Αρχική > πολιτική > Η κινδυνολογία στην πολιτική

Η κινδυνολογία στην πολιτική

William Gawin Herdman, Linlithgow Palace

 

 

Του Νίκου Τσούλια

      Η κινδυνολογία πάντα ήταν και είναι συστατικό στοιχείο της πολιτικής κουλτούρας. Εντάσσεται ουσιαστικά στην αιχμή των εργαλείων μέσω των οποίων επιχειρείται η αποδόμηση του αντίπαλου λόγου, έτσι ώστε η πρόταση του κινδυνολογούντος πολιτικού να έρχεται ως μια απόλυτη αναγκαιότητα.

      Η κινδυνολογία απευθύνεται στις πιο γκροτέσκο πλευρές του συναισθηματικού κόσμου των πολιτών και επιχειρεί το γκρέμισμα κάθε ορθολογισμού με στόχο την ενίσχυση του φανατισμού των και της οπαδοποίησής των. Προηγείται μάλιστα της εκφοράς του πρωτογενούς λόγου για να ετοιμάσει το έδαφος, όπως ο καλλιεργητής οργώνει το χωράφι για να ρίξει στη συνέχεια τον επιθυμητό σπόρο. Διαμορφώνεται έτσι ένα ψυχολογικό κλίμα άκριτης δεκτικότητας και τυφλής αποδοχής των ιδεών, χωρίς να αφήνεται η δυνατότητα μιας ορθολογικής επεξεργασίας. Μάλιστα όσο περισσότερο αυξάνεται η σωτηριολογική και μεσσιανική αντίληψη της πολιτικής τόσο περισσότερη κινδυνολογική ατμόσφαιρα δημιουργείται.

      Αλλά αν η κινδυνολογία είναι μια γενική αντίληψη του πολιτικού λόγου, πώς μπορεί να γίνεται αποδεκτή και να έχει ισχυρά σημεία πρόσφυσης και αναφοράς; Αν κάθε πολιτικό και κομματικό ρεύμα κινδυνολογεί έναντι των άλλων, πώς μπορεί η κινδυνολογία να αποτελεί συστατικό στοιχείο της πολιτικής κουλτούρας με δεδομένο ότι η πραγματικότητα είναι πλήρως ασύμβατη με μια τέτοια εκδοχή; Στα ερωτήματα αυτά οι απαντήσεις ποικίλλουν.

      Πρόκειται για μια φενακισμένη θεώρηση της πραγματικότητας, για μια επινοημένη πολιτική σύλληψη της πραγματικότητας, όπου ο ορθολογισμός πλήρως εξορισμένος αφήνει ελεύθερο το έδαφος στον αθώο παρορμητισμό και στις αγαθές προθέσεις και κυρίως στις σκόπιμες κομματικές και προσωπικές επιδιώξεις. Πρόκειται για μια πλήρη ανωριμότητα και κυρίως για μια καθολική χειραγώγηση της ανθρώπινης σκέψης, αφού δεν λειτουργεί στοιχειωδώς ο συστατικός πυρήνας κάθε έλλογης σκέψης, η κριτική διάθεση.

      Υπάρχει και μια άλλη εξήγηση, που έχει την απαρχή της στην έννοια της «ταυτότητας» και του «ανήκειν» και που είναι ισχυρή σε κάθε άνθρωπο. Από τις απαρχές της ζωής του κάθε άνθρωπος έχει στα πιο βαθιά ριζώματά του την έννοια της οικογένειας και της «ομάδας» στην οποία συμπεριλαμβάνεται άλλοτε συνειδητά και είναι προϊόν της επιλογής του και άλλοτε ασυνείδητα και αδιόρατα. Πρόκειται για μια πολύ ισχυρή αίσθηση του «ανήκειν» σε μια κοινότητα ανθρώπων που αποτελεί το πιο ισχυρό και φιλικό «προπύργιο» σε έναν κόσμο πλήρη εχθρικότητας και αντιξοοτήτων. Αυτή η αίσθηση του ανήκειν επεκτείνεται προοδευτικά και σε άλλες ευρύτερες ομάδες αναφοράς επαγγελματικές, ποδοσφαιρικές, κομματικές κλπ.

      Παρένθεση σ’ αυτή την επιμέρους θεώρηση. Φυσικά η ισχυρότερη και η καθοριστική αίσθηση του «ανήκειν» είναι ο γαλαξίας της γλωσσικής, της εθνικής, της πολιτισμικής και της κοινωνικής συνείδησης και η οποία δημιουργεί ένα υπόστρωμα νομιμοποίησης για επιμέρους «ταυτότητες» του ατόμου. Πρόκειται όμως για μια απολύτως αναγκαία κατάκτηση του πολίτη, που αποτελεί συστατικό στοιχείο της ίδιας της ζωής του. Και φυσικά δεν έχει καμιά σχέση με την οπαδοποίηση. Κλείνει η παρένθεση.

      Η αίσθηση της οικείας ομάδας – κόμματος, για να επανέλθουμε στην κύρια κοίτη του θέματός μας, διαμορφώνει μια ψυχολογία μιας εξ ορισμού, διαρκούς και σκληρής αντιπαράθεσης με τα άλλα κόμματα και κυρίως με τα πιο ανταγωνιστικά που καθορίζονται ως τέτοια είτε από τον ιδεολογικό χάρτη είτε από τη διεκδίκηση της εξουσίας. Έτσι η επίθεση που κάνει ένας πολιτικός στο αντίπαλο κόμμα γίνεται ευπρόσδεκτη στους οπαδούς του, ενώ όταν δέχεται ο ίδιος επίθεση από τον αντίπαλο βιώνεται ως επίθεση και κατά των οπαδών.

      Η κινδυνολογία μη αφήνοντας την κριτική σκέψη και την κουλτούρα της αμφισβήτησης να αναπτυχθούν και να αποτελούν βασικά εργαλεία κάθε ορθολογισμού μειώνει και στρεβλώνει τη δυνατότητα ανάλυσης της πραγματικότητας και έτι περαιτέρω υπονομεύει τη δυνατότητα διαμόρφωσης αποτελεσματικών προτάσεων και επιλογών.

      Ας δούμε τη σημερινή πολιτική σκηνή της χώρας. Σ’ αυτήν κυριαρχεί η χωρίς ουσία αντιπαράθεση, η άφθονη κινδυνολογία και ο στείρος βερμπαλισμός. Ο αρχηγός της Ν.Δ. διαρκώς κινδυνολογεί λέγοντας ότι ένα ενδεχόμενο διακυβέρνησης της χώρας από το ΣΥΡΙΖΑ θα μας πάει πολλά χρόνια πίσω εννοώντας μια πλήρη καταστροφή του τόπου. Στην ίδια λογική κινείται και ο αρχηγός του ΣΥΡΙΖΑ που και αυτός κινδυνολογεί λέγοντας και ξαναλέγοντας ότι η κυβερνητική πολιτική οδηγεί τη χώρα και την κοινωνία στον αφανισμό. Τι βγαίνει απ’ αυτή τη βαριά συννεφιασμένη εικόνα της κινδυνολογίας, εκτός από το ότι και οι δύο πολιτικοί αντί να ασχολούνται με την ουσία των προβλημάτων διαμορφώνουν ένα τεχνητό κλίμα πόλωσης, για να μη γίνει τελικά κανένας διάλογος και για να μην κριθούν επί της πραγματικής πολιτικής πρότασής των;

      Θεωρώ ότι η κινδυνολογία ως συστατικό στοιχείο της πολιτικής αδυνατίζει την έννοια και το περιεχόμενο της ίδιας της πολιτικής, υπονομεύει ευθέως το διάλογο που είναι το οξυγόνο του δημοκρατικού πολιτεύματος και πλήττει βάναυσα την παιδεία και την κουλτούρα του λαού και της κοινωνίας.

Jacques Emile Blanche, Crystal Palace

  1. Δεν υπάρχουν σχόλια.
  1. No trackbacks yet.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: