Αρχική > πολιτική, φιλοσοφία, κοινωνία > Η σχέση μας με το χρήμα

Η σχέση μας με το χρήμα

File:First Bank of US.jpg

First Bank of the United States, Philadelphia, Pennsylvania, USA

 

Του Νίκου Τσούλια

      Τέτοια ώρα, τέτοια λόγια… Σε μια περίοδο οικονομικής ανέχειας δεν μπορείς να μιλάς για τη σχέση μας με το χρήμα. Και όμως πιστεύω ότι ίσως τώρα να είναι και η καλύτερη «στιγμή». Και αυτό για δύο λόγους. Πρώτον, όταν έχουμε αρκετό χρήμα ή πάντως δεν μας πολυλείπει, τότε δεν στοχαζόμαστε περί αυτού με τίποτα, το μυαλό μας τρέχει στης καταναλωτικής βουλιμίας τα αλώνια και τίποτα άλλο δεν μας απασχολεί. Δεύτερον, σε εποχές κρίσης μπορείς να κάνεις πιο ορθολογική αξιολόγηση των επιλογών σου και να θέσεις στη βάσανο της εξονυχιστικής δοκιμασίας τις στάσεις και τις συμπεριφορές σου.

      Η άποψη που θα προσπαθήσω να υποστηρίξω ισχυρίζεται ότι ένας από τους βασικούς παράγοντες που έπαιξαν καθοριστικό ρόλο για τη σημερινή κρίση είναι και η σχέση μας με το χρήμα και πιο συγκεκριμένα η λατρεία μας για το χρήμα! Φυσικά προηγούνται οι πιο «πολιτικοί και ιδεολογικοί» παράγοντες: η επίθεση του χρηματιστηριακού κυρίως κεφαλαίου κατά των εργαζομένων, η συσσώρευση του χρήματος σε λίγα χέρια, η κρίση κέρδους που μετασχηματίζεται από τις δυνάμεις της αγοράς σε κρίση χρέους κλπ κλπ

      Θεωρώ επιπλέον ότι όλοι αυτοί οι πολιτικο-ιδεολογικοί παράγοντες έπαιξαν ακόμα πιο σημαντικό ρόλο λόγω αυτής της ειδικής σχέσης μας με το χρήμα. Είναι γνωστό ότι το κυρίαρχο αξιακό πεδίο σε κάθε κοινωνία και σε κάθε εποχή δείχνει με τον πιο ανάγλυφο τρόπο τις βασικές επιλογές και τους προσανατολισμούς αυτής της ιστορικότητας, αυτού του λαού. Η Ελλάδα από τη φάση της εγκράτειας και της οικονομίας της δεκαετίας του 1960 μετασχηματίστηκε στη φάση του άκρατου καταναλωτισμού μέχρι και τη δεκαετία του 2000. Ένας ολόκληρος λαός εγκατέλειψε μια σειρά παραδοσιακών αξιών – παρακάμπτοντας ακόμα και την εικόνα της ολιγάρκειας αλλά και της ποικιλομορφίας της ελληνικής γης – και υποτάχτηκε πλήρως στα κελεύσματα της αγοράς.

      Η ελληνική κοινωνία των τελευταίων δεκαετιών θαύμαζε το χρήμα. Θαύμαζε κυρίως – ή και μόνο – όσους είχαν χρήμα, αυτούς θεωρούσε «μεγάλους και τρανούς». Παλιότερα αξιολογούσε στην πυραμίδα των προταγμάτων της τους καλούς ανθρώπους και τους μορφωμένους. Σήμερα το να είσαι καλός, το να ενοικείς σε τόπους αθωότητας είναι σχεδόν αφελές ή και ύποπτο. Το μεγάλο όνειρο νέων και ηλικιωμένων στους καιρούς της παρακμής ήταν το «να την κάνουμε», να μοιάσουμε με αυτούς που «τα έχουν», ή μέχρι να το επιτύχουμε αυτό να συμπεριφερόμαστε σαν αυτούς που «τα έχουν». Ακόμα και όταν γνωρίζαμε ότι τα χρήματα αυτών που «τα είχαν» ήταν καρπός παρανομιών ή διαπλοκών με την εξουσία, εμάς δεν μας ένοιαζε, δεν μας πείραζε – τώρα μας πειράζει γιατί στερούμαστε τις βασικές ανάγκες μας. Αντίθετα θεωρούσαμε ότι η παρανομία – που σχεδόν ποτέ δεν λογιζόταν ως τέτοια! – και η οικονομικο-πολιτική διαπλοκή ήταν στοιχεία δύναμης και επιλέγαμε να προσεταιριστούμε αυτή τη δύναμη για κανένα «υπόλοιπο», για κανένα ψίχουλο και για εμάς.

      Ας είμαστε ειλικρινείς, ας αναλύσουμε τα πράγματα σε όλο το βάθος τους και ας μη μείνουμε μόνο στην αντίληψη ότι «αυτοί τα έφαγαν» ή «φταίνε οι πολιτικοί».

      Η λατρεία του χρήματος επέφερε δύο ανορθολογικές αλλοιώσεις στη στάση μας για τη ζωή. Πρώτη, δεν ζητούσαμε ποτέ πειστικά και έντονα την εφαρμογή του νόμου ακόμα και στις πιο κραυγαλέες περιπτώσεις της διασπάθισης του δημόσιου χρήματος. Και αυτό δεν αφορούσε μόνο την περίπτωση του Άκη ούτε τη περίπτωση του «φτερωτού γιατρού» ούτε την περίπτωση των πολιτικών. Αφορούσε τοπικούς άρχοντες σε όλη τη χώρα – η ρεμούλα σε Δήμους αναλογικά ίσως να έχει τις μεγαλύτερες δόξες της -, στελέχη του δημοσίου τομέα, επιχειρηματίες, κολλητούς των πολιτικών και των δημόσιων προσώπων κλπ κλπ Ένας ολόκληρος ιστός παρασιτούσε και παρασιτεί πάνω στην ελληνική κοινωνία και στα δημόσια αγαθά της χώρας και ο λαός ή δεν το έπαιρνε χαμπάρι ή αποχαυνωμένος και παραδομένος στον καταναλωτικό του παροξυσμό δεν μπορούσε να αξιολογήσει το που οδηγεί όλη αυτή η ιστορία.

      Δεύτερη αλλοίωση, η χρήση του χρήματος ήταν χρήση αφρόνων και άνοων πολιτών. Το χρήμα που δημιουργούσε η ελληνική κοινωνία δεν γνώρισε ποτέ τα πεδία της αποταμίευσης ή της παραγωγικής επένδυσης, αλλά στρεφόταν σχεδόν όλο στην κατανάλωση. Χαρακτηριστικό δείγμα ήταν η συμπεριφορά εκατομμυρίων «επενδυτών» στο Χρηματιστήριο που όχι μόνο δεν είχε καμιά σχέση με την έννοια της επένδυσης και της γνώσης των κανόνων του χρηματιστηρίου αλλά είχε σαν μοναδικό οδηγό την έννοια του τζόγου. Έτσι τα ξένα κεφάλαια – αφού ανέβασαν πλασματικά τη δραστηριότητα του Χρηματιστηρίου – έκαναν δόλωμα τα συλλογικά όνειρα του εύκολου πλουτισμού των δήθεν έξυπνων Ελλήνων και μάς πλιατσικολόγησαν «εν μια νυκτί» και με θαυμαστή ευκολία. Σε αυτή την εξέλιξη συνέργησαν και οι κυβερνώντες αλλά αυτό δεν θα είχε καμιά σημασία, αν οι «επενδυτές» μπορούσαν να σκεφτούν το συμφέρον τους, αν είχαν άλλα αξιακά προτάγματα.

      Αν όλη αυτή η περιπέτεια της κρίσης δεν μετασχηματίσει τη χειραγωγημένη από το χρήμα σχέση μας, αν δεν μας απαλλάξει από την υποταγή μας στον καταναλωτισμό, αν δεν βοηθήσει στον εξορθολογισμό της σκέψης μας και των συλλογικών μας φαντασιώσεων, καμιά βιώσιμη λύση δεν θα υπάρξει, καμιά ευοίωνη προοπτική δεν θα δημιουργηθεί για το μέλλον μας. Οι λαοί ή έχουν «άποψη» για τη ζωή και για το μέλλον τους ή άγονται και φέρονται στις επιταγές των ισχυρών. Αυτό ίσχυε πάντα στην ιστορία του ανθρώπου και θεωρώ ότι και πάντα θα ισχύει.

 

Isaak Levitan, A Russian Lake (1895)
  1. Δεν υπάρχουν σχόλια.
  1. No trackbacks yet.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: