Δεν πρόλαβα…

File:Rembrandt Harmensz. van Rijn 062.jpg

Rembrandt (1606–1669), Jacob Blessing Ephraim and Manasseh, 1656

 

Του Νίκου Τσούλια

      Παιδιά μου δεν πρόλαβα… Δεν πρόλαβα να κάνω τις τελευταίες μου επιθυμίες. Από τη μια στιγμή στην άλλη χωρίς να το καταλάβω είμαι ενώπιος ενωπίω, είμαι μπροστά στο κενό. Είναι φοβερό. Δεν μπορώ ούτε να γράψω. Αναρωτιέμαι αν γράφω αυτά που σκέπτομαι, αυτά που θέλω να γράψω…

      Πώς γίνεται στα καλά καθούμενα να αρρωστήσεις τόσο ξαφνικά, να βρεθείς στο νοσοκομείο και εκεί που περιμένεις πώς και πώς να φύγεις για το σπίτι και να κλείσει η παρένθεση αντιλαμβάνεσαι ότι κάτι δεν πάει καλά, ότι θα καθίσεις παραπάνω από ό,τι αρχικά σου είπαν, γιατί λέει κάτι πρέπει να ξαναδούμε.

      Μα νάταν μόνο αυτό. Αισθάνομαι χάλια. Δεν θέλω να βλέπω κανέναν, νομίζω ότι είμαι μόνος μου στον κόσμο. Νιώθω να με ενοχλεί καθετί που μου θυμίζει τη ζωή μου. Έτσι είναι άραγε;

      Δεν πρόλαβα να σκεφτώ καλά – καλά τι πρέπει να κάνω για το τέλος μου. Μπορεί να τελειώνει η ζωή μας έτσι, τόσο αθόρυβα, χωρίς κάποια προειδοποίηση, χωρίς να έχει μπει η έννοια του τέλους στο μυαλό σου, χωρίς να έχεις ετοιμαστεί ψυχολογικά. Δεν γίνεται, κάποιο λάθος έχω κάνει… Αναρωτιέμαι μήπως υπήρξε αυτή η περίοδος του ερχομού του τέλους χωρίς να το καταλάβω, μήπως είχα κανένα πρόβλημα στο μυαλό μου και δεν συνειδητοποίησα το χρόνο αυτό;

      Δεν πρόλαβα να σας πω δυο λόγια, σας βλέπω να περιτριγυρίζετε το κρεβάτι μου, κουνάω τα χείλη μου και νιώθω ότι δεν με ακούτε, μια ημέρα μου το είπαν και τότε κατάλαβα ότι αυτά που σκέπτομαι και τα ψιθυρίζω δεν ακούγονται. Και τώρα τι να γράψω εγώ στο χαρτί; Εγώ ήθελα να σας τα πω ο ίδιος, να με ακούσετε από το στόμα μου. Μα γιατί να μην ακούγομαι; Είμαι τόσο χάλια; Μα έχω την αίσθηση ότι σκέπτομαι καλά. Αντιλαμβάνομαι το ποιος έρχεται και ποιος φεύγει, ακούω τι λέτε για μένα, αλλά εγώ γιατί δεν ακούγομαι; Είναι μήπως όνειρο; Αλλά μου φαίνεται ότι βαστάει τόσο πολύ… Δεν νομίζω. Μήπως είναι εφιάλτης; Μακάρι, αλλά ξέρετε βλέπω τόσο καθαρά τα παιδικά μου χρόνια. Βλέπω ό,τι δεν έβλεπα τόσα χρόνια στη ζωή μου. Μα πού τα θυμήθηκα όλα αυτά, ποιος μου τα φέρνει στη μνήμη; Τα βλέπω στον ύπνο μου ή στο ξυπνητό μου; Μου αρέσουν που τα βλέπω, αλλά ξέρετε να βλέπω μόνο όσους δεν υπάρχουν στη ζωή τη μάνα μου, τον πατέρα μου, τη μητριά μου, τα αδέλφια μου όλα, τους θείους μου, την αγαπημένη θεία, την αδελφή της μάνας μου. Τους βλέπω όλους πεντακάθαρα, τα ρούχα που φορούσαν τότε, τις δουλειές που έκαναν, τα λόγια που έλεγαν ξανά και ξανά. Δεν βλέπω εσάς ούτε τα εγγόνια μου. Τι μου συμβαίνει;

      Φοβάμαι ότι δεν πρόλαβα να πάω να ρίξω μια ματιά στο σπίτι μου που το έφτιαξα με τόσο κόπο και το έκανα από τα καλύτερα του χωριού, να πάω στα χωράφια που με βοήθησαν να ταΐζω τόσα και τόσα στόματα, να σας μεγαλώσω. Τι μου συμβαίνει; Γιατί δεν φροντίζει κάποιος να κάνω τις τελευταίες μου επιθυμίες; Δεν μπορεί, κάποιος θα σκεφτεί τι θέλω…

      Γράφω τόσες μέρες αυτό το χαρτί, μια αράδα την ημέρα. Και ξέρετε δεν μπορώ να το διαβάζω. Θυμάμαι που έχω μείνει όμως και συνεχίζω.

      Δεν έχω προλάβει να κάνω μερικά απλά πράγματα, να πω στα εγγόνια μου μια ευχή, δυο κουβέντες, έτσι για να με θυμούνται, γιατί εσείς θα τα θυμάστε αργότερα σ’ όλη σας τη ζωή, όπως και εγώ τώρα. Ποτέ δεν φαντάστηκα ότι το μεγάλο παράπονο στη ζωή μου θα ήταν να θέλω να πω δυο κουβέντες με το στόμα και να μην μπορώ, να θέλω να πάω να δω για μια στιγμή μόνο το σπιτικό μου και τη γη μου, να τα κοιτάξω για τελευταία φορά.

      Γιατί δεν μας το είπε κανένας… Τόσα και τόσα λέγονται για τις διαθήκες και τα ετοιμάζεις χρόνια πριν, και αυτά που είναι πιο σημαντικά για μένα και για κάθε άνθρωπο που είναι στην κατάστασή μου να μην προλαβαίνεις να τα κάνεις και ήταν τόσο εύκολο, τόσες και τόσες στιγμές που πέρασα να μην πω δυο κουβέντες. Τι να γράψω τώρα στο χαρτί, δεν μπορώ, δεν πρόλαβα, αυτό είναι το παράπονό μου, αν όλα αυτά είναι εφιάλτης και μου περάσει, να μου δείξετε το χαρτί, θέλω να ξέρω τι μου συνέβη. Δεν ξέρω τι θα μου συμβεί…

      Δεν καταλαβαίνω πώς υπάρχουν οι αισθήσεις μου και δεν μπορώ να μιλήσω με εσάς. Αν δεν είναι εφιάλτης, να ξέρετε το παράπονό μου ήταν μόνο αυτό, δεν πρόλαβα να πω τις ευχές μου, να ρίξω μια ματιά στον τόπο που με έζησε…

http://100swallows.wordpress.com/2010/09/11/the-swiss-norman-rockwell/

  1. Δεν υπάρχουν σχόλια.
  1. No trackbacks yet.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: