Αρχική > πολιτική > Ζητείται συνεργασία για διακυβέρνηση

Ζητείται συνεργασία για διακυβέρνηση

Alexander & the Queen of the Amazons, Thalestris, Johann Georg Platzer,

1704-1761

Του Νίκου Τσούλια

      Η κρίση έφερε μάλλον νομοτελειακά μέσω του αναπόφευκτου κομματικού κατακερματισμού στην πρώτη γραμμή της πολιτικής ατζέντας το ζήτημα της κυβερνητικής συνεργασίας. Πρόκειται για το πιο επίμαχο ζήτημα – μετά από εκείνο της οικονομικής κρίσης φυσικά -, που θα μας απασχολεί μόνιμα πλέον για τις ερχόμενες και τις μελλοντικές επερχόμενες βουλευτικές εκλογές.

      Μέχρι σήμερα δεν έχει δημιουργηθεί κάποια κουλτούρα κυβερνητικής συνεργασίας ή έστω κουλτούρα πολιτικών συνθέσεων ακόμα και για επιμέρους πολιτικά και κοινωνικά ζητήματα. Τα κόμματα εμφανίζονται να λειτουργούν ως αυτόνομες και αυστηρά οριοθετημένες νησίδες με εκφορά απόλυτα καθαρού κομματικού λόγου, που δεν επιδέχεται «τμήσεις» και «επαφές» και προφανώς ούτε και συνθέσεις με το λόγο των άλλων κομμάτων. Πρόκειται για μια πλήρως ανορθολογική σύλληψη της πολιτικής, για μια ανωριμότητα του πολιτικού μας συστήματος, για μια ανελεύθερη πολιτική σύλληψη της κοινωνικής πραγματικότητας.

      Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το ζήτημα της εμφάνισης αλλά και της ανάπτυξης του φασισμού στη χώρα μας και η παντελής έλλειψη μιας οργανωμένης και συνετής πολιτικής συζήτησης για την αντιμετώπιση του προβλήματος στα πλαίσια μιας δημοκρατικής πολιτείας που προασπίζει τα βασικά χαρακτηριστικά της. Αλλά επειδή ο κομματικός λόγος παράγεται και εκφέρεται μόνο για το κλειστό κομματικό ακροατήριο και ως εκ τούτου είναι βερμπαλιστικός και αυτο-αναφορικός και ιδεολογικά επιβεβαιωτικός και έκδηλα αυτάρεσκος, δεν αφήνει κανένα περιθώριο για οποιαδήποτε είδους ξένης πρόσφυσης. Υπάρχει και κάτι ακόμα πιο παρακμιακό. Αν ένα κόμμα «άλφα» δηλώσει ότι συμφωνεί με τη θέση του κόμματος «βήτα», τότε μπορούμε ακόμα να δούμε το «βήτα» κόμμα να τροποποιεί την πρότασή του ή να επινοεί διάφορα προσχήματα διαφυγής, για να μη συμπέσει με το άλλο κόμμα – εισβολέα στην κομματική καθαρότητά του.

      Πάντα στο πολιτικό μας στερέωμα εθεωρείτο ιεροσυλία η οποιαδήποτε συνεργασία μεταξύ των αντίπαλων κομμάτων, ιδιαίτερα δε μεταξύ των μεγάλων κομμάτων που είχαν και την ευθύνη της διακυβέρνησης, παρά το γεγονός ότι δεν τα χώριζε και καμιά αβυσσαλέα ιδεολογική «τάφρος». Στα αριστερά δε κόμματα κατίσχυε και κατισχύει η μαρξιστική καθαρότητα, όπου οποιαδήποτε αναθεωρητική πολιτική θέση – και όχι μόνο της σοσιαλδημοκρατίας – εθεωρείτο και θεωρείται πιο εχθρική από εκείνη των ιδεολογικά αντίπαλων κομμάτων. Έτσι, ο ρεφορμισμός συνάπτεται με το ξεπούλημα της αριστερής πολιτικής πρότασης. Αλλά οι καιροί αλλάζουν και τα μηνύματά τους δεν είναι τα ίδια και τα ίδια. Η χώρα βιώνει τη μεγαλύτερη σ’ όλη τη διάρκεια της μεταπολίτευσης κρίση και κανέναν πολίτη δεν τον ενδιαφέρει η όποια κομματική καθαρότητα παρά μόνο μια αποτελεσματική και χρηστή διακυβέρνηση .

      Υπάρχουν και τρία επιπλέον στοιχεία για την άρση αυτής της εκτός πραγματικότητας κομματικής συμπεριφοράς. α) Κανένα κόμμα δεν πρόκειται να αναδειχθεί αυτοδύναμο εφεξής και για το ορατό τουλάχιστον πολιτικό μέλλον όσες φορές και αν γίνουν ξανά και ξανά οι εκλογές. Και τότε τα κόμματα τι θα κάνουν, θα «σφυρίζουν» αδιάφορα; β) Μπορεί να ισχυριστεί κάποιο κόμμα σήμερα ότι έχει τη δυνατότητα να βγάλει τη χώρα από την βαθιά κρίση μόνο του, όταν γνωρίζει απλά και μόνο ότι η κοινωνική προβολή του είναι τόσο μικρή και μακριά από κάθε έννοια πλειοψηφίας, όταν γνωρίζει ότι απαιτείται και κάποιου είδος εθνικής ομοφωνίας για μια βιώσιμη προοπτική της οικονομίας της χώρας μας; γ) Μπορεί η χώρα μας να έχει διαπραγματευτική δύναμη στις συζητήσεις με τους εκπροσώπους των δανειστών χωρίς να έχει ισχυρή κοινωνική αναφορά και αντίστοιχη κοινοβουλευτική δυναμική, χωρίς να έχει πολιτική σταθερότητα και βιώσιμη πολιτική πρόταση με κάποια στοιχειώδη υπαρκτή προοπτική;

      Υπάρχουν όμως μερικά σημεία που λειτουργούν αντίστροφα από την προηγούμενη επιχειρηματολογία. Πρώτον, δεν μπορεί ένα κόμμα να δηλώνει προεκλογικά ότι θα συνεργαστεί με το χι ή το ψι κόμμα, γιατί κάτι τέτοιο θα ακύρωνε ή έστω θα υπονόμευε την εκλογική του απήχηση. Εδώ πρέπει να σημειωθεί ότι δεν απαιτείται μια τέτοια κίνηση τακτικής – προεκλογικής δέσμευσης – αλλά μια κουλτούρα συνεργασίας που δεν θα «αρνείται» βέβαια την ιδεολογία του κόμματος αλλά θα σχετικοποιεί τον κομματικό λόγο. Δεύτερον, οι συνεργασίες σε κυβερνητικό επίπεδο πάντα ζημιώνουν τους μικρότερους εταίρους και μπορούν να προκαλέσουν ρήγματα στην εκλογική συνοχή τους. Αυτή η εξέλιξη συνήθως συνδέεται με συμπράξεις που δε χαρακτηρίζονται από αμοιβαιότητα και από σεβασμό στην ταυτότητα του άλλου. Πρόκειται δηλαδή για σύμπτωμα αλαζονείας και επιβολής του κόμματος που επιδιώκει την απορρόφηση του άλλου εταίρου και δεν έχει καμιά σχέση με τον πολιτικό πολιτισμό των συνεργασιών και με την παραγωγή πολιτικής επί της ουσίας των μεγάλων κοινωνικών και εθνικών ζητημάτων.

      Τα κόμματα ως βασικοί θεσμοί της πολιτικής και του δημόσιου λόγου δεν είναι αυτοσκοποί των κοινωνικών εκφράσεών μας. Είναι φορείς άσκησης της πολιτικής, φορείς που αποσκοπούν στη διακυβέρνηση ενός τόπου. Και επ’ αυτών των πεδίων κρίνονται.

Edward Dodwell, South West View of the Erechtheion

  1. Δεν υπάρχουν σχόλια.
  1. No trackbacks yet.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: