Αρχική > πολιτισμός > Το ροχάλισμα της αυλής κοιμωμένης…

Το ροχάλισμα της αυλής κοιμωμένης…

Φωτογραφία: Νατάσα Χριστοπούλου

Φωτογραφία: Νατάσα Χριστοπούλου

 

Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, Κυριακή 5 Ιανουαρίου 2014

Με την ΕΛΕΝΗ ΣΚΑΒΔΗ

Το εκκλησάκι του Αϊ-Γιάννη, στη γειτονιά, γιορτάζει τρεις φορές το χρόνο. Του Αϊ-Γιαννιού του Ρηγανά, του Θερμαστή και του Βαπτιστή του αποκεφαλισθέντος.

Εκεί πηγαίνω κάθε χρόνο τα Θεοφάνια. Ξυπνώ στην πρώτη καμπάνα που ακούω από το σπίτι, ντύνομαι, στολίζομαι και μέχρι τη δεύτερη έχω ξεκινήσει. Ολοι κοιμούνται εκείνη την ώρα, κι εγώ αλαφροπατώ μην τους ξυπνήσω και χαλάσω τη σιωπή που χρειάζομαι για τη μαγεία του δρώμενου… Μαγεία Παπαδιαμαντική, όπως ακριβώς «Τα Χριστούγεννα του Τεμπέλη»:

«Ουκ ην φωνή ουδέ ακρόασις… Τα ισόγεια, αι τρώγλαι, τα κοτέτσια, όλα εκοιμώντο. Αι γίδαι ανεχάραζαν βαθιά… αι όρνιθες έκλωζον υποκώφως… τα περιστέρια είχον μαζωχθεί εις τους περιστερώνας περίτρομα από το κυνήγι, όπου ήρχιζον τη νύχτα εναντίον των οι γάττοι. Ολοι αυτοί οι μικροί θόρυβοι ήσαν το ροχάλισμα της αυλής κοιμωμένης».

Φορώ γοβάκια, διασχίζω τη δημοσιά κι ύστερα τα λασπωμένα δρομάκια. Κρατώ μαζί μου χαρτομάντιλα για να σκουπίσω τις λάσπες από τα πασούμια λίγο πριν μπω στην εκκλησιά. Κάθομαι στο ξύλινο παγκάκι έξω απ’ τον πρόναο, βγάζω τα πατούμενα, τα γυαλίζω κι ύστερα μπαίνω μέσα.

Είναι υπέροχο το «σιγανό» πρωινό στην εξοχή, παραδομένο στο ροχαλητό του! Τα τακουνάκια μου κτυπούν στο δρόμο ρυθμικά, τα ακούω να βγάζουν νότες, άλλοτε μπάσες, βραχνές ή τσιριχτές όταν πατούν τσιμέντα, άλλοτε γλίσχρες, όταν χώνομαι στη λάσπη, ή άναρθρες όταν κατηφορίζω στα χαλίκια της αγροτικής οδοποιίας. Στο ναό υπάρχει ζέση, ένα θάμπος παρήγορο. Οι γυναίκες μού δίνουν καρέκλα να καθίσω, κι εγώ αισθάνομαι αληθινή πατρικία ανάμεσα σε πληβείους, ή τουλάχιστον πρωτοβεστιαρία βυζαντινής αυτοκρατορικής αυλής με την υποδοχή. Ακούω ψάλτες, μελωδούς ή παράφωνους, να συνθέτουν ήχους, παρακολουθώ και το νεαρό παππούλη που διαβάζει τα γράμματα με πειθώ, ιδιαιτέρως όταν αγιάζει τα ύδατα στη μεγάλη κολυμβήθρα με τα πολλά βρυσάκια. Ολοι κρατούν δοχεία στο χέρι. Αλλοι γυάλινο, άλλοι μπακιρένιο, οι περισσότεροι πλαστικό μπουκάλι coca cola ή εμφιαλωμένου νερού. Εγώ κουβαλώ πάντα τη μικρή γυάλινη νταμιτζάνα, από την προίκα της γιαγιάς, τη γεμίζω αγιασμό κι επιστρέφω σπίτι… Ολα τα παραπάνω σαν τάμα, σαν υποσχετική που πηγάζει από έναν αθώο κληρονομημένο ψυχαναγκασμό για την καλοχρονιά…

Με τα Θεοφάνια έχω παλιούς λογαριασμούς… Θα ήμουν 4-5 χρόνων όταν ο καλός μου Παντελής, νεαρός εφημέριος στον Αϊ-Λευτέρη της Αλεξανδρούπολης, με πήρε βοηθό για τον αγιασμό των σπιτιών της ενορίας κι ας μην ήμουν αγόρι. Για τις ανάγκες του τυπικού μεταμφιέστηκα καταλλήλως. Εκρυψα τη «φύση» μου, για την ακρίβεια τα ωραία μου κοτσιδάκια, με μια αντρική σκούφια. Εβαλα παντελόνι κι ένα καμηλό παλτό, πήρα και το μικρό μπακιρτζάκι στο χέρι γεμάτο με νερό. Εκανε παγωνιά θυμάμαι, φτάσαμε μέχρι την άκρη της πόλης μπαινοβγαίνοντας σε σπιτόνια που μας περίμεναν. «Βοήθειά σου, αγόρι μου», εύχονταν οι κυράδες που άγιαζε ο Παντελής με ένα ματσάκι ξερό βασιλικό που βουτούσε στο μπακιρτζάκι. Εκεί μέσα οι αγιασμένοι έριχναν πεντάρες, εικοσάρες, πενηνταράκια ή δραχμούλες. Τα τάλιρα ήταν δυσεύρετα τότε και τα δεκάρικα χάρτινα και δεν έπρεπε να κολυμπήσουν ούτε σε αγιασμένο ύδωρ. Επιστρέψαμε σπίτι παγωμένοι, αγιασμένοι και φοβισμένοι… Ηταν δειλινό θυμάμαι όταν ακούγαμε πέρα μακριά γρυλίσματα τσακαλιών… Είχαν κατεβεί πεινασμένα τα καημένα από τα βουνά και ρίχνονταν με λύσσα στα κοπάδια των ποιμένων… Στο σπίτι μετρήσαμε τη σοδειά, φτιάξαμε μασούρια και κομπολόγια από τα τρύπια λεφτά, τα βάλαμε στο ντουλάπι…

Σκέπτομαι καμιά φορά πως χάρη στην τόλμη του Παντελή κατάφερα να σπάσω το «…άβατον» πολύ πριν μυηθώ στα φεμινιστικά μου… Ισως γι’ αυτό τα Θεοφάνια έχουν για μένα εξαιρετική αξία! Οπως όλες οι επαναστάσεις που γίνονται με τον ίδιο τρόπο… Αυθόρμητα, αλλά με προετοιμασία που οχυρώνει απέναντι σε αγκυλώσεις, γραφειοκρατίες και δόγματα. Ενα κορίτσι που μεταμφιέζεται σε αγόρι για παράδειγμα, ή μια τελετουργία που υπερβαίνει τα εσκαμμένα, αρωματίζοντας τη στέγνη με μοσχοβολιές και την απογοήτευση με θάρρος! Που φοβάται -τσακάλια και γρυλίσματα- αλλά δεν το βάζει κάτω! Που φτιάχνει κομπολογάκια από τρύπιες πενταροδεκάρες… Που αισθάνεται πατρικία μέσα στην πληβεία τάξη της, που ξαγρυπνά όταν η πατρίς ροχαλίζει…

  1. Δεν υπάρχουν σχόλια.
  1. No trackbacks yet.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: