Αρχική > Ελληνική Γραμματεία, λογοτεχνία > Στην κόψη του κωμικού

Στην κόψη του κωμικού

 

Μαρωνίτης Δημήτρης Ν., ΤΟ ΒΗΜΑ, 2.2.2014

Homer's Odyssey: Ulysses and the Sirens

This painting of Ulysses and the Sirens is based on Homer’s classic epic poem The Odyssey. The painting is from John William Waterhouse.

Συνεχίζω με τα ρέστα της περασμένης Κυριακής, επιμένοντας στο υβρεολόγιο που εισπράττει στην Οδύσσεια ο Οδυσσέας, παραμορφωμένος σε κουρελή ζήτουλα, από το απύλωτο στόμα πρώτα του Μελάνθιου και μετά της ομώνυμης αδελφής του Μελανθώς (ραψωδίες ρ και σ). Στο ενδιάμεσο ωστόσο η υβρεολογική δυάδα γίνεται τριάδα, με την κωμική παρέμβαση ενός απρόβλεπτου τώρα υβριστή, τη σύσταση του οποίου την αναλαμβάνει ο ίδιος ο ποιητής στην αρχή της δέκατης όγδοης ραψωδίας με ασυναγώνιστο οίστρο, που θα τον ζήλευε ο Αριστοφάνης.

Αντιγράφω σε μετάφραση:

«Βραδιάζοντας, εισβάλλει στο παλάτι άλλος ζητιάνος, / πασίγνωστος σ’ όλη την πόλη της Ιθάκης, ψωμοζήτης, / αχόρταγη κοιλιά, ο νους του πάντα στο φαΐ και στο πιοτό, / σώμα αμπτάλικο και πλαδαρό, παρότι μεγαλόσωμος, / σκαρί που χτύπαγε στο μάτι. / Αρναίος τ’ όνομά του – έτσι τον είπε καμαρώνοντας η μάνα του, / τη μέρα εκείνη που τον γέννησε. / Οι άλλοι ωστόσο, νέοι αυτοί κι ωραίοι, / όλοι τού κόλλησαν το παρατσούκλι Ιρος (Ιρις αρσενική) / έτσι που πάνω κάτω τρέχοντας μετέφερε μηνύματα, / κάθε φορά που κάποιος κάτι του ζητούσε./ Αυτός λοιπόν, με το που μπήκε, γύρευε με το ζόρι τον άλλον / να τον διώξει από το ίδιο του το σπίτι, με λόγια βάναυσα κι απανωτά, / που πέταξαν σαν τα πουλιά:

«Μακριά, γεράκο, από τούτο το κατώφλι, αλλιώς σερνάμενος θα βγεις/ από το πόδι. Τάχα δεν άκουσες πως όλοι εδώ μου κλείνουνε το μάτι, / με σπρώχνουν να σε κάνω καροτσάκι. / Κι όμως εγώ κομμάτι ντρέπομαι, γι’ αυτό σήκω και πάρε / δρόμο μόνος σου∙ αλλιώς το βλέπω μεταξύ μας / στα χέρια θα πιαστούμε»».

Ο Οδυσσέας προσπαθεί να τον καλμάρει, εξομοιώνοντας τη μοίρα του με τη δική του: ψωμοζήτης αυτός, ψωμοζήτης κι εκείνος, υπάρχει, λέει, χώρος και ψωμί και για τους δυο, δεν έχουν νόημα οι καβγάδες κι οι προκλήσεις. Καλά λοιπόν θα κάνει να το παίξει ισότιμα, αλλιώς μπορεί να την πατήσει, και να του βγει ανάποδα η κόντρα μεταξύ τους. Ο Ιρος-Ιρις όμως δεν το βάζει κάτω, βρίζει τώρα χειρότερα και απειλεί με αναμέτρηση.

Αντιγράφω πάλι:

«Κοίτα ο λιμάρης, πάει ροδάνι η γλώσσα του, στόμα γριάς / στην κάπνα βουτηγμένης. Αν όμως το αποφάσιζα / να τον ξυλοφορτώσω με τα δυο μου χέρια, ξεδοντιασμένος πια, / θα μάζευε απ’ το χώμα όλα του τα δόντια, τέτοιο γουρούνι που ‘ναι, / ρημάζοντας το ξένο καλαμπόκι./ Εμπρός λοιπόν ανασκουμπώσου, να δουν που θα παλέψουμε, όλοι τους ένα γύρο».

Στο σημείο αυτό μια παρένθεση, που ίσως ενδιαφέρει και κάποιους άλλους ομοιοπαθείς. Τον τελευταίο καιρό, πέρα από το ότι μεταφράζω περιπαθώς, αντιγράφω και ασύστολα: όχι μόνο άλλους (ποιητές κυρίως) αλλά και τον μεταφραστικό εαυτό μου. Που πάει να πει, έχω μπερδέψει τη μετάφραση με την αντιγραφή, εκτός κι αν πρόκειται για πονηρή εξίσωση. Αναρωτιέμαι δηλαδή μήπως η μετάφραση είναι εξ ορισμού μια μορφή αντιγραφής, και η αντιγραφή μια μορφή μετάφρασης. Αυτά για όσους πράγματι τους βασανίζει η σχέση φράσης και γραφής: όχι ως σχέση αμοιβαίας επίθεσης αλλά ως τρόπος αμυντικής συμμαχίας, που την επιβάλλουν τα χρόνια που περνούν ακάθεκτα, οδεύοντας προς τη σιωπή. Κλείνει εδώ η παρένθεση, και το γυρίζω τώρα στην παράφραση, όπου, όταν είναι στα καλά της, αποστάζει την κρίσιμη φράση πριν και μετά από τη μετάφραση, και την αντίστοιχη γραφή πριν και μετά την αντιγραφή της.

Ακούγοντας λοιπόν και βλέποντας την κόντρα ντόπιου και ξένου ζήτουλα ο Αντίνοος μυρίζεται μεγάλο γλέντι και τους ξεσηκώνει να λύσουν τη διαφορά τους πυγμαχώντας, τάζοντας έπαθλο δελεαστικό: ο νικητής θα χορτάσει, τραβώντας από την πυροστιά ελεύθερα ψημένες κοιλιές γιδίσιες. Ο Οδυσσέας, νηστικός απ’ το πρωί, δηλώνει πρόθυμος, και ο Ιρος φαντάζεται πως έπιασε κιόλας την καλή. Μόλις ωστόσο ο Οδυσσέας μαζεύει τα ράκη του γύρω στα αχαμνά του, αποκαλύπτοντας τα στιβαρά μεριά του, τις φαρδιές του πλάτες και τα γερά του μπράτσα (βάζει λίγο το χέρι της κι η Αθηνά), ο Ιρος-Ιρις ετοιμάζεται να το βάλει στα πόδια. Αλλά ο Αντίνοος με τη σειρά του τον βρίζει τώρα και τον απειλεί: «Βοϊδάλογο, καλύτερα να πέθαινες ή να μην είχες γεννηθεί, / που τρέμεις τώρα και κακάρωσες μπροστά σ’ αυτόν τον γέρο».

Οπότε η πυγμή αρχίζει: βαράει πρώτα ο Ιρος τον Οδυσσέα ανώδυνα στον ώμο, αλλά με μια γερή γροθιά που δέχεται μετά ο ίδιος στον σβέρκο, κάτω από το αφτί, σπάζουν τα κόκαλα και μπουκώνει το στόμα του με αίμα. Ετσι αιμόφυρτο τον σέρνει ο Οδυσσέας από το πόδι στην έξω αυλή, του βάζει κι ένα ραβδί στο χέρι και τον αφήνει εκεί σαν σκιάχτρο. Ζητωκραυγάζουν τότε οι μνηστήρες, έτοιμοι να σηκώσουν τον Οδυσσέα στα χέρια, εκείνος όμως το φιλοσοφεί: «Από τον άνθρωπο δεν τρέφει η γη τίποτα πιο ευάλωτο […] Αλλάζει ο νους του ανθρώπου / που σέρνεται σ’ αυτή τη γη, ανάλογα του πώς αλλάζει τη ζωή του ο Δίας».

Αυλαία ως την άλλη Κυριακή, οπότε ελπίζω να λυθούν και κάποιες σοβαρές απορίες, όπως: τι γυρεύουν σ’ ένα ηρωικό έπος αυτές οι «χοντροκοπιές»;

An illustration from The Odyssey

The instruments used – such as lyre and reed-pipes – are known from, paintings and archaeological remains, such as this illustration from The Odyssey by Homer

  1. Δεν υπάρχουν σχόλια.
  1. No trackbacks yet.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: