Αρχική > λογοτεχνία > Βραβείο Λογοτεχνίας Κύπρου Χρυσάνθη στον Γιώργο Χαριτωνίδη

Βραβείο Λογοτεχνίας Κύπρου Χρυσάνθη στον Γιώργο Χαριτωνίδη

 Ινστιτούτο Πολιτισμού

Το Ινστιτούτο Πολιτισμού απένειμε για δεύτερη φορά το Βραβείο Λογοτεχνίας Κύπρου Χρυσάνθη σε εκδήλωση που πραγματοποιήθηκε την Παρασκευή, 23 Νοεμβρίου στην αίθουσα «Καστελλιώτισσα».

Το Βραβείο Λογοτεχνίας Κύπρου Χρυσάνθη απονέμεται από το Ινστιτούτο Πολιτισμού ανά διετία, εναλλάξ με το βραβείο ποίησης Κώστα Μόντη. Το βραβείο απονεμήθηκε φέτος στον λογοτέχνη Γιώργο Χαριτωνίδη από τον υποψήφιο για την Προεδρία της Δημοκρατίας κ. Νίκο Αναστασιάδη.

Για το έργο του συγγραφέα μίλησαν η πρόεδρος της Κριτικής Επιτροπής Ανδρεανή Ηλιοφώτου, ο συγγραφέας και σκηνοθέτης Άντης Ροδίτης και ο πρόεδρος του Ινστιτούτου Πολιτισμού Πρόδρομος Προδρόμου.

Η εκδήλωση πλαισιώθηκε μουσικά από τον συνθέτη και πιανίστα Σάββα Σάββα.

Αποσπάσματα από τα βιβλίο του κ. Χαριτωνίδη διάβασε η Επίτροπος Πολιτισμού του Δημοκρατικού Συναγερμού Στέλλα Σουρμελλή ενώ το πρόγραμμα παρουσίασε ο αναπληρωτής Επίτροπος Πολιτισμού του ΔΗΣΥ Σταύρος Κυριακίδης.

Ως έπαθλο απονέμεται έργο του γνωστού γλύπτη Άγγελου Μακρίδη, φιλοτεχνημένο ειδικά για το βραβείο.

Θα ήθελα να εκφράσω πρώτα τη χαρά μου που είμαι απόψε μαζί σας, ανάμεσα σε ένα εκλεκτό ακροατήριο με έγνοια για τα πολιτιστικά πράγματα. Αλλά θα εκφράσω επίσης την ικανοποίησή μου γιατί το Βραβείο Λογοτεχνίας Κύπρου Χρυσάνθη, που θεσμοθέτησε πρόσφατα το Ινστιτούτο Πολιτισμού, φαίνεται να στεριώνει. Θέλω να συγχαρώ το Ινστιτούτο Πολιτισμού και να υπενθυμίσω τη μεγάλη προσφορά του Κύπρου Χρυσάνθη στα κυπριακά ελληνικά γράμματα. Αυτή την προσφορά και την παρακαταθήκη του μεγάλου και πολυπράγμονος συγγραφέα και επιστήμονα τη θέλουμε να συνεχίσει να είναι οδηγός μας.

Με τον τρόπο που δίνεται το βραβείο, εναλλάξ με το άλλο Βραβείο Ποίησης Κώστα Μόντη, ανά διετία, δείχνει την αναγνώριση και ευγνωμοσύνη μας στους δυο ξεχωριστούς από τους μεγάλους της σύγχρονης κυπριακής παραγωγής στην ελληνική λογοτεχνία. Δείχνει όμως και μιαν κατεύθυνση που εννοούμε να κρατήσουμε μέσα σε αυτούς τους πολύ δύσκολους καιρούς που ζούμε. Παρά τις πιέσεις και τη μεγάλη οικονομική στενότητα των ημερών, δεν εννοούμε να χάσουμε το νήμα του πολιτισμού μας. Αντίθετα, με τις επιλογές μας θα μείνουμε στερεωμένοι στις αξίες και τις αρχές μας. Από εκεί θα μπορέσουν να ξεπροβάλουν προς τα εμπρός νέες δημιουργικές δυνάμεις και εκφράσεις. Ίσως μάλιστα περισσότερο από άλλους καιρούς ανέμελης αφθονίας, τώρα είναι η ώρα να αναζητήσουμε πνευματικό περιεχόμενο στον κοινωνικό μας βίο. Αυτή την κατεύθυνση παρουσίασα και τις προάλλες μιλώντας για μια πολιτική για τον Πολιτισμό μέσα στη νέα πενταετία που ανοίγεται μπροστά μας από την επόμενη Άνοιξη.

Είναι μάλιστα ευτυχής συγκυρία ότι φέτος επιλέχθηκε και βραβεύεται το έργο ενός συγγραφέα που ξεκίνησε και εστιάζεται στη συγκλονιστική όσο και βαθύτατα επίπονη εμπειρία της αιχμαλωσίας από τους Τούρκους κατακτητές, αλλά και στην τραυματικά αβίωτη συνέχεια της κατοχής και της αποξένωσης από τους τόπους μας. Πολεμιστής του 1974, αιχμάλωτος και στη συνέχεια πρόσφυγας, ο Γιώργος Χαριτωνίδης με τα βιβλία του συμπυκνώνει, στη συνέχεια, μαρτυρίες και βιώματα της εντελώς αφύσικης κατάστασης πραγμάτων που επιβλήθηκε τότε στην πατρίδα μας και δυστυχώς έκτοτε παρατείνεται χωρίς ακτίνα φωτός μέχρι τώρα.

“Αναμνήσεις με πολλά κουκούτσια” είναι ο τίτλος του πρώτου μυθιστορήματος του συγγραφέα και αναφέρεται στη δική του προσωπική εμπειρία της αιχμαλωσίας. Καταγράφει αναμνήσεις, αλλά ο προσωπικός τόνος μεταφέρει νομίζω οικουμενικές εμπειρίες και μηνύματα. Δεν είναι εξάλλου τυχαίο ότι και τα επόμενα βιβλία του Χαριτωνίδη μαρτυρούν από τον τίτλο τους κιόλας την έγνοια και την αγωνία για την κατεχόμενη πατρίδα. “Με διαβατήριο και βίζα μιας ημέρας” μιλά το 2006 για την εξίσου συγκλονιστική μαρτυρία της ιδιόμορφης επιστροφής που επέτρεψε το κατοχικό καθεστώς από το 2003. Μεταφέρει τον προσωπικό στοχασμό γι’ αυτή την τόσο αφύσικη και στρεβλωμένη σχέση με τον τόπο μας που έγινε “κατεχόμενα”.

Ο συγγραφέας δεν είναι “επαγγελματίας λογοτέχνης”. Κατ’ επάγγελμα πρόσφερε στην απάλυνση του ανθρώπινου πόνου στο Νοσοκομείο “Ευαγγελισμός” στην Αθήνα. Έχει δώσει όμως λογοτεχνικό έργο που τον κάνει να ξεχωρίζει. Δείχνει να αντιμετωπίζει τη λογοτεχνική παραγωγή ως μια νηφάλια κατάθεση ψυχής και στοχασμού. Με απόσταση χρόνου δοκιμάζει να σκεφτεί ξανά και να εκφράσει εμπειρίες από τις οποίες πρέπει να κρατάμε τις ανθρώπινες διαστάσεις, αναγνωρίζοντας και τις κατ’ εξοχήν μικρές αξίες που κάποτε χάνονται μέσα στο πολύβουο κοινωνικό σκηνικό μας. Νομίζω ότι πρέπει ιδιαίτερα να εξάρουμε τη μετριοπάθεια και τη μετριοφροσύνη που κάνουν την πένα και τη μαρτυρία του πιο δυνατές. Δεν περιορίστηκε εξάλλου στην πεζογραφία, αλλά έχει γράψει και ποίηση, ενώ επιδόθηκε με επιτυχία στις εικαστικές τέχνες, με έργο και εκθέσεις ζωγραφικής και γλυπτικής.

Νομίζω, λοιπόν, ότι η φετινή επιλογή της Κριτικής Επιτροπής είναι εύστοχη και δικαιώνει τα μηνύματα που θέλει να δώσει το Ινστιτούτο με το βραβείο Λογοτεχνίας Κύπρου Χρυσάνθη.

Είμαι ευτυχής και το θεωρώ τιμή να απονείμω αυτό το Βραβείο στο Γιώργο Χαριτωνίδη, ξεχωρίζοντας πνευματικές και λογοτεχνικές αξίες που πρέπει να διακριθούν.

Εύχομαι στον τιμώμενο λογοτέχνη να συνεχίσει το έργο του και να μας χαρίσει και άλλα βιβλία. Θα το χρειαστούμε μέσα στη δύσκολη περίοδο που μπαίνουμε και εν όψει της τεράστιας προσπάθειας που πρέπει να κάνουμε από κοινού, ενώνοντας δυνάμεις και αρετές στα χρόνια που έρχονται.

Αν είχε τίτλο η εισήγησή μου θα ταίριαζε να είναι ο εξής, όπως μου υποβάλλει ένα ποίημα του ίδιου του συγγραφέα:

Όταν μέσα στη σκόνη, που πάντα κατακάθεται, ο συγγραφέας βρίσκει και γράφει τη μια και μόνη λέξη… «αγαπώ σε»

«Πριν την αιχμαλωσία, / να κάθομαι σε πολυθρόνα / και να πίνω καφέ, / δεν τα φαντάστηκα ποτέ / ότι είνελευθερία».

Στίχοι του Γιώργου Χαριτωνίδη από την ποιητική συλλογή του «Με την κίνηση των υαλοκαθαριστήρων». Το ίδιο λέει και μεταδίδει κι όταν γράφει:

«Κατάλαβα ότι είμαστε σε κάποια παραλία της Κερύνειας. Ένιωσα θανατηφόρα την έλξη της θάλασσας. Μια βουτιά να έκανα κι ας πέθαινα! ‘Είναι ελευθερία’, σκέφτηκα αστραπιαία, ‘μόνο και μόνο όποτε θέλεις να μπαίνεις στη θάλασσα και να κολυμπάς’»

(από το απόσπασμα που ήδη ακούσαμε προηγουμένως, από το αφήγημα «Αναμνήσεις με πολλά κουκούτσια»).

Το ίδιο. Να κάθεσαι και να πίνεις ένα καφέ… Να μπορείς να βουτήξεις και να κολυμπήσεις στη θάλασσα που έμαθες πάντα να είναι εδώ δίπλα, δικιά σου… Αυτά είναι ελευθερία, λέει ο άνθρωπος που αίφνης βρέθηκε αιχμάλωτος πολέμου, στερημένος κι από την πιο απλή ελευθερία, με εξουδετερωμένο και την πιο στοιχειώδη ιδιότητα του ελεύθερου υποκειμένου. Ο άνθρωπος που βρέθηκε αντιμέτωπος σε ακατανόητες και προφανώς άνομες σκοπιμότητες, που τον κάνουν «αντικείμενο», κάτι σαν ευτελή ύπαρξη με την οποία μπορεί να παίζεται ένα εντελώς ακατανόητο και παράλογο παιχνίδι στέρησης, προσβολής, πόνου…

Είναι η σύγκρουση του ανθρώπου με την Ιστορία. Κάποιος από τους κριτικούς που έγραψε για το βιβλίο του Γιώργου Χαριτωνίδη έφτασε στο σημείο να πει ότι «η παράκαμψη της κυπριακής τραγωδίας, αν δεν δείχνει ασύγγνωστη αδιαφορία, υποκρύπτει την ενοχή των Ελλαδιτών λογοτεχνών έναντι του κυπριακού ελληνισμού για τα γεγονότα του ’74 και για τα όσα ακολούθησαν». Ενώ, λέει, παλαιότερα και όσον αφορά τη Μικρασιατική Καταστροφή, τον Παγκόσμιο Πόλεμο και τον Εμφύλιο, πολλοί άξιοι Έλληνες λογοτέχνες «αναμετρήθηκαν με την επιτακτική ανάγκη του ατόμου-συγγραφικού υποκειμένου να εκφράσει, από τη δική του περιορισμένη σκοπιά, το ιστορικό βίωμα, με άλλα λόγια το πώς η ιστορία καθόρισε τη ζωή του, το σώμα και την ψυχή του και στιγμάτισε τη μνήμη του», στα χρόνια της Μεταπολίτευσης χάθηκε αυτή η κατεύθυνση. Δεν ίσχυσε για την κυπριακή τραγωδία, την οποία η ελληνική λογοτεχνική παραγωγή εν πολλοίς παρέκαμψε… Αυτή την αναμέτρηση της λογοτεχνικής γραφίδας με τα ανεξίτηλα σημάδια πάνω στο σώμα και τη ψυχή του ανθρώπου, την ανέλαβε ο Γιώργος Χαριτωνίδης στα έργα του, έστω και αν δεν υπήρχε κάτι που να τον «προόριζε» να γίνει επαγγελματίας λογοτέχνης.

Αντίθετα από την ελλαδική λογοτεχνική σκηνή, εδώ στην Κύπρο υπήρξε σχετικά πληθωρική παραγωγή για το δράμα του 1974 και τις συνέπειές του. Κυρίως ποιητική κι όχι τόσο πεζός λόγος (κάποιοι μάλιστα σημειώνουν σωστά, νομίζω, πως ούτε κι αυτό ήταν τυχαίο αφού ίσως και παρεξηγημένα κάποτε η ποιητική γραφή δίνει περισσότερο την αίσθηση της αμεσότητας και της πρωτόχρονης έντασης-δράματος στο λόγο). Ιδιαίτερα στα πρώτα χρόνια και στη δεκαετία του 1980. Θυμάμαι όμως ότι από τότε μάς έμενε συχνά μια αίσθηση δυσφορίας ή και ενόχλησης. Διότι -κάπως δικαιολογημένα βέβαια, αλλά και πάλι… οι καταγραφές ήταν συνήθως πολύ συναισθηματικές, κάποτε εξεζητημένα μελοδραματικές –κάτι σαν ολολυγμός. Πολύ συχνά η γραφή δεν είχε το χρόνο ή την πολυτέλεια να ξεφύγει και από την πρόδηλη εκείνη μοιραία πολιτικολογούσα ιστοριογραφία που μασκαρευόταν τις λογοτεχνικές εκφράσεις. Απέναντι σε αυτού του είδους τις γραφές, τα γραπτά του Γιώργου Χαριτωνίδη κάνουν μια διαφορά.

Εξάλλου, ο συγγραφέας εκτός από τη μανία του 1974 και τα βιώματα της απάνθρωπης συμπεριφοράς και της ωμής βίας, ανέλαβε και κατέγραψε και τον απίστευτο παραλογισμό της «τουριστικής επιστροφής» στους τόπους μας, που παραμένουν κατεχόμενοι. Τόπους που όχι μόνο ο χρόνος τους παραλλάζει κατά τη ζωή, αλλά τους παραμορφώνουν κιόλας για να μοιάζουν πια σαν ξένοι και σε εμάς τους ίδιους. Από τον τίτλο σε εκείνο το άλλο βιβλίο του, «Με διαβατήριο και βίζα μιας ημέρας», ο Χαριτωνίδης συμπυκνώνει όλο το ζήτημα που άνοιξε με το εντελώς ιδιόρρυθμο «άνοιγμα» των κατεχομένων από το 2003. Στο λιτό και ολιγοσέλιδο αφήγημά του συγκρούεται βεβαίως, όπως φαντάζομαι ισχύει για όλους όσους επισκέφτηκαν τα κατεχόμενα έκτοτε, «η γλυκιά αναπόληση με τη σιωπηλή οργή». Αλλά ακόμα πιο πολύ, εκείνο που βγάζει στην επιφάνεια η γραφή του, είναι ότι για κάποιους (πολλούς) δεν είναι μόνο περίεργη επιστροφή στον τόπο και το σπίτι τους, αλλά είναι και επιστροφή στη βίαια αποκομένη νεότητα. Τι σημαίνει ένας άνθρωπος που στον 21ο αιώνα επισκέπτεται τη νεανική του ηλικία με διαβατήριο και βίζα;

«Ο υαλοκαθαριστήρας, ματαίως προσπαθούσε να διαγράψει των είκοσι μου χρόνων την εικόνα στο πίσω τζάμι», μαρτυρά περιηγητής πια στον ίδιο τον τόπο του ο Χαριτωνίδης…

Ανυποψίαστοι, θυμάται και λέει σε μια συνέντευξή του, βρέθηκαν τότε στην παραλία της Κερύνειας με το 251 ΤΠ, να πυροβολούν σε απελπισμένη άμυνα προς την πλευρά των Τούρκων που επέλαυναν, και να φωνάζουν «απολύομαι ρέεεε…». Ναι, απολύονταν. Θα απολύονταν. Αλλά αίφνης ο κόσμος άλλαξε. Δεν υπήρχε στρατός, απόλυση, κανονική ζωή…

Η πεζογραφία του Γιώργου Χαριτωνίδη είναι κατ’ αρχάς βιωματική. Αλλά δεν είναι μόνο αυτό. Τα βιώματα δεν είναι κραυγές αγωνίας ή θυμού, δεν είναι «αυτόματος» ολολυγμός και πόνος. Είναι επεξεργασμένα. Κι ίσως όχι σε κάποιο λογοτεχνικό εργαστήριο περίτεχνης γραφής ή καλοσχεδιασμένων σχημάτων. Είναι επεξεργασμένα μέσα από μια ειλικρίνεια φιλοσοφημένου λόγου που μπορεί να κάνει διάκριση ανάμεσα στην απλότητα και την απλούστευση. Φτασμένος σήμερα ποιητής, θυμάμαι που έγραφε ο Γιώργος Κοροπούλης σε ένα νεανικό κείμενο: «απλότητα από απλούστευση διαφέρει: η πρώτη κερδίζεται πολύ αργά, η δεύτερη εξαρχής βολεύει». Περί αυτού πρόκειται.

Γι’ αυτό η γραφή του αυτή, που καταπιάνεται με το θέμα ολωνών μας, την κουρσεμένη πατρίδα, την κατοχή, την αποξένωση από τους τόπους μας, έχει μιαν ιδιαίτερη αξία. Είναι πολύτιμη γιατί δεν χρειάζεται επιφωνήματα και μεγάλα σχήματα και λόγια. Το κλειδί το δίνει ο ίδιος με μια φράση: «Είναι ελευθερία, σκέφτηκα αστραπιαία…». Αστραπιαία. Ναι, μια αστραπή είναι κάποτε η σκέψη μας, για τις πιο μεγάλες τις «εν εαυτώ αποκαλύψεις». Αλλά αυτή η «αστραπή» δεν είναι ούτε τύχη ούτε και τόσο αιφνίδια όσο τη νοιώθουμε. Είναι αυτό που έχει μέσα του ο άνθρωπος. Είναι αυτό που σιγά-σιγά σε χρόνο και σε τόπο ανύποπτο καλλιεργείται, διακρίνει και διακρίνεται, ωριμάζει… Αυτή είναι νομίζω κι η δύναμη της γραφής του Χαριτωνίδη.

Όμως ο τιμώμενος σήμερα λογοτέχνης δεν έγραψε μόνο πεζογραφία ούτε και μόνο για το βαρύ φορτίο του αμυνόμενου πολεμιστή-αιχμάλωτου-πρόσφυγα. Δεν μπορεί να παραλείψουμε την ποιητική του κατάθεση και την έμφαση στο στοιχείο της σκόνης, που μπορεί και να θεωρηθεί εμβληματική εικόνα για το απαύγασμα, το απάνθισμα της εμπειρίας, των βιωμάτων, της ζωής της ίδιας. Παίζει με τις «ποιητόσκονες» όπως τις λέει, τη φεγγαρόσκονη, αλλά και την «προσφυγόσκονη» με την οποία παρομοιάζει τον εαυτό του, ήδη «ξεσκονισμένο απ’ το βορινό παράθυρο» της Λαπήθου. Θα ήταν αρκετό να τελειώσω με ένα μικρό ποίημα του που μιλά για το παλίμψηστο της απλής αγάπης:

«Σκόνη στην ατμόσφαιρα/ μετέδωσε το μετεωρολογικό δελτίο./ Σκούπιζε τη βεράντα…/ Έγραφα στίχους…/ γκρίνιαζε που δε βοηθάω./ γκρίνιαζα που δεν εύρισκα τη λέξη./ Το πρωί/ τη βεράντα κάλυψε κόκκινη άμμος./ Είδε κι έφριξε./Είδα και χάρηκα./ Με το δάκτυλο έγραψα/ αγαπώ σε./ Βρήκα τη λέξη!/ Πρώτα στην έρημο μέσα μου/ Ύστερα/ στη Σαχάρα.»

Η Κριτική Επιτροπή μας είχε σίγουρα τα δικά της κριτήρια και μέτρα. Θέλω όμως να κλείσω τη δική μου αναφορά σημειώνοντας κάτι που έχει γράψει ο Νίκος Τσούλιας για τον Γιώργο Χαριτωνίδη και είναι τώρα, σήμερα, στις 23 Νοεμβρίου 2012 για την Κύπρο τόσο έκδηλο: «Σε μια περίοδο όπου “μοναδικά” προβλήματα καθίστανται τα οικονομικά, υπάρχει δυνατότητα να αναλογιστούμε βαθιές εκκρεμότητες του παρελθόντος; Εκκρεμότητες που σε όλη τη διάρκεια της μεταπολίτευσης αρκετοί έλεγαν “δεν πουλάνε, γι’ αυτό ας μην αναφερόμαστε σε αυτά”». Νομίζω ότι ο Γιώργος Χαριτωνίδης με τη συγγραφική κατάθεσή του μας δίνει μια πρόκληση. Μια πρόκληση που σε αυτούς του χαλεπούς καιρούς μπορεί να την κάνουμε ευκαιρία.

Πρόδρομος Προδρόμου

Η αλήθεια των πραγμάτων είναι πολύπλευρη. Αλλά η αλήθεια δεν εξαντλείται ποτέ με τη φραστική διατύπωσή της. Ούτε μια φράση, όπως «η αλήθεια των πραγμάτων είναι πολύπλευρη», δεν έχει τις εξαιρέσεις της: Υπάρχουν δηλαδή και πράγματα που η αλήθεια τους δεν είναι πολύπλευρη.

Αυτά σκεφτόμουν προσπαθώντας να δω τι κάμνει έναν άνθρωπο «συγγραφέα». Άλλοι νιώθουν από την πρώτη στιγμή ότι αυτό είναι που θα δικαιώσει την ύπαρξή τους, κι άλλοι γιατί αυτό πιστεύουν ότι θα τους δώσει αξία στα μάτια των άλλων. Εντελώς ξεχωριστό είναι το θέμα αν υπάρχει και ταλέντο στην κάθε περίπτωση. Υπάρχουν συγγραφείς με ταλέντο που στάθηκαν άτυχοι ή ανίκανοι να προωθήσουν εμπορικά τον εαυτό τους, με αποτέλεσμα να μην τους ξέρει κανένας και συγγραφείς ατάλαντοι που καταφέρνουν να περνούν ως «σπουδαίοι» – τουλάχιστο όσο ζουν.

Όλ’ αυτά δεν καλύπτουν ανθρώπους όπως τον Γιώργο Χαριτωνίδη, τον Ανδρέα Σαμουήλ ή τον Πανίκο Νεοκλέους. Αυτοί – πιθανόν και άλλοι που δεν τους ξέρω ακόμα – ανήκουν σε μια ιδιόμορφη κατηγορία από μόνοι τους: Έγιναν σημαντικοί συγγραφείς ξαφνικά, απρογραμμάτιστα και ασχεδίαστα, μετά από τη συγκλονιστική εμπειρία που έζησαν το 1974, όταν αποφάσισαν να την καταγράψουν. Ο Νεοκλέους (μηχανολόγος στο επάγγελμα) εξέδωσε το βιβλίο του «Αγνοηθέντες 1974» το 2008, όταν ήταν 63 ετών, ο Σαμουήλ (νομικός, Ανώτερος Δημόσιος υπάλληλος) το βιβλίο του «Καλημέρα Ήλιε – ο χαμένος πόλεμος» το 2011 όταν ήταν 65 περίπου κι ο Χαριτωνίδης (τεχνολόγος ιατρικών εργαστηρίων) εξέδωσε το πρώτο του βιβλίο «Αναμνήσεις με πολλά κουκούτσια» το 2003 όταν ήταν ήδη 47 χρονών. Βέβαια υπάρχουν κι άλλοι που κατέγραψαν την εμπειρία τους από το 1974, αλλά η γραφή τους δεν αποκαλύπτει συγγραφικό ταλέντο, έχει αξία μόνο σαν ντοκουμέντο, και δεν παρουσιάζει πραγματικό, λογοτεχνικό ενδιαφέρον.

Ήδη, όταν άρχισε η επιστροφή των αιχμαλώτων, τον χειμώνα του 1974, είχα αρχίσει να διερωτώμαι αν ανάμεσά τους θα βρισκόταν κάποιος που θα μπορούσε να καταγράψει πειστικά το μέγεθος τού συγκλονισμού της αιχμαλωσίας από τους Τούρκους, όπως τον είχε βιώσει. Όσο περνούσε ο καιρός και δεν εμφανιζόταν κανένας, ανησυχούσα πραγματικά. Δεν ήθελα να το πιστέψω. Ένιωθα ότι ο ίδιος ο αυτοσεβασμός μας κινδύνευε, αλλά και ιστορικά, στα μάτια των μελλοντικών γενιών κινδύνευε ο σεβασμός τους για μάς. Ένιωθα επίσης κι ακόμα το νιώθω και το πιστεύω, ότι από κανένα λογοτεχνικό έργο που γράφεται από Έλληνες Κυπρίους μετά το ’74 και μέχρι σήμερα δεν μπορεί να λείπουν εκείνα τα γεγονότα που διαμόρφωσαν τη σημερινή Κύπρο. Μου είναι αδύνατο να καταλάβω πως μπορεί να γράφεται από Κυπρίους λογοτεχνία που γυρίζει την πλάτη στο για πάντα απίστευτο γεγονός του τουρκέματος του μισού μας νησιού.

Επανέρχομαι, όμως, στο θέμα των εμπειριών από την εισβολή και την αιχμαλωσία. Οι δεκαετίες περνούσαν και δεν εμφανιζόταν κανένα αξιόλογο έργο, καμιά αληθινή αφήγηση-μαρτυρία, ιδιαίτερα για την αιχμαλωσία. Σε κάποια στιγμή σκέφτηκα να ζητήσω από έναν συγγενή και παλιό φίλο – τον είχα μάλιστα συναντήσει τη μέρα της απελευθέρωσής του στην Ξενοδοχειακή Σχολή – να μου αφηγηθεί την εμπειρία του και να την καταγράψω εγώ αφού ο ίδιος δεν έδειχνε τέτοια πρόθεση. Απέρριπτα την ιδέα κάθε φορά που την ξανασκεφτόμουν. Μια τέτοια εμπειρία κανένας δεν μπορεί να την καταγράψει σε όλες της τις συγκλονιστικές διαστάσεις αν δεν την έχει ζήσει ο ίδιος. Δεν ήταν εμπειρία αυτή που σηκώνει υποκατάστατα. Οποιασδήποτε ποιότητας και αξίας υποκατάστατα, ή εξ ακοής αφηγήσεις.

Έφτανε προς το τέλος της η τρίτη δεκαετία μετά τα γεγονότα για να εμφανισθεί επιτέλους ο Γιώργος Χαριτωνίδης με τις «Αναμνήσεις» του «με πολλά κουκούτσια», το 2003. Διαβάζοντας το βιβλίο του, άρχισα να καταλαβαίνω και το γιατί τόσο εκείνος όσο και οι άλλοι που θα ακολουθούσαν, χρειάστηκαν τόσο καιρό. Έπρεπε να κλείσει πρώτα η πληγή ή για να είμαι πιο ακριβής – αφού δεν νομίζω ότι κλείνει ποτέ μια τέτοια πληγή – έπρεπε να ζήσουν μαζί της πρώτα μερικές δεκαετίες. Να τη μετρήσουν, να τη ζυγίσουν, να τη βυθομετρήσουν, να τη συνηθίσουν, όσο μπορεί κανείς να συνηθίσει μια τέτοια πληγή, πριν να την αγγίξουν περιγράφοντάς την.

Δεν νομίζω να έχει σημασία, τώρα, τι θα σκεφθούν οι άλλοι, αν πω ότι ο Χαριτωνίδης… με έσωσε! Ότι άπλωσε το χέρι του και με τράβηξε έξω από βάραθρο τού να χάσω τον σεβασμό μου για τους συμπατριώτες μου, τουλάχιστο τούς σύγχρονους συμπατριώτες μου. Και με έσωσε κι από την ενοχή απέναντι στους μελλοντικούς Έλληνες της Κύπρου. Κύριοι, μπορώ να τους πω τώρα, διαβάστε τον Χαριτωνίδη, μόνο έτσι θα καταλάβετε.

Μπορεί σήμερα να τιμούμε τον Χαριτωνίδη, αλλά τις ίδιες ευχαριστίες οφείλουμε τόσο στον Ανδρέα Σαμουήλ όσο και στον Πανίκο Νεοκλέους. Στον Σαμουήλ γιατί με το «Καλημέρα Ήλιε – ο χαμένος πόλεμος» άφησε στην Κύπρο μιαν αληθέστατη και συγκλονιστική αφήγηση για την αποφασιστικότητα και την πίστη με την οποία ο μέσος, άγνωστος και ανώνυμος έφεδρος Κύπριος στρατιώτης έτρεξε να πολεμήσει τον εισβολέα για να γευτεί την πλήρη ανημπόρια και την εγκατάλειψη, κατορθώνοντας μόλις να σώσει τη ζωή του, και στον Πανίκο Νεοκλέους που εκτός από τη δική του, προσωπική αφήγηση συγκέντρωσε στο βιβλίο του «Αγνοηθέντες 1974» και τις μαρτυρίες πολλών άλλων πολεμιστών και αιχμαλώτων τού ’74, που αποτελούν σημαντικότατο κομμάτι τής μιας, απίστευτα μεγάλης τραγωδίας τής πατρίδας μας.

Αν μου επιτρέπεται μια προτροπή: όποιοι αληθινά ενδιαφέρονται να έχουν σωστή μνήμη των γεγονότων, ας κλείσουν για λίγο τις τηλεοράσεις τους κι ας διαβάσουν αυτά τα βιβλία. Αλλά ακόμα κι έτσι – δεν μπορώ να μην το πω – φοβούμαι πως η τηλεόραση σκοτώνει, με όλη τη σημασία τής λέξης, «σκοτώνει» την ικανότητα να νιώθει και να εννοεί κανείς τον μέγα πλούτο που προσφέρει η ανάγνωση.

Και κάτι τελευταίο. Όταν ζητήσαμε από τον Γιώργο Χαριτωνίδη, πρόσφυγα από τη Λάπηθο, το βιογραφικό του, μου ζήτησε ν’ απαγγείλω ένα πολύ σύντομο ποίημα. Αυτό:

Βιογραφικό μη μου ζητάτε.

Δεν γεννήθηκα.

Πέθανα απ’ ευθείας στη Λάπηθο.

(Παρθενογένεσις αντίθετη έννοια).

Ως σκόνη μόνο υπάρχω.

Μετά που με ξεσκόνισαν

απ’ το βορινό παράθυρο του σπιτιού μου,

ως προσφυγόσκονη κατακαθήμενη,

ζω στη Λεμεσό.

Συχνά οι νοικοκυρές με καθαρίζουν

απ’ τα τζάμια τους.

Σας ευχαριστώ.

Άντης Ροδίτης

54

Βιογραφικό μη μου ζητάτε. Δεν γεννήθηκα. Πέθανα απευθείας στη Λάπηθο. (παρθενογένεσις, αντίθετη έννοια). Ως σκόνη μόνο υπάρχω. Μετά, που με ξεσκόνισαν απ’ το βορινό παράθυρο του σπιτιού μου, ως προσφυγόσκονη κατακαθήμενη ζω στην Αθήνα.

Συχνά οι νοικοκυρές με καθαρίζουν απ’ τα τζάμια τους.

1

Γύρω στις έντεκα με δώδεκα τη νύχτα, την ώρα που νυστάζω, μαζεύω τα στρατεύματα. Γύρω στις έντεκα με δώδεκα τη νύχτα, την ώρα που νυστάζω, ανακαταλαμβάνω το κάστρο της Κερύνειας .

7

Με την κίνηση των υαλοκαθαριστήρων, σχήμα ελλειπτικό σκηνής θεάτρου. Προβάλλουν εικόνες καθαρές, ψιλή βροχή θολώνει, διαγράφει το ρυθμικό τρίξιμο στο τζάμι. Άλλες εμφανίζονται, για να διωχτούν και αυτές στο πλάι, σαν δακρύων γραμμή στο οδόστρωμα. Στο πιτσίλισμα των τροχών σπαράζουν φωνές, δυναμώνει η βροχή, αναβοσβήνει το φλας, προς το οδόφραγμα.

24

Ο υαλοκαθαριστήρας, ματαίως προσπαθούσε να διαγράψει των είκοσί μου χρόνων την εικόνα στο πίσω τζάμι. Το νεανικό πρόσωπό μου κοιτούσα από το καθρεφτάκι του οδηγού να τρέχει με προσπάθεια αγωνιώδη ανάμεσα σε βόμβες ναπάλμ. Ίσως προφτάσει το αυτοκίνητο μου καθώς προχωρούσε μέσα στο ψιλόβροχο από Κερύνεια προς Λάπηθο.

10

Αν έπρεπε να αφανιστούμε, αν έπρεπε να χάσουμε σπίτια και περιουσίες, υπήρχαν πολλές καταστροφές. οι σεισμοί, οι πλημμύρες, οι πυρκαγιές.

8

Φαντάροι, λίγες μέρες πριν απ’ το κακό, ζητήσαμε έξοδο, να επισκεφτούμε το ναυάγιο. Το χαϊδέψαμε με το βλέμμα ώρα πολλή, σε μια αίθουσα του κάστρου. Δενήτανε άγονη η γραμμή, τέταρτο προ χριστού αιώνα, Σάμος-Ρόδος-Νίσυρος-Κύπρος. Δεν ήταν άγονη γραμμή για το τελευταίο, στην Κερύνεια, πλοίο που είδαμε ελληνικό.

12

Και την όψη και την κόψη γνωρίσαμε Αττίλα τρομερού.

22 Στο Πέντε Μίλι στην ακτή, σκοτωμένα σώματα του Ιούλη, ανάσκελα μπρούμυτα, αγνοούμενα έμειναν εκεί. Στο Πέντε Μίλι στην ακτή, τώρα σώματα στην ίδια θέση Αγγλοσαξόνων, στην ίδια στάση, ρουφούν σε τιμή ευκαιρίας της Κερύνειας τον ήλιο.

9

Στο βομβαρδισμένο σπίτι, μια κάμαρη μόνο ορθή. Κοτέτσι σήμερα έποικου, στη θέση τους τα έπιπλα. Μόνο η βιβλιοθήκη μπρούμυτα κάτω πεσμένη, νεκρός από πισώπλατη σφαίρα. Τα βιβλία σκόρπια πτώματα, τυμπανισμένα. Στις λέξεις τους, πατούν και κουτσουλούν οι κότες. Το σύρμα την είσοδο κόβει, τίτλους δεν ξεχωρίζω βιβλίων. Ο κόκορας μετακινήθηκε, τα μαλλιά ενός σκίτσου στο εξώφυλλο προβάλλουν. Διονυσίου Σολωμού «Ύμνος εις την Ελευθερία».

48

Ο πλανόδιος διαλαλούσε τα καρπούζια του. Με μια κίνηση μοίρασε ένα μπροστά μας. Η γλυκάδα, η δροσιά αναδύθηκαν και απ τα δυο του μέρη. Καλό παράδειγμα για μοιρασμένη πόλη. Εκείνη τη μέρα φυσούσε βοριαδάκι στη Λευκωσία.     

Ο υποψήφιος Πρόεδρος της Δημοκρατίας Νίκος Αναστασιάδης απονέμει το βραβείο στο

λογοτέχνη Γιώργο Χαριτωνίδη στην παρουσία του Προέδρου του Ινστιτούτου Πολιτισμού, Πρόδρομου Προδρόμου.

Ο Γεώργιος Χαριτωνίδης πρόσφυγας από τη Λάπηθο Κερύνειας, μετά την απελευθέρωσή του από τις τουρκικές φυλακές, εγκαταστάθηκε στην Αθήνα. Εργάζεται το νοσοκομείο Ευαγγελισμός. Ασχολείται παράλληλα με τη γλυπτική, ζωγραφική και έχει στο ενεργητικό του δυο ατομικές εκθέσεις, μία στην Αθήνα και μία στη Λεμεσό, καθώς και συμμετοχή σε ομαδικές εκθέσεις. Το πρώτο του βιβλίο Αναμνήσεις με πολλά κουκούτσια, τιμήθηκε με το βραβείο μυθιστορήματος από το Υπουργείο Πολιτισμού Κύπρου.

Εργογραφία:

(2011) Αιχμάλωτος περιηγητής, Βεργίνα

(2008) Με την κίνηση των υαλοκαθαριστήρων, Κέδρος

(2006) Με διαβατήριο και βίζα μιας μέρας , Κέδρος

(2003) Αναμνήσεις με πολλά κουκούτσια , Κέδρος

  1. Δεν υπάρχουν σχόλια.
  1. No trackbacks yet.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: