Αρχική > βιβλία, λογοτεχνία > Μίλτος Σαχτούρης: Τα τραύματα της Ιστορίας

Μίλτος Σαχτούρης: Τα τραύματα της Ιστορίας

 

Μίλτος Σαχτούρης: Τα τραύματα της Ιστορίας

Ο Σαχτούρης σε σκίτσο του Αλέκου Φασιανού, από την ηρωική εποχή του Καφέ Μπραζίλιαν

Η έκδοση των απάντων του ποιητή φέρνει στο προσκήνιο τα υπαρξιακά και κοινωνικά χάσματα της μεταπολεμικής εποχής. Αφιέρωμα

ΤΟ ΒΗΜΑ, 26/10/2014

Βιστωνίτης Α.,

Μίλτος Σαχτούρης: Ο ποιητής του πάθους και της οργής

 

Μίλτος Σαχτούρης: Ο ποιητής του πάθους και της οργής

Ο Μίλτος Σαχτούρης στο δωμάτιό του κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων της τηλεοπτικής παραγωγής εμπνευσμένης από το ποίημά του «Ποιος είναι ο τρελός λαγός» που προβλήθηκε στο «Παρασκήνιο» της ΕΡΤ

Μίλτος Σαχτούρης

Ποιήματα (1945-1998)

Εκδόσεις Κέδρος, 2014,

σελ. 381, τιμή 27,50 ευρώ

Ο βρετανός ποιητής Αλφρεντ Εντουαρντ Χάουσμαν έλεγε στον Ρόμπερτ Γκρέιβς πως αληθινή ποίηση είναι εκείνη που κάνει τις τρίχες της κεφαλής σου να σηκωθούν όρθιες. Αν δεχτούμε την υπερβολή, τότε θα λέγαμε πως σε κανέναν έλληνα ποιητή δεν ταιριάζει όσο στον Μίλτο Σαχτούρη.

Η πρόσφατη έκδοση των Απάντων του από τον Κέδρο προσφέρει τώρα στους νεότερους αναγνώστες την ευκαιρία να γνωρίσουν το έργο ενός από τους σπαρακτικότερους, τους δραματικότερους και τους πλέον εξέχοντες ποιητές της γενιάς του. Οι δεκατέσσερις λιγοσέλιδες ποιητικές συλλογές που εξέδωσε σε διάστημα μισού αιώνα συνιστούν ένα έργο συμπαγές, ακραίο αλλά εξαιρετικής πρωτοτυπίας και υψηλής φόρτισης.

Η θεματική περιοχή από όπου αντλεί τα βιώματά του ο Σαχτούρης, όπως και οι σημαντικότεροι ποιητές της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς, είναι βεβαίως η Κατοχή και ο Εμφύλιος. Αυτός όμως ο μονήρης ποιητής προσωποποίησε τα πάντα και ανήγαγε τον εφιάλτη της Ιστορίας σε ατομικό βίωμα απίστευτης έντασης. Η σχέση του με τη γλώσσα, που μέσω της ακραίας συναισθησίας την οδηγεί στα όριά της, είναι σχεδόν σωματική. Και αν κανείς θέλει τα παραπάνω να τα αναγάγει στο τεχνικό επίπεδο θα έλεγε πως ο Σαχτούρης ενσωμάτωσε στις εξπρεσιονιστικές αφηγήσεις του (γιατί όλα σχεδόν τα ποιήματά του αφηγούνται μια ιστορία) την υπερρεαλιστική εικόνα μέσω της οποίας βιώνει το ιστορικό και το υπαρξιακό του δράμα.

Αγανάκτηση και οργή

Ποιητής του πάθους και της οργής, άφησε ένα έργο όπου το πένθος και το δράμα, η αγανάκτηση και ο τρόμος πάνε μαζί. Γι’ αυτό και κάποια από τα καλύτερα ποιήματά του ακούγονται σαν εξορκισμοί, με χαρακτηριστικότερο εκείνο το αριστουργηματικό Του θηρίου από την καλύτερη συλλογή του Με το πρόσωπο στον τοίχο, που κυκλοφόρησε τρία χρόνια μετά το τέλος του Εμφυλίου, όταν ο ποιητής ήταν 33 ετών: «Μη φεύγεις θηρίο / θηρίο με τα σιδερένια δόντιαΘα σε φέρω σ’ άλλα λιμάνια / να δεις τα βαπόρια / πώς τρώνε / τις άγκυρες / που σπάζουν στα δυο τα κατάρτια / κι οι σημαίες ξάφνου να βάφονται μαύρες… Θα σου βρω πάλι τους ίδιους / στρατιώτες / αυτόν που χάθηκε παν τρία χρόνια / με την τρύπα πάνω απ’ το μάτι / κι αυτόν που χτυπούσε τη νύχτα / τις πόρτες / με κομμένο το χέρι».

Στην ίδια συλλογή θα συναντήσουμε κι άλλα τρία από τα σπουδαιότερα ελληνικά ποιήματα του 20ού αιώνα: Τα Χριστούγεννα 1948, όπου «πέφτει η οβίδα στη φάτνη / του μικρού Χριστού», τη Σκηνή, όπου «Η δυστυχία απ’ έξω έγδερνε τις πόρτες» και βέβαια τη φοβερήΑποκριά, που έγινε «μακριά σ’ εν’ άλλο κόσμο», όπου «πεθαμένα παιδιά ανέβαιναν ολοένα στον ουρανό / κατέβαιναν για μια στιγμή να πάρουν τους αετούς τους που τους είχαν ξεχάσει» κι όπου «έπεφτε χιόνι γυάλινος χαρτοπόλεμος».

Σε όλα τα ποιήματά του το στοιχείο της σκηνοθεσίας είναι εμφανέστατο. Εντυπωσιακή και η εμμονή του σε ένα περιορισμένο φάσμα λέξεων – το εκπληκτικό είναι πως η δραστικότητά τους δεν μειώνεται, τουλάχιστον ως την τελευταία αιχμηρή συλλογή του, το Σκεύος (1971), γιατί στα κατοπινά του βιβλία παρουσιάζεται μια κάμψη, αλλά ταυτόχρονα και μια αγωνία να ανανεωθεί. Λέξεις όπως «φεγγάρι», «κόκκινο», «μαύρο», «ουρανός», «γυναίκα», «νεκρός», «πουλί», «σιδερένιος», «θάνατος», «θηρίο» επαναλαμβάνονται αδιάκοπα – κατά συνέπεια και η λέξη «νύχτα», γιατί ο Σαχτούρης είναι νυχτερινός ποιητής. Αναπόφευκτα το φεγγάρι στην ποίησή του έχει απείρως μεγαλύτερη σημασία από τον ήλιο. Και όταν χρησιμοποιεί τη λέξη άσπρο κατά κανόνα αυτό είναι μαύρο, λες και αντλεί τον συμβολισμό του από τους πολιτισμούς της Απω Ανατολής, όπου το χρώμα του πένθους είναι το λευκό.

Ενταση και ρίγος

Ο Σαχτούρης, ποιητής μικρής έκτασης αλλά μεγάλης έντασης, θέλει να προκαλέσει στον αναγνώστη ρίγος αντίστοιχο των βιωμάτων από τα οποία προκύπτουν τα ποιήματά του (όπως συμβαίνει και στα ποιήματα ενός κορυφαίου του γερμανικού εξπρεσιονισμού: του Γκέοργκ Τρακλ). Και όταν συχνά το επιτυγχάνει, ο αναγνώστης συνταράσσεται όπως και ο ίδιος. Ποιος μπορεί να διαβάσει στίχους σαν κι αυτούς της Μάχης (από τις Παραλλογαίς) και να μην αισθανθεί το ρίγος που μόνο η σπουδαία ποίηση μας προσφέρει;

«Απλωνες όλο άπλωνες το βήμα σου / και μέσα στη βροχή στεκόταν Προσοχή / ο κρεμασμένος / με τα χρυσά σιρίτια το βιολί και το μαντίλι του / με δέκα σύννεφα από λάσπη μέσα στην καρδιά του… ενώ τριγύρω από τα σκοτεινά παράθυρα / όλοι πυροβολούσαν». 

Ποιήματα όπως Το εργοστάσιο, Ο στρατιώτης ποιητής, Η πορτοκαλιά, Η Μαρία, το Συμπέρασμα, το Ξένε, το Παιδί, ο Αρχοντας, η Φεγγαράδα αλλά και μεμονωμένοι στίχοι είναι αδύνατον να μη σ’ αγγίξουν βαθιά. Το ίδιο και οι μοναδικές του εικόνες, εκεί όπου«ατάραχος ο Θάνατος κάθεται στην καρέκλα του», όπου ο κόσμος είναι «μενεξεδένια συνάρτηση», όπου «δυο μαύρα σύννεφα στον ουρανό / κοιτάζονται στα μάτια αγριεμένα» ή όπου «η καρδιά του αερόστατο γελούσε στο κενό».

Αλλόκοτα και γκροτέσκα

Τα εντελώς προσωπικά βιώματα στους σημαντικούς ποιητές μεταμορφώνονται και περνούν στην περιοχή του καθολικού. Από τα βιώματα αυτά, βιώματα της Κατοχής και του Εμφυλίου πρωτίστως, ο Σαχτούρης έφτιαξε τον δικό του Κάτω Κόσμο. Από πάνω όμως έστησε έναν ουρανό, που αντιπροσωπεύει – αν και όχι πάντοτε – την ανάταση, για να μπορεί να βλέπει στα έγκατα και πού και πού να σηκώνει τα μάτια για να πει «τι μαύροι που είναι οι άνθρωποι / τι τι καθαρά που είναι τ’ άστρα».

Τα ποιήματά του είναι συχνά γκροτέσκα, όπως οι αρλεκίνοι του Απολινέρ, με τον οποίο συγγενεύει ως προς τη σκηνοθεσία. Είναι συχνά παράδοξα, δηλαδή αλλόκοτα – κι εδώ ενδεχομένως αξίζει να θυμηθούμε μια από τις δύο ετυμολογικές εκδοχές του «αλλόκοτος», λέξης σύνθετης (άλλος+κότος). Ο κότος είναι λέξη αρχαιοελληνική που απαντάται στον Ομηρο αλλά και στον Αισχύλο και σε άλλους συγγραφείς και σημαίνει την μήνιν, την οργή. «Σήμερα καθώς οργίζομαι και μπαίνω / εις τα πενήντα δύο μου χρόνια / με δέος και θάμβος μαζί σε χαιρετίζω / αδελφικό μου φάσμα Ντύλαν Τόμας» γράφει το 1971 στο ποίημά τουΣτον Ντύλαν Τόμας. Ο Ουαλός Τόμας, που έλεγε πως μέσα του υπάρχουν ένας άγγελος, ένα θηρίο κι ένας τρελός, ήταν κι αυτός ποιητής της οργής. Οπως ο Ουαλός έτσι κι ο Ελληνας μοιάζει να μην έχει προγόνους. Κι ωστόσο, σαν τον Τόμας και τους ποιητές που τον διαδέχτηκαν στην Αγγλία, ο Σαχτούρης θα άφηνε βαθιά ίχνη στην ποίηση των μεταγενέστερων, ιδιαίτερα των ποιητών της δικής μου γενιάς (του 1970).

Ισως αν έγραφε σε μια από τις λεγόμενες μεγάλες γλώσσες η διεθνής φήμη του να ήταν σήμερα πολύ μεγαλύτερη, όπως συνέβη λ.χ. με τον Πάουλ Τσέλαν. Τόσο Του θηρίου όσο καιΗ αποκριά κατά τη γνώμη μου είναι εφάμιλλα της διάσημης Φούγκας θανάτου του Τσέλαν. Αυτό όμως δεν ισχύει μόνο για τον Σαχτούρη αλλά και για τους άλλους εξέχοντες ποιητές μας της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς.

Το 2006 οι εκδόσεις Archipelago κυκλοφόρησαν στις ΗΠΑ τα ποιήματά του μεταφρασμένα από τον Κάρεν Εμεριχ. Το βιβλίο παραλίγο να πάρει το βραβείο της χρονιάς για την ποίηση (κατετάγη δεύτερο) από τον σημαντικότατο National Book Critics’ Circle. Εξήντα και πλέον χρόνια νωρίτερα κάποιοι από τους εδώ «επίσημους» (και παντοδύναμους τότε) κριτικούς, όπως ο Πέτρος Χάρης, ο Αιμίλιος Χουρμούζιος και ο Αλκης Θρύλος είχαν αντιμετωπίσει την ποίηση του Σαχτούρη από αρνητικά ως χλευαστικά. Επρεπε από τη δεκαετία του 1960 και εξής προσωπικότητες της δικής του γενιάς, όπως η Νόρα Αναγνωστάκη, ο Δ. Ν. Μαρωνίτης και ο Γιάννης Δάλλας να τον τοποθετήσουν με τις μελέτες τους στη θέση που του αξίζει.

 

Χατζηβασιλείου Βαγγέλης

Μίλτος Σαχτούρης: Ο υπερρεαλιστής του μεταπολέμου

Φτάνοντας σε προχωρημένη ηλικία, ο ποιητής θα απομακρυνθεί εμφανώς από το κλίμα της νιότης και της πρώτης του ωριμότητας

 

Μίλτος Σαχτούρης: Ο υπερρεαλιστής του μεταπολέμου

Η συγκέντρωση για πρώτη φορά όλων των ποιημάτων του Μίλτου Σαχτούρη (1919-2005) σε έναν λιτά επιμελημένο τόμο επιβεβαιώνει την εικόνα του ως ενός από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς και όχι μόνον αυτής. Ξεφυλλίζοντας την καινούργια έκδοση, εύκολα διακρίνουμε τα στοιχεία που χωρίζουν τις συνθέσεις της ηλικιακής του ωριμότητας από το παλαιότερο έργο του, διαμορφωμένο κατά τη διάρκεια των τριών πρώτων μεταπολεμικών δεκαετιών: από τη Λησμονημένη (1945) ως και Το σκεύος(1971). Από τα 29 ως και τα 52 του χρόνια ο ποιητής θα κινηθεί ανάμεσα στις συμπληγάδες που επιφύλαξε η Ιστορία στην εποχή του, εγγράφοντας την αιματηρή της πραγματικότητα σε μιαν ευθύς εξαρχής τεθλασμένη γραμμή. Ως υπερρεαλιστής του μεταπολέμου, ο Σαχτούρης θα αποφύγει τα γλωσσικά παιχνίδια και τις μυστικιστικές τάσεις των προκατόχων του, πιάνοντας από πολύ νωρίς επαφή με τον δραματικό λόγο του εξπρεσιονισμού. Το χρώμα και οι καθαρές μεταφορές που χρησιμοποίησαν εν εκτάσει οι εξπρεσιονιστές, λίγο προτού αναλάβει δράση ο υπερρεαλισμός, σε συνδυασμό με το εικαστικό άνοιγμα το οποίο επιχείρησαν ζωγράφοι όπως ο Καντίνσκι, ο Κλέε, ο Βαν Γκογκ και ο Μουνκ, θα γίνουν το έδαφος επί του οποίου θα θεμελιώσει ο Σαχτούρης το δραματουργικό και το ηθικό ποιητικό του σύστημα.

Με τα χρώματα και τις ισχυρές μεταφορές (μεταφορές που θα σβήσουν αμέσως και το τελευταίο ρεαλιστικό τους ίχνος), ο ποιητής θα σκηνοθετήσει υποβλητικά τα πρόσωπά του, βυθίζοντάς τα στο παράλογο και στην παράνοια. Η ένταση των μεταφορών και η έξαρση των χρωμάτων, που θυμίζουν την αδιαφοροποίητη, συμπαγή πυκνότητα της μπογιάς, θα αποκαλύψουν έναν παρά φύσιν κόσμο: τον κόσμο που θα προέλθει από το μακελειό του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και του Εμφυλίου, έναν κόσμο για τον οποίο το μόνο που μπορεί να κάνει η ποίηση είναι να τον διορθώσει επί τα χείρω.

Φτάνοντας σε προχωρημένη ηλικία, ο Σαχτούρης θα απομακρυνθεί εμφανώς από το κλίμα της νιότης και της πρώτης του ωριμότητας. Τα βιβλία που θα κυκλοφορήσουν μετά την πτώση της δικτατορίας, από τα Χρωμοτραύματα (1980) μέχρι και το Ανάποδα γυρίσαν τα ρολόγια (1998), μοιάζουν με ένα είδος αποχαιρετισμού στο ποιητικό παρελθόν, με μιαν απότιση φόρου τιμής σε όσα προηγήθηκαν και δεν πρόκειται πλέον να επαναληφθούν. Ο Σαχτούρης θα παρακολουθήσει τώρα εξ αποστάσεως τον αλλοτινό εαυτό του, επιβάλλοντας στην αρχιτεκτονική του μια διπλή απογύμνωση: απογύμνωση τεχνοτροπίας, αλλά και απογύμνωση από κάθε έννοια του συλλογικού, που θα οδηγήσει έτσι σε μιαν αδρά εκπεφρασμένη ατομικότητα. Περιστέλλοντας δραστικά την εξπρεσιονιστική λειτουργία των εικόνων του, ο ποιητής θα αποσπάσει τους ήρωές του από το πλαίσιο του υπερβατικού και του παραλόγου, για να τους ρίξει σε ένα πολύ πιο χειροπιαστό περιβάλλον. Οι παράταιρες, αν όχι και  εκτρωματικές, μορφές της ανατρεπτικής μυθολογίας των νεανικών του ποιημάτων, βασισμένες στη λειτουργία της αλληγορίας και του συμβόλου, θα αντικατασταθούν εδώ από ένα τοπίο ενθύμησης και εξομολόγησης. Οι κόκκινες ρόδες, τα άσπρα κορίτσια και τα μαύρα φαντάσματα, που θα κυριαρχήσουν ως το Σκεύος στην εικονοποιία του, θα μετατραπούν σε απτές, μετά βίας μεταφορικές οντότητες: μια σκοτεινή γωνιά που ατενίζει το κενό, ένα θανατερό φάσμα που ταυτίζεται με μιαν ασπροντυμένη κοπέλα, μια ομάδα από πιτσιρικάδες που φορούν τα κουρέλια τους σαν ακριβά κοστούμια, αλλά κι ένας όγκος από γκρίζα κύματα που καταπίνουν τις ανήμπορες και αβοήθητες ψυχές ή μια σειρά από καταραμένα απογεύματα που καταλήγουν σε συναντήσεις με τον Διάβολο.

Τοποθετημένο σε μια τέτοια τροχιά, το παρελθόν μπορεί να μην απορριφθεί και να μη διαγραφεί εξ ολοκλήρου (ενδεχομένως κατά τόπους να επανέλθει σε μιαν αποχρωματισμένη εκδοχή του), θα σπεύσει όμως να μετατραπεί σε αντικείμενο απολογισμού, ανακαλώντας ανθρώπινες φιγούρες οι οποίες στοίχειωσαν επί μεγάλο διάστημα την ποιητική συνείδηση: συνείδηση που τείνει σε αυτή τη φάση να συρρικνωθεί εν όψει ενός φανερά επερχόμενου τέλους. Ο Σαχτούρης της ώριμης ηλικίας θα μετατοπιστεί από τον πανικό τον οποίο προκάλεσε κάποτε στους πρωταγωνιστές του ο παραλογισμός της Ιστορίας σε ένα άλλο επίπεδο: στον τρόμο με τον οποίο θα τυλίξει τον ίδιο η αγωνία του βιολογικού θανάτου.

Και υπό αυτούς, όμως, τους όρους ο θάνατος δεν θα αποβάλει τη δύναμη και το δέος της επιβολής του, παραπέμποντας, έστω και διά της πλαγίου, στο σύμπαν του μεταπολεμικού Σαχτούρη. Εκεί όπου το θανατικό θα ενσκήψει με μορφή λαίλαπας στους αθηναϊκούς δρόμους. Εκεί όπου λουλούδια θα καταβροχθίσουν μέλισσες και γεράκια θα αφανίσουν σμήνη άλλων πουλιών. Εκεί όπου άνθρωποι, ζώα, φυτά και φυσικός ή κτιστός περίγυρος θα παραμορφωθούν και θα εξαρθρωθούν κατ’ επανάληψη, ανταλλάσσοντας με κινηματογραφική ταχύτητα ρόλους και ιδιότητες. Και όλα αυτά όχι για να κρύψουν την καθημερινή φρίκη, αλλά για να την ξεδιπλώσουν και να την αναπαραστήσουν με τον πιο ανατριχιαστικό τρόπο. Και ο ποιητής; Μα, εκείνος θα πεθάνει καγχάζοντας (κύριε, είσαστε νεκρός;) μαζί με όσα θα δει να χάνονται διαμιάς και διά παντός από μπροστά του, υποχρεωμένος καθώς θα είναι άλλοτε να ανέβει στους ουρανούς για να συναντήσει νεκρές γυναίκες και παιδιά, άλλοτε να ταξιδέψει σε πεθαμένα φεγγάρια και άλλοτε να ασπαστεί τα φαντάσματα των ποικιλοτρόπως αφανισμένων. Ο θάνατος των άλλων θα αποδειχθεί σίγουρα και δικός του θάνατος. Με μια διαφορά: ότι ο δικός του θάνατος θα γίνει το γλωσσικό όχημα για τον ηθικό έλεγχο του θανάτου των άλλων.

Ιστορία, μεταφορά, παράλογο: κανένα όριο δεν θα επιβάλει καμία προδιαγεγραμμένη τάξη και η μεταϋπερρεαλιστική φωνή του Σαχτούρη θα εξακοντιστεί χωρίς ούτε ένα ράγισμα ως τις ημέρες μας.     

  1. Δεν υπάρχουν σχόλια.
  1. No trackbacks yet.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: