Αρχική > βιβλία > Οι ηθικές ιδέες στον αρχαίο κόσμο / Συζητώντας με τον Γκαίτε

Οι ηθικές ιδέες στον αρχαίο κόσμο / Συζητώντας με τον Γκαίτε

Οι ηθικές ιδέες στον αρχαίο κόσμο

Οι ηθικές ιδέες στον αρχαίο κόσμο

Ο Θάνατος του Ιππόλυτου, Lawrence Alma-Tadema (1836-1912)

Μέσα από τα ομηρικά κείμενα και τις τραγωδίες ο συγγραφέας αναζητεί τις παραγνωρισμένες ομοιότητες στη σκέψη, στα συναισθήματα και στις πράξεις μεταξύ της αρχαίας και της σύγχρονης εποχής

Λυδάκη Α., ΤΟ ΒΗΜΑ, 14/09/2014

Bernard Williams

Αιδώς και ανάγκη. Ατομική βούληση,

πράξη και ευθύνη στην αρχαία Ελλάδα

Μετάφραση Β. Σπυροπούλου,

επιμέλεια Τ. Νικολόπουλος.

Εκδόσεις Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2014,

 

Οι αρχαίες ελληνικές κοινωνίες, σύμφωνα με τον W.R. Dodds (Οι Ελληνες και το παράλογο) διαχωρίζονται σε κοινωνίες της ντροπήςκαι κοινωνίες της ενοχής. Η κοινωνία του Ομήρου, αναφέρει, είναι κοινωνία της ντροπής, αφού οι ομηρικοί ήρωες θεωρούν ύψιστο αγαθό την απόλαυση της τιμής και της δημόσιας εκτίμησης και όχι το να έχουν ήσυχη τη συνείδησή τους πράττοντας σύμφωνα με τη γνώμη των θεών. Το «τι θα πει ο κόσμος; πώς θα αντικρίσω τους άλλους;», η ντροπή που θα νιώσουν από την κοινωνική απόρριψη αποτελεί τον άξονα της συμπεριφοράς τους. Οι κοινωνίες της ενοχής, συνεχίζει ο Dodds, εμφανίζονται στην ύστερη αρχαιότητα, όταν  η άτη μεταμορφώνεται σε τιμωρία και οι Ερινύες σε όργανα εκδίκησης. Τότε, οι άνθρωποι νιώθουν ενοχή για πράξεις που έπρεπε να έχουν αποφύγει.

Ο B. Williams στο έργο του Αιδώς και ανάγκη. Ατομική βούληση, πράξη και ευθύνη στην αρχαία Ελλάδα διαφωνεί με τον Dodds και με τους υπέρμαχους της εξέλιξης και του προοδευτισμού. Δεν δέχεται ότι οι Ελληνες είχαν πρωτόγονες ιδέες για την πράξη, την ευθύνη, τα ηθικά κίνητρα και τη δικαιοσύνη και ότι οι ιδέες αυτές αργότερα αντικαταστάθηκαν από ένα πιο σύνθετο και εκλεπτυσμένο σύνολο αντιλήψεων. Η άποψη ότι η ηθική ενοχή επετεύχθη μόνο από τη νεωτερική συνείδηση είναι  βαθιά παραπλανητική τόσο από ιστορική όσο και από ηθική άποψη, υποστηρίζει. Οι ιδέες στις οποίες βασιζόμαστε είναι κοινές με εκείνες των αρχαίων Ελλήνων σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό από ό,τι διατείνονται οι υπέρμαχοι του προοδευτισμού.

Ο Williams (1929-2003), μολονότι καθηγητής της φιλοσοφίας στα πανεπιστήμια της Οξφόρδης, του Κέμπριτζ και της Καλιφόρνιας, αναζητεί τα επιχειρήματά του στη λογοτεχνία: «Το γεγονός ότι τα λογοτεχνικά έργα δεν είναι φιλοσοφία, δεν μας λέει τίποτα απολύτως ως προς το ενδιαφέρον που θα μπορούσαν να έχουν για τη φιλοσοφία» σημειώνει, θυμίζοντάς μας τους Τ. Adorno & M. Horkheimer (Κοινωνιολογία της τέχνης), που πίστευαν πως η τέχνη αποτελεί μια μη συνειδητή ιστοριογραφία, η οποία πρέπει να αποκρυπτογραφείται. Ετσι, μέσα από τα ομηρικά κείμενα και τις τραγωδίες, ο συγγραφέας αναζητεί τις ηθικές ιδέες, τα κίνητρα που οδηγούν τους ανθρώπους να κάνουν σπουδαία πράγματα και τις παραγνωρισμένες ομοιότητες στη σκέψη, στα συναισθήματα και στις πράξεις μεταξύ του αρχαίου και του μοντέρνου κόσμου.

Οι σκεπτικιστές, γράφει ο Williams, υποστηρίζουν ότι έλειπε από τους Ελληνες η έννοια της ηθικής απόφασης και της ηθικής ευθύνης. Ομως αυτό είναι λάθος, παρότι όντως οι θεοί παρεμβαίνουν συχνά στις πράξεις των ανθρώπων. Μπορεί να μην υπάρχουν οι λέξεις «πρόθεση» ή «αποφασίζω», όμως υπάρχει η λέξη εκών που σημαίνει με πρόθεση ή «σκόπιμα», όπως υπάρχει και η ιδέα του ανθρώπου που αποφασίζει για τον εαυτό του και αισθάνεται τις ευθύνες του. Ο Οιδίποδας αναγνωρίζει την ευθύνη του και ομοίως ο Αίαντας που, επειδή προσβλήθηκε διότι ο Οδυσσέας πήρε τα όπλα του Αχιλλέα, σχεδιάζει να σκοτώσει τους αρχηγούς και η Αθηνά για να τον εμποδίσει τον τρελαίνει και σκοτώνει πρόβατα και βόδια. Οταν συνέρχεται με ένα λυρικό ξέσπασμα απελπισίας και ντροπής αποφασίζει ότι το μόνο που του μένει είναι να αυτοκτονήσει. Επίσης, όταν κάποιος μιλάει στον θυμόν του σημαίνει ότι μιλάει στον εαυτό του προκειμένου να αποφασίσει, άρα υπάρχει και η έννοια της αυτοσυγκράτησης, που φαίνεται όταν ο Οδυσσέας μπαίνει στον πειρασμό να σκοτώσει τις θεραπαινίδες των μνηστήρων και συγκρατείται.

Η ομηρική ντροπή, υποστηρίζει ο Williams, δεν σχετίζεται μόνο με τις ανταγωνιστικές επιτυχίες ή αποτυχίες του ατόμου και τον φόβο ότι κάποιος θα γίνει άμεσα αντιληπτός αν δεν προσαρμοστεί στις προκαταλήψεις της κοινότητας. Δεν είναι μόνο το βλέμμα του άλλου όταν πέφτει πάνω στον δρώντα που προξενεί ντροπή. Υπάρχει και η ντροπή απέναντι στο φανταστικό βλέμμα ενός φανταστικού ετέρου, του οποίου τις αντιδράσεις σέβεται το δρων υποκείμενο. Είναι οι εσωτερικευμένες αξίες. Ο εσωτερικευμένος κώδικας τιμής, για παράδειγμα, δεν επιτρέπει στον Αίαντα να ζήσει χωρίς αυτοσεβασμό, και αυτοκτονεί. Η κοινωνία του Ομήρου δεν είναι μόνο κοινωνία της ντροπής, όπου το συναίσθημα συνδέεται με την όραση, αλλά και της ενοχής που έχει τις ρίζες της στην «ακοή», στον ήχο της φωνής της κρίσης μέσα μας, στο ηθικό συναίσθημα. Από τα τέλη του 5ου αιώνα, οι Ελληνες έκαναν τις δικές τους διακρίσεις ανάμεσα στην ντροπή, που απλώς ακολουθούσε την κοινή γνώμη, και την ντροπή που εξέφραζε εσωτερική προσωπική πεποίθηση. Στον Ιππόλυτο του Ευριπίδη φαίνεται καθαρά η διαφορά: Η Φαίδρα καταστρέφει τον εαυτό της και τους γύρω της προκειμένου να διασφαλίσει μια αδιαμφισβήτητα καλή φήμη. Ο Ιππόλυτος, που κατηγορείται για κακά που δεν διέπραξε, απελπίζεται όταν δεν αναγνωρίζουν την αγνότητά του και αποσύρεται φανερώνοντας τις εσωτερικές πλευρές της αιδούς. Αυτή ήταν η ηθική ψυχολογία από τον καιρό των αρχαϊκών Ελλήνων και, παρά τη νεωτερική απομόνωση της ενοχής, αποτελεί ουσιώδες τμήμα και της δικής μας ψυχολογίας.

Ο Williams μελετά και το θέμα της δουλείας και τον ρόλο των γυναικών και καταδεικνύει ότι η νεωτερική απόρριψη του θεσμού της δουλείας και διαφόρων άλλων πρακτικών, που τις θεωρούμε άδικες, δεν είναι και τόσο νεωτερική. Υπήρχε και στον αρχαίο κόσμο. Οι Ελληνες δεν πίστευαν ότι κάποιος γεννιέται δούλος, αλλά ότι η δουλεία ή η ελευθερία ήταν θέμα τύχης, αφού εύκολα ένα άτομο μπορούσε να περάσει από τη μια κατάσταση στην άλλη. Ομως, το να αιχμαλωτιστεί κάποιος και να γίνει δούλος ήταν μεγάλη συμφορά για τους αρχαίους. Η δουλεία στα μάτια των περισσότερων ανθρώπων δεν ήταν δίκαιη και γνώριζαν ότι βασιζόταν στον καταναγκασμό, αλλά ήταν αναγκαία και δεδομένη και δεν μπορούσαν να φανταστούν τον κόσμο χωρίς αυτή. Και επειδή ήταν αναγκαία, δεν θεωρούσαν ότι ήταν άδικη ως θεσμός. 

Ο συγγραφέας, αναφερόμενος στη θέση των γυναικών, σημειώνει πως η ζωή της γυναίκας ήταν περισσότερο ελεύθερη από ό,τι γενικά θα υποθέταμε. Παρά ταύτα, στα κείμενα υπάρχουν παράπονα για τη μεταχείρισή τους. Π.χ. η Καλυψώ παραπονιέται για τα δύο μέτρα και τα δύο σταθμά που ισχύουν για τους θεούς και τις θεές όσον αφορά τις σεξουαλικές σχέσεις με θνητούς. Ομως, ενώ η δουλεία είναι θέμα τύχης, εδώ βλέπουμε να υπεισέρχεται η κοινωνική κατασκευή του φύλου, όπως θα λέγαμε με σύγχρονους όρους, και διαπιστώνουμε ότι οι νεότερες προκαταλήψεις είναι σε πολύ μεγάλο βαθμό ίδιες με τις αρχαίες.

Στην πραγματικότητα βρισκόμαστε σε μια κατάσταση που μοιάζει πολύ με εκείνη των Ελλήνων σχετικά με τη δουλεία και τη θέση των γυναικών. Το χαρακτηριστικά νεωτερικό επίτευγμα είναι ότι το πρόβλημα έχει τεθεί: Αναγνωρίζουμε την αυθαιρεσία και τη βαρβαρότητα με την οποία μεταχειρίζεται η κοινωνία ορισμένους ανθρώπους.

Αντιλαμβανόμαστε ότι η κατάσταση αυτών των ανθρώπων είναι άδικη και τα συστήματα που επιτρέπουν αυτά τα πράγματα είναι επίσης άδικα, αλλά διστάζουμε να αντιδράσουμε. Ισως επειδή βλέπουμε τη διαφθορά ή ίσως επειδή μας έχουν πείσει ότι είναι αναπόφευκτο κάποιοι να επιβάλλουν δεινά σε κάποιους άλλους.

Σε ό,τι αφορά τις γυναίκες, οι προκαταλήψεις, οι βασισμένες σε παραδοσιακές θρησκευτικές αντιλήψεις, ανθούν στον νεότερο κόσμο και η ιδέα ότι οι ρόλοι του κοινωνικού φύλου επιβάλλονται από τη φύση είναι ζωντανή με «μοντέρνες», επιστημονικές μορφές…

Ο συγγραφέας δεν αρνείται ότι ο νεότερος κόσμος είναι καθ’ όλα διαφορετικός. Πιστεύει όμως, και πείθει και τον αναγνώστη, ότι εκείνο «που είναι ζωντανό από τον αρχαίο κόσμο μάς βοηθάει (συχνά με τρόπους που δεν είναι φανεροί) να παραμείνουμε ζωντανοί».

Η εξαιρετικά πρωτότυπη σύλληψη του B. Williams μας οδηγεί στην κατανόηση της εμπρόθετης δράσης, της ευθύνης, της ντροπής και της ενοχής στον κόσμο μας και κυρίως, όπως δηλώνει ο ίδιος από την αρχή, στο να κατανοήσουμε τον εαυτό μας. Η δε πολύ καλή μετάφραση καθιστά το βιβλίο ευανάγνωστο και ελκυστικό σε ειδήμονες και μη.

Η κυρία Αννα Λυδάκη είναι καθηγήτρια Κοινωνιολογίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο.

 

Συζητώντας με τον Γκαίτε

Η κορυφαία φυσιογνωμία της γερμανικής κουλτούρας όπως αναδεικνύεται από τις συνομιλίες του με τον Γιόχαν Πέτερ Εκερμαν στα τελευταία εννέα χρόνια της ζωής του

Βιστωνίτης Α., ΤΟ ΒΗΜΑ, 14/09/2014

Συζητώντας με τον Γκαίτε

2 Οκτωβρίου 1808: ο Γκαίτε συναντά τον Ναπολέοντα

Johann Peter Eckermann

Συνομιλίες με τον Γκαίτε

Μετάφραση Δημήτρης Δημοκίδης.

Εισαγωγή και επίμετρο Κατερίνα Καρακάση.

Εκδόσεις Printa, 2014, τόμ. Α+Β,

Τον Μάιο του 1823 ένας άσημος Γερμανός ονόματι Γιόχαν Πέτερ Εκερμαν, 31 ετών, στέλνει στον Γκαίτε, που ήταν τότε 74 ετών, ένα δοκίμιο με τίτλο Συνεισφορές στην Ποίηση, όπου αναφέρεται ειδικά στον συγγραφέα του Φάουστ. Το κείμενο είναι μια «αγιογραφία» του Γκαίτε, ο οποίος ωστόσο διακρίνει τις φιλολογικές ικανότητες και το κριτικό πνεύμα του συγγραφέα του.

Τον Ιούνιο της ίδιας χρονιάς ο Εκερμαν ζητεί ακρόαση από το ίνδαλμά του. Ο Γκαίτε τον δέχεται θερμά και από τότε και στα επόμενα εννέα χρόνια, ως τον θάνατο του μεγάλου συγγραφέα, ο Εκερμαν τον επισκέπτεται τακτικά (περισσότερες από χίλιες φορές) και κρατάει σημειώσεις των συνομιλιών τους, τις οποίες επεξεργάζεται και εκδίδει το 1836 σε τρεις τόμους με τίτλο Συνομιλίες με τον Γκαίτε στα τελευταία χρόνια της ζωής του.

Το βιβλίο είχε χλιαρή υποδοχή στη Γερμανία και σε μία περίπτωση, του Χάινε, αντιμετωπίζεται με άκρως ειρωνικά σχόλια. Ανάμεσα στα υπόλοιπα άκρως περιπαικτικά ο Χάινε γράφει: «Είναι πραγματικά ένα λάθος της θεϊκής δημιουργίας το ότι δεν φυτρώνουν πράσινα φτερά στο κεφάλι του κυρίου Εκερμαν, και ο Γκαίτε προσπάθησε τουλάχιστον να διορθώσει κάπως αυτό το λάθος, με το να συνταγογραφήσει ένα καπέλο διδάκτορα και να του το βάλει με τα ίδια του τα χέρια πάνω στο κεφάλι». Το «καπέλο διδάκτορα» παραπέμπει στο διδακτορικό που δόθηκε στον Εκερμαν το 1925 από το Πανεπιστήμιο της Ιένας κατόπιν μεσολάβησης του Γκαίτε.

Ο Χάινε θεωρεί πως με το βιβλίο αυτό ένας ασήμαντος προσπαθεί να πάρει λίγη από τη λάμψη του σπουδαίου συγγραφέα. Διαφορετική όμως ήταν η άποψη του Νίτσε, ο οποίος θεωρούσε τις Συνομιλίες «το καλύτερο γερμανικό βιβλίο».

Ασφαλώς και δεν πρόκειται για το «καλύτερο γερμανικό βιβλίο», αλλά η υπερβολή του Νίτσε είναι ενδεικτική της σημασίας των Συνομιλιών. Για την ιστορία του πράγματος, ας αναφέρουμε πως με το βιβλίο αυτό αναζωπυρώθηκε εκτός Γερμανίας το ενδιαφέρον για τον Γκαίτε και στη συνέχεια και στην ίδια του τη χώρα. Είναι ένα έργο όπου συνδυάζονται οι προσωπικές εμπειρίες – ο Εκερμαν δεν κρύβει τα αισθήματα βαθύτατου θαυμασμού που έτρεφε για τον μέντορά του – και οι απόψεις του ίδιου του Γκαίτε για όλα σχεδόν τα ζητήματα που μπορούσε να φανταστεί κανείς: πολιτικά αισθητικά, φιλοσοφικά, κοινωνικά.

Συγκρίνοντας τέχνες και καλλιτέχνες

Εξαιρετικά ενδιαφέρουσες είναι οι σελίδες όπου ο γέροντας της Βαϊμάρης σχολιάζει και αναλύει τα σημαντικά κατά κανόνα βιβλία που διαβάζει (για τα δευτερότερα προβαίνει σε απλές αναφορές), τα θεατρικά έργα που έχει δει, τους ανθρώπους με τους οποίους έχει συναναστραφεί. Ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι συγκρίσεις των δικών του έργων με τα έργα των άλλων και οι αντίστοιχες ανάμεσα σε κείμενα γραμμένα σε διαφορετικές χώρες και γλώσσες.

Ο Γκαίτε γνώριζε την επιθυμία του Εκερμαν να δημοσιεύσει τις Συνομιλίες όσο ζούσε ο ίδιος, και μάλιστα είχε δει αρκετά μέρη τους, τα οποία και είχε εγκρίνει. Σε μεγάλο βαθμό λοιπόν τα όσα έλεγε κατά τη διάρκεια των συζητήσεών τους ήταν διατυπωμένα και βάσει αυτής της προοπτικής, δηλαδή με τον απλούστερο δυνατό τρόπο, ώστε να είναι απολύτως κατανοητά, χωρίς υπεραπλουστεύσεις εν τούτοις.

Ο αναγνώστης θα βρει πολύ ενδιαφέρουσες παρατηρήσεις για σπουδαίους συγγραφείς: τον Λέσινγκ, τον Γουόλτερ Σκοτ, τον Προσπέρ Μεριμέ, τον Μαντσόνι. Και ακόμη πιο σημαντικές για κορυφαίους, όπως οι έλληνες τραγικοί και ο Σαίξπηρ. Για μουσικούς και ζωγράφους: τον Μότσαρτ, τον Ρούμπενς και άλλους. Προβαίνει ταυτοχρόνως σε συγκρίσεις ανάμεσα στις τέχνες και ανακαλύπτει αναλογίες που ακούγονται πρωτόγνωρες ακόμη και σήμερα. Στο συγκριτικό επίπεδο έχουν ανακαλυφθεί άπειρες υπαρκτές και ανύπαρκτες ομοιότητες ανάμεσα στις τέχνες, θα μπορούσε όμως κανείς να φανταστεί πως ο Γκαίτε αποκαλούσε την αρχιτεκτονική «παγωμένη μουσική» όπως διαβάζουμε στη συνάντησή του με τον Εκερμαν την 23η Μαΐου 1829;

Μετουσιωμένες γνώσεις

Στις συναντήσεις συχνά παρευρίσκονται και άλλα άτομα: αυλικοί, μηχανικοί, άγγλοι αξιωματικοί, συγγραφείς και μέλη της οικογένειας του Γκαίτε. Κάποιες φορές οι δύο συνομιλητές κάνουν περιπάτους ή πηγαίνουν βόλτα με την άμαξα. Και στις περιπτώσεις αυτές οι συζητήσεις περιστρέφονται κατά κανόνα γύρω από τη φύση, τη βοτανολογία, τα πετρώματα, τη χλωρίδα και την πανίδα της περιοχής.

Οι συζητήσεις έχουν τη φυσικότητα της καθημερινής συνομιλίας, μολονότι περιστρέφονται πάντοτε γύρω από σημαντικά θέματα. Συχνά ξεκινούν από ένα άρθρο που διάβασε ο Γκαίτε σε κάποιο περιοδικό ή μια είδηση για κάτι που συνέβη στη Γερμανία ή σε μιαν άλλη ευρωπαϊκή χώρα. Με απολύτως φυσικό τρόπο ο Εκερμαν περιγράφει και τις μετάβαση στην ίδια συνάντηση από το ένα θέμα στο άλλο. Ετσι ο αναγνώστης έχει την αίσθηση ότι τα όσα λέγονται δεν έχουν χαρακτήρα σεμιναρίου – αν και ο διδακτικός τόνος του Γκαίτε είναι εμφανής – αλλά πως είναι μετουσιωμένα, ότι δηλαδή πρόκειται για πραγματική ζωή και κατ’ επέκταση πως τα όσα συμβαίνουν κάπου έχουν τον αντίκτυπό τους παντού.

Πολλά από τα ονόματα που παρελαύνουν, τα οποία βρίσκονταν εκείνα τα χρόνια στην πρώτη γραμμή, έχουν σήμερα ξεχαστεί. Αλλά ένα βιβλίο εποχής δεν μπορεί να περιορίζεται μόνο στα μεγάλα ονόματα. Εξάλλου ο Γκαίτε, που διέθετε έμφυτη ευγένεια, έχει έναν καλό λόγο σχεδόν για όλους, με τη διαφορά ότι δεν είναι άκριτος. Οι έπαινοί του δεν ακυρώνουν τις ενστάσεις του. Ας προσθέσω πως όταν σκεφτόμαστε τον Γκαίτε έχουμε κατά νου τον κλασικό, τον ρομαντικό, το «μνημείο». Οι Συνομιλίες μάς αποκαλύπτουν πως εκείνο το ανέγγιχτο «τοτέμ» διέθετε και εκπληκτική αίσθηση του χιούμορ!

«Οι Γερμανοί είμαστε μπούφοι»

Ο αναγνώστης θαυμάζει όχι μόνο το εύρος των ενδιαφερόντων, τη μετουσιωμένη γνώση και την ευαισθησία του Γκαίτε αλλά και την ενασχόλησή του με φαινομενικά δευτερεύοντα ζητήματα, όπως λ.χ. οι διαφορές στην προφορά από περιοχή σε περιοχή της Γερμανίας. Τα όσα λέει επ’ αυτού σε σχέση με το θέατρο την Τετάρτη 5 Μαΐου 1824 επί παραδείγματι είναι και ένα μάθημα ορθοφωνίας!

Οταν συγκρίνει τα πολιτιστικά επιτεύγματα άλλων χωρών με αυτά της Γερμανίας θα λέγαμε πως δεν διαθέτει τον πατριωτισμό που θα περίμενε κανείς από έναν «άνθρωπο του κατεστημένου», όπως τον χαρακτήριζαν στον καιρό του – πράγμα που ο ίδιος δεν παραδεχόταν. «Εμείς οι Γερμανοί είμαστε μπούφοι» λέει σε κάποια αποστροφή του, εννοώντας φυσικά ότι οι Γερμανοί της εποχής του δεν έδιναν τη δέουσα σημασία στα επιτεύγματα άλλων λαών. Πέραν όμως αυτού ο Γκαίτε αισθανόταν ότι ο ίδιος ανήκε σε μια παγκόσμια κοινωνία της λογοτεχνίας, της τέχνης και της επιστήμης. Και ότι αν ήθελαν να προοδεύσουν οι Γερμανοί θα έπρεπε να αισθάνονται και να σκέπτονται με τον ίδιο τρόπο.

Η σχέση του Γκαίτε με τον Εκερμαν είχε και πρακτικούς λόγους. Ο Γκαίτε τού είχε εμπιστευθεί χειρόγραφά του να τα επιμεληθεί, άλλα που δεν ήθελε να κυκλοφορήσουν, και αρκετά από όσα δημοσιεύθηκαν μετά τον θάνατό του. Του είχε δηλαδή εκτίμηση και απόλυτη εμπιστοσύνη – και αυτό προκύπτει από τις Συνομιλίες, αν και ο Εκερμαν αναφέρεται στα παραπάνω με ιδιαίτερη σεμνότητα. Γι’ αυτό και η ενασχόλησή του με το έργο του Γκαίτε τον εμπόδισε να ικανοποιήσει τις όποιες λογοτεχνικές του φιλοδοξίες. Δεν είχε τον χρόνο ούτε και το κουράγιο να «αναμετρηθεί» στο δημιουργικό πεδίο με το μεγάλο έργο του δασκάλου του.

Πέραν όμως αυτών και του απόλυτου θαυμασμού και της αφοσίωσης του Εκερμαν στη μορφή αυτή της Γερμανίας, τι άλλο υπήρχε; Μας το παρέδωσε γραπτώς τον Μάρτιο του 1844 ο ίδιος:«Ηταν σχέση μαθητή προς δάσκαλο, του γιου προς τον πατέρα».

Αφήνοντας τα ειρωνικά σχόλια που διατυπώθηκαν από τον Χάινε, σήμερα μπορούμε να εκτιμήσουμε καλύτερα εκείνα που πέτυχε ο ίδιος ο Εκερμαν – και που δεν είναι διόλου λίγα. Πρώτον, να μας δώσει το πορτρέτο μιας μεγάλης φυσιογνωμίας στα τελευταία εννέα χρόνια της ζωής του. Δεύτερον, έστω και εξ αντανακλάσεως, ένα πανόραμα της εποχής που σημάδεψε το έργο του Γκαίτε και σημαδεύθηκε από αυτήν. Και, τρίτον – ίσως το σημαντικότερο -, ότι πέτυχε να πείσει τον Γκαίτε με τη διακριτικότητα, τον θαυμασμό, την αφοσίωση αλλά και τις ικανότητές του να μιλήσει, και μάλιστα εκτενώς, για το σύνολο της δημιουργίας του, για το έργο των άλλων, για την κοινωνία στην οποία ζούσε, για τις αντιλήψεις του σε ό,τι αφορά τον κόσμο και το βαθύτερο περιεχόμενο της ζωής.

Το επίτευγμα είναι προσωπικό και δεν έχει διόλου χρονογραφικό χαρακτήρα. Δεν μπορείς να αποδώσεις τις σκέψεις και τα αισθήματα ενός μεγάλου άνδρα αν δεν τα έχεις πιο μπροστά οικειοποιηθεί. Και αυτό έχει καταφέρει ο Εκερμαν στις συνομιλίες του. Διότι ασφαλώς τις σημειώσεις του τις επεξεργαζόταν όχι μόνο κατά τη διάρκεια των εννέα ετών της γνωριμίας του με τον Γκαίτε αλλά και πριν από την έκδοση του έργου στο σύνολό του.

Ο Ναπολέων διάβαζε τον «Βέρθερο» στις εκστρατείες

Η έκδοση είναι εξαιρετικά φροντισμένη και η εισαγωγή (όπως και το επίμετρο) της Κατερίνας Καρακάση διαφωτιστική, επί της ουσίας και καίρια. Χωρίς σχοινοτενείς αναφορές και δίχως να βαραίνει το ίδιο το κείμενο. Το βιβλίο είναι καλομεταφρασμένο και εφοδιασμένο με τις απαραίτητες σημειώσεις ώστε ο αναγνώστης να γνωρίζει σε ποια πρόσωπα αναφέρονται οι δύο συνομιλητές, ιδιαίτερα μάλιστα σε εκείνα που σήμερα δεν τα γνωρίζουν παρά λίγοι στη Γερμανία και ακόμη λιγότεροι εκτός.

Εχει μεγάλη σημασία για τους αναγνώστες του Γκαίτε, ιδιαίτερα για τους εκτός Γερμανίας, ένα βιβλίο σαν κι αυτό, δεδομένου ότι ειδικά στη χώρα μας δεν κυκλοφορούν πολλές μελέτες, δοκίμια και αναλύσεις που φωτίζουν το έργο του γέροντα της Βαϊμάρης. Και φυσικά έχει ίσως μεγαλύτερη σημασία το τι έλεγε για το έργο αυτό ο ίδιος ο δημιουργός του, όπως προκύπτει από τις σελίδες των Συνομιλιών. Ακόμη και κάποιες ανεκδοτολογικού τύπου πληροφορίες είναι εξαιρετικά ενδιαφέρουσες. Γνωρίζουμε λ.χ. την τεράστια επίδραση του Βέρθερου αλλά αν δεν υπήρχε ο Εκερμαν δεν θα ξέραμε ότι ένα αντίτυπο του βιβλίου το κουβαλούσε πάντοτε μαζί του ο Ναπολέων στις εκστρατείες του.

Μέρος των Συνομιλιών είχε εκδοθεί (για πρώτη φορά) το 1918 από τις εκδόσεις Φέξη σε μετάφραση του Νίκου Καζαντζάκη, προφανώς επειδή ο Νίτσε, που εγκωμίαζε το βιβλίο, είχε επηρεάσει τον Καζαντζάκη. Υπήρχαν βέβαια κι άλλοι λόγοι: εκείνη την εποχή είχε μεγάλη σημασία να γνωρίσει το αναγνωστικό κοινό τι έλεγε ο Γκαίτε για τη νεότερη Ελλάδα και ειδικότερα για τον λόρδο Βύρωνα που τον θεωρούσε σπουδαίο συγγραφέα.

  1. Δεν υπάρχουν σχόλια.
  1. No trackbacks yet.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: