Αρχική > φιλοσοφία > Ποια είναι τα όρια ύπαρξης και ανυπαρξίας;

Ποια είναι τα όρια ύπαρξης και ανυπαρξίας;

Του Νίκου Τσούλια

      Πώς δημιουργήθηκε η ανθρώπινη σκέψη που είναι πάντα ανήσυχη και διεγερμένη, που πάντα αναζητεί και δεν ηρεμεί καθόλου; Για ποιο λόγο η νόησή μας διερευνά τα όρια και δεν κατοικεί στα γνωστά της μέρη; Τι είναι αυτό που κεντρίζει τον εγκέφαλό μας και συνέχεια δημιουργεί και ερευνά;

      Πότε η σκέψη μας μάς πηγαίνει στις άκρες του Σύμπαντος και ερωτάει τι είναι πέραν αυτών, πότε εισχωρεί με κάθε μέσο τεχνολογίας – που έχει επινοήσει – στον πιο μικρό πυρήνα της ύλης και τρέχει να βρει το σωματίδιο του Θεού, τη γένεση της ύλης, την απαρχή των πάντων, πότε διεισδύει στην ίδια τη σκέψη μας και μάς ξεσηκώνει θέτοντας το απλό ερώτημα τι είναι η σκέψη, πότε τα βάζει με το χρόνο και δεν θέλει σε καμιά περίπτωση να είναι ο χρόνος τιμητής των πραγμάτων και της ζωής μας.

      Αλλά τα μεγάλα ερωτήματα έρχονται και από άλλες πλευρές: Πώς μπορούμε να ξεχωρίσουμε την ύπαρξη από την ανυπαρξία και ποια ακριβώς είναι τα όριά τους; Είναι στιγμές μιας απλής αναπόλησης ή ενός μικρού στοχασμού που σου θέτουν το ερώτημα: ποια είναι τα όρια της ύπαρξης και της ανυπαρξίας; Και από αυτό το σημείο αρχίζει ένας χορός ερωτημάτων, που δεν είσαι βέβαιος ότι εσύ τα προκαλείς ή καταφτάνουν απρόσκλητα και καμιά φορά αναρωτιέσαι μήπως και δεν είσαι στα καλά σου… Ποια είναι η διαφορά τώρα που υπάρχω και αν δεν υπήρχα; Πριν γεννηθώ και ακόμα πιο πριν, πριν συλληφθώ, που ακριβώς ήμουνα; Όταν δεν θα υπάρχω, πού θα έχω πάει; Αν υπάρχουμε μόνο στο διάστημα της ζωής μας, και μάλιστα στο διάστημα εκείνο που εμείς συνειδητοποιούμε, τι σχέση έχει το πριν τη γέννησή μας με το μετά το θάνατό μας; Γιατί όταν μάς συμβαίνει ένα απρόοπτο και δραματικό γεγονός, αναρωτιόμαστε αν είναι πράγματι αληθινό και αισθανόμαστε ή ότι είναι όνειρο – εφιάλτης ή ότι δεν υπάρχουμε και όλα είναι επινοήσεις;

      Όσο συζητάς το θέμα με τον εαυτό σου, τόσο χάνεσαι σε διαλογισμούς που ναι μεν δεν εμφανίζουν καμιά ορθολογική συνοχή, αλλά δεν παύουν να είναι υπαρκτοί. Μπορεί, με άλλα λόγια, κάτι ανύπαρκτο να σου θέτει υπαρκτά ερωτήματα και υπαρκτούς προβληματισμούς; Αλλά δεν χρειάζεται να προκαλέσεις εσύ κάποιου είδους μεθοριακή διαμάχη μεταξύ ύπαρξης και ανυπαρξίας. Μπορεί να προκληθεί από μόνη της ανά πάσα στιγμή. Τα όνειρα τελικά τι είναι, υπαρκτά ή ανύπαρκτα ή μήπως είναι ταυτόχρονα υπαρκτά και ανύπαρκτα ή μήπως έτι περαιτέρω το ότι δεν μπορούμε να τα κατατάξουμε αποδώ ή αποκεί είναι δομική αδυναμία της σκέψης μας;

      Στο ζήτημα – ερώτημα: αν υπάρχουν όρια στη νοητική μας δυνατότητα, οι απαντήσεις είναι θετικές και μάς τις έχουν καταθέσει οι κατά καιρούς μεγάλοι διανοητές του ανθρώπινου πνεύματος. Αλλά τι μπορεί να σημαίνει ότι η σκέψη μας μπορεί να προσεγγίζει το φαίνεσθαι των πραγμάτων και όχι το γίγνεσθαι ή το είναι τους; Πώς θεωρούμε ότι αυτό που μπορούμε να προσεγγίσουμε με κάθε τρόπο – επιστημονικό, τεχνολογικό, φιλοσοφικό – αγγίζει ή δεν αγγίζει την ουσία του Κόσμου;

      Αν ο Κόσμος έχει …επιλέξει να μην είναι προσιτός στο κορυφαίο δημιούργημά του, τότε ως προς τι η όλη δημιουργία του; Γιατί έχει τη σημασία της η άποψη που ισχυρίζεται ότι ο Κόσμος άρχισε να υπάρχει από τότε που κάποιος – δηλαδή η ανθρώπινη συνείδηση – συνειδητοποίησε την ύπαρξή του. Φυσικά μεταπίπτουμε σε έναν φαύλο κύκλο αντιφάσεων, γιατί η ανθρώπινη συνείδηση ούσα δημιούργημα αυτού του Κόσμου πώς θα είναι δυνατόν να περιγράψει και να γνωρίσει το Όλον, δηλαδή ό,τι την εμπεριέχει;

      Αλλά και από την άλλη πλευρά, η απάντηση είναι έτοιμη υπό μορφή ερωτήματος: αφού κάθε φορά η αυτό-οργάνωση της ύλης σε όλο και πιο πολύπλοκα συστήματα εμφανίζει και την ανάδυση νέων ιδιοτήτων, πώς θα γινόταν το πολύπλοκο να μην υπερβαίνει το απλούστερό του και εφόσον αυτό βαστάει στον αιώνα τον άπαντα, πώς θα αντιληφτεί ο άνθρωπος τη δική του υπέρβαση και τι θα απογίνει τότε η συνείδησή μας;

      Η ύπαρξή μας γίνεται αντιληπτή μικροσκοπικά και μακροσκοπικά από πολύ νωρίς – από τη βιολογική σύλληψή μας – και μπορούμε να την παρακολουθούμε σε όλα τα βήματά της. Παρόλα αυτά εξακολουθούμε να μην κατανοούμε το πώς φεύγουμε από τα σκοτάδια της ανυπαρξίας – ή μήπως δεν είναι σκοτάδια; – και το πώς εισερχόμαστε στο φως της ύπαρξης. Το ίδιο περίπου συμβαίνει και με την αναχώρησή μας από τη ζωή – ύπαρξη, μόνο που εδώ κυριαρχούμεθα από το σκηνικό του θανάτου και του φόβου του και δεν έχουμε χώρο για άλλες πιο δημιουργικές σκέψεις. Αλλά και στην ανάδυσή μας από την ανυπαρξία είναι η ίδια η γέννησή μας ένα απόλυτα επαναστατικό συμβάν και μάς ενσωματώνει με τόσο απόλυτο τρόπο στη χαρά της που κάθε άλλη σκέψη γίνεται περιττή.

      Αν δεν μπορούμε να διακρίνουμε τα όρια ύπαρξης και ανυπαρξίας, μήπως αυτό οφείλεται στο ότι δεν υπάρχουν; Μήπως η παραμεθόριος μεταξύ ύπαρξης και ανυπαρξίας είναι διαμορφωμένη με υλικά και από τις δύο, αφού τόσο η δόμησή μας όσο και η αποδόμησή μας λαμβάνει χώρα στον κόσμο που μάς περιβάλλει και μέσα απ’ αυτό το παιχνίδι της εναλλαγής μπορεί κάθε φορά να αναδύεται η ανθρώπινη σκέψη, όπως γίνεται κάθε στιγμή με τον επιπλέοντα αφρό που αναδύεται από την ύλη των κυμάτων, που όλο τον καταπίνουν τα κύματα και όλο ξαναβγαίνει προς τα πάνω όσο υπάρχει κίνηση, όσο υπάρχουν δηλαδή ζωή και ερωτήματα;

  1. 25/01/2014 στο 8:29 ΠΜ

    Reblogged this on Oxtapus *beta.

  2. 27/03/2016 στο 2:45 ΠΜ

    Reblogged στις vequinox.

  3. 27/03/2016 στο 4:38 ΠΜ

    Reblogged στις worldtraveller70.

  4. 27/03/2016 στο 10:23 ΜΜ

    Reblogged στις anastasiakalantzi50.

  1. No trackbacks yet.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: