Αρχική > πολιτική > Ιστορική η απόφαση των δύο ανακριτριών κατά της Χρυσής Αυγής

Ιστορική η απόφαση των δύο ανακριτριών κατά της Χρυσής Αυγής

 

 

Του Νίκου Τσούλια

      Θεωρώ ότι η απόφαση των δύο εφετών – ανακριτριών Ιωάννας Κλάπα και Μαρίας Δημητροπούλου-Ανδρεάδου να στείλουν στο εδώλιο όλη την Κοινοβουλευτική ομάδα της Χρυσής Αυγής με το αίτημά τους για άρση της ασυλίας όλων των βουλευτών της, κατηγορώντας τους για ένταξη και συμμετοχή στη δράση της εγκληματικής δράσης της νεοναζιστικής οργάνωσης, όπως αυτή εκδηλώνεται εδώ και αρκετά χρόνια, είναι ιστορική με την απόλυτη έννοια του όρου.

      Και δεν πρόκειται για δήθεν έλλειψη ανεκτικότητας και πλουραλισμού που εξ ορισμού χαρακτηρίζει μια δημοκρατία, όπως θέτουν το όλο ζήτημα μερικοί αριστεροί κυρίως πολιτικοί. Πρόκειται για ευθεία πρόθεση ανατροπής του δημοκρατικού καθεστώτος. Και προφανώς δεν έχει καμιά μα καμιά σημασία αν αυτή η πρόθεση έχει την αντικειμενική δυνατότητα να πραγματοποιηθεί. Πρόκειται για έγκλημα κατά τη δημοκρατίας, όπως πολύ ορθά σημειώνει η «ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ» (22.2.2014) στο κύριο άρθρο της.

      Πιο συγκεκριμένα η ίδια εφημερίδα σημειώνει. «Αυτό που επισημαίνεται είναι η αίσθηση του μίσους κατά της Δημοκρατίας και των δημοκρατικών θεσμών, το οποίο διαπερνά όλα τα στελέχη της Χρυσής Αυγής, από τον αρχηγό τους Ν. Μιχαλολιάκο έως τα κατώτερα. Μίσος που αποτυπώνεται στους πύρινους λόγους κατά των εχθρών της φυλής, των Εβραίων, αλλά και κατά της Βουλής. Είναι χαρακτηριστικό το απόσπασμα εκείνο των συνομιλιών δύο στελεχών τα οποία αποδέχονται ότι είναι ναζιστές. Ομολογούν ότι εκμεταλλεύονται τη νομιμότητα που τους παρέχει η κοινοβουλευτική ασυλία και απεργάζονται σχέδια ανατροπής του δημοκρατικού πολιτεύματος. Αυτό δείχνουν οι δηλώσεις ότι σκοπός τους είναι να γκρεμίσουν εκ βάθρων το κτήριο της Βουλής! Στις αποκαλυπτικές συνομιλίες αποτυπώνεται ο τρόπος δράσης των ταγμάτων εφόδου της νεοναζιστικής εγκληματικής οργάνωσης και κυρίως οι επιθέσεις τους σε ανυποψίαστους μετανάστες, τους οποίους και ξυλοκοπούσαν, έτσι για να διασκεδάσουν και εκτονωθούν».

      Υπάρχει μια σχετική αφέλεια επί του θέματος. Θεωρείται ότι αφού η ελληνική δημοκρατία έχει ισχυροποιηθεί κατά τη μεταπολιτευτική περίοδο δεν απειλείται από κανέναν εχθρό της. Αυτή είναι κατ’ αρχήν μια σωστή προσέγγιση. Αλλά αυτό δεν παραπέμπει σε μια θεώρηση που θα δέχεται ότι η ευθεία και ομολογημένη φραστικά και επιδιωκόμενη με πράξεις επιθετικότητας κατά της δημοκρατίας δεν θα αντιμετωπίζεται. Μια τέτοια θεώρηση είναι αντι-ιστορική. Από πού ως πού μπορεί να σημειώνεται ότι η πορεία της χώρας μας είναι ντετερμινιστικά προσδιορισμένη για μια συνεχή δημοκρατική εξέλιξη χωρίς δυνατότητα ανατροπής αυτής της πορείας; Ο σημερινός κόσμος είναι σε φάση έντονων μετασχηματισμών και τίποτα δεν θυμίζει τις δεκαετίες 1960 έως και 1990, όπου ένας διπολισμός και μάλιστα εκπνέων ήταν το κυρίαρχο και εύκολα προσεγγίσιμο διεθνές σκηνικό. Ας αναρωτηθούμε από κάποια παραδείγματα άλλων ευρωπαϊκών χωρών. Περίμενε κανείς τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας και μάλιστα με αυτό τον σκαιό και βάρβαρο τρόπο ένα χρόνο πριν αρχίσουν οι εχθροπραξίες; Θυμάμαι ότι ο πρώτος που έκανε μια σχετική ανάλυση ήταν ο Μιχάλης Ράπτης στην εφημερίδα «ΤΑ ΝΕΑ» και προκάλεσε μάλλον ειρωνικά σχόλια. Αλλά όταν συνέβη το γεγονός, μετά ξεχάσαμε την ανάλυση του Πάμπλο. Περίμενε κανείς τον εμφύλιο πόλεμο που γίνεται μπροστά στα μάτια μας σήμερα στην Ουκρανία; Η μελέτη της ιστορίας είναι μια πολύ δύσκολη υπόθεση και δεν ανάγεται στις πρόχειρες πολιτικές αναλύσεις.

      Η στάση της πολιτείας μας απέναντι στους εχθρούς της Δημοκρατίας έχει και παιδαγωγικό χαρακτήρα. Αν η νομιμότητα που πρέπει να εμπνέει μια δημοκρατία είναι μια υπόθεση θεωρητική και δεν απασχολεί την ίδια τη συντεταγμένη πολιτεία, τότε είναι προφανές ότι το θεσμικό και νομοθετικό πλαίσιο δεν έχει υλική βάση και πολιτική – κοινωνική αναφορά και αποτελεί απλώς μια «έκθεση ιδεών». Αλλά τότε ποιο είναι το περιεχόμενο και ποια η στοχοθεσία της δημοκρατίας; Και αν διαβρωθεί το δημοκρατικό πολίτευμα από τα επαναλαμβανόμενα γεγονότα της ανομίας και των εγκλημάτων και των δολοφονιών, τότε θα ισχυριστούμε (ποιοι άραγε;) ότι η δημοκρατία ήταν γενικά και αόριστα μόνο υπόθεση των πολιτών;

      Αν κάποιος μας έλεγε πριν από δέκα χρόνια ότι στη χώρα μας θα υπήρχε μια οργάνωση που θα δολοφονούσε ανθρώπους μόνο και μόνο γιατί ήταν πολιτικά αντίθετοι, ότι θα αντικαθιστούσε εν μέρει την αστυνομία, ότι θα έκανε επαναλαμβανόμενες εφόδους κατά των μεταναστών, ότι θα δολοφονούσε μετανάστες ατιμωρητί, ότι θα καθόριζε αυτή με τα δικά της μη νόμιμα κριτήρια ποιοι είναι Έλληνες και ποιοι δεν είναι, δεν νομίζω ότι θα γινόταν πιστευτός και μάλλον θα τον περιγράφαμε ως γραφικό.

      Και τι έγινε τελικά; Ζήσαμε και ζούμε όλο αυτό το φασιστικό σκηνικό και δεν εναντιωνόμαστε και ούτε καν απορούμε, αλλά δικαιολογούμε τη στήριξη προς αυτή την κατεύθυνση ενός μέρους της κοινωνίας μας γιατί «είναι θυμωμένο και οργισμένο και αγανακτισμένο» κατά του διεφθαρμένου πολιτικού συστήματος! Και εμείς όλοι οι άλλοι που «δεν είμαστε αγανακτισμένοι» παρακολουθούμε το σκηνικό των κάθε λογής φασιστοειδών να αμαυρώνουν την ελληνική κουλτούρα και την ελληνική γλώσσα και την ελληνική δημοκρατία και ισχυριζόμαστε ότι η τήρηση της νομιμότητας και της δημοκρατίας είναι μια θεωρητική υπόθεση και όχι συντεταγμένη ευθύνη του ίδιου του πολιτεύματός μας που εκφράζει την κοινωνία μας και το λαό μας…

      Θεωρώ ότι η απόφαση των δύο ανακριτριών είναι ιστορική απόφαση. Είναι απόφαση νομιμότητας και εθνικής και συλλογικής συνείδησης. Είναι απόφαση δημοκρατίας και ελευθερίας και πρέπει να γίνει σύμβολο και σηματωρός για όλους μας, για πολιτεία και πολίτες.

 

  1. Δεν υπάρχουν σχόλια.
  1. No trackbacks yet.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: