Αρχική > σχολείο > Το σχολείο και ο συναισθηματικός κόσμος των μαθητών (α)

Το σχολείο και ο συναισθηματικός κόσμος των μαθητών (α)

 

Το παραδοσιακό σχολείο είναι …εδώ!

Του Νίκου Τσούλια

«Χρόνια ολόκληρα καρφωμένοι στα θρανία ακίνητοι ακούγαμε τον δάσκαλο. Αυτός μιλούσε, μονολογούσε αδιάκοπα, αυτός σκεπτόταν, κι εμείς καθόμαστε φρόνιμα με σταυρωμένα χέρια και μαθαίναμε. Στην τάξη σερνόταν από το δάσκαλο πάντα το ίδιο θέμα για όλους, που συχνά μας ήταν ολότελα αδιάφορο και ξένο από τη ζωή μας […] Ποτέ δε σταθήκαμε μόνοι μας απέναντι στα πράγματα, ανάμεσά τους και σε μας μπερδευόταν πάντα ο δάσκαλος […] αυτός εξηγούσε, αυτός ενεργούσε, αυτός παντού ήταν το κέντρο».

Αλ. Δελμούζος

     Αυτό το απόσπασμα του Δελμούζου είναι γραμμένο εδώ και αρκετές δεκαετίες. Και αμφισβητούσε το παραδοσιακό σχήμα της μετωπικής και μονότονης διδασκαλίας. Τώρα τόσα χρόνια μετά η εικόνα εν πολλοίς είναι η ίδια. Και το πιο αξιοσημείωτο, δεν αμφισβητείται!

     Εθισμένοι σε μια άκρως παραδοσιακή αντίληψη, η οποία όμως αντιστοιχεί σε άλλες εποχές και παγιδευμένοι από την έλλειψη εκτεταμένης και ουσιαστικής παιδαγωγικής έρευνας, η οποία αντικαθίσταται από πρόχειρες τύπου δημοσκόπησης καταγραφές, εξακολουθούμε να λειτουργούμε με έναν τρόπο που αγνοεί την πραγματικότητα και προφανώς δεν συνεργεί στη μάθηση και στη εκπαίδευση των μαθητών. Αλλά πρέπει να ξεκινήσουμε το κείμενό μας με μια παραδοχή, με μια παραδοχή που γίνεται όλο και πιο εδραία εκπαιδευτική βεβαιότητα: «Στο παραδοσιακό σχολείο το παιδί αφήνει το μυαλό του πίσω, δεν υπάρχει τρόπος να το χρησιμοποιήσει εκεί μέσα. Φέρνει μόνο το σώμα του»[i]. Αλλά αυτό δε σημαίνει ότι οι βάσεις της εκπαίδευσής μας είναι τουλάχιστον ελλειμματικές αν όχι σαθρές;

     Η εικόνα είναι σχετικά απλή. Η ελληνική πολιτεία θεωρεί εδώ και πολλά χρόνια την έρευνα ως πολυτέλεια, ως λειτουργία των μεγάλων κρατών και την έχει ως μια παραμελημένη και παρακατιανή όψη της γνώσης. Οι γονείς σκέπτονται όσον αφορά την αγωγή των παιδιών τους όπως σκέπτονταν οι δικοί τους γονείς και οι γονείς των γονέων επίσης και ούτω καθεξής σε βάθος χρόνου. Οι εκπαιδευτικοί παρομοίως λειτουργούμε περίπου όπως οι δικοί μας δάσκαλοι και καθηγητές με την εικόνα που έχουμε αποκομίσει όταν είμαστε μαθητές. Βεβαίως υπάρχει και ένα μέρος των εκπαιδευτικών που καινοτομεί, που μελετά και αναζητεί νέους τρόπους που να ανταποκρίνονται στη σημερινή εικόνα της μάθησης, στη σημερινή φοβερά πολυσύνθετη εικόνα των κοινωνιών. Αλλά είναι ένα μικρό μέρος.

      Έτσι η όλη εικόνα των συντελεστών της αγωγής κινείται σε παλιούς καιρούς, με αποτέλεσμα να μην έχουμε τα αποτελέσματα που όλοι προσδοκούμε. Βεβαίως εδώ – στον τομέα της αξιολόγησης των εκροών του εκπαιδευτικού συστήματος – αφενός υπεισέρχεται η έλλειψη της αξιολόγησης – εμείς στην Ελλάδα την έχουμε κάνει ακόμα και ιδεολογικό άβατο (!) – και αφετέρου κυριαρχεί ως μοναδική εστίαση του κοινωνικού και προσωπικού ενδιαφέροντος ο βαθμός επιτυχίας στις Πανελλαδικές Εξετάσεις των μαθητών για την τριτοβάθμια εκπαίδευση, με τη σημείωση ότι και εκεί βλέπουμε μια μικρή όψη του όλου εκπαιδευτικού συμβάντος και ούτε ενδιαφερόμαστε για να εξηγήσουμε την όλη εικόνα.

      Θεωρώ ότι πρέπει – και προκειμένου να αναλύσουμε με κάποια εμβρίθεια την όλη κατάσταση – να διευρύνουμε τα εργαλεία ανάλυσής μας όσον αφορά τον τομέα της συναισθηματικής καλλιέργειας των παιδιών μας. Γιατί η μάθηση ως μια ζωτική λειτουργία μας λαμβάνει χώρα μέσα στον κόσμο της πνεύματος και της ψυχής. Αλλά πέραν τούτου, εδώ υπάρχει και η πλευρά του ενδιαφέροντός μας, η πλευρά του μαθητή και «στην ανθρώπινη ψυχή πάντα μέσα της ζει, αλλού πιο άτονη και αλλού πιο ανήσυχη η απορία που έχει το παιδί για όλο τον εξωτερικό και αργότερα και για τον εσωτερικό του κόσμο»[ii]. Αν δεν συναντηθεί ο κόσμος της εκπαίδευσης με τον κόσμο του παιδιού, αν δεν αγκιστρωθούν οι δύο αυτές οι δύο θεμελιακές λειτουργίες, μία κοινωνική και μία προσωπική, είναι δυνατόν να κατακτηθεί οποιαδήποτε έννοια μάθησης; Εκτός, αν θεωρούμε ότι αρκεί μια «καλή διδασκαλία» – δηλαδή ένας καλός μονόλογος – και ότι αυτό είναι το καθήκον μας και τίποτα πέραν τούτων. Αλλά σε μια τέτοια εκδοχή ή δεν έχουμε στοιχειώδη αυτογνωσία ή είμαστε κυνικοί. Και δεν ξέρω ποιο είναι το χειρότερο, γιατί και τα δύο είναι χειρότερα από οτιδήποτε άλλο στην εκπαίδευση.

     Έτσι, αν δεν κατανοήσουμε όλο το πεδίο εκδίπλωσης της μαθησιακής λειτουργίας, θα παρεμβαίνουμε σε μια μόνο πλευρά, εκείνη της νοητικής της προσπάθειας των νέων. Αλλά όλοι γνωρίζουμε ότι αν δεν προκληθεί έντονο μαθησιακό ενδιαφέρον, αν η όλη τελετουργία της μάθησης δε συγκροτεί ένα περιβάλλον ψυχικής ευφορίας και – γιατί όχι – ψυχικής ανάτασης, δεν μπορούν να επιτευχθούν οι εκπαιδευτικοί στόχοι μας. Ο καθηγητής Μ. Κασσωτάκης τονίζει ιδιαίτερα αυτή την πλευρά της διδασκαλίας: «η δημιουργία ευχάριστης ατμόσφαιρας μέσα στη σχολική τάξη ευνοεί τη διαδικασία της μάθησης, γιατί συντελεί στη διαμόρφωση θετικών στάσεων απέναντι στο σχολείο»[iii]. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να κατανοήσουμε τον κόσμο του παιδιού, τις πνευματικές του καταβολές, τις ψυχικές του αφορμήσεις, γιατί «η πρωταρχική πηγή κάθε εκπαιδευτικής ενέργειας βρίσκεται στις ενστικτώδεις, στις παρορμητικές τάσεις και δραστηριότητες του παιδιού και όχι στην παρουσίαση, στη χρησιμοποίηση μιας εξωτερικής ύλης, είτε μέσα από τις απόψεις των άλλων, είτε μέσα από τις αισθήσεις»[iv].

      Αλλά ενώ η παιδαγωγική και επιστημονική έρευνα καταλήγουν σ’ αυτά τα συμπεράσματα, η ελληνική πολιτεία εξακολουθεί να λειτουργεί σχεδόν αυτιστικά, σχεδόν αυτοματοποιημένα. Ο λόγος είναι απλός, είναι χρησιμοθηρικός, ψευδώς πλέον χρησιμοθηρικός, γιατί οι δυνατότητες στην αγορά εργασίας όχι μόνο δεν υπόσχονται μια κάποια κοινωνική κινητικότητα – όπως παλιότερα – αλλά αντίθετα προδικάζουν μάλλον αβεβαιότητα και ανεργία. Το κυνήγι της γνώσης, της γνώσης εκείνης που θα δώσει το παιδί για το πανεπιστήμιο είναι ο κύριος – αν όχι ο μοναδικός – στόχος από την Α΄ τάξη του Δημοτικού. Ας δούμε μια σχετική αναφορά όσον αφορά την ψυχική στάση των παιδιών στο σχολείο από ένα πολύ αξιόλογο βιβλίο. «Οι ψυχολόγοι που μελέτησαν τις επιδράσεις της διάθεσης στη μάθηση καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι όταν οι μαθητές δεν προσέχουν και δεν είναι ευτυχισμένοι την ώρα του μαθήματος, αφομοιώνουν μόνο ένα μέρος της πληροφορίας που τους παρουσιάζεται»[v].

    Δεν είναι τυχαίο ότι η UNESCO που συγκεντρώνει το απόσταγμα των περισσότερων εκπαιδευτικών συστημάτων του Κόσμου και των σύγχρονων μεγάλων παιδαγωγών θέτει το εξής πρόταγμα για το σχεδιασμό της εκπαιδευτικής πολιτικής: «Το περιεχόμενο της εκπαίδευσης να σχεδιαστεί ώστε να δημιουργεί τη δίψα για γνώση, να προκαλεί τη χαρά της μάθησης»[vi]. Αλλά αυτό παραπέμπει ευθέως στην αμφισβήτηση της σημερινής εμπορευματοποιημένης εκπαίδευσης, στη μετρίαση του απόλυτου νοησιαρχικού χαρακτήρα του σχολείου και στην καλλιέργεια του συναισθηματικού κόσμου των μαθητών.


[i] Τζων Ντιούι (1982), Το σχολείο και η κοινωνία, Αθήνα: Γλάρος, 84

[ii] Παπανούτσος, Ε. (1984), Α. Δελμούζος, Αθήνα: Μ.Ι.Ε.Τ.

[iii] Μ. Κασσωτάκης, Γ. Φλουρής (2001), Μάθηση και διδασκαλία τ. Β΄, Αθήνα: έκδοση συγγραφέων, σ. 49

[iv] Τζων Ντιούι (1982), Το σχολείο και η κοινωνία, Αθήνα: Γλάρος, 122

[v] Goleman, P. (2006), Κοινωνική νοημοσύνη, Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα, σ. 345

[vi] UNESCO (1996), Learning: the treasure within, Paris: UNESCO, p. 26

 

 

  1. Δεν υπάρχουν σχόλια.
  1. No trackbacks yet.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: