Αρχική > λογοτεχνία > Μήνας σκληρός

Μήνας σκληρός

 

Ο Οδυσσέας, ταπεινός ζητιάνος, πιάνει το χέρι της περίλυπης Πηνελόπης. Πίσω της ο Τηλέμαχος και δύο γέροντες, ο Λαέρτης και ο Εύμαιος («Μηλιακό» ανάγλυφο)

Δ. Μαρωνίτης, ΤΟ ΒΗΜΑ, 30/03/2014

Για τον επερχόμενο μήνα ο λόγος. Οπως όρισε τον Απρίλη στην Ερημη Χώρα ο Ελιοτ, αλλάζοντας τις υποσχέσεις του σε απειλές, και τις απειλές του σε υποσχέσεις. Θυμίζοντας κάπως, δίχως να το ξέρει, τον δικό μας Σολωμό, όταν σχεδίαζε, σε τρεις παραλλαγές, τους (γλωσσικά οξύμωρους) Ελεύθερους Πολιορκημένους του.

Υπάρχουν όντως κάποιες υπόγειες αναλογίες ανάμεσα στους δύο αυτούς απριλιανούς λόγους: Στον Ελιοτ ο σκληρός μήνας κάνει την έφοδό του σμίγοντας / θύμηση κι επιθυμία, ταράζοντας / με τη βροχή της άνοιξης ρίζες οκνές. Στον σολωμικό Απρίλη: τρέμει η ψυχή και ξαστοχά γλυκά τον εαυτό της. Και σε πεζό (μεταφρασμένο): θάλασσα, γη, ουρανός συγχωνεμένα […] πολιορκούν την ανθρώπινη φύση στην επιφάνεια και εις το βάθος της.

Αυτά από κάποια απόσταση χρόνου και χώρου μεταξύ τους, και μεταξύ μας. Σ’ αυτό το «μας» παρεμβαίνει, εξ επαφής τώρα, ο μεθαυριανός Απρίλης, ο πιο καλλίφωνος (αν και λατινογενής) μήνας της χρονιάς. Που για την αφεντιά μου είναι και γενέθλιος, σημαδεύοντας ανελέητα ογδόντα πέντε χρόνια βίου, όριο κρίσιμο για κάποια κεφάλαια ζωής και γραφής. Οπου ανήκει και εκείνο της (απολίτιστης, βδομαδιάτικης, βηματικής) συνεισφοράς, που πάτησε φέτος τα σαράντα δύο της χρόνια: σ’ αφήνει; την αφήνεις; την κρατάς, ώσπου να σβήσει μόνη της;

Σ’ αυτήν ωστόσο τη «σκληρή» φάση αμηχανίας αισθάνθηκα τις προάλλες πως κάποιος μού άπλωσε το χέρι, καταλήγοντας σε θερμή χειραψία – χωρίς να το ξέρει, δίχως να τον ξέρω. Με ένα απρόβλεπτο ποίημα, μοιρασμένο σε επτά μέρη. Επίτιτλός του είναι με κεφαλαία γράμματα ο ΛΑΕΡΤΗΣ, ενώ τα επτά του μέρη επονομάζονται με πλάγια γράμματα: Οδυσσέως όνομα, Οδυσσέως γραφή, Οδυσσέως εκτοπισμός, Οδυσσέως γάμοι,Οδυσσέως όνειρο, Οδυσσέως δίκη, Οδυσσέως θάνατος. Αντιγράφω το πρώτο και το πέμπτο μέρος – το μεγαλύτερο και το μικρότερο:

Ο ξανθός Τηλέμαχος παίζει στην άμμο / και ο Λαέρτης, ποτίζοντας τις πιπεριές, γνωρίζει / την καρδιά της θάλασσας / Εκεί ο Οδυσσέας / εξόριστος στην πίκρα του καλοκαιριού, στήνει πλεκτάνες / σμίγοντας τις πευκοβελόνες με τα φύλλα του ευκάλυπτου – / είκοσι χρόνια μεταφράζοντας τον Ομηρο / γλιστρά με τη σχεδία του / από το ένα έπος / στο άλλο. / Πρέπει να γυρίσει το ιδίωμα της θάλασσας / πίσω στον ήχο της καταγωγής / σμίγοντας το γέλιο της Ελένης / με τις κραυγές των Τρώων. //

Μέσα στην πρωτογλώσσα / το όνομα του γιου του Οδυσσέας, όχι Τηλέμαχος, / το όνομα του πατέρα του Οδυσσέας, όχι Λαέρτης. / Ούτε ο Αργος, το πιστό σκυλί, ούτε η Πηνελόπη / αρκούν για το ταξίδι της επιστροφής, όσο η επιθυμία του / να στείλει πίσω στην Ιθάκη / τη νοσταλγία της Ιθάκης. // Ακούγοντας την ιστορία από τα χείλη του τραγουδιστή / έκλαψε που είχε ξαναγράψει την Οδύσσεια.

 

Επεται τρίστιχο το πέμπτο μέρος της σύνθεσης, εξ ορισμού αινιγματικό, με την επιγραφή Οδυσσέως όνειρο: Η μεταλλική κραυγή του τζίτζικα / σπασμένο αλογάκι στο πάτο του πηγαδιού. // Βγάζει τα θλιβερά στενά ξυλοπάπουτσα. / Η Αντίκλεια τον κοιτάζει πίσω απ’ το συρματόπλεγμα.

Και τώρα το δικό μου αντίδωρο, από δεύτερο χέρι, επιστρέφοντας στον Λαέρτη της ομηρικής Οδύσσειας: αντιγράφεται, μεταφρασμένη, η σύνοψη της μοναχικής ζωής του από την Αντίκλεια (σκιά ανέγγιχτη, μέσα στις άλλες φιλικές σκιές του κάτω κόσμου), ως απάντηση σε επίμονη ερώτηση του γιου της για τον πατέρα του.

«Οσο για τον πατέρα σου, αυτός αδιάκοπα μένει έξω, στα χωράφια: / δεν κατεβαίνει πια στην πόλη, δεν έχει να πλαγιάσει / καλοστρωμένη κλίνη, με φλοκάτες και με σεντόνια αστραφτερά. / Σαν βαρυχειμωνιάσει, κοιμάται στο υποστατικό, μαζί με δούλους, / καταγής, πλάι στη φωτιά, ντυμένος στα κουρέλια του. / Οταν καλοκαιριάζει πάλι, έρχεται ο θέρος, μεστώνουν οι καρποί, / τότε παντού, όπου βρεθεί, στους κήπους, σε πλαγιές κι αμπέλια, / μαζεύει τα πεσμένα φύλλα και ταπεινά κουρνιάζει. / Κείτεται εκεί περίλυπος, το πένθος του μέρα τη μέρα μεγαλώνει, ποθώντας τον δικό σου νόστο, / και τον βαραίνουν τα γεράματα».

Τον ποιητή του σύγχρονου ΛΑΕΡΤΗ τον αγνοούσα, όπως είπα, ωσότου έφτασε στα χέρια μου η τελευταία του συλλογή – τυπωμένη στις εκδόσεις Πατάκη, κυκλοφόρησε τον Οκτώβριο του 2013. Το όνομά του: Δημήτρης Ελευθεράκης. Ο τίτλος της συλλογής: Εγκώμια. Το περιεχόμενό της: είκοσι ένα ποιήματα, καίριας σημασίας, καθόλου ευκαιριακής. Γεννημένος ο ποιητής το 1978, έχει ήδη, όπως διαβάζω, στο απόθεμά του τέσσερις ποιητικές συλλογές, την επιμέλεια ποιημάτων του Καρυωτάκη και του Καβάφη και, σε συνεργασία με τους ποιητές Δημήτρη Αγγελή και Σταμάτη Πολενάκη, ένα δοκίμιο. Επιγράφεται Με το περίστροφο του Μαγιακόφσκι: μια συζήτηση για την ποίηση (2010).

Τα Εγκώμια πάντως αξίζουν αντάξιο βραβείο.

Σε αττικό αγγείο του 440 π.Χ. υπάρχει η σκηνή του Οδυσσέα με το τόξο του όταν αρχίζει να σκοτώνει τους μνηστήρες

  1. Δεν υπάρχουν σχόλια.
  1. No trackbacks yet.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: