας όσο και οι Μεγάλες Δυνάμεις, οι οποίες επέτρεψαν την ολοκλήρωση της γενοκτονίας».

Ο ίδιος αναφέρεται στην ανάδυση μιας νέας γενιάς προοδευτικών Τούρκων διανοουμένων που προσεγγίζουν την τραγική ιστορία με γνήσια ουμανιστική ματιά, ξεχωρίζοντας ανάμεσά τους τούς δημοσιογράφους Ορχάν Κεμάλ Σενγκίζ και Εμρέ Ακιόζ, που συμφωνούν ότι η Σμύρνη κάηκε συνειδητά από το διοικητή της Νουρεντίν πασά και ανθέλληνα, στον οποίο ο Κεμάλ ανέθεσε την πλήρη ευθύνη για την κατειλημμένη πόλη.

Ολοκληρώνοντας ο Αγτζίδης μεταφέρει όσα παρέθεσε στην εφημερίδα «Ραντικάλ» η δημοσιογράφος Αϊσέ Χουρ τον Σεπτέμβριο του 2013 σχετικά με το διάλογο ανάμεσα στον Κεμάλ και τη σύντροφό του Λατιφέ, όταν παρακολουθούσαν την πόλη να καίγεται. Εκείνος τη ρώτησε αν είχε περιουσία στη Σμύρνη κι εκείνη του απάντησε πως όντως είχε, αλλά «εσείς να είστε καλά. Οταν υπάρχουν τέτοιες ευτυχισμένες μέρες, τι σημασία έχει η περιουσία. Σώθηκε η πατρίδα. Στο μέλλον μπορούμε να την ξαναχτίσουμε».

Η κοσμοπολίτικη Σμύρνη πριν και μετά την καταστροφή

Η κοσμοπολίτικη Σμύρνη πριν και μετά την καταστροφή

Χοντρικά το βιβλίο της Χουσεπιάν μπορεί να χωριστεί σε τρία μέρη. Στο πρώτο περιγράφεται η περίοδος πριν από την Καταστροφή και όλες οι δοσοληψίες μεταξύ των συμμάχων. Στο δεύτερο περιγράφεται η Καταστροφή που, σημειώστε, ξεκίνησε με τη σφαγή των Αρμενίων και την καταλήστευση των περιουσιών τους. Στο τρίτο, η περιπέτεια της διάσωσης των Ελλήνων συγκλονίζει. Το βιβλίο διαβάζεται απνευστί και λειτουργεί κυριολεκτικά σαν γροθιά στο στομάχι.

  1. Δεν υπάρχουν σχόλια.
  1. No trackbacks yet.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: