Αρχική > πολιτισμός > ΓΛΩΣΣΑ ΚΑΙ ΣΚΕΨΗ

ΓΛΩΣΣΑ ΚΑΙ ΣΚΕΨΗ

thunderstruck9:

Hurvin Anderson (British, b. 1965), Untitled, 2006. Acrylic and pencil on paper, 40 x 62.6 cm.

Hurvin Anderson (British, b. 1965), Untitled, 2006

 

 

Σαν εισαγωγή στη θεματική ενότητα Γλώσσα και σκέψη επιλέξαμε αποσπάσματα από το έργο του μαρξιστή φιλόλογου Τζορτζ Τόμσον, καθηγητή της ελληνικής στο Πανεπιστήμιο του Μπέρμιγχαμ (1903-1987).

  • Το πρώτο μέρος με δικό μας τίτλο Αρχή του λόγου η πράξη: Ομιλία και εργασία είναι ο πυρήνας των δημόσιων διαλέξεων που είχε δώσει στο Βirmingham με τον τίτλοMARXISMANDPOETRY (εκδόθηκαν από τον καθηγητή BENJAMINFARRINGTON, Λονδίνο 1945). Ένα μέρος αυτών των διαλέξεων είχε ληφθεί από το βιβλίο του Αισχύλος και Αθήνα, και το περισσότερο από το υπόλοιπο εμφανίστηκε στο επόμενο βιβλίο του Οι πρώτοι φιλόσοφοι. Για τα αποσπάσματα, με ορισμένες παρεμβάσεις δικές μας κυρίως στη μετάφραση κάποιων όρων, χρησιμοποιήσαμε κατά βάση την ελληνική έκδοση αυτών των διαλέξεων με τον τίτλο George Thomson Η ποίηση χθές και σήμερα, σε μετάφραση Ν.Κ.Σταματίου, έκδ. Ο Κέδρος, Αθήνα 1956.
  • Το δεύτερο μέρος είναι αποσπάσματα από έργο που εκπονήθηκε κατευθείαν στα ελληνικά πρωτοεκδόθηκε με τον τίτλο George Thomson Η ελληνική γλώσσα αρχαία και νέα, Εκδοτικό Ινστιτούτο Αθηνών 1964. Τα αποσπάσματα από ομώνυμα κεφάλαια του βιβλίου ( ακολουθούν και άλλα που αφορούν ιδιαίτερα την ελληνική γλώσσα, καθώς το βιβλίο -«προσφορά στους φοιτητές και τις φοιτήτριες της Ελλάδας»- είχε το χαρακτήρα μιας σύντομης ιστορίας της ελληνικής γλώσσας «με την πεποίθηση πως η επιστημονική μελέτη της γλώσσας θα τους βοηθήσει να καλλιεργήσουν δημιουργικά και άξια της νέας Ελλάδας το απαράμιλλο όργανο»).

    Η γέννηση της ομιλίας

    Εργαλεία και ομιλία. Ο άνθρωπος έχει δύο γνωρίσματα που τον ξεχωρίζουν από τα ζώα: τη χρήση των εργαλείων και την ομιλία. Εργαλείο είναι το φυσικό αντικείμενο που φτιάχνει o άνθρωπος με σκοπό να το μεταχειριστεί για ν’ αλλάξει, με τη βοήθειά του, το φυσικό του περιβάλλον και, έτσι, να παράγει πιο εύκολα τα μέσα για να ζήσει. Αρχικά αυτή η παραγωγική εργασία ήταν κατ’ ανάγκη συλλογική και η ομιλία, στο πρώτο της στάδιο, ένα απαραίτητο όργανο επικοινωνίας ανάμεσα στους συνεργαζόμενους ανθρώπους. Έτσι αληθεύει εκείνο που είπε ο Δημόκριτος: "Λόγος έργου σκιά"

    Ομιλία και σκέψη. Οι πίθηκοι συνεννοούνται μεταξύ των με κραυγές, εκφράζοντας έτσι το φόβο, την πείνα, την ευχαρίστηση και άλλες φυσιολογικές διαθέσεις. Δε συνεργάζονται και δε μιλάνε. Χρησιμοποιούσε και ο άνθρωπος κραυγές αλλά, χάρη στη συλλογική του εργασία, δημιούργησε σιγά-σιγά, με βάση του τις κραυγές, ένα σύστημα διαρθρωμένων φθόγγων ικανό να εκφράζει όχι μόνο αισθήματα αλλά και αφηρημένες έννοιες. Όπως δείχνει η ίδια η λέξη "λόγος", η ομιλία και η σκέψη είναι αναπόσπαστα δεμένες μαζί, σαν πλευρές της ίδιας — χαρακτηριστικά ανθρώπινης — δραστηριότητας. Με την απόκτηση της ομιλίας ο άνθρωπος έγινε ικανός ν’ αντιλαμβάνεται τους νόμους που κυβερνάνε τόσο τον έξω του κόσμο, όσο και τον εαυτό του. Όπως είπε ο Αλκμαίων, πρόδρομος του Ιπποκράτη, "ἄνθρωπος τῶν ἄλλων ζῶιωνδιαφέρει ὅτι μόνον ξυνίησι, τὰ δ᾿ ἄλλα αἰσθάνεται μέν, οὐ ξυνίησι δέ ".

    Λογική και γραμματική. Όπως η σκέψη αποτελείται από έννοιες οργανωμένες σε λογικές προτάσεις, έτσι και η ομιλία αποτελείται από λέξεις οργανωμένες σε γραμματικές προτάσεις. Η οργάνωση των εννοιών λέγεται λογική, η οργάνωση των λέξεων λέγεται γραμματική. Στη γραμματική, όπως και στη λογική, κάθε πρόταση περιέχει δύο αντίθετα στοιχεία, το υποκείμενο και το κατηγορούμενο, που προέρχονται, με την εξέλιξη της ομιλίας και της σκέψης, από τη βασική αντίθεση ανάμεσα στους εργάτες και το υλικό τους, στον άνθρωπο και τη φύση. Η ίδια αντίθεση, στο σχήμα "ερώτηση — απάντηση", αποτελεί τη βάση της μουσικής. Έτσι ο ρυθμός, όπως και ο λόγος, έχει τις ρίζες του στη συλλογική εργασία.

    Η ανάπτυξη της αφηρημένης σκέψης. Κατά τη διάρκεια της εξέλιξής του ο άνθρωπος επεξεργάστηκε την ομιλία σαν όργανο εκφραστικό των αφηρημένων εννοιών. Πληροφορίες που διαθέτουμε για τις αυστραλιανές γλώσσες αποκαλύπτουν, παράλληλα με ένα χαμηλότατο επίπεδο γραμματικής συνοχής, και μια χτυπητή έλλειψη λέξεων για γενικές και αφηρημένες έννοιες, ακόμα και τις πιο απλές. Έτσι βρίσκονται ξεχωριστές λέξεις για το δεξιό και για το αριστερό χέρι του άντρα, για το δεξιό και το αριστερό χέρι της γυναίκας, χωρίς όμως να υπάρχει καμμία λέξη για το χέρι γενικά. Βρίσκονται ξεχωριστές λέξεις για κάθε είδος δέντρου, καμμία όμως λέξη που να σημαίνει γενικά το“δέντρο”. Και δεν υπάρχουν καθόλου λέξεις για έννοιες αφηρημένες, έστω και τόσο απλές όσο οι λέξεις “στρογγυλό” και “σκληρό”. Αυτές οι ιδέες εκφράζονται αντίστοιχα με τις περιφράσεις“παρόμοιο με φεγγάρι”, “παρόμοιο με λιθάρι”, που ενισχύονται και από κατάλληλες χειρονομίες. Προϋπόθεση της γραμματικής είναι, όπως θα δούμε παρακάτω, η διαμόρφωση αφηρημένων εννοιών.

     

    Ο μηχανισμός της ομιλίας

    Το πρώτο σύστημα σήμανσης. Η ομιλία και η σκέψη ανήκουν στην ανώτερη νευρική λειτουργία, που έχει κεντρικό ρυθμιστικό όργανο τον εγκέφαλο. Μέσα από τα αισθητήρια όργανα ο εγκέφαλος παίρνει ερεθίσματα απ’ τον εξωτερικό κόσμο και προκαλεί την κατάλληλη απήχηση. Αυτά τα ερεθίσματα, μαζί με τις σχετικές απηχήσεις, λέγονται “αντανακλαστικά”. Στα κατώτερα ζώα τα αντανακλαστικά είναι μόνον έμφυτα, δηλαδή οι συνθήκες για την ανάπτυξή τους βρίσκονται σε κάθε άτομο του είδους από τη γέννησή του, και συνεχίζονται χωρίς καμμιά αλλαγή από γενεά σε γενεά. Λόγου χάρη, το πουλάκι τσιμπολογάει πριν ακόμα αφήσει το αυγό, και το μωρό βυζαίνει μόλις γεννηθεί. Τέτοια αντανακλαστικά λέγονται “απόλυτα”, γιατί είναι κοινά σε όλα τα άτομα του είδους. Στα ανώτερα όμως ζώα αναπτύσσονται, με βάση αυτά τα απόλυτα αντανακλαστικά, και άλλα που δημιουργούνται σύμφωνα με τις ιδιαίτερες συνθήκες της ζωής κάθε άτομου. Τέτοια αντανακλαστικά λέγονται “εξαρτημένα”. Αυτό το σύστημα, οπού συμπλέκονται απόλυτα και εξαρτημένα αντανακλαστικά, ονομάζεται πρώτο σύστημα σήμανσης και είναι, στον άνθρωπο, ασύγκριτα πιο αναπτυγμένο.

    Το δεύτερο σύστημα σήμανσης. Ένας φυσιολόγος, μαθητής του Παυλώφ, έκαμε πάνω σ’ ένα παιδί το ακόλουθο πείραμα. Άγγιξε το δάχτυλό του μ’ ένα σύρμα ηλεκτρισμένο. Μόλις το παιδί ένιωσε το ρεύμα, τράβηξε απότομα το δάχτυλό του. Ο φυσιολόγος επανάλαβε το ίδιο πολλές φορές. Ύστερα, ακριβώς πριν αγγίξει με το σύρμα το δάχτυλο του παιδιού, χτύπησε και το ηλεκτρικό κουδούνι. Το επανάλαβε κι αυτό πολλές φορές, μα έπειτα από λίγο το παιδί, μόνο με το κουδούνισμα, τραβούσε αυτόματα το δάχτυλό του σάμπως να αισθανότανε το ρεύμα. Δηλαδή, το κουδούνισμα είχε γίνει για το παιδί το “σήμα” της επαφής του με τo ρεύμα. Αφού το επανάλαβε κι αυτό πολλές φορές, αντί να χτυπά πια το κουδούνι έλεγε μόνο τη λέξη “κουδούνι”, και αμέσως τo παιδί τραβούσε, πάλι αυτόματα, τo δάχτυλό του σαν ν’ άκουγε το κουδούνισμα. ΄Ετσι η λέξη “κουδούνι” έγινε “σήμα” του κουδουνίσματος. Σ’ αυτό το πείραμα η πρώτη αντίδραση του παιδιού, δηλ. το τράβηγμα του δάχτυλού του απ’ τον πόνο που τού προκαλούσε το ρεύμα, αντιστοιχεί στα απόλυτα αντανακλαστικά των ζώων. Η δεύτερη όμως αντίδραση, το τράβηγμα στο άκουσμα μόνο του κουδουνίσματος, ήταν“εξαρτημένη”, γιατί την προκαλούσαν οι ειδικές συνθήκες του πειράματος. Τα αντανακλαστικά αυτά, σαν αλληλένδετα που είναι, ανήκουν και τα δύο στο πρώτο σύστημα σήμανσης. Στην τρίτη όμως περίπτωση το ερέθισμα είναι μια λέξη. Βέβαια, ήχος είναι και η λέξη, όμως διαφέρει απ’ το κουδούνισμα στο ότι έχει για το παιδί μια γνωστή πια σημασία. Γι’ αυτό και γίνεται “σήμα” του κουδουνίσματος και παίρνει τη θέση του. Επομένως η ομιλία, όργανο της κοινωνικής ζωής, αποτελεί για τον άνθρωπο ένα δεύτερο σύστημα σήμανσης, με χαρα­κτηριστικό του ερέθισμα όχι πια ένα απλό φυσικό φαινόμενο μα ένα τεχνητό σύμβολο με κοινωνική τώρα σημασία. Η ομιλία είναι δημιούργημα της κοινωνικής ζωής.

    Τα φωνητικά όργανα. Τους φθόγγους της ομιλίας τούς παράγει η αναπνοή, καθώς περνάει από την τραχεία, μέσα στο λάρυγγα, και από την κοιλότητα του στόματος, όπου τούς διαμορφώνουν η γλώσσα, ο ουρανίσκος, τα δόντια και τα χείλη. Ο λάρυγγας περιέχει δύο χορδές, με μια σκισμάδα ανάμεσά τους πού ονομάζεται γλωσσίδα. Όταν μένουνε μισόκλειστες, ώστε να συγκρατούνε λίγο την αναπνοή, οι χορδές κραδαίνονται σαν βιολί και έτσι παράγουνε το φθόγγο. Ανάλογα με το τέντωμα ή το χαλάρωμα των χορδών αλλάζει και ο τόνος του φθόγγου. Το πίσω μέρος του ουρανίσκου, που λέγεται σταφυλή, χρησιμεύει για να κλείνει το ρινοφάρυγγα, δηλαδή το κοίλωμα πάνω από το στόμα που οδηγεί στη μύτη. Άμα ανοίγει ο ρινο­φάρυγγας οι φθόγγοι παίρνουν έναν έρρινο τόνο.

    Η ταξινόμηση των φθόγγων. Χρησιμοποιούνται στην ομιλία τρία είδη φθόγγων: τα φωνήεντα, τα σύμφωνα και τα μισόφωνα (ημιφωνήεντα). Τα φωνήεντα παράγονται χωρίς να συναντούν εμπόδιο σε κανένα μέρος του στόματος. Αντίθετα, τα σύμφωνα και τα μισόφωνα συναντούν, κάπου μέσα στο στόμα, ένα εμπόδιο, μικρό ή μεγάλο. Τα διάφορα φωνήεντα παράγονται με διάφορες τοποθετήσεις της γλώσσας και των χειλιών. Διαιρούνται σε οπισθόφωνα (α οu), που προφέρονται με τη γλώσσα πίσω και κάτω, και σε εμπροσθόφωνα (e i u), που προφέρονται, με τη γλώσσα πιο μπρος και πιο πάνω. Διαιρούνται ακόμα σε στρογγυλεμένα (ο u u), που προφέρονται με κάπως στρογγυλεμένα τα χείλη, και σε μη στρογγυλεμένα (aei). Τα σύμφωνα ταξινομούνται με τρεις τρόπους. Πρώτα, ανάλογα με το πώς προφέρονται —δηλαδή χωρίς ή μαζί με κραδασμό των φωνητικών χορδών— διαιρούνται σε άηχα (κ π τ χ φθσ) και σε ηχηρά (γκ μπ ντ γ β δ ζ λ μ ν ρ). Δεύτερο, ανάλογα με το πώς ακούγονται — δηλαδή με στιγμιαία ή συνεχή προστριβή — διαιρούνται σε στιγμιαία (κ π τ γκ μπ ντ) και σε εξακολουθητικά (γ βδχφθσζλμ ν ρ). Τρίτο, ανάλογα με τα μέρη του στόματος που χρησιμοποιούνται στην άρθρωσή τους, διαιρούνται σε χειλικά (π μπ μ φ β), σε οδοντικά (θ δ τ ντ σ ζ), σε λαρυγ­γικά (κ γκ χ γ) και σε γλωσσικά (ν λ ρ).

    Ο τονισμός. Κάθε γλώσσα έχει και διάφορους τονισμούς. Η νεοελληνική έχει τρεις: το δυναμικό, το μουσικό και τον ποσοτικό. Ο δυναμικός τονισμός παράγεται από τις παραλλαγές του πλάτους και ο μουσικός από τις παραλλαγές της συχνότητας στα κύματα των ήχων που βγάζουν οι φωνητικές χορδές. Ο ποσοτικός τονισμός παράγεται από τις παραλλαγές της διάρκειας στην προφορά των φωνηέντων, που στην αρχαία γλώσσα διακρίνονταν σε βραχύχρονα και μακρόχρονα. Ο δυναμικός και ο ποσοτικός τονισμός δίνουνε στη γλώσσα το ρυθμό της∙ ο μουσικός τής δίνει τη μελωδία της. Ο κύριος τονισμός της νεοελληνικής είναι ο δυναμικός. Κάθε λέξη, εκτός από ορισμένα μονοσύλλαβα, φέρει πάνω σε κάποια συλλαβή της ένα δυναμικό τόνο, που ανήκει στη λέξη όπως της ανήκουν τα φωνήεντα και τα σύμφωνά της. Τέτοιος τονισμός, ενσωματωμένος στην ίδια τη λέξη, λέγεται λεξικός. Στα νεοελληνικά ό δυναμικός τονισμός χρησιμεύει για τη μετρική βάση της ποίησης. O μουσικός τονισμός της νεοελληνικής δεν ανήκει στις ίδιες τις λέξεις, αλλά χρησιμεύει για να τροποποιεί τη σημασία της πρότασης — να ξεχωρίζει, λόγου χάρη, την κατάφαση από την ερώτηση (είναι καλά; είναι καλά), κλπ. O ποσοτικός της τονισμός είναι σχετικά ασήμαντος. Στα αρχαία ελληνικά o κύριος τονισμός ήταν o μουσικός. Κάθε λέξη, εκτός από ορισμένα μονοσύλλαβα, έφερε πάνω σε κάποια συλλαβή της ένα μουσικό τόνο που ανήκε σ’ αυτή τη λέξη, όπως ακριβώς σε κάθε νεοελληνική λέξη ανήκει ο δυναμικός∙ έτσι, ο μουσικός τονισμός της αρχαίας ήταν λεξικός. Ο δεύτερος τόνος της ήταν ο ποσο­τικός. Όλα τα φωνήεντα προφέροντανμε δύο τρόπους, σαν βραχύχρονα και σαν μακρόχρονα, κι αυτή η αντίθεση έδωκε τη μετρική βάση της ποίησης. Δυναμικός τονισμός δεν υπήρχε στην αρχαία γλώσσα πριν από την ελληνιστική εποχή. Χαρακτηριστικό του μουσικού τονισμού είναι ότι διατηρούνται ανέπαφες όλες οι συλλαβές της λέξης. Αντίθετα, ό δυναμικός τονισμός έχει συχνά σαν αποτέλεσμα να αδυνατίζουν οι άτονες συλλαβές, όπως λόγου χάρη έγινε στα βόρεια ιδιώματα της νεοελληνικής.

    Το φωνητικό σύστημα. Οι φθόγγοι που παράγονται απ’ τα φωνητικά όργανα είναι σχεδόν αμέτρητοι. Οι περισσότερες όμως γλώσσες δεν χρησιμοποιούν παρά μονάχα πενήντα έως εξήντα. Το σύνολό τους σε κάθε γλώσσα αποτελεί το ιδιαίτερο φωνητικό της σύστημα. Αυτό το σύστημα συνθέτει μια οργανική ενότητα πού όλα της τα μέρη έχουν αμοιβαία εξάρτηση. Όλοι οι άνθρωποι αποκτούμε το σύστημα της δικής μας γλώσσας υστέρα από πολλές προσπάθειες πού καταβάλλουμε στην παιδική μας ηλικία ασκώντας σιγά-σιγά τα φωνητικά μας όργανα στην παραγωγή του κάθε φθόγγου. Μόλις όμως αποκτήσουμε το φωνητικό μας σύστημα προφέρουμε τούς φθόγγους χωρίς προσπάθεια. Γι’ αυτό και συναντούμε δυσχέρειες όταν μαθαίνουμε μια ξένη γλώσσα, επειδή τα όργανά μας, συνηθισμένα πια στο ένα σύστημα, δεν προσαρμόζονται εύκολα στο άλλο.

     

    Λέξη και πρόταση

    Η κλασσική γραμματική. Η κλασσική θεω­ρία της γραμματικής, δεκτή από πολλούς αιώνες τώρα στη μελέτη των ευρωπαϊκών γλωσσών, έχει σαν θεμέλιό της την εργασία των γραμματικών της ελληνιστικής εποχής, που για πρώτη φορά συστηματοποίησαν τη διδασκαλία της ελληνικής και της λατινικής. Από τη σκοπιά της συγχρονικής μεθόδου ή θεωρία αυτή ταιριάζει αρκετά καλά σ’ αυτές τις δύο γλώσσες, όχι όμως τόσο καλά σε άλλες ευρωπαϊκές γλώσσες, δεν ταιριάζει δε καθόλου σε άλλες γλώσσες του κόσμου που η δομή τους είναι εντελώς διαφορετική. Άλλωστε, από τη σκοπιά τής διαχρονικής μεθόδου, δεν ταιριάζει ούτε καν στην ελληνική και τη λατινική.

    Τα μέρη του λόγου. Κατά την κλασσική γραμματική υπάρχουν οκτώ μέρη του λόγου, δηλ. το ουσιαστικό (όνομα ουσιαστικό), το ρήμα, η αντωνυμία, το επίθετο (όνομα επίθετο), το επίρρημα, η πρόθεση, ο σύνδεσμος και το επιφώνημα. (Πολλοί γλωσσολόγοι προσθέτουν και άλλα δύο, το άρθρο και τη μετοχή.) Αυτές οι κατηγορίες όμως δεν ισχύουν καθόλου για πολλές μη “ινδοευρωπαϊκές” γλώσσες και, όπως θα δούμε τώρα, δεν είναι ολότελα ικανοποιητικές ούτε και για τις “ινδοευρωπαϊκές”. Θα μεταχειριστούμε εδώ την κατά παράδοση ορολογία, χωρίς να προσκολληθούμε σ’ αυτήν, και θα ξεκινήσουμε από μια ερώτηση που δε βρίσκεται καθόλου στην κλασσική γραμματική.

    Τί είναι λέξη; Η οργανική μονάδα της ομι­λίας είναι η πρόταση, που εκφράζει σε μια τυπικά ολοκληρωμένη μορφή κάποια σχέση ανάμεσα σε δύο ή περισσότερες έννοιες. Και, όπως η ομιλία αποτελείται από προτάσεις, έτσι και η πρόταση αποτελείται από λέξεις. Σε κάθε πρόταση οι λέξεις δηλώνουν, πρώτα, τις έννοιες πού γι’ αυτές μιλάμε και, δεύτερο, τις σχέσεις πού υπάρχουν μεταξύ τους. Για να καταλάβουμε καλύτερα τη διπλή αυτή λειτουργία της λέξης, ας εξετάσουμε στην αρχή το επιφώνημα, που η κλασσική γραμματική το περιλαβαίνει στα μέρη του λόγου.

    Το επιφώνημα. Επιφωνήματα είναι τα ωχ! μπα! ουφ! πουφ! σουτ! κρακ! μπουμ! κ.ά. Τα γνωρίσματα του επιφωνήματος είναι δύο. Πρώτα, ως προς το περιεχόμενό του δεν εκφράζει έννοιες αλλά συναισθηματικές διαθέσεις, όπως έκπληξη, περιφρόνηση κ.τ.λ., ή μιμήσεις ήχων άσχετων με τη γλώσσα. Δεύτερο, δεν έχει καμμιά γραμματική σχέση με τις υπόλοιπες λέξεις της πρότασης, σε πολλές μάλιστα περιπτώσεις δεν συμμορφώνεται ούτε με τούς φωνητικούς κανόνες τής γλώσσας. (Έτσι, στα παραπάνω επιφωνήματα παρατηρούμε πώς η ελληνική δεν αποδέχεται κανονικά τα σύμφωνα φ, τ, κ, μ σαν τελικά σύμφωνα.) Με άλλα λόγια, το επιφώνημα, αφού δεν δηλώνει ούτε έννοιες ούτε σχέσεις, δεν εκπληρώνει ούτε τη μία ούτε την άλλη λειτουργία της λέξης όπως την ορίσαμε πιο πάνω. Είναι τόσο συγκεκριμένο στο περιεχόμενό του όσο εί­ναι άναρθρο στη μορφή του, ακριβώς σαν να ήταν μια κραυγή. Έτσι, το επιφώνημα μπορεί να οριστεί σαν κραυγή που χρησιμεύει για λέξη, χωρίς όμως να έχει τα κύρια της λέξης χαρακτηριστικά.

    Πλήρεις και κενές λέξεις. Δεδομένου ότι κάθε λέξη εκφράζει μια έννοια, πρέπει να κάμουμε ένα διαχωρισμό ανάμεσα στις “πλήρεις” και στις “κενές” λέξεις. Μια λέξη πλήρης εκφράζει κάποια ορισμένη έννοια και, έτσι, έχει μια σχετικά συγκεκριμένη σημασία. (H έννοια που εκφράζει μπορεί βέβαια να είναι κάτι αφηρημένο, όπως λ. χ. ή έννοια της λέξης “ιδέα”, η σημασία όμως της ίδιας της λέξης δεν παύει να είναι ορισμένη και, γι’ αυτό, συγκεκριμένη.). Κάθε πρόταση περιέχει κανονικά δύο τέτοιες λέξεις συνταγμένες τη μία με την άλλη, π.χ. Παθήματα μαθήματα. Στην πρόταση αυτή η απλή παράθεση των δύο λέξεων τις συντάσσει μαζί σαν υποκείμενο και κατηγορούμενο. Βέβαια η εκφραστική δύναμη τέτοιων προτάσεων είναι μικρή∙ δεν φτάνει ούτε για να ξεχωρίζει τυπικά ποιο είναι το υποκείμενο και ποιο το κατηγορούμενο. Για να γίνει αυτό, πρέπει να πούμε: μαθήματα τα παθήματα. Το υποκείμενο διακρίνεται με τη λέξη τα, που ακριβώς αυτόν και μόνο το λόγο έχει να υπάρχει εδώ. Με άλλα λόγια, είναι μια “κενή” λέξη, δηλ. λέξη που, αντίθετα με το επιφώνημα, δεν έχει καμμιά συγκεκριμένη σημασία, αλλά χρησιμεύει αποκλειστικά και μόνο για γραμματικό στοιχείο. Γυρίζοντας πάλι στην ίδια πρόταση παρατηρούμε ότι δεν σημειώνεται ο χρόνος. Για να γίνει αυτό, πρέπει να πούμε: τα παθήματα είναι (ήταν, θα είναι) μαθήματα. Οι λέξεις είναι, ήταν, θα είναι, όπως και το άρθρο τα, είναι κενές λέξεις που χρησιμεύουν μονάχα για να ξεχωρίσουν το παρόν, το παρελθόν και το μέλλον. Έρχεται όμως τώρα το ερώτημα: Πώς γεννιούνται οι κενές λέξεις; Ξέρουμε πως το άρθρο ο, η, το ήταν αρχικά μια δεικτική αντωνυμία που χρησίμευε για να δείξει κάποιον ή κάτι πού έβλεπε ο ομιλητής τη στιγμή που μιλούσε. Ξέρουμε πως το μόριο θα προέρχεται από το θέλει ίνα, δηλαδή συνίστατο αρχικά από δύο λέξεις που η μία είχε συγκεκριμένη σημασία. Ξέρουμε ακόμα πως το ρήμα είμαι, το αρχαιοελληνικό ειμί, προέρχεται από το ι-ευρ. *as.mi,“υπάρχω”, που έχει για ρίζα το “αναπνέω”, “αναπνοή”. Έτσι, σε κάθε περίπτω­ση, ανακαλύπτουμε πως η κενή λέξη ήταν αρχικά πλήρης. Μπορεί λοιπόν να οριστεί η κενή λέξη σαν μια αρχικά πλήρης λέξη πού “κενώθηκε” απ’ την πλήρη σημασία της για να χρησιμεύει σαν γραμματικό στοιχείο. Η διαφορά ανάμεσα στα δύο είδη των λέξεων δεν είναι απόλυτη ούτε και προαιώνια, αλλά σχετική μόνο και ιστορική.

    Κλίσεις. Μια κλιτή λέξη συνδυάζει τις λειτουργίες της πλήρους και της κενής λέξης φανερώνοντας με το θέμα της μια έννοια και με την κλίση της κάποια γραμματική σχέση. Εξετάζοντας τη γένεση των κλίσεων βρίσκουμε ότι, όπως η κενή λέξη είναι μια πλήρης λέξη πού “κενώθηκε” από τη συγκεκριμένη σημασία της, το ίδιο και η κλίση, όπως και κάθε άλλο κλιτικό γνώρισμα είναι κενές λέξεις που αδυνάτισαν σε σημείο να χάσουν την ανεξαρτησία τους. Έτσι, στο ρήμα είμαι το δεύτερο στοιχείο είναι η προσωπική αντωνυμία *me (με) και, στο όνομα, πιθανόν η πτωτική κατάληξη –ς (λόγος, χώρας) να προέρχεται από τη δεικτική αντωνυμία *–so *–sa (ελλ. ο, η). Παρόμοιες εξελίξεις παρατηρούνται και σε πολλές άλλες γλώσσες∙ π.χ. στα κινέζικα η αρχική σημασία της φράσηςren zhi xin, “του ανθρώπου η καρδιά ” (“man‘ s heart”), είναι “άνθρωπος αυτή καρδιά”(“man this heart”). Φυσικά δεν είναι παρά λίγες οι “ινδοευρωπαϊκές” κλίσεις που μπορούνε να ιχνηλατηθούν ως πίσω στην καταγωγή τους∙ όμως δεν χωράει αμφιβολία πως η γένεση των κλίσεων είναι κατά κανόνα αυτή πού περιγράψαμε. Και τώρα καταλαβαίνουμε, γιατί δεν είναι τόσο απλή η ερώτηση: Τι είναι λέξη; Σε κάθε γλώσσα που η ιστορία της είναι γνωστή βλέπουμε διάφορες λέξεις να διαμορφώνονται, να συγχωνεύονται και να σβήνουν, έτσι που, σε κάθε στιγμή της ιστορίας της, βρίσκονται λέξεις ακέραιες, μισοσβησμένες και ολότελα σβηστές.

    Όνομα και ρήμα. Τα βασικά μέρη του λόγου, αντίθετα το ένα με το άλλο, είναι το όνομα και το ρήμα. Το όνομα παρουσιάζει την έννοια σαν κάτι έξω από τον τόπο και τον χρόνο, ενώ το ρήμα την τοποθετεί στη συγκεκριμένη πραγματικότητα: βρο­χή – βρέχει. Το όνομα έχει διάφορες καταλήξεις (πτώσεις) για να συντάσσεται με το ρήμα, και το ρήμα έχει διάφορες προσωπικές καταλήξεις για να συντάσσεται με το όνομα (ο γιατρός είδε τους άρρωστους, οι άρρωστοι είδαν το γιατρό). Κρίκος ανάμεσά τους στέκει η αντωνυμία, που έχει και πτώσεις και διάφορους τύπους για το κάθε πρόσωπο(εγώ με μου∙ εγώ συ αυτός). Στην κοινή ινδοευρωπαϊκή η αντωνυμία, που είχε δικές της καταλήξεις αρχαιότερες απ’ του ονόματος, έδωσε στο όνομα και στο ρήμα τα κλιτικά των στοιχεία[βλ.προηγούμενα].

    Δευτερεύοντα μέρη του λόγου. Το επίθετο προσδιορίζει το ουσιαστικό, όπως και το επίρρημα το ρήμα: βροχή πολλή — βρέχει πολύ. Το επίθετο κλίνεται σαν ουσιαστικό και χρησιμεύει συχνά για ουσιαστικό: οι επτά σοφοί. Διαφέρει από το ουσιαστικό, και μοιάζει με την αντωνυμία του τρίτου προσώπου, στο ότι κλίνεται κατά γένος. Τα άλλα μέρη του λόγου είναι κενές λέξεις. Η πρόθεση εί­ναι ένα επίρρημα που έχει αναπτύξει μια ειδική σχέση είτε με το ρήμα είτε με το όνομα. Ο σύνδεσμος χρησιμεύει για να συντάσσει την εξαρτημένη πρόταση με την κύρια, με τον ίδιο τρόπο που η πτωτική κλίση συντάσσει το όνομα με το ρήμα.

    Η σύνθετη πρόταση. Η σύνθετη πρόταση αναπτύχτηκε από την παράθεση δυο απλών προτάσεων που η μία τους προσδιόριζε το νόημα της άλλης χωρίς όμως να συγχωνευθεί μαζί της μορφολογικά:«Άσκοπος ο νους, διπλός ο κόπος». Εδώ οι δύο προτάσεις παραθέτονται ασύνδετα, όπως και τα δύο ουσιαστικά στην πρόταση: Παθήματα μαθή­ματα. Και, όπως το ουσιαστικό μαθήματα συμπληρώνει το νόημα του ουσιαστικού παθήματα, έτσι και η πρόταση διπλός ο κόπος συμπληρώνει το νόημα τής πρότασης άσκοπος ο νους. Για να εκφραστεί μορφολογικά ή σχέση τους αυτή, η μία πρόταση υποτάσσεται στην άλλη: «Αν ό νους είναι άσκοπος, ο κόπος θα είναι διπλός.».Ο σύνδεσμος αναδείχνει πως η πρόταση που εισάγει είναι εξαρτημένη∙ δείχνει ακόμα τί λογής σχέση έχει με την άλλη, δηλαδή ότι είναι υποθετική. Άλλοι σύνδεσμοι είναι χρονικοί (όταν, πριν), αιτιολογικοί (γιατί, επειδή), τελικοί (για να), αποτελεσματικοί (ώστε να). Μια εξαρτημένη πρόταση μπορεί να χρησιμεύει και για επίθετο, με σύνδεσμο την αναφορική αντωνυμία που, και ακόμα για ουσιαστικό είτε σαν υποκείμενο (Το να κάνεις λάθος είναι ανθρώπινο) είτε σαν αντικείμενο (Θέλω να γράψω).

     

    Γλωσσικές μεταβολές

    Γλωσσική εξέλιξη. Με τη λέξη “αλλαγή” ή “μεταβολή” εννοείται εδώ μια ιδιαίτερη αλλαγή ή μια σειρά αλλαγών∙ με τη λέξη “εξέλιξη” εννοείται η γενική ανάπτυξη της γλώσσας, δηλαδή το σύνολο των αλλαγών πού έγιναν σ’ αυτήν μέσα σε μια δεδομένη περίοδο, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει πως τα μεταγενέστερα στάδια της εξελικτικής πορείας είναι ανώτερα απ’ τα προγενέστερα. Βέβαια μερικές γλώσσες του κόσμου είναι πραγματικά πρωτόγονες, γιατί τούς λείπουν τα μέσα για την έκφραση των αφηρημένων σκέψεων∙ στις γλώσσες όμως των πολιτισμένων λαών πρέπει να κάνουμε διάκριση ανάμεσα στην τυπική και την ουσιαστική τους εξέλιξη. Αν συγκρίνουμε την ελληνική με την κινέζικη μπορούμε να πούμε, από τυπική και μόνο άποψη, ότι η κινέζικη είναι πιο πρωτόγονη γιατί διατηρεί ακόμα τη μονοσυλλαβική της βάση∙ πάνω σ’ αυτή τη βάση όμως δουλεύτηκε και καλλιεργήθηκε σε υψηλότατο επίπεδο. Από την ίδια άποψη, επειδή η εξέλιξη των ινδοευρωπαϊκών γλωσσών φανερώνει μια γενική τάση προς την απλοποίηση του κλιτικού συστήματος, θα μπορούσαμε να πούμε πως η αγγλική, που κατάργησε σχεδόν όλες τις αρχαίες κλίσεις, είναι πιο εξελιγμένη από την ελληνική πού διατηρεί ακόμα τις περισσότερες κλίσεις της. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι ουσιαστικά η μία γλώσσα είναι ανώτερη ή κατώτερη απ’ την άλλη.

    Εσωτερικές αλλαγές. Για κάθε γλώσσα αληθεύει αυτό που είπε οΗράκλειτος: «Πάντα ‘ρεῖ».Αργοαλλάζει από γενεά σε γενεά και, ακόμα, παρουσιάζει μέσα στην ίδια γενεά μικρές διαφορές από χωριό σε χωριό κι από οικογένεια σε οικογένεια. Τα παιδιά περνάνε πολλά χρόνια ώσπου να τη μάθουν και, στο μεταξύ, κάνουνε πολλά λάθη. Τα περισσότερα απ’ τα λάθη αυτά προέρχονται από ασυνείδητες προσπάθειες να απλοποιηθεί η γλώσ­σα, δηλαδή να ανασχηματιστούν οι ανώμαλοι τύποι κατ’ αναλογία προς τούς ομαλούς. Με τον καιρό τα σοβαρότερα διορθώνονται. Μερικά όμως περνάνε απαρατήρητα και γίνονται έτσι αφορμή για γλωσ­σικές αλλαγές. Τέτοιες αλλαγές λέγονται εσωτερι­κές. Οι εσωτερικές αλλαγές καθορίζονται από δύο αντίθετους παράγοντες: από τη μια μεριά, την απλοποιητική τάση των γλωσσών που είπαμε πιο πάνω και, από την άλλη, τη δύναμη της παράδο­σης. Κυριαρχεί, κατά τις περιστάσεις, άλλοτε η μία και άλλοτε η άλλη τάση. Αν, μαζί με τις εσωτερικές αλλαγές, επηρεάζουνε τη γλώσσα και εξωτερικές, η παράδοση υποχωρεί. Αν όμως η κοινότητα μένει σχετικά ελεύθερη από εξωτερικές επαφές, κυριαρχεί τότε η παράδοση. Η επίδραση της παράδοσης είναι το περισσότερο συντηρητική, μπορεί ό­μως κι αυτή να εισάγει κάποτε αλλαγές. Λόγου χά­ρη, για ν’ αναφέρουμε μιαν άκρα περίπτωση, σε ορισμένες αυστραλιανές φυλές, όπου όλοι οι άνδρες και όλες οι γυναίκες παίρνουν τα ονόματά τους από ζώα και φυτά, το όνομα του καθενός, μόλις πεθάνει, γίνεται ταμπού, με αποτέλεσμα ν’ αλλάζει σχε­δόν αδιάκοπα όλο το λεξιλόγιο της γλώσσας. Βέ­βαια, τόσο ραγδαίες μεταβολές δεν γίνονται παρά σε μικρές μονάχα κοινότητες οπού όλοι οι άνθρωποι βρίσκονται σε καθημερινή επαφή ο ένας με τον άλ­λον. Έτσι όμως ζούσαν, για πολλές χιλιάδες χρό­νια, και οι δικοί μας πρόγονοι.

    Εξωτερικές αλλαγές. Κανένας λαός δεν έ­μεινε ποτέ για πολύν καιρό απομονωμένος, γι’ αυτό και οι γειτονικές γλώσσες επηρεάζουν αδιάκοπα η μία την άλλη. Συνεπώς δεν είναι ν’ απορεί κανείς που αγνοούμε, τις περισσότερες φορές, τις αφετηρίες των γλωσσικών αλλαγών, αφού μάς λείπουν τα γλωσσικά και ιστορικά δεδομένα. Τέτοιες συνθήκες επικρατούν σε κάθε εποχή, προπάντων όμως στην προϊστορική, που η παράδοση της γλώσσας είναι ο­λότελα προφορική κι όχι γραπτή. Η γλώσσα ενός αγράμματου λαού αλλάζει αδιάκοπα. Οι εξωτερικές αλλαγές δεν ξεχωρίζουν εύκολα από τις εσωτερικές γιατί είναι αλληλένδετες. Οι εξωτερικές έχουνε συχνά σαν αντίχτυπο να εισάγουν από τις γειτονικές γλώσσες στοιχεία ξενικά πού προξενούν καινούργιες ανωμαλίες και θέτουν έτσι σε κίνηση περισσότερες εσωτερικές αλλαγές.

    Διάλεκτοι. Καθώς εξαπλώνεται ένας λαός από το αρχικό του κέντρο, εγκαθιδρύοντας σε άλλα μέ­ρη καινούργιους οικισμούς, διαιρείται σε ξεχωρι­στές κοινότητες, κάθε δε κοινότητα αναπτύσσει με τον καιρό ένα δικό της ιδίωμα. Οι ιδιωματικές δια­φορές δεν έχουν ένα σαφή διαχωρισμό, γιατί μέσα σε κάθε ιδίωμα βρίσκονται και άλλες παραλλαγές μικρότερες πού αναπτύσσονται από χωριό σε χω­ριό∙ αρκούν όμως, για να δώσουν την εντύπωση πως οι κάτοικοι μιλάνε μια ξεχωριστή μορφή της εθνικής γλώσσας. Κατ’ αρχήν δεν υπάρχει καμμιά διαφορά ανάμεσα σε μια γλώσσα διηρημένη σε διαλέκτους και σε μια οικογένεια γλωσσών. Το ζήτημα, αν ένα δεδομένο ιδίωμα είναι διάλεκτος ή γλώσσα, πρέπει να εξετάζεται κάτω απ’ το φως των ιστορι­κών και κοινωνικών συνθηκών. Οι Τσέχοι κ’ οι Σλοβάκοι, λόγου χάρη, αν και καταλαβαίνουν καλά ο ένας τον άλλον, παραδέχονται πως οι γλώσσες τους είναι διαφορετικές, ενώ χωριάτες από διάφορα μέρη της Ελλάδας, μόλο πού καμμιά φορά συμβαίνει να μη μπορούν να συνεννοηθούν εύκολα, ξέρουν ωστόσο πως μιλάνε την ίδια γλώσσα. Φυσικά, αν οι διάφορες κοινότητες του λαού χάσουν την επικοινωνία μεταξύ τους, τα ιδιώματά τους θα καταλήξουνε να γίνουν διαφορετικές γλώσσες.

    Λεξιλογικές αλλαγές. Τα μέρη της γλώσ­σας αλλάζουν, όχι όμως όλα μαζί. Κάθε γλώσσα πλάθει ολοένα καινούργιες λέξεις είτε για να εκφράσει καινούργιες ιδέες είτε για να αντικαταστήσει παλιές λέξεις που έχουνε χάσει τη δύναμή τους. Οι καινούργιες λέξεις άλλοτε διαμορφώνονται από ντόπια στοιχεία και άλλοτε παίρνονται από άλλες γλώσσες. Τέτοιες λεξιλογικές αλλαγές είναι, το πιο πολύ, συνειδητές∙ δηλαδή, όταν μια καινούρ­για λέξη αρχίσει να κυκλοφορεί, γνωρίζουμε πώς είναι καινούργια, π.χ. μαγνητόφωνο, θερμοπυρη­νικός, φιλμ, σωφέρ, σοκάρω.

    Το βασικό λεξιλόγιο. Το σύνολο των λέξεων μιας γλώσσας απαρτίζει το λεξιλόγιό της. Μέσα σ’ αυτό το σύνολο ξεχωρίζει κ’ ένα βασικό λεξιλόγιο που αποτελείται από απλές, οικείες λέξεις, όπως λ.χ. τα αριθμητικά επίθετα, τα μέρη του ρήματος “είμαι”, οι όροι συγγενείας, κ.ά.. Σε όλες τις γλώσσες που αποτελούν την ινδοευρωπαϊκή οικογένεια τα στοιχεία αυτά είναι βασικά τα ίδια. Οι λέξεις του βασικού λεξιλογίου είναι οι πρώτες που μαθαίνονται απ’ το παιδί, γι αυτό και εντυπώνονται όλο και βαθύτερα στο νου του. Συνεπώς, οι λέξεις αυτές αλλάζουν αργότερα απ τις άλλες. Γι’ αυτό το λόγο μέσα στο βασικό λεξιλόγιο βρίσκονται σχεδόν όλες οι λέξεις που παρουσιάζουν γραμματικές ανωμαλίες, δη­λαδή αρχαία στοιχεία πού προέρχονται από ένα προγενέστερο στάδιο στην εξέλιξη της γλώσσας. Απ αυτά βγαίνει το συμπέρασμα ότι οι λέξεις του βασικού λεξιλογίου αλλάζουν αργότερα απ τις άλ­λες και ότι οι γραμματικές αλλαγές είναι βραδύτε­ρες, και λιγότερο συνειδητές, απ τις λεξιλογικές.

    Φωνητικές αλλαγές. Απ όλα τα μέρη της γλώσσας εκείνο πού αλλάζει βραδύτερα είναι το φωνητικό της σύστημα, οι αλλαγές του δε είναι ασυνείδητες. Το φωνητικό σύστημα αποτελεί μιαν οργανική ενότητα όπου και η παραμικρή ασυνείδητη αλλαγή προξενεί και άλλες, ώσπου με τον καιρό μεταμορφώνεται το όλο σύστημα. Ωστόσο, έστω κι αν μεταβάλλεται βασικά στο διάστημα μακρών εποχών, στο στόμα του καθενός παραμένει σχεδόν το ίδιο. Γνωρίζουμε όλοι πως ένας ξένος που μιλάει τη δική μας γλώσσα, όσο καλά κι αν ξέρει το λεξιλόγιο και τη γραμματική της, προδί­δεται απτην ξενική του προφορά, γιατί τη μιλάει με τους φθόγγους της δικής του γλώσσας.

    Η σύμμιξη αλλόγλωσσων λαών. Όταν μέσα σε μια κοινότητα συνενωθούν δυο αλλόγλωσσοι λαοί, η γλώσσα του ενός επικρατεί πάνω στην άλλη, όμως με τη σειρά της επηρεάζεται κι αυτή από την άλλη, ιδιαίτερα μάλιστα στο φωνητικό της σύστημα. Ένας λαός που αφήνει τη δική του γλώσσα και αποδέχεται μιαν άλλη εισάγει στην καινούργια φω­νητικά στοιχεία της παλιάς, με αποτέλεσμα να τρο­ποποιείται το φωνητικό της σύστημα. Ένας Ουαλλός ή ένας Ιρλανδός, που δεν ξέρει παρά μονάχα αγγλικά, τα μιλάει με πολλές φωνητικές και άλλες ιδιομορφίες πού προέρχονται όλες, χωρίς ο ίδιος να το ξέρει, από την προγονική του γλώσσα. Αν κάμ­ποσοι λαοί υιοθετήσουνε συγχρόνως την ίδια γλώσ­σα, είναι πιθανό η υιοθετημένη αυτή γλώσσα να απλοποιείται όχι μόνο στο φωνητικό αλλά και στο γραμματικό της σύστημα. Στα σημερινά αγγλικά η λεπτή και δύσκολη διάκριση ανάμεσα στο shall και στο will λίγο-λίγο εξαφανίζεται. Ένας παρά­γοντας που συντελεί σ’ αυτό το αποτέλεσμα είναι, χωρίς αμφιβολία, το ότι την αγνοούν οι Ουαλλοί, οι Ιρλανδοί και οι Ορεινοί Σκωτσέζοι τόσο στα αγ­γλικά τους όσο και στις προγονικές τους γλώσσες.

    Αλυσιδωτές μεταβολές. Μια φωνητική αλλαγή παράγει συχνά και γραμματικές αλλαγές, αυτές δε με τη σειρά τους παράγουν και λε­ξιλογικές. Μια τέτοια σειρά, αλλαγών λέγεται “αλυσιδωτή μεταβολή”. Τέτοιες μεταβολές είναι από τη φύση τους βραδυκίνητες, γι’ αυτό και δεν παρακο­λουθούνται εύκολα παρά σ’ εκείνες μόνο τις γλώσσες που έχουνε μακρόχρονη ιστορία, όπως τα ελληνικά και τα κινέζικα. […]

     

    Η γραφή

    Η γραπτή γλώσσα. Η γραφή εφευρέθηκε σαν όργανο του εμπορίου, που δε γίνεται δίχως γραπτά κείμενα. Η αύξηση του εμπορίου και η διαμόρφωση του κράτους δημιουργούν την ανάγκη για μια επίσημη γλώσσα ελεύθερη από τις ποικίλες ιδιομορφίες των τοπικών ιδιωμάτων. Έτσι, με βάση το ιδίωμα της περιοχής οπού βρί­σκεται η πρωτεύουσα, εξελίσσεται μια γραπτή κοι­νή που καλλιεργείται σαν κυβερνητικό όργανο και, λίγο-λίγο, επεκτείνει την επιρροή της στις επαρχίες, με αποτέλεσμα να παρακμάζουν τα τοπικά ιδιώ­ματα. Αφού όμως μια γραπτή κοινή έχει για σκοπό της να τυποποιήσει τη μορφή της γλώσσας, η επιρροή της πάνω στην προφορική είναι πάντοτε συντηρητική. Ωστόσο, έστω κι αν αναχαιτίζει την εξέλιξη της γλώσσας, δεν μπορεί και να τη σταματήσει. Όταν η γραπτή γλώσσα καθυστερεί ως προς την προφορική τόσο πολύ ώστε να καταντά για το λαό ακατάληπτη, τότε αχρηστεύεται. Σε τέτοιες περιστάσεις δημιουργείται συχνά “γλωσσικό ζήτημα”, δηλαδή μια συνειδητή σύγκρουση ανάμεσα στις δύο μορφές της γλώσσας. Έτσι έγινε στην Ελλάδα και στην Κίνα, δύο χώρες όπου η γρα­πτή παράδοση ήταν εξαιρετικά παλαιά και δυνατή.

    Τα νεότερα αλφάβητα. Αλφάβητο είναι ένα σύστημα γραφής που το κάθε σύμβολό του αντιπροσωπεύει ένα φωνήεν ή ένα σύμφωνο. Όλα τα αλφάβητα είναι της ίδιας καταγωγής. Το λατινικό και το κυριλλικό κατάγονται απ’ το ελ­ληνικό∙ το ελληνικό απ’ το φοινικικό∙ το εβραϊκό απ’ το αραμαΐκό. Το φοινικικό και το αραμαϊκό εξελίχτηκαν στην Παλαιστίνη στην αρχή της δεύ­τερης χιλιετηρίδας π.Χ., κατάγονται δε εν μέρει απ’ την ιερογλυφική γραφή της Αιγύπτου και εν μέρει απ’ τη βαβυλωνιακή. Οι δύο αυτές γραφές ήταν προαλφαβητικές.

    Προαλφαβητικές γραφές. Διακρίνονται τρία στάδια στην παλαιότερη εξέλιξη του γραψίματος: το εικονογραφικό, το ιδεογραφικό και το φθογγογραφικό. Μονάδα του πρώτου σταδίου ήταν τοεικονόγραμμα (pictogram), δηλαδή μια απλή ει­κόνα του σημαινόμενου∙ π.χ., το “μάτι” παριστά­νεται με μιαν εικόνα ματιού. Μονάδα του δεύτερου σταδίου ήταν το ιδεόγραμμα, απλοποίηση της μορφής του εικονογράμματος και επέκταση της σημασίας του. Έτσι το “νερό” παριστάνεται με μια κυματοειδή γραμμή· και το σύμβολο αυτό, συνδυασμένο με το “μάτι”, σημαίνει “κλαίω”. Μιαιδεογραφική γραφή, επειδή είναι ανεξάρτητη απ’ την προφορά, μπορεί να χρησιμεύει εξίσου καλά σε διαφορετικές γλώσσες∙ έχει όμως το μεγάλο μειο­νέκτημα να χρειάζεται πάρα πολλά σύμβολα. Η κινέζικη γραφή, λόγου χάρη, που χρησιμοποιείται για πολλά ιδιώματα πληθυσμών πού δεν καταλα­βαίνονται μεταξύ τους, περιέχει πάρα πολλές χι­λιάδες σύμβολα. Μονάδα του τρίτου σταδίου είναι το φθογγόγραμμα, που αντιπροσωπεύει έναν ιδιαίτερο φθόγγο. Έτσι το αιγυπτιακό σύμβολο για το“στόμα” (ro) ήταν αρχικά μια εικόνα ανοιγμένου στόματος, πού ύστερα περιορίστηκε σε μιαν απλή έλλειψη (βλ.Πίνaκα).Αργότερα τo ίδιο σύμβολο από­χτησε την αξία του φθόγγου ro σε οποιαδήποτε λέξη, άσχετα με τη σημασία του.

    Το φοινικικό αλφάβητο. Η σφηνοειδής γραφή της Βαβυλωνίας οφείλει το όνομά της στα σφηνοειδή σύμβολα που τη χαρακτηρίζουν. Κάθε σύμβολο παριστάνει μια συλλαβή. Έτσι στάθηκε πιο προχωρημένη απ’ την αιγυπτιακή γραφή, που έμεινε βασικά ιδεογραφική. Οι Φοίνικες εφεύ­ραν το πρώτο φθογγογραφικό αλφάβητο. Απ’ το υλικό των αιγυπτιακών ιδεογραμμάτων έφτια­ξαν ένα σύστημα από 22 σύμβολα, που το καθένα αντιπροσωπεύει ένα σύμφωνο που το ακολουθεί ένα μη καθοριζόμενο φωνήεν. Η έλλειψη συμβό­λων για τα φωνήεντα δεν παρουσίαζε δυσκολία, γιατί στις σημιτικές γλώσσες ο αναγνώστης τά συμπληρώνει εύκολα από τα συμφραζόμενα. Τα φοινικικά ονόματα των συμβόλων (απ’ όπου κα­τάγονται και τα ελληνικά) διατηρούν τις αρχι­κές τους σημασίες: Αaleph “βόδι”, Βbeth “σπίτι”, Γ gimel“γωνιά”, Δ daleth “πόρτα”, Μ mem“νερό”, Ν nun“φίδι”,Ο ayin “μάτι”, Π pe “στόμα”, Σ shin“βουνό” (Πίνaκα).

    Το ελληνικό αλφάβητο. Στο δέκατο ή ένατο π. Χ. αιώνα οι Ίωνες της Μικρασίας δανείστηκαν από τους Φοίνικες θαλασσοπόρους το αλφάβητο και το τελειοποίησαν. Στην ελληνική γλώσ­σα έλειπαν μερικά σύμφωνα της φοινικικής, με αποτέλεσμα τα σχετικά σύμβολα να γίνουν για τους Έλληνες περιττά. Η έλλειψη όμως φωνηεντικών συμβόλων δεν ταίριαζε στα ελληνικά. Το πρόβλημα λύθηκε δίνοντας στα φωνήεντα τα σύμ­βολα που περίσσευαν από τα σύμφωνα. Η προσαρ­μογή του φοινικικού αλφάβητου στην ελληνική γλώσσα πήρε καιρό και δεν είχε ακόμα συμπληρω­θεί την εποχή της αποικιακής εξάπλωσης (Η’-Ζ’ π.Χ. αιώνες). Επομένως, κατά τη διάρκεια αυτής της εξάπλωσης, όπως η γλώσσα των άποικων διαιρέθηκε σε πολλά καινούργια τοπικά ιδιώματα, έτσι και το αδιαμόρφωτο ακόμα αλφάβητό τους ανάπτυξε κι αυτό πολλές τοπικές ιδιομορφίες και σιγά-σιγά διαιρέθηκε σε δύο μεγάλους κλάδους, σαν διαλέκτους, δηλαδή τον ανατολικό τύπο, που περιέλαβε και τον αττικό, και το δυτικό τύπο, πού επικράτησε στη Μεγάλη Ελλάδα, μεταδόθηκε εκεί στους Τυρρηνούς και απ’ αυτούς στους Ρωμαίους. Οι διαφορές ανάμεσα στο αττικό αλ­φάβητο, δηλαδή το σημερινό ελληνικό, και στο λατινικό προέρχονται άλλες απ’ τη διαίρεση ανάμεσα στο ανατολικό και το δυτικό αλφάβητο και άλλες από τις τροποποιήσεις πού εισήγαγαν οι Τυρρηνοί και οι Ρωμαίοι για να προσαρμόσουν το δυτικό αλφάβητο στις δικές τους γλώσσες. Έτσι το γράμμα Η είχε αρχικά την αξία της δασείας, αξία πού διατήρησε στο δυτικό αλφάβητο∙ στο ανατολικό όμως απόχτησε την αξία του μακρού Ε. Η εξήγηση είναι η ακόλουθη. Στη διάλεκτο της μικρασιατικής Ιωνίας, όπου πολιτογραφήθηκε για πρώτη φορά το φοινικικό αλφάβητο, έγιναν εκείνη την εποχή δύο φωνητικές αλλαγές. Πρώτα, χάθηκε η δασεία, με αποτέλεσμα το γράμμα Η να γίνει περιττό.Δεύτερο, το μακρό α της πρωτο-ελληνικής άλλαξε και έγινε όχι ακόμα e (μακρό) αλλά ένα ενδιάμεσο φωνήεν ίδιο με το φωνήεν του αγγλικούbag, και το περιττό σύμβολο Η με­ταφέρθηκε σ’ αυτό. Αργότερα το Η ολοκλήρωσε τη μετάβαση από το a (μακρό) στο e (μακρό) και έτσι, με τη ση­μασία αυτή, μπήκε και στην αττική.

     

    (GeorgeThomson H ελληνική γλώσσα αρχαία και νέα,

Τ’ ΑΦΙΕΡΩΝΟΥΜΕ ΣΤΗ ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΠΑΝΑΓΗ ΛΕΚΑΤΣΑ, ΠΟΥ ΕΚΤΟΣ ΑΠΟ ΤΟ ΔΙΚΟ ΤΟΥ ΣΠΟΥΔΑΙΟ ΜΕΛΕΤΗΤΙΚΟ ΕΡΓΟ, ΗΤΑΝ ΕΚΕΙΝΟΣ ΠΟΥ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΕ ΣΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΟΙΝΟ ΤΟ ΜΑΡΞΙΣΤΗ ΕΛΛΗΝΙΣΤΗ ΤΖΟΡΤΖ ΤΟΜΣΟΝ.

http://www.thematapaideias.org/site001/index.php?option=com_content&view=category&layout=blog&id=4&Itemid=8

 

 

lawrenceleemagnuson:Auguste Herbin (1882-1960)Vue d’un village Corse - View of a Corsican village (1907)oil on canvas 46.3 by 55.2 cm

Auguste Herbin (1882-1960)
Vue d’un village Corse – View of a Corsican village (1907)

Κατηγορίες:πολιτισμός Ετικέτες: , , ,
  1. Δεν υπάρχουν σχόλια.
  1. No trackbacks yet.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: