Αρχική > λογοτεχνία > Ποίηση αντίδοτο στην κρίση

Ποίηση αντίδοτο στην κρίση

Η σκληρή φωτογραφία που είδε ο Ρίτσος και συγκλονισμένος έγραψε τον Επιτάφιο [εικόνες&βίντεο]

Του ΒΑΣΙΛΗ Κ. ΚΑΛΑΜΑΡΑ, Ελευθεροτυπία, Παρασκευή 29 Νοεμβρίου 2013

Τρεις ποιητές. Τρεις διαφορετικές ποιητικές γενιές. Τρία διαφορετικά ποιητικά ύφη. Το ήθος τους, όμως, ένα και ενιαίο. Ο Γιάννης Ρίτσος, ο Μάνος Ελευθερίου, ο Μιχάλης Γκανάς.

 

Γιάννης Ρίτσος

Γιάννης Ρίτσος

Η ποίησή τους έγινε τραγούδι και τα τραγούδια τους κοινό κτήμα του ελληνικού λαού. Σήμερα, χρόνια σκοτεινά και με αναμονή του φωτός, η ποίηση αποκτά εκ νέου το διαχρονικό της αίτημα: να βγει από τις τυπωμένες σελίδες του βιβλίου και να δημοσιοποιηθεί στον ανοιχτό χώρο των διεκδικήσεων και της διαμαρτυρίας. Να αναζητήσει την πρωτογενή φύση της, τον αμφισβητησιακό της πυρήνα, ενάντια στην οποιαδήποτε μορφή καταπιεστικής εξουσίας.

Αντίδοτα στην κρίση και στα παρελκόμενά της: η ανέκδοτη ποιητική συλλογή του Γιάννη Ρίτσου («Υπερώον», εκδόσεις Κέδρος), ο τόμος με άπαντα τα τραγούδια του Μάνου Ελευθερίου («Τα λόγια και τα χρόνια. 1963-2013», εκδόσεις Μεταίχμιο), η συγκεντρωτική έκδοση του έργου του Μιχάλη Γκανά («Ποιήματα 1978-2012. Συγκεντρωτική έκδοση», εκδόσεις Μελάνι).

* Η ποιητική συλλογή «Υπερώον» γράφτηκε στην Αθήνα, απ’ την 1η του Μάρτη 1985 ώς τις 21 του ίδιου μήνα. Η δεύτερη γραφή των ποιημάτων έγινε πάλι στην Αθήνα, απ’ τις 6 ώς τις 29 του Απρίλη, και στον Κάλαμο, από την 30ή του Απρίλη ώς την 1η του Μάη 1985.

Η κόρη του ποιητή, Ερη Ρίτσου, περιγράφει το ποιητικό υλικό τής συλλογής και βρίσκει ότι λόγω της κρίσης επικαιροποιείται:

Μιχάλης Γκανάς

Μιχάλης Γκανάς

«Η συλλογή "Υπερώον", γραμμένη στα μέσα της δεκαετίας του 1980, αποτελείται από ποιήματα αυτοβιογραφικά, που ταυτόχρονα αντανακλούν το κοινωνικό περιβάλλον μέσα στο οποίο δημιουργήθηκαν. Εποχή κρίσης ηθικής τα χρόνια εκείνα, δεν μπορεί παρά να έχει συνάφεια με την κρίση την οικονομική που βιώνουμε ως συνέπεια και του ηθικού εκείνου ελλείμματος που, ανάμεσα σε άλλα, προετοίμασε το έδαφος για το σήμερα. Τα ποιήματα αυτά είναι, νομίζω, με τον τρόπο τους επίκαιρα, και για τούτο θεώρησα πως θα άξιζε να αποδοθούν στο κοινό σε μια αυτόνομη έκδοση».

* Ο Μάνος Ελευθερίου συγκεντρώνει τα περί τα τετρακόσια τραγούδια του σε έναν τόμο και έτσι έχει τη δυνατότητα ο ακροατής των τραγουδιών του να έχει όποτε θέλει το σύνολο τού στιχουργικού του λόγου και ο ενδιαφερόμενος για την ποίησή του να διαπιστώσει ότι η «στιχουργική» του δεν υπολείπεται τής ποίησής του. Τραγούδια που έγιναν σημαίες και σημαδούρες την εποχή που γράφτηκαν και όλες τις εποχές που ακολούθησαν.

Μουσικές των Μίκη Θεοδωράκη, Γιάννη Μαρκόπουλου, Σταύρου Κουγιουμτζή, Γιάννη Σπανού, Χρήστου Λεοντή, Ηλία Ανδριόπουλου, Λουκιανού Κηλαηδόνη, Διονύση Τσακνή («Το παλικάρι έχει καημό», «Το τρένο φεύγει στις οκτώ», «Αλλος για Χίο τράβηξε», «Τα λόγια και τα χρόνια τα χαμένα», «Κάτω απ’ τη μαρκίζα», «Ναύτης βγήκε στη στεριά», «Παραπονεμένα λόγια», «Οι ελεύθεροι κι οι ωραίοι»), με τις φωνές των Γιώργου Νταλάρα, Χαρούλας Αλεξίου, Μανώλη Μητσιά, Βίκυς Μοσχολιού, Τάνιας Τσανακλίδου. Ο Μάνος Ελευθερίου πάντα ξέφευγε από τα πολιτικώς ορθά πλαίσια του ονομαζόμενου έντεχνου τραγουδιού, δίνοντας δουλειά του ακόμη και στους «αποσυνάγωγους» Βασίλη Τερλέγκα ή Πέγκυ Ζήνα.

Μάνος Ελευθερίου

Μάνος Ελευθερίου

«Οσο ετοίμαζα προς έκδοση αυτούς τους στίχους», εξομολογείται ο ποιητής, «χωρίς να το θέλω, άρχισα να διορθώνω μερικά πράγματα που μου ξέφυγαν στην πρώτη τους μορφή, η οποία ήδη κυκλοφορεί. Μάταιος κόπος. Τα τραγούδια έχουν πάρει το δρόμο τους. Τ’ άφησα όπως ήταν. Μερικά τετράστιχα μπορεί να φανούν αφασικά – δυστυχώς, έτσι κυκλοφόρησαν. Ας τα διορθώσει όποιος θέλει, κι αν τα τραγουδήσει, ας τα λέει με τις δικές του αλλαγές. Εκεί έχω κρύψει, φαίνεται, ορισμένα μυστικά, που όμως τώρα ούτ’ εμένα μου λένε τίποτα».

* Ο Μιχάλης Γκανάς συγκέντρωσε σ’ έναν τόμο το σύνολο του ποιητικού του έργου. Επτά βιβλία σε διάστημα τριάντα τεσσάρων ετών, από το 1978 έως το 2012: «Ακάθιστος Δείπνος» (1978), «Μαύρα Λιθάρια (1980), «Γυάλινα Γιάννενα» (1989), «Παραλογή» (1993), «Τα Μικρά» (2000), «Ο Υμνος του Καπνιστή» (2003), «Αψινθος» (2012).

Αποφαίνεται ο ποιητής και κριτικός Κώστας Κουτσουρέλης για το ποιητικό σύμπαν του Μιχάλη Γκανά: «Αν ο Γκανάς σήμερα είναι ένας από τους πιο πολυδιαβασμένους μας ποιητές, αν το έργο του είναι προσφιλές ακόμη και σε ανθρώπους που γενικά δεν διαβάζουν ποίηση ή την αποφεύγουν συστηματικά, αυτό οφείλεται στους εκφραστικούς του τρόπους, στη στάση του ως πνευματικού ανθρώπου, στον καθολικό χαρακτήρα των θεμάτων του.

»Μας θυμίζει έτσι ότι στις μεγάλες της στιγμές η ελληνική ποίηση ήταν ταυτόχρονα η τέχνη του Εγώ και του Εμείς, του ανθρώπου και του φυσικού κόσμου. Και μας υποδεικνύει ένα δρόμο ώστε αυτή πάλι σήμερα να αφήσει πίσω την αυτάρεσκη ιδιώτευση των τελευταίων δεκαετιών και να επανέλθει εκεί όπου ανήκει: στην Πολιτεία και στην Αγορά».

Πέμπτη 28 Νοεμβρίου 2013

ΝΕΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ

Κυκλοφόρησε ανέκδοτη συλλογή του Γιάννη Ρίτσου

Επιμέλεια: ΒΑΣΙΛΗΣ Κ. ΚΑΛΑΜΑΡΑΣ

Η ποιητική συλλογή «Υπερώον» γράφτηκε στην Αθήνα, απ’ την 1η του Μάρτη 1985 ως τις 21 του ίδιου μήνα. Η Β’ γραφή των ποιημάτων έγινε πάλι στην Αθήνα, απ’ τις 6-29 του Απρίλη και στον Κάλαμο απ’ τις 30 του Απρίλη ως την 1η του Μάη 1985.

Σημείωμα της κόρης του ποιητή Ερης Ρίτσου

Υπερώον. Μια ανέκδοτη συλλογή του Γιάννη Ρίτσου. Μία απ’ τις πολλές, σχεδόν πενήντα, που άφησε πίσω, μετά το θάνατό του, ολοκληρωμένες, έτοιμες για έκδοση.

Ορισμένες από αυτές εκδόθηκαν αμέσως μετά στον τόμο Αργά, πολύ αργά μέσα στη νύχτα και κάποιες άλλες συμπεριλήφθηκαν αργότερα στους τόμους Ποιήματα που ακολούθησαν, με καθαρά χρονολογικά κριτήρια.

Στο διάστημα που προηγήθηκε, μετά την ανακοίνωση αυτής της έκδοσης, δέχτηκα διάφορα ερωτήματα σχετικά.

Δύο είναι τα κυρίαρχα: Γιατί αυτή η συλλογή – ή και πολλές άλλες – δεν είχε εκδοθεί στη διάρκεια της ζωής του Ρίτσου; Γιατί η αυτόνομη έκδοση αυτής της συγκεκριμένης συλλογής τώρα; Είναι γνωστό – ή τουλάχιστον εγώ το έχω ξαναπεί – πως ο Γιάννης Ρίτσος θεωρούσε την ποίηση τόσο απαραίτητη για την ύπαρξή του, όσο και την αναπνοή του. Έγραφε λοιπόν καθημερινά, ώρες πολλές, κι αυτό είχε σαν αποτέλεσμα μια τεράστια ποιητική παραγωγή.

Τρεις και τέσσερις και πέντε ή και περισσότερες ποιητικές συλλογές μέσα σ’ ένα χρόνο είναι λογικό πως για λόγους πρακτικούς δεν θα μπορούσαν να εκδοθούν στη διάρκεια του έτους γραφής τους.

Ούτε οι εκδότες του μα ούτε και το αναγνωστικό κοινό θα μπορούσαν να παρακολουθήσουν μια τέτοια παραγωγή. Αναγκαστικά λοιπόν έπρεπε να επιλέξει τι θα εκδοθεί και τι όχι. Οι επιλογές του δεν είχαν χαρακτήρα «αυτολογοκρισίας», όπως έχω ακούσει να λέγεται, αλλά εξαρτιόνταν από τη διάθεσή του την εκάστοτε περίοδο και από τη συγκυρία.

Η συλλογή Υπερώον, γραμμένη στα μέσα της δεκαετίας του 1980, αποτελείται από ποιήματα αυτοβιογραφικά, που ταυτόχρονα αντανακλούν το κοινωνικό περιβάλλον μέσα στο οποίο δημιουργήθηκαν. Εποχή κρίσης ηθικής τα χρόνια εκείνα, δεν μπορεί παρά να έχει συνάφεια με την κρίση την οικονομική που βιώνουμε ως συνέπεια και του ηθικού εκείνου ελλείμματος που, ανάμεσα σε άλλα, προετοίμασε το έδαφος για το σήμερα.

Τα ποιήματα αυτά είναι, νομίζω, με τον τρόπο τους επίκαιρα, και για τούτο θεώρησα πως θα άξιζε να αποδοθούν στο κοινό σε μια αυτόνομη έκδοση.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ (1909-1990)

Γεννήθηκε στη Μονεμβασιά την Πρωτομαγιά του 1909.

Η οικογένειά του, μεγαλοκτηματίες της περιοχής, καταστράφηκε οικονομικά λίγα χρόνια αργότερα και, το χειρότερο, βυθίστηκε στο πένθος.

Το 1921 πεθαίνει φυματικός ο μεγάλος γιος, δόκιμος αξιωματικός του ναυτικού, καθώς και η μητέρα, το λατρεμένο πρόσωπο του ποιητή, από την ίδια αρρώστια. Το «νεκρό σπίτι» έμελλε να σφραγίσει τη ζωή και το έργο του.

Τα πρώτα του ποιήματα δημοσιεύονται στη "Διάπλαση των παίδων" το 1924, με το ψευδώνυμο «Ιδανικό όραμα». Το 1925 εγκαθίσταται στην Αθήνα, όπου εργάζεται για λίγο ως δακτυλογράφος και αντιγραφέας συμβολαίων.

Το επόμενο έτος προσβάλλεται κι αυτός από φυματίωση. Η ζωή του για πολλά χρόνια θα μοιράζεται ανάμεσα σε φθισιατρεία και σε διάφορες δουλειές με εξευτελιστικούς όρους (ηθοποιός, χορευτής, διορθωτής και επιμελητής κειμένων).

Στο σανατόριο "Σωτηρία" όπου νοσηλεύεται (1927-30) μυείται στον μαρξισμό από μέλη του ΚΚΕ. Το «ιδανικό όραμα» ανακαλύπτει το κοινωνικό όραμα. 1934-36: Χρησιμοποιώντας τον παραδοσιακό στίχο, στις συλλογές «Τρακτέρ» (1934), «Πυραμίδες» (1935), εκφράζει τους νέους προσανατολισμούς του, επιχειρώντας μια ρήξη που αποδεικνύεται, όμως, αρκετά επώδυνη. Τον Μάιο του 1936 η αιματηρή καταστολή της διαδήλωσης των απεργών καπνεργατών στη Θεσσαλονίκη τού εμπνέει τον «Επιτάφιο», μοιρολόι της μάνας μπροστά στο σώμα του σκοτωμένου γιου της, που μετατρέπεται σε κοινωνική διαμαρτυρία.

Αντίτυπα του "Επιτάφιου" ρίχτηκαν στην πυρά από τη δικτατορία της 4ης Αυγούστου, μαζί με άλλα βιβλία, σε ειδική "τελετή" στους Στύλους του Ολυμπίου Διός. 1937-43: Είναι η περίοδος της λυρικής έκρηξης.

Το 1937, συγκλονισμένος από την ψυχική ασθένεια της αδελφής του Λούλας, που οδηγείται στο Δαφνί, γράφει «Το τραγούδι της αδελφής μου» (στο ίδιο ίδρυμα βρίσκεται ο πατέρας του από το 1932). Είναι το ποίημα που θα του εξασφαλίσει το «χρίσμα» από τον ηλικιωμένο Παλαμά: «Παραμερίζουμε, Ποιητή, για να περάσεις». Η «Εαρινή συμφωνία» (1938) έρχεται να επουλώσει πληγές: ψυχική ανάταση μπροστά στο θαύμα του πρωτοφανέρωτου έρωτα. Στο «Εμβατήριο του ωκεανού» (1940) το όνειρο του μεγάλου ταξιδιού τρέφεται με μνήμες του μονεμβασιώτικου βράχου.

Την έντονη μουσικότητα διαδέχεται ένας υπόγειος ρυθμός στην «Παλιά μαζούρκα σε ρυθμό βροχής» (1943) και στη «Δοκιμασία» (1943), όπου κάνουν την εμφάνισή τους σταδιακά συμβολικές αναφορές στη ζοφερή κατοχική πραγματικότητα. 1944-53: Σε όλη τη διάρκεια της Κατοχής ο ποιητής είναι καθηλωμένος στο κρεβάτι από σοβαρή υποτροπή της αρρώστιας. Συμμετέχει στο καλλιτεχνικό τμήμα του ΕΑΜ.

Πολλά από τα γραπτά του, μεταξύ των οποίων και ένα πολυσέλιδο μυθιστόρημα, καταστράφηκαν στα Δεκεμβριανά. Στον Εμφύλιο, εξορίζεται στη Λήμνο (1948), στη Μακρόνησο (1949), στον Αϊ-Στράτη (1950). Απελευθερώνεται το 1952. Από την «Τελευταία π. Α. εκατονταετία» (1942), που γράφεται παράλληλα με τη «Δοκιμασία», αρχίζει μια καινούργια περίοδος, η οποία καλύπτει όλα αυτά τα δύσκολα χρόνια.

Πρόκειται σχεδόν αποκλειστικά για ποιήματα του αγώνα και της εξορίας, τα οποία, αν και διαφέρουν μορφολογικά μεταξύ τους, τα συνδέουν η θεματική συνάφεια και η νωπή ιστορική εμπειρία. Η κοινότητα του πόνου θα εκφραστεί με τη μορφή του χορικού («Τρία χορικά», 1944-47).

Την εποποιία της Αντίστασης ζωντανεύουν τα δίδυμα έργα «Ρωμιοσύνη» και «Η Κυρά των Αμπελιών» (1945-47). Στον «Πέτρινο χρόνο» (1949), ο λόγος απογυμνώνεται, γίνεται κραυγή που ανεβαίνει από την κόλαση της Μακρονήσου.

Συμπύκνωση, εξομολογητικότητα στα απέριττα «Ημερολόγια εξορίας». Παράλληλα, ένα ποίημα ποταμός (5.500 στίχοι), «Οι γειτονιές του κόσμου» (1949-51), «χρονικό» της δεκαετίας 1940-50. Με πολλά ενδιάμεσα στάδια, ο κύκλος κλείνει με την «Ανυπόταχτη πολιτεία» (1952-53), συνειδητοποίηση του βάθους της ήττας της αριστεράς με την επιστροφή στη μουδιασμένη και «εκσυγχρονιζόμενη» Αθήνα.

Προσπάθεια επανένταξης και εσωτερικός αγώνας για την ανάκτηση των χαμένων ελπίδων. 1954-67: Το 1954 ο Ρίτσος παντρεύεται τη γιατρό Γαρυφαλιά (Φαλίτσα) Γεωργιάδη. Τα χρόνια που ακολουθούν είναι ανάπαυλα ειρήνης και γαλήνης στο σπιτικό περιβάλλον.

Τη γέννηση της κόρης του Έρης ακολουθεί χαρίζει το ευφρόσυνο «Πρωινό άστρο» (1955). Η εποχή αυτή θα φέρει καινούργια καρποφορία. Εσωτερικές διεργασίες και αντικειμενικές συνθήκες αποδεσμεύουν πολύτιμη ύλη που θα οδηγήσει το έργο του στην αιχμή της σύγχρονης ποίησης.

Είναι η περίοδος των υψηλών συλλήψεων και των ευρηματικών μορφικών τρόπων της «Τέταρτης διάστασης» (1972), που εγκαινιάζεται με την κλασική στην οικονομία της και την υποβλητική της γοητεία «Σονάτα του σεληνόφωτος» (1956, Α΄ Κρατικό Βραβείο Ποίησης). Στα πολύστιχα αυτά ποιήματα –δραματικοί μονόλογοι τα περισσότερα–, ο Ρίτσος με διαφορετικά προσωπεία, σύγχρονα ή μυθολογικά, θα επιχειρήσει καταβυθίσεις στο σκοτεινό πηγάδι της ψυχής και του υποσυνείδητου, θα μιλήσει για τη μοναξιά, την ερωτική στέρηση, το γήρασμα του σώματος και των πραγμάτων («Σονάτα…», «Το νεκρό σπίτι», 1959• «Κάτω απ’ τον ίσκιο του βουνού», 1960), θα αναδείξει την αξία της απλής ζωής όπου συντελείται το θαύμα, αποενοχοποιώντας τον αντιήρωα («Ισμήνη», 1972), θα ανατάμει τις συνειδησιακές συγκρούσεις του ατόμου-φορέα της κοινωνικής πράξης («Ορέστης», 1966• «Φιλοκτήτης», 1965).

Επίσης, θα επιχειρήσει μια δυναμική ανακατάκτηση του χρόνου μέσα από την ατομική και ιστορική μνήμη («Όταν έρχεται ο Ξένος», 1958). Παράλληλα με τις συνθέσεις της «Τέταρτης διάστασης», καλλιεργεί συστηματικά το ολιγόστιχο ποίημα, που δείχνει να συμπυκνώνει τους πληθωρικούς μονολόγους. Λιτό, συχνά αινιγματικό, καταγράφει χαμηλόφωνα τις ελάχιστες χειρονομίες, τους ψυχικούς κραδασμούς, καθηλώνει το φευγαλέο καθαγιάζοντας την καθημερινότητα.

Ο ποιητής διαλέγεται με τον κόσμο των πραγμάτων (έπιπλα, σκεύη, εργαλεία της δουλειάς), αυτών των «απλών, απτών, αδιανόητων και κατευναστικών αντικειμένων, αυτών των μικρών συσσωρευτών της χρήσιμης ανθρώπινης ενέργειας», καθώς λέει ο ίδιος σχολιάζοντας τις «Μαρτυρίες» (1963, 1966). 1967-72: Αμέσως μετά το πραξικόπημα του 1967, ο Ρίτσος οδηγείται πάλι στην εξορία (Γυάρος, Λέρος) και, στη συνέχεια, τίθεται σε κατ’ οίκον περιορισμό στη Σάμο έως το τέλος του 1970.

Παράλληλα, αντιμετωπίζει το φάσμα του θανάτου (νοσηλεύεται στον "Άγιο Σάββα" φρουρούμενος). Από την άλλη, η διάσπαση του ΚΚΕ και η επέμβαση στην Τσεχοσλοβακία κάθε άλλο παρά θα τονώσουν το ηθικό του. Και όμως, η ζοφερή επταετία θα είναι η πιο παραγωγική του περίοδος. Το πλήθος των βραβείων και των τιμητικών διακρίσεων στο εξωτερικό, όπως και οι μεταφράσεις ποιημάτων του σε διάφορες γλώσσες μαρτυρούν την ολοένα και μεγαλύτερη απήχηση του έργου του.

Η τριπλή συλλογή «Πέτρες, Επαναλήψεις, Κιγκλίδωμα» (1968-69) εκδόθηκε δίγλωσση στη Γαλλία: καταγγελία του καθεστώτος, έκφραση πικρίας, αλλά και αίσθημα «απορφανισμού», απόρροια της κρίσης στις σοσιαλιστικές χώρες. Χωρίς να λείπει η αντιστασιακή δόνηση, όπως στο χορικό «Ο Αφανισμός της Μήλος» (1974), ή στα «Δεκαοχτώ λιανοτράγουδα της πικρής πατρίδας» (1973), το κύριο σώμα των ποιημάτων αυτών διαποτίζεται από αίσθηση ματαιότητας και θανάτου.

Σε συλλογές όπως «Ο τοίχος μέσα στον καθρέφτη» (1974), «Διάδρομος και Σκάλα» (1973), «Γραφή τυφλού» (1979) εισβάλλει ο κόσμος του «ημερινού και νυχτερινού εφιάλτη». Ένας κόσμος σακατεμένος, παραμορφωμένος, παρανοϊκός. Αλλά και σε μονολόγους της «Τέταρτης διάστασης» (1972), όπως ο «Αγαμέμνων», η «Χρυσόθεμις», «Η Ελένη», «Η επιστροφή της Ιφιγένειας», το κέντρο βάρους μετατοπίζεται στο υπαρξιακό πεδίο.

Είναι η ώρα των απολογισμών: ο Τρωικός Πόλεμος, η θυσία της Ιφιγένειας, η καθαρτήρια μητροκτονία θέτουν τώρα το τραγικό αναπάντητο ερώτημα: Προς τι; Και όμως, κατά την περίοδο της δικτατορίας θα ακουστούν συνθέσεις εξόδου που προοιωνίζονται μια καρποφόρα δημιουργία, ενδεικτική της εγρήγορσης, της θεληματικότητας και του πάθους του ακατάβλητου ποιητή. 1972-83: Η "Γκραγκάντα" (1972) και το "Κωδωνοστάσιο" (1974) ευαγγελίζονται τον αντιδικτατορικό ξεσηκωμό (Πολυτεχνείο), αλλά και εγκαινιάζουν νέους εκφραστικούς τρόπους. Μετα-υπερρεαλιστική, εξπρεσιονιστική γραφή, αμάλγαμα λόγιας και λαϊκής γλώσσας.

Ένας κόσμος ρευστός, όπου άνθρωποι, ζώα, πράγματα συνδιαλέγονται απειθάρχητα: «…Και τα λόγια διασταυρούμενα, ανταποκρίσεις, απομακρύνσεις, παρεξηγήσεις, τυχαίες συνέχειες –το πιότερο μονόλογοι– λόγια ασυνάρτητα, ασήμαντα, ερευνητικά, αναπάντητα, απαραίτητα…», σχολιάζει ο ίδιος. Ένα αλλόκοτο σύμπαν μυρμηγκιάζει στην αστείρευτη φαντασία του ποιητή. Ίσως αυτό να σημαίνει ο τίτλος «Γίγνεσθαι» (συγκεντρωτικός τόμος που εκδόθηκε το 1988), σε σχέση μ’ ένα προηγούμενο «είναι».

Τα «Επινίκια», επίσης συγκεντρωτικός τόμος που περικλείει ποιητικές συνθέσεις από το 1977 έως το 1983, ανακαλούν επικές μνήμες που προβάλλονται στο μέλλον. Ενορατικές συλλήψεις του υπερώριμου Ρίτσου, ο οποίος επενδύει, με όλη την ποιητική σκευή του και τον παράφορο λυρισμό του, άλλη μια φορά στο ιστορικό στοίχημα. Προέκταση της ποίησής του η πεζή εννεαλογία «Εικονοστάσιο Ανώνυμων Αγίων» (1983-86), σύντηξη ατομικών και κοινωνικών βιωμάτων, αλλά και ερωτικών φαντασιώσεων. Ο Γιάννης Ρίτσος πέθανε στις 11 Νοεμβρίου 1990, αφήνοντας πενήντα (!) ανέκδοτες συλλογές ποιημάτων.

Οι συλλογές που εκδόθηκαν αμέσως μετά το θάνατό του με τον τίτλο «Αργά, πολύ αργά μέσα στη νύχτα» (1991) είναι η ύστατη χειρονομία του.

Απογοητευμένος από τη διάψευση των προσδοκιών του, κοιτάζει κατάματα το θάνατο μεταγγίζοντας και τις τελευταίες στιγμές του στο λόγο. «Γεύση βαθιά του τέλους προηγείται του ποιήματος. Αρχή».

Advertisements
  1. Δεν υπάρχουν σχόλια.
  1. No trackbacks yet.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: