Αρχική > πολιτική > Δεξιά και Ακροδεξιά στην εποχή της κρίσης

Δεξιά και Ακροδεξιά στην εποχή της κρίσης

 

 

Υπόθεση Μπαλτάκου: υπόγειες διαδρομές και φανερές συγκλίσεις

 

ΤΟ ΒΗΜΑ, 06/04/2014

Γεωργιάδου Βασιλική

Ανάρμοστες σχέσεις στοργής

Στις ευρωπαϊκές δημοκρατίες της πρώτης μεταπολεμικής περιόδου, οι σχέσεις Δεξιάς και Ακροδεξιάς (όποια σημασία και αν προσλαμβάνουν οι όροι) παρέμειναν διακριτές, παρότι δεν έλειψαν και οι συνέργειες. Η Ακροδεξιά γινόταν αντιληπτή σαν ένα κακόφημο περιθώριο που σε χώρες όπως η Ιταλία, η Γερμανία και η Αυστρία έβγαινε απευθείας από τη μήτρα του φασισμού και του ναζισμού. Παρότι μια τέτοια Ακροδεξιά εφάρμοζε τη διπλή τακτική της πρόκλησης εντάσεων κατά του δημοκρατικού καθεστώτος και της προσπάθειας εργαλειακής ενσωμάτωσής της σε αυτό, οι δυνάμεις της παραδοσιακής Δεξιάς παρέμεναν από διστακτικές έως αρνητικές στο φλερτ των χωρικά όμορων γειτόνων τους.

Από τα μέσα της δεκαετίας του 1960, το τοπίο στο δεξιό υποπεδίο ξεκαθαρίζει περισσότερο, με την κατεστημένη Δεξιά να κινείται στο ευρύτερο κέντρο του ιδεολογικοπολιτικού άξονα. Η πολυσυλλεκτική δυναμική της αφήνει μικρά περιθώρια στην Ακροδεξιά να κατακτήσει μια θέση πιο διακριτή από εκείνη ενός φθίνοντος περιθωρίου. Η στάση μιας σαφούς διάκρισης Δεξιάς και Ακροδεξιάς ανατρέπεται στη δεκαετία του 1980, όταν κόμματα της κατεστημένης Δεξιάς ανοίγονται στα ακροδεξιά μορφώματα και τα χρησιμοποιούν ως δεξαμενές άντλησης ψηφοφόρων στην αναμέτρησή τους με την Αριστερά. Αλλά και δυνάμεις της τελευταίας θα επιχειρήσουν να βελτιώσουν τις συνθήκες πολιτικών ευκαιριών της Ακροδεξιάς (όπως έκανε ο Μιτεράν στη Γαλλία με την αλλαγή του εκλογικού νόμου το 1986) προκειμένου να περιορίσουν τις δυνάμεις της Κεντροδεξιάς δυσκολεύοντας την επάνοδό της στην εξουσία.

Οσον αφορά την εγχώρια Δεξιά μετά το 1974, η Νέα Δημοκρατία επινόησε μια υβριδική πατέντα στις σχέσεις της με τον ακροδεξιό θύλακο, επιδιώκοντας να διασφαλίσει και την ενότητα της δεξιάς παράταξης και τη διακριτότητα των μετριοπαθών δεξιών από τους ακραίους. Στις εκλογές του 1981, τοποθετήθηκαν μεν δυνάμεις μιας παλιάς Ακροδεξιάς που προέρχονταν από τους κόλπους της Εθνικής Παράταξης στα ψηφοδέλτια της ΝΔ, αγνοήθηκε όμως το υπερεθνικιστικό, αντικομμουνιστικό και φιλομοναρχικό αφήγημά τους από την ατζέντα της έως τότε κυβερνώσας παράταξης. Η ένταξη των ακροδεξιών στη ΝΔ ήταν αποτέλεσμα μιας τακτικής που συνδύαζε την εκλογική απορρόφηση της Ακροδεξιάς από την κατεστημένη Δεξιά, συγχρόνως με τη διάκριση της τελευταίας από τα ιδεολογικά φορτία της πρώτης.

Στη ΝΔ δεν βρήκαν καταφύγιο μόνο δυνάμεις της Εθνικής Παράταξης, αλλά και περιβάλλοντα «εθνικοφρόνων» (αντικομμουνιστές, βασιλόφρονες, φιλοχουντικοί), που σε όλη τη μετεμφυλιακή εποχή προτιμούσαν την ομπρέλα μιας ενιαίας δεξιάς παράταξης. Το σχήμα αυτό της συστέγασης Δεξιάς και Ακροδεξιάς ήταν λειτουργικό για όσο διάστημα πολωτικές διαιρέσεις καθόριζαν τον κομματικό ανταγωνισμό. Η ΝΔ, ως ηγεμονικό κόμμα της όλης Δεξιάς, φάνηκε δυσκίνητο ενώπιον των απαιτήσεων ενός κεντρομόλου κομματικού ανταγωνισμού, με το ΠαΣοΚ να έχει πλασαριστεί καλύτερα στις κεντρώες θέσεις. Μετά την οριακή ήττα του στις εκλογές του 2000, ο Κώστας Καραμανλής υιοθέτησε ως όχημα της μετακίνησης της παράταξης στον «μεσαίο χώρο» ένα νέο υβρίδιο πολιτικής απέναντι στην ακροδεξιά συνιστώσα: ενσωμάτωσε μεν στην κομματική ατζέντα θέσεις της λαϊκιστικής Ακροδεξιάς (άσκηση βέτο για ένταξη της FYROM στο ΝΑΤΟ, αμφίσημη στάση στο θέμα της αναγραφής του θρησκεύματος στις ταυτότητες, καταγγελία νομιμοποιήσεων μεταναστών), διαγράφοντας από τη ΝΔ τον πρωτεργάτη της εθνικολαϊκιστικής Δεξιάς Γ. Καρατζαφέρη. Η νέα στρατηγική ενίσχυε τη ΝΔ έναντι του ΠαΣοΚ, ενώ διεύρυνε τα όρια της δεξιάς παράταξης.

Η θέση της Ακροδεξιάς ως «οριακού περιθωρίου» εντός της δεξιάς παράταξης ανατρέπεται μετά την ανάληψη της ηγεσίας της ΝΔ από τον Αντώνη Σαμαρά. Η Ακροδεξιά αισθάνεται ότι ήρθε η ώρα να πάρει ρεβάνς από τη (νεο)φιλελεύθερη συνιστώσα. Παρωχημένες υπερεθνικιστικές αντιλήψεις μιας ακροδεξιάς υποκουλτούρας (από το Δίκτυο 21 έως το περιοδικό «Patria») βρίσκουν – τυπικά ή άτυπα – θέση στη ΝΔ. Το κόμμα μετακινείται συνειδητά από τη διεκδίκηση του μεσαίου χώρου στον στόχο της επανακατάκτησης της ενότητας της κατακερματισμένης εθνικοριζοσπαστικής Δεξιάς. Πριν από τις εκλογές του 2012 η ΝΔ είχε αυτοβούλως εγκαταλείψει τον κεντρώο χώρο, με αποτέλεσμα οι δυνάμεις της να φυλλορροούν εξαιτίας των τεκτονικών μετατοπίσεων ψηφοφόρων που σημειώθηκαν τον Μάιο του 2012. Παρά το ξεκάθαρο δεξιό προφίλ που καλλιεργήθηκε στη ΝΔ μετά την εκλογή του Α. Σαμαρά στην ηγεσία της, οι απώλειές της ήταν μεγάλες προς μορφώματα που τοποθετούνται στα δεξιά της (ΑΝΕΛΛ, ΛΑΟΣ, Χρυσή Αυγή), προς τα οποία διέρρευσε το 25% με 30% της εκλογικής της δύναμης του 2009.

Η ύπαρξη ενότητας στη ΝΔ, η οποία εκτείνεται από το Κέντρο μέχρι τα άκρα του δεξιού πόλου, δημιουργεί συνοχή στην κεντροδεξιά παράταξη. Οταν, όμως, το Κέντρο της αποσαθρώνεται, αποσυντίθεται το κεντροδεξιό οικοδόμημα συνολικά. Η άνοδος της Χρυσής Αυγής ευνοήθηκε από τη δεξιά στροφή της ΝΔ, αν και η εκλογική άνοδος του φιλοναζιστικού μορφώματος δεν αποτελεί μόνο ευθύνη της Δεξιάς. Η εναντιωματική πολιτική ατζέντα («αντιμνημόνιο»), ο σκληρός αντιευρωπαϊσμός, το έξαλλο στυλ πολιτικής διαμαρτυρίας, αντικομματικών και αντικοινοβουλευτικών τοποθετήσεων, η διαθεσιμότητα για τη βία ή η ανοχή της καλλιέργησαν ένα ευνοϊκό έδαφος για την άνοδο στην πολιτική σκηνή ενός κόμματος-υπερπολλαπλασιαστή όλων των παραπάνω. Η εκκένωση του Κέντρου από κόμματα, πολιτικές και ψηφοφόρους συντηρεί εκλογικά τη Χρυσή Αυγή και είναι τουλάχιστον αφέλεια να πιστεύει κανείς ότι αυτή θα εξαφανιστεί με τρικ και εισοδισμό πολιτικών παραγόντων.

Η κυρία Βασιλική Γεωργιάδου είναι αναπληρώτρια καθηγήτρια Πολιτικής Επιστήμης στο Πάντειο Πανεπιστήμιο.

 

Καλοκαιρινός Αλέξης

Μη συζητάς με τα ποντίκια

«Μη μιλάς με χρυσαυγίτες». Αν αυτό είναι το ηθικό δίδαγμα από την κατάληξη των πρόσφατων «ιδιωτικών» συνομιλιών για το επιτελείο του Πρωθυπουργού, τότε οι άνθρωποι δεν μπήκαν στο νόημα. Το ζήτημα είναι να μην έχεις τίποτα να πεις με χρυσαυγίτες. Αν έχεις, αργά ή γρήγορα θα μιλήσεις μαζί τους.

Για πολλούς από μας υπάρχει ένα παράδοξο Σαμαρά. Ο Πρωθυπουργός των τελευταίων 20 μηνών δεν είναι ακριβώς ο πολιτικός που είχε καταγραφεί στη συνείδησή μας από τις αρχές της δεκαετίας του ’90. Η ηγεσία της κυβέρνησης δεν ασκείται από έναν σκληροπυρηνικό δεξιό, αμετακίνητο εθνικιστή αλλά από έναν μετριοπαθή ρεαλιστή με αξιοσημείωτη στοχοπροσήλωση. Οι πολιτικοί κουβαλάνε τις αντιφάσεις τους. Ως ένα σημείο οι αντιφάσεις είναι λειτουργικές στην πολιτική, όπως και στην κοινή ζωή. Οι ρεαλιστικές προσαρμογές δεν αίρουν τον κυνισμό του πολιτικού όντος – αντίθετα, είναι μια εκδήλωσή του. Η πολιτική χρειάζεται σκληρότητα, χρειάζεται και εναλλακτικές. Διαφορετικές ομάδες συνεργατών αναπτύσσουν διαφορετικά σενάρια. Αλλά ο κίνδυνος αυξάνεται όταν οι διαφορετικές ομάδες παίζουν παιχνίδια σε διαφορετικά ταμπλό. Ο κ. Σαμαράς υφίσταται τις συνέπειες.

Η συνολική αποτίμηση του κυβερνητικού έργου είναι πρόωρη, αλλά η ως τώρα διακυβέρνηση Σαμαρά είχε και τις φωτεινές στιγμές της. Μία απ’ αυτές είναι η διαβίβαση του συνόλου των δικογραφιών της Χρυσής Αυγής από τον υπουργό Δημόσιας Τάξης στην Εισαγγελία του Αρείου Πάγου: πράξη θεσμικά άμεμπτη και με διαυγή πολιτική ανάγνωση, έθεσε σε κίνηση τη Δικαιοσύνη προς τον χαρακτηρισμό του ναζιστικού κόμματος ως εγκληματικής οργάνωσης. Κίνηση ήδη αποτελεσματική και με καταλυτικότερα αποτελέσματα προσεχώς. Ορισμένα ποντίκια πηδάνε από το σκάφος και όλα τσιρίζουν πανικόβλητα.

Είναι λάθος να συζητάς με τα ποντίκια. Αλλά είναι και λάθος να κάθεσαι να τα ακούς. Ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης πήρε την προφύλαξη να χαρακτηρίσει στις δηλώσεις του το ναζιστικό κόμμα «εγκληματική οργάνωση». Στις ίδιες δηλώσεις ζητούσε την αποπομπή του υπουργού Δημόσιας Τάξης, ο οποίος ονομάζεται ως κατασκευαστής της κατηγορίας στο βίντεο του χαφιεδάκου που διεκδικεί τον Δήμο Αθηναίων. Εχει και ο κ. Τσίπρας τις αντιφάσεις του. Αλλά ο κοινοβουλευτικος εκπρόσωπος του ΣΥΡΙΖΑ τον ξεπερνά: «Δεν πρόκειται για αντισυστημική δύναμη (…), δεν είναι αντιμνημονιακή δύναμη, είναι βαθύτατα συστημική δύναμη» δήλωσε για τη Χρυσή Αυγή από το βήμα της Βουλής. Ο κ. Λαφαζάνης συμφωνεί με τον κ. Μπαλτάκο. Και οι δύο σφάλλουν εξίσου, ακόμη και αν καταλήγουν στο ίδιο συμπέρασμα από αντίθετους δρόμους.

Το τόλμημα και η επιτυχία του κ. Δένδια είναι να θέσει τους ναζί στο πυρ το εξώτερον. Και πριν από τον Δένδια όμως και τώρα το πολιτικό σύστημα δυσκολεύεται να τους αποβάλει. Χειρότερα, είναι απρόθυμο να το κάνει. Το ερώτημα που τίθεται τώρα είναι κυρίως αυτό: Θα συνεχίσουν οι ναζί να αναγνωρίζονται ως συντελεστής της πολιτικής ζωής του τόπου, όπως διακαώς επιθυμούν; Μπορούν οι υπόλοιποι να λύσουν τους πολιτικούς λογαριασμούς τους χωρίς τους χρυσαυγίτες; Αν το πολιτικό μας σύστημα μπορεί να συνεχίσει την πολιτική αντιπαράθεση εξοβελίζοντας το καρκίνωμα του ναζισμού, τότε θα έχουμε μια ένδειξη κανονικότητας. Αλλά είναι ενδημική αδυναμία του πολιτικού μας συστήματος να μην αναγνωρίζει τον εαυτό του στην κανονικότητα. Σε ομαλές συνθήκες η πολιτική αντιπαλότητα ασκείται στο έδαφος κοινών θεμελιωδών παραδοχών. Το ελληνικό σύστημα όμως αντιστέκεται στη συστημικότητα.

Τα διπλά παιχνίδια βλάπτουν το καθένα από τα δύο μεγαλύτερα κόμματα περισσότερο απ’ όσο η ευθεία μεταξύ τους πολιτική αντιπαράθεση. Αλλά και οι μικρότεροι παίκτες ενσωματώνουν τον ναζιστικό συντελεστή κατά δύναμιν. Η μικρή ΔΗΜΑΡ «δικαιώθηκε» επιτέλους για την αποχώρησή της από την κυβέρνηση και – φαίνεται – για την επιστροφή της σε μια δίκαιη εκλογική απήχηση. Το μικρό ΠαΣοΚ «δικαιώθηκε» για την ψιθυριστή δυσφορία του με τον τότε Γραμματέα της κυβέρνησης, του οποίου την αντικατάσταση όφειλε και ασφαλώς μπορούσε να έχει επιβάλει. Του κ. Παπανδρέου η δικαίωση είναι μια πιο συγκεχυμένη υπόθεση, φαίνεται όμως ότι περνάει από την πτώση της κυβέρνησης ελέω Κασιδιάρη.

Το περιεχόμενο των επόμενων βίντεο είναι ένα μυστικό που επί του παρόντος μοιράζονται οι χρυσαυγίτες με τους νεοδημοκρατικούς διαύλους που έχουν πρόσβαση και αναφορά στην ηγεσία του κόμματος. Αυτό από μόνο του είναι ένα μεγάλο δυστύχημα για τον κ. Σαμαρά και οφείλει να το αναγνωρίσει ρητά.  Αν, από τη μεριά τους, οι πολιτικοί εταίροι και αντίπαλοί του μπορούσαν να συμφωνήσουν στον καταλογισμό της πολιτικής ευθύνης, η πολιτική ζωή του τόπου μπορεί να πάει παρακάτω: ο Πρωθυπουργός ευθύνεται για το γεγονός ότι τοποθέτησε και διατήρησε στη θέση του τον συγκεκριμένο γραμματέα της κυβέρνησης με τη συγκεκριμένη δραστηριότητα. Αλλά το περιεχόμενο των συνομιλιών δεν μπορεί να καθορίζει την πολιτική τους παρά μόνο με τίμημα να καθίστανται οι ναζιστές ρυθμιστές του πολιτικού βίου. Και αυτό δεν αντέχεται για τη χώρα.

Ο κ. Αλέξης Καλοκαιρινός διδάσκει στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Κρήτης.

 

Τσούκας Χαρίδημος Κ.

Ως πότε θα έχουμε Μπαλτάκους;

Αν θέλεις να μάθεις τι πιστεύει κάποιος (ιδιαίτερα ένα δημόσιο πρόσωπο), δεν αρκείσαι στη δημόσια ομιλία του. Το τι λέει δεν αντανακλά πάντοτε αυτό που σκέπτεται. Η «προσκηνιακή» συμπεριφορά, υποκείμενη στις δεσμεύσεις και στις απαιτήσεις του ρόλου, είναι αναπόφευκτα σκηνοθετημένη, ενώ η «παρασκηνιακή», καθ’ ότι πιο χαλαρή, χωρίς την παρουσία «επίσημου» ακροατηρίου, είναι πιο αποκαλυπτική. Αλλιώς, π.χ., μιλάς (δημοσίως) στους πελάτες σου και αλλιώς μιλάς (ιδιωτικά) για τους πελάτες σου.

Η συνομιλία Μπαλτάκου – Κασιδιάρη είναι ένα κλασικό παράδειγμα «παρασκηνιακής» συμπεριφοράς η οποία απο-καλύπτει πώς ο θεσμικός ομιλητής αντιλαμβάνεται τον ρόλο του. Κατά πρώτο λόγο, δεν θα χρησιμοποιούσε ποτέ δημοσίως ο Γραμματέας του Υπουργικού φαλλική φρασεολογία λαχαναγοράς («τους γά…σε τα πρέκια», «της πουτ…ς» κτλ.). Ο ρόλος του θα τον απέτρεπε, η «παράσταση» θα ήταν σκηνοθετημένη. Στην «παρασκηνιακή» συνομιλία του όμως ήταν πιο χαλαρός και κατά τούτο πιο αυθεντικός. Τι απο-καλύπτεται, λοιπόν, για το ποιόν του ανδρός, πέρα από τις βωμολοχίες;

Εκτός από το ότι επιβεβαιώνει την οικειότητα (ίσως και συμπάθεια;) του κ. Μπαλτάκου με τον υπόκοσμο της κοινοβουλευτικής Χρυσής Αυγής, η «παρασκηνιακή» συνομιλία αποκαλύπτει τον χαρακτήρα του ανθρώπου. Ο κ. Μπαλτάκος μιλάει ανοίκεια για τον (στενό φίλο του) Πρωθυπουργό, αποστασιοποιείται από την κυβερνητική πολιτική για τους νεοναζί (την οποία εκ του ρόλου του είναι υποχρεωμένος να υπηρετεί) και συκοφαντεί (ή «καρφώνει» – διαλέγετε και παίρνετε) τους υπουργούς Αθανασίου και Δένδια και την εισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κουτζαμάνη. Απέναντι σε έναν υπόδικο, τραμπούκο βουλευτή ο Γραμματέας τού ΥΣ ενεργεί σαν ιδιοτελής πληροφοριοδότης!

Γιατί το κάνει αυτό; Σε μετέπειτα δημόσιες δηλώσεις του ο κ. Μπαλτάκος αιτιολογεί την «παρασκηνιακή» στάση του λέγοντας πως είπε ό,τι είπε για να «απαλλαγεί από τις πιέσεις βουλευτών της ΧΑ»! Προσέξτε τον ασπόνδυλο -αμοραλιστικό χαρακτήρα του Γραμματέα: όχι μόνο νοιάζεται για τους χαρακτηρισμούς που του αποδίδουν διάφοροι αλητήριοι Κασιδιώταροι, αλλά, για να προστατεύσει υποτίθεται τον εαυτό του, δεν διστάζει να συκοφαντήσει (ή να «καρφώσει» – διαλέγετε και παίρνετε) προβεβλημένους υπουργούς, τους οποίους εκ του ρόλου του υποχρεούται να υπηρετεί! Ο άνθρωπος δεν αποδεικνύει μόνο πόσο ηθικά ασπόνδυλος είναι αλλά δείχνει και πρωτοφανή έλλειψη κρίσης. Κι όμως ένα τέτοιο άτομο επελέγη από τον κ. Σαμαρά για τη σημαντική θέση του Γραμματέα τού ΥΣ!

Γιατί επελέγη; Μα ήταν ο «κολλητός» του Πρωθυπουργού για πάνω από 30 χρόνια! Είναι επαρκές προσόν αυτό; Εδώ είμαστε πάλι! Στο μεταοθωμανικό πολιτικό σύστημά μας το «κολλητιλίκι» (προσωπικό, κομματικό, φατριαστικό) είναι το βασικότερο προσόν για να καταλάβεις υπεύθυνη δημόσια θέση. Η υπόθεση Μπαλτάκου είναι ένα ακόμη σύμπτωμα της ανίατης παθογένειας της χώρας: της κομματοκρατικής-αναξιοκρατικής πολιτικής κουλτούρας που τη διαπερνά.

Ολοι οι πρωθυπουργοί τα τελευταία 40 χρόνια διορίζουν γραμματείς τού ΥΣ τους «κολλητούς» τους-εμπίστους να τους κάνουν τις «δουλειές». Το σύστημά μας δεν διαθέτει θεσμικά αντίβαρα. Δεν υπάρχουν στην Ελλάδα αντίστοιχοι Sir Humphrey – κομματικά ανεξάρτητοι, υψηλόβαθμοι δημόσιοι λειτουργοί με θεσμική επιρροή, όπως λ.χ. στη Βρετανία και στη Βόρεια Ευρώπη γενικότερα. 

Δείτε το βρετανικό σύστημα και συγκρίνετέ το με το δικό μας. Στα βρετανικά υπουργεία υπάρχουν μόνιμοι υφυπουργοί (η θεσμική μνήμη του κράτους). Ο Γραμματέας τού ΥΣ είναι μόνιμος δημόσιος λειτουργός, επικεφαλής της δημόσιας διοίκησης, υπεύθυνος για τη λειτουργία της κυβέρνησης συνολικά, συμπεριλαμβανομένης της τήρησης του δρακόντειου Κώδικα Δεοντολογίας (Ministerial Code) που διέπει τη συμπεριφορά των υπουργών. Ενας τέτοιος άνθρωπος, αντιλαμβάνεστε, δεν είναι στο τσεπάκι του εκάστοτε πρωθυπουργού, λειτουργεί ως θεσμικό αντίβαρο στην πολιτική εξουσία και δεν μεριμνά για τον «επαναπατρισμό» ψήφων στο κόμμα του, όπως υπερηφανευόταν ότι έκανε ο θλιβερός κ. Μπαλτάκος, αλλά είναι αυστηρά προσηλωμένος στις τεράστιες απαιτήσεις του θεσμικού ρόλου του.

Οι σοβαρές χώρες διοικούνται από αξιοκρατικά επιλεγμένους δημόσιους λειτουργούς. Οι  βλαχοδημοκρατίες διοικούνται από Μπαλτάκους! Ως πότε, Θεέ μου;

 

Ο κ. Χαρίδημος Κ. Τσούκας (htsoukas@gmail.com) είναι καθηγητής στα Πανεπιστήμια Κύπρου και Warwick.

 

 

  1. Δεν υπάρχουν σχόλια.
  1. No trackbacks yet.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: