Αρχική > διηγήματα Ν. Τσούλια > Συννεφοπαρμένος

Συννεφοπαρμένος

 

 

Του Νίκου Τσούλια

      Το καλοκαίρι ήταν η χειρότερη εποχή του. «Δεν ξέρω καταπού να σιάξω. Να πάω κάπου μακριά. Λένε ότι όταν εμείς έχουμε καλοκαίρι, αλλού έχουν χειμώνα. Μου φαίνεται παράξενο. Αλλά και ο δάσκαλος στο σχολείο μας το έλεγε. Αφού το γράφουν τα βιβλία, έτσι θάναι. Αλλά αφού είναι στην άλλη άκρη του κόσμου, πώς να πάω»;

      Όχι, δεν τα είχε με τα καλοκαίρι ο Φάνης, με τα σύννεφα τα είχε, λάτρευε τα σύννεφα. Η τρέλα του ξεκίνησε από τότε που ήταν μικρός, πριν ακόμα πάει στο δημοτικό. Του φαίνονταν παράξενα τα σύννεφα. Συνήθιζε να τα παρακολουθεί. Δεν τον ένοιαζε που γελούσαν μαζί του. Οι γονείς του ανάστατοι δεν μπόρεσαν να κάνουν τίποτα. «Ας μείνει να φυλάει πρόβατα στο χωριό και ας ζήσει όπως νομίζει», άρχισαν να λένε στους γείτονες και στους φίλους τους, μάλλον για να δικαιολογούνται στο πρόβλημα που ξαφνικά τους παρουσιάστηκε. «Αφού δεν παίρνει τα γράμματα, ας μείνει στο χωριό, έτσι δεν λένε και οι δάσκαλοι»;

      Κανένας μας δεν κατάλαβε πώς του γεννήθηκε αυτή η ιδέα, πώς κόλλησε να ζει μόνο και μόνο για να παρακολουθεί τα σύννεφα. Όπου και αν βρισκόταν, το βλέμμα του ήταν στον ουρανό. Αλλά είχε αίσθηση της πραγματικότητας. Ερμήνευε τη συμπεριφορά του σαν να ήταν ένα ενδιαφέρον κανονικότατο. «Άλλα παιδιά κυνηγάνε όλη την ημέρα ένα τόπι και παριστάνουν τους ποδοσφαιριστές. Γιατί και εγώ να μην ασχολούμαι με αυτό που μου αρέσει»; Αλλά το πρωί ήταν το μόνο παιδί που ήθελε και ξύπναγε πράγματι από τα χαράματα. «Τα σύννεφα το πρωί έχουν άλλα σχήματα και άλλα χρώματα που δεν έχουν τις άλλες ώρες της ημέρας». Κατέτασσε τα σύννεφα με βάση τα σχήματά τους, τα ζωγράφιζε, τους έδινε και ονόματα. Σημείωνε ποια μέρα και ώρα και σε ποιο τόπο τα έβλεπε. Μάζευε όλα τα απομεινάρια από τα μικρά μολύβια που πετάγαμε, γιατί δεν τον έφταναν με τίποτα αυτά που του αγόραζαν οι γονείς του. «Άλλα τα σύννεφα τα λευκά, άλλα τα λευκά που είναι φευγάτα, άλλα τα γκρίζα – αυτά και αν έχουν πολλές μορφές – άλλα τα σύννεφα της βροχής, άλλα τα μολυβένια που κατεβαίνουν μέχρι κάτω στο χώμα, άλλα τα βραδινά με το φως του φεγγαριού», έλεγε και ξανάλεγε και μάλιστα με στόμφο, όταν τα άλλα παιδιά τον πειράζαμε. Αυτός δεν ενοχλείτο. Τα έβαζε κατά ομάδες, έβαζε και έναν αρχηγό σε κάθε ομάδα σύννεφων. Γνώριζε τα σύννεφα όπως ήξεραν οι βοσκοί τα πρόβατά τους, όπως οι καλλιεργητές τα δέντρα τους. Είχε μάθε ποια φέρνουν τη βροχή, πόσο γρήγορα θα ερχόταν η βροχή και πόσο θα βαστήξει, αν η βροχή θα ήταν ποτιστική ή αν θα ξεσπούσε με δύναμη και ορμή.

      Αν ήταν μόνος, ξάπλωνε καταγής για να βλέπει τον ουρανό πιο καλά. Όχι για πολύ όμως γιατί έπρεπε να πιάσει το μολύβι και το χαρτί, αλλά πού να τον φτάσουν τα χαρτιά, είχε γεμίσει όλα τα λευκά μέρη των βιβλίων, ο δάσκαλος όμως δεν τον μάλωνε, έκανε και τα διαδοχικά σχήματα των μορφών που έπαιρναν τα σύννεφα. «Ξέρω ποια αλλάζουν την εικόνα τους και είμαι έτοιμος, δύσκολα μου ξεφεύγουν, αλλά είναι και κάτι άλλο, θυμάμαι τις εικόνες τους και τις ζωγραφίζω μετά χωρίς να κάνω λάθη».

      Χρόνια πολλά μετά ο Φάνης, μεγάλος πια, σέρνει τα βήματά του στο ερημωμένο χωριό του. Λίγοι οι κάτοικοί του απέμειναν – ούτε καφενείο πια δεν υπάρχει – κανένας δεν ασχολείται πλέον με την ιδιοτροπία του, έτσι κι αλλιώς ο Φάνης πάντα εξυπηρετούσε όλους, είχε υποχρεώσει όλους με τα θελήματά του και με τη φροντίδα του.

      «Έμεινε μαγκούφης», έλεγαν καμιά φορά, αλλά το έλεγαν με έγνοια και ενδιαφέρον. Ο ίδιος συνεχίζει – όχι με το ίδιο πάθος είναι αλήθεια – να ζωγραφίζει σύννεφα. «Εγώ οικογένεια δεν έκανα, ίσως να μην ήμουνα και άξιος, δεν δοκίμασα, εδώ έμειναν ανύπαντροι τόσοι και τόσοι στο χωριό μας και στα γειτονικά χωριά. Και ξέρεις φίλε μου; Τώρα γράφω κιόλας για τα σύννεφα. Έχω γεμίσει το φτωχικό μου ζωγραφιές και γραψίματα. Αυτή είναι η κληρονομιά μου. Βλέπω κάθε τόσο τις παιδικές μου ζωγραφιές και νοσταλγώ εκείνους τους καιρούς. Εσείς ερχόσαστε από την Αθήνα και ψάχνετε να βρείτε διάφορα σημεία για να θυμηθείτε τα παλιά. Σίγουρα ήταν παράξενη η ζωή μου, μπορεί να είμαι και λίγο βαρεμένος όπως άκουσα κάποια μέρα μια θεια μου να λέει για μένα, αλλά ευτυχώς που υπάρχουν τα σύννεφα και μου έκαναν παρέα όλη μου τη ζωή…»

 

 

 

 

 

 

Οι παραπάνω φωτογραφίες είναι από: http://naxos365.blogspot.gr/2011/02/blog-post_5951.html

 

 

anekshghta.blogspot.com

 

 

www.otherside.gr

  1. Δεν υπάρχουν σχόλια.
  1. No trackbacks yet.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: