Αρχική > βιβλία, λογοτεχνία > Μαρία Πολυδούρη: «Υπήρξα μια ερωτευμένη σ’ όλη μου τη ζωή» / Πικρές οι αναμνήσεις του Κόντογλου από το Δημόσιο

Μαρία Πολυδούρη: «Υπήρξα μια ερωτευμένη σ’ όλη μου τη ζωή» / Πικρές οι αναμνήσεις του Κόντογλου από το Δημόσιο

Μαρία Πολυδούρη: «Υπήρξα μια ερωτευμένη σ' όλη μου τη ζωή»

Μαρία Πολυδούρη: λεπτομέρεια από οικογενειακή φωτογραφία των αρχών της δεκαετίας του 1920 (Αχείο οικογένειας Πολυδούρη)

 

Ενα νεανικό ρομάντσο της, που κυκλοφορεί στην πρόσφατη έκδοση με τα πεζά της, αναδεικνύει την ανήσυχη και τολμηρή συγγραφική ιδιοσυγκρασία της

Κουζέλη Λ., ΤΟ ΒΗΜΑ, 22/02/2015

Μαρία Πολυδούρη

Ρομάντσο και άλλα πεζά

Eπιμέλεια Χριστίνα Ντουνιά,

Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 2014,

σελ. 280, τιμή 17 ευρώ

Τον Δεκέμβριο του 1926 η Μαρία Πολυδούρη (1902-1930) αναχωρεί από την Αθήνα για το Παρίσι. Εχει αφήσει πίσω της στον εκδότη Γανιάρη το μυθιστόρημα που έγραφε το καλοκαίρι κάνοντας εξοχή.«Ενα ρομάντσο που εγώ, με όλη την "ευσυνειδησία που με διακρίνει!", το βρίσκω πολύ καλό!» γράφει σε επιστολή της τον Ιανουάριο του 1927 στον φίλο της Βασιλάκη Γεντέκο ζητώντας του να μεσολαβήσει για την έκδοσή του. Ο Γανιάρης δεν εξέδωσε το μυθιστόρημα, ούτε και ο Παπαδημητρίου στον οποίο ο Γεντέκος έστειλε το χειρόγραφο. Επιστρέφοντας στην Αθήνα την άνοιξη του 1928, η Πολυδούρη είναι ήδη άρρωστη με φυματίωση. Στο «Σωτηρία» όπου νοσηλεύεται ο χρόνος μετρά ανάποδα. Δεν υπάρχει καιρός μπροστά της για το μυθιστόρημα. Επικεντρώνει τις δυνάμεις της στην ποίηση και το ρομάντσο παραμένει ανέκδοτο.

Τα μυθιστόρημα δεν το συμπεριέλαβε η Λιλή Ζωγράφου στην πρώτη έκδοση των Απάντων(1961) της Πολυδούρη και πέρασε απαρατήρητο στη δεύτερη έκδοση των Απάντων (1981) από τον Τάκη Μενδράκο. Στον νέο τόμο που κυκλοφορεί με τα πεζά της Πολυδούρη (Ρομάντσο και άλλα πεζά, Εστία, 2014), η Χριστίνα Ντουνιά, καθηγήτρια Νεοελληνικής Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, η οποία επιμελήθηκε πρόσφατα και την έκδοση των ποιημάτων της Πολυδούρη (Τα ποιήματα, Εστία, 2014), αναδεικνύει αυτό το μυθιστόρημα υποστηρίζοντας ότι χρειάζεται επανεκτίμηση ως «πρώιμο δείγμα της νεωτερικής στροφής του σύγχρονου ελληνικού μυθιστορήματος».

Η υπόθεση του έργου, όπως δηλώνει και ο χαρακτηρισμός της Πολυδούρη, είναι ερωτική. Αλλωστε ο έρωτας κυριάρχησε στη σύντομη ζωή της. «Υπήρξα μια ερωτευμένη σ’ όλη μου τη ζωή. Κοινοτυπία! Ρωμαντισμός! Παιδαριωδία! Ο έρωτας! Ε λοιπόν ναι, είμαι μια ερωτευμένη. Αυτή η κοινοτυπία με ενθουσιάζει, μου δείχνει πόσο ήμουν ένα σωστό ανθρώπινο πλάσμα και όχι εξαρθρωμένο» γράφει η ίδια στην αυτοβιογραφία της, η οποία δημοσιεύεται στον τόμο μαζί με ημερολογιακές σημειώσεις, κάποια εφηβικά πεζά και επιστολές της. Η Αφρούλα, μια ωραία κοσμική νεαρή γυναίκα των Αθηνών, αγαπά τον παιδικό της γνώριμο Λεωνίδα Ρόδη. Η ανανταπόδοτη αγάπη την οδηγεί στην απόφαση να παντρευτεί κάποιον άλλον για να τον πικάρει. Η ενέργειά της δεν έχει αποτελέσματα. Ο Λεωνίδας δεν αντιδρά, προτιμώντας τη διανοούμενη Δανάη, ενώ οι παλιοί συμμαθητές και φίλοι των δύο νέων, μεταξύ αυτών και η αφηγήτρια του κειμένου, παρακολουθούν την ιστορία τους τρέφοντας ποικίλα συναισθήματα για τον καθένα.

Πρόκειται για ένα πρωτόλειο ψυχολογικό αφήγημα που αντλεί από βιώματα της Πολυδούρη και τρέφεται από τη συναισθηματική φύση της. Εχει όμως ενδιαφέρον για το αφηγηματικό εύρημα που χρησιμοποιεί η συγγραφέας στο δεύτερο μέρος. Εκεί, η αφηγήτρια του πρώτου μέρους και ο φίλος της Αιμίλιος διαβάζουν ένα μυθιστόρημα που έχει γράψει ο Λεωνίδας Ρόδης, στο οποίο εκτυλίσσεται και η ιστορία του με την Αφρούλα από τη δική του οπτική.

Εφαρμόζοντας την τεχνική του εγκιβωτισμού, η Πολυδούρη τοποθετεί στην αφήγηση-πλαίσιο μια δεύτερη αφήγηση που λειτουργεί σαν καθρέφτης στον οποίο αντανακλάται η πρώτη αφήγηση. Αυτό το εύρημα, της λεγόμενης mise en abyme, πρωτοαναφέρει σταΗμερολόγιά του ο Αντρέ Ζιντ και εφαρμόζει στα μυθιστορήματά του, κατ’ εξοχήν στους κλασικούς Κιβδηλοποιούς (1925) αλλά και στην πρωιμότερη Στενή πύλη (1909). Ενδέχεται η Πολυδούρη να είχε υπόψη της τη Στενή πύλη ή να είχε διαβάσει για την τεχνική του Ζιντ – μια τεχνική που θα χρησιμοποιήσει πολύ στη δική του πεζογραφία μία εικοσαετία μετά την Πολυδούρη ο Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης -, πάντως, είτε τη γνώριζε είτε όχι, δείχνει, όπως σημειώνει η επιμελήτρια του τόμου, «αξιοσημείωτη πρωτοτυπία και αφηγηματική τόλμη».

Αυτό πάντως που καθιστά κυρίως ενδιαφέρον το μυθιστόρημα της Πολυδούρη στην παρούσα έκδοση δεν είναι το αποτέλεσμα αυτό καθαυτό αλλά η πορεία της συγγραφής του, η ποιητική της Πολυδούρη, όπως ξεκλειδώνεται στις Σημειώσεις του τόμου. Το μυθιστόρημα παραδίδεται σε δύο γραφές, από τις οποίες η Ντουνιά υιοθετεί εκείνη που προσφέρει ένα ολοκληρωμένο κείμενο, δηλαδή εκείνη που υπάρχει στο Αρχείο της Νόρας και του Ευγένιου Πολυδούρη, ανιψιών της συγγραφέως. Στις Σημειώσεις αντιπαραβάλλει την εκδοχή αυτή με τη γραφή που απόκειται στο ΕΛΙΑ σημειώνοντας τις διαφορές τους, οι οποίες είναι αποκαλυπτικές. Μεγάλες παράγραφοι αφηγηματικού λυρισμού, στοχασμοί περί ερωτικής πίστης και σχόλια προσωπικού ή συναισθηματικού χαρακτήρα απαλείφονται καθιστώντας τη δεύτερη γραφή πιο σφικτή, συνεκτική και νευρώδη. Βλέπουμε καθαρά πώς το αυτοβιογραφικό υλικό μετατρέπεται σε λογοτεχνική ύλη, καθώς η συγγραφέας τροποποιεί περιγραφές που παραπέμπουν πρόδηλα στον Καρυωτάκη αλλά και ονόματα και περιστατικά στα οποία θα μπορούσε κάποιος να αναγνωρίσει πρόσωπα από τον κύκλο της στην Αθήνα. Στοιχεία της προσωπικότητας της Πολυδούρη ενσωματώνονται στον χαρακτήρα της διανοουμένης και φεμινίστριας Δανάης και, αν ο Λεωνίδας κρύβει μια εκδοχή του Καρυωτάκη, η συμπεριφορά της Αφρούλας προδίδει την Πολυδούρη, η οποία μετά τον χωρισμό της από τον Καρυωτάκη αρραβωνιάστηκε τον ευκατάστατο δικηγόρο Αριστοτέλη Γεωργίου – ίσως και με την ελπίδα να ερεθίσει τη ζήλια του ποιητή και να τον φέρει κοντά της. Ο Καρυωτάκης δεν επέστρεψε και η Πολυδούρη διέλυσε τον αρραβώνα πριν αναχωρήσει για το Παρίσι.

Το συγγραφικό εργαστήρι

Η ζωή της Πολυδούρη υπάρχει μέσα στα κείμενά της, αλλά σημασία δεν έχει να αναζητήσουμε τον βίο πίσω από τις λέξεις. Αλλωστε, όπως σχολιάζει η ανώνυμη αφηγήτρια του Ρομάντσου διαβάζοντας το μυθιστόρημα του Λεωνίδα, «όταν ένας φίλος σου γίνει ήρωας μυθιστορήματος τότε δεν μπορεί παρά να τον κρίνεις με φιλολογικό μονάχα ενδιαφέρον. Η ζωή του καλλιτέχνη έχει καλλιτεχνική σημασία, δεν μπορεί να την εξετάζουμε όπως τη ζωή των κοινών θνητών». Η καλλιτεχνική διαμόρφωση της Πολυδούρη εκτυλίσσεται σε τούτο τον τόμο μέσα από τα πεζά της, το ημερολόγιο, την αυτοβιογραφία και την αλληλογραφία της. Δύο πράγματα έκαιγαν την ύπαρξή της, ο έρωτας και το γράψιμο, και τα κείμενά της ολοκληρωμένα ή αποσπασματικά, ποιήματα ή πεζά, ποικίλα, συνιστούν όλα μαζί το συγγραφικό εργαστήρι της όπου καταφαίνεται και άλλοτε περιγράφεται ρητώς η συνειδητή προσπάθεια να μετατραπεί το ρευστό υλικό του έρωτα σε γραφή. Για την παρουσίαση της ζωής της ως αφήγηση, θα περιμένουμε λίγο ακόμη, ώσπου να εκδοθεί η βιογραφία της Πολυδούρη που η Χριστίνα Ντουνιά ετοιμάζει.

 

 

Πικρές οι αναμνήσεις του Κόντογλου από το Δημόσιο

 

Ελευθεροτυπία, Παρασκευή 20 Ιουνίου 2014

Η γεύση αυτή αναδύεται από το αρχείο του που μόλις δωρήθηκε από τους κληρονόμους του στο Βυζαντινό Μουσείο της Αθήνας

Της ΣΤΑΥΡΟΥΛΑΣ ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ

Ο Φώτης Κόντογλου, ο σπουδαιότερος μελετητής και συνεχιστής της βυζαντινής και μεταβυζαντινής ζωγραφικής παράδοσης κατά τον 20ό αιώνα, αυτός ο πολυταξιδεμένος Ελληνας, Ανατολίτης κι Ευρωπαίος που μετατόπισε το ενδιαφέρον των συγχρόνων του από την αρχαιότητα και το δυτικό πολιτισμό προς το Βυζάντιο και που, συμπορευόμενος με τη γενιά του ’30, έδωσε με το λογοτεχνικό και καλλιτεχνικό του έργο ξεχωριστό νόημα στη λέξη «ελληνικότητα», μόνο πίκρες πήρε όσο ζούσε από το ελληνικό Δημόσιο.

Να όμως που, παραμονές της συμπλήρωσης μισού αιώνα από το θάνατό του, οι απόγονοί του αποφάσισαν να δωρίσουν στο Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο το αρχείο του. Μια κίνηση «τεράστιας εθνικής σημασίας», σύμφωνα με τη γ.γ. του ΥΠΠΟ Λίνα Μενδώνη, την οποία το μουσείο, όπως δεσμεύτηκε η διευθύντριά του Α. Λαζαρίδου, θα αξιοποιήσει στο έπακρο.

Ταξίδι στο άγνωστο

Το αρχείο Κόντογλου περιλαμβάνει δημοσιευμένα αλλά και πολλά ανέκδοτα χειρόγραφα, φωτογραφίες εποχής και φωτογραφίες μνημείων, αλληλογραφία με σημαντικές προσωπικότητες της καλλιτεχνικής και εκκλησιαστικής ζωής, ημερολογιακές σημειώσεις, συμβόλαια παραγγελιών για μεγάλα εκκλησιαστικά σύνολα, προσχέδια, δημοσιεύματα και μελέτες για τον ίδιο καθώς και άφθονα τεκμήρια των δικών του πνευματικών αναζητήσεων στα πεδία της ιστορίας, της τέχνης, της θεολογίας, της φιλοσοφίας και της πολιτικής. Πρόκειται για ένα από τα μεγαλύτερα σωζόμενα αρχεία Ελληνα καλλιτέχνη του περασμένου αιώνα, και παραδόθηκε στο Βυζαντινό Μουσείο από τους εγγονούς του Κόντογλου, Παναγιώτη και Φώτη Μαρτίνο, ταξινομημένο και ψηφιοποιημένο, σε άριστη κατάσταση.

«Το αρχείο αυτό για μας ήταν ένα ταξίδι προς το άγνωστο», ομολογεί ο Φώτης Μαρτίνος. «Με το που αρχίσαμε ν’ ανοίγουμε τις κούτες, μετά το θάνατο της μητέρας μας, το 2009, αντιληφθήκαμε ότι είναι αδύνατον να διαχειριστούμε κάτι όσο αγνοούμε το περιεχόμενό του. Πιάσαμε λοιπόν να διαβάζουμε το κάθε έγγραφο χωριστά ώστε να το ταξινομήσουμε ανάλογα και, όπως συνειδητοποιήσαμε, μέσα από το αρχείο αναδύεται ένας Κόντογλου πολύ ευρύτερος από εκείνον που γνωρίζαμε. Ενας Κόντογλου που, αντικειμενικά δεν είναι "δικός" μας, αλλά αποτελεί πολιτιστική κληρονομιά της Ελλάδας. Γι’ αυτό ακριβώς αποφασίσαμε να το αποχωριστούμε, μολονότι είμαστε πολύ δεμένοι μαζί του συναισθηματικά. Ηταν μια δύσκολη απόφαση. Σκεπτόμασταν να το δώσουμε ή στο Μουσείο Μπενάκη ή στο Βυζαντινό, όπως σίγουρα θα ήθελε κι ο ίδιος, και τελικά χάρη στο συγκινητικό ενδιαφέρον της κ. Λαζαρίδου, καταλήξαμε στο δεύτερο».

Ο Φώτης Μαρτίνος ευελπιστεί ότι η κίνηση αυτή ίσως αποκαταστήσει τις σχέσεις του Κόντογλου με το ελληνικό κράτος. «Το πόσο κακές ήταν αυτές αποτυπώνεται ολοκάθαρα και στο αρχείο. Ποτέ δεν μπορούσα να φανταστώ πόσο πολεμήθηκε αυτός ο άνθρωπος εκ των έσω!». Θυμίζουμε πως ο Δήμος Αθηναίων ουδέποτε αποζημίωσε τον Κόντογλου για τις τοιχογραφίες που φιλοτέχνησε στο δημαρχιακό μέγαρο προπολεμικά, οι οποίες αποτελούν ένα από τα καλύτερα δείγματα της μεταβυζαντινής του τεχνοτροπίας. Το αποτέλεσμα ήταν να πουλήσει το σπίτι του κοψοχρονιά επί Κατοχής και να ζει με την οικογένειά του σε γκαράζ για τα επόμενα δώδεκα χρόνια… Ομως κι αργότερα, τη δεκαετία του ’60, οι εκκλήσεις του να ζωγραφίσει το φρέσκο στην Καπνικαρέα ή να εικονογραφήσει την κρύπτη της Αγίας Φιλοθέης, δεν εισακούστηκαν από κανέναν κι ας δήλωνε ο ίδιος πως στερείται παντελώς εργασίας. «Το 1965, μάλιστα, η Εφορία, έχοντάς τον κατατάξει στους… μπογιατζήδες, του καταλόγισε πρόστιμο επειδή δεν τηρούσε τα κατάλληλα βιβλία, ενώ πρόσφατα πληροφορήθηκα ότι αφαιρέθηκαν από τα σχολικά εγχειρίδια τα λογοτεχνικά κείμενά του».

Ενα από τα πιο συγκινητικά ευρήματα του αρχείου, σύμφωνα με τον ίδιο, ήταν ένα κουτί τσιγάρα όπου ο Κόντογλου είχε γράψει, μεταξύ άλλων, τις παρακάτω φράσεις: «Εάν θέλεις ν’ ανέβεις σε ουράνιες σφαίρες, γίνε καλλιτέχνης. Μα αν θες να πιεις φαρμάκια, γίνε καλλιτέχνης». Κι ένα από τα πιο διασκεδαστικά, οι προσκλήσεις που είχε σχεδιάσει ο Κόντογλου το ’49 για τα βαφτίσια του εγγονού του Παναγιώτη, στις οποίες δίνονταν διεξοδικά οδηγίες για το πώς θα φτάσει κανείς στην εκκλησία αλλά δεν γινόταν αναφορά ούτε στη μέρα ούτε στην ώρα της τελετής, όπως θα του επεσήμαινε γραπτώς ο φίλος του Κώστας Κοτζιάς! Εν αναμονή του ανοίγματος του αρχείου στο κοινό και με αφορμή τα πενήντα χρόνια από το θάνατο του Κόντογλου που συμπληρώνονται το 2015, το Βυζαντινό Μουσείο θ’ αντλήσει από τον καινούργιο του θησαυρό υλικό για το επόμενο Ημερολόγιό του, και θα οργανώσει έκθεση μ’ όλα τα έργα του καλλιτέχνη που φιλοξενούνται στις συλλογές του.

  1. Δεν υπάρχουν σχόλια.
  1. No trackbacks yet.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: