Αρχική > ποιήματα > Ποιήματα Ζ. Παπαντωνίου

Ποιήματα Ζ. Παπαντωνίου

Το Ποτάμι

Όλα ανεβοκατεβαίνουν,
όλα πάνε και γυρίζουν.
Ένα μόνο δε γυρίζει:
το ποτάμι, το ποτάμι.
Όλα χάνουν τη λαλιά τους,
όλα κάποτε σωπαίνουν.
Ένα μόνο δε σωπαίνει:
το ποτάμι, το ποτάμι.
Όλα πάνε και γυρίζουν,
όλα κάποτε σωπαίνουν.
Ένα μόνο δε γυρίζει,
ένα μόνο δε σωπαίνει:
Το ποτάμι το ποτάμι.

Aπολογία στα Zώα


Σαν αλαργεύουν από με γεμάτοι τρόμο οι γάτοι
θαρρώντας που απαντήθηκαν με φοβερό διαβάτη
ας ήταν, Θε μου, δυνατό να βγούνε απ’ την απάτη.
O ίσκιος που τρέχει να χαθεί παράμερα του δρόμου
μέσ’ στα βαθειά μεσάνυχτα που πάω στο φτωχικό μου
να τόξερε τι ανάξιος οπούμαι τέτοιου τρόμου!
Mε των προγόνων τους θα ζουν τα θολωμένα φρένα
και τρέμουνε τον άνθρωπο τα ζώα τ’ αγαπημένα
ίσως κι εγώ, σκληρό παιδί, να τάχα αδικημένα.
Mα τώρα πούχω μέσα μου ελέους κι αγάπης βρύση
πολλών ψυχών τα κρίματα μπορούσε να τα σβήσει
στης γάτας το γουναρικό το χάδι μου αν γλυστρήσει.
Στη μοναξιά μας την ιερή και τη βαθειά ησυχία
όταν εκείνη αργοπατεί στα μάταια τα βιβλία
δεν είναι η σιωπή μας νους, ο λόγος ανοησία;
Bουβή η αφή, μα νόημα κι υπομονή γεμάτη
χαϊδεύοντας τη ράχη του γυρτή, απαλή, χνουδάτη,
μιλεί του ζώου για τη φριχτήν ανθρώπινην απάτη.
Aς ήταν η ασημότερη κι η πιο κυνηγημένη
στο κρύο! τη νύχτα! από στενό σοκάκι μαζεμένη
από τις δούλες και τις γριές αναθεματισμένη
από το πετροβόλημα παιδιών φοβερισμένη
για ζεστασιά! για μίλημα! για χάδι πεινασμένη
αυτή που θάτανε γραφτό να κάμω ευτυχισμένη!

O ύπνος της βαρκούλας

Aγεράκι τα φτερά σου για λίγο κόψε…
Φόβον έχω το γιαλό μην ανασάνει,
τι εδώ πα στο φεγγαρόλουστο λιμάνι
μια βαρκούλα αποκοιμήθηκεν απόψε.
Λαγαρή και φωτερή η θωριά της πέφτει
στων νερών τον ολοκάθαρο καθρέφτη
και θαρρείς πως είδεν όνειρο η καϋμένη
από ανέμους κι από κύμα αποσταμένη.
Nα γελούν οι φαντασίες εμάς μονάχα!
Nά που αράζει σε νησάκια διαμαντένια,
σε ουρανούς φωτοχυμένους λάμνει ― τάχα.
Mην ξυπνήσει απ’ το ταξίδι έχω έννια…
Kόσμε, αλάργευε από δω, λεφούσι, πέρνα.
Mην ταράξεις το υπνοφάντασμα, διαβάτη.
Στων νεράιδων τη σπηλιά κοιμήσου, μπάτη,
πίνε ακόμα συ, βαρκάρη, στην ταβέρνα!


Σερενάδα στο παράθυρο του σοφού

Σοφέ μου, το τετράσοφο
Που σε φωτάει λυχνάρι
Nάτανε, λέει, φεγγάρι
Kαι συ είκοσι χρονώ !
Nάτανε τάχα η γνώση σου
Mε τον αγέρα αμάχη,
Για δασωμένη ράχη
ξεκίνημα πρωινό…
Nάτανε τάχα η σκέψη σου
Συρτού χορού τραγούδια
Mιαν αγκαλιά λουλούδια
Mιαν ιστορία τρελλή,
Tα μύρια που δε γνώρισες
Nερό θαν τάειχες μάθει
Mε δάσκαλο τα πάθη
M’ ένα κλεφτό φιλί.
Πολύ την καταφρόνεσες
Tη ζωή, πανάθεμά τη…
Kαι τώρα ; Eίναι φευγάτη
Σαν όνειρο πρωινό.
Xειλάκια ανθούν στη γειτονιά
Γαρούφαλα στη γλάστρα–
Kαι συ διαβάζεις τ’ άστρα
Kαι το βαθύ ουρανό.

Ο Παπαγάλος

Σαν έμαθε τη λέξη καλησπέρα
ο παπαγάλος είπε ξαφνικά:
«Είμαι σοφός, γνωρίζω ελληνικά.
Τι κάθομαι δω πέρα;»
Την πράσινή ζακέτα του φορεί
και στο συνέδριο των πουλιών πηγαίνει,
για να τους πει μια γνώμη φωτισμένη.
Παίρνει μια στάση λίγο σοβαρή,
ξεροβήχει, κοιτάζει λίγο πέρα,
και τους λέει: Καλησπέρα.
Ο λόγος του θαυμάστηκε πολύ.
Τι διαβασμένος, λένε, ο παπαγάλος!
Θα ‘ναι σοφός πολύ μεγάλος
αφού μπορεί και ανθρώπινα μιλεί.
Απ’ τις Ινδίες φερμένος, ποιος το ξέρει
πόσα βιβλία μαζί του να ‘χει φέρει,
με τι σοφούς εμίλησε, και πόσα
να ξέρει στων γραμματικών τη γλώσσα…
«Κυρ – παπαγάλε, θα ‘χουμε την τύχη
ν’ ακούσουμε τι λες και παρά πέρα;»
Ο παπαγάλος βήχει, ξεροβήχει
μα τι να πει; Ξανάπε: «Καλησπέρα.»

 

 Αγροτικό

Στο σταύλο απόψε ήρθε το φεγγάρι…
Εκοίταξεν απ’ το παράθυρό του,
είδε την αγελάδα, το μοσκάρι,
το βόδι που μασούσε το σανό του.
Στον κήπο μας ανήσυχο γλιστρούσε,
ανέβηκεν απάνω στη συκιά μας,
εμέτρησε τα λίγα πρόβατά μας,
είδε το γάιδαρό μας και γελούσε.
Πήγε στ’ αμπέλι, πήγε στο λιοστάσι,
άκουσε τα κουδούνια απ’ το κοπάδι,
χωρίς κουβά κατέβη στο πηγάδι
κι ήπιε νερό πολύ να ξεδιψάσει.
Στης λεύκας μας τα φύλλα παιγνιδίζει
στον ουρανό τον καθαρό ανεβαίνει.
Μια χήνα το κοιτάζει σαστισμένη
κι ο σκύλος μας ακόμα το γαυγίζει.

Ρούμελη

Τη μάνα μου τη Ρούμελη ν’ αγνάντευα πως λαχταρώ…
Ψηλά που με νανούριζες καημένο Καρπενήσι!
Τρανά πλατάνια ξεδιψούν στις βρύσες με το κρύο νερό,
Σαρακατσάνα ροβολάει και πάει για να γεμίσει.
Με κρυσταλλένια σφυριχτά σε λόγγους φεύγουν σκοτεινούς
κοτσύφια και βοσκόπουλα με τα λαμπρά τα μάτια,
νερά βροντούνε στο γκρεμό και πάνε προς τους ουρανούς
ίσα και ορθά σαν την ψυχή της Ρούμελης τα ελάτια.
Κάμπε Αττικέ, με πλάνεψες κι εγώ για τις κορφές πονώ
και για τραχιές ανηφοριές σηκώνω το κεφάλι.
Φυλακωμένη πέρδικα που κλαίει γι’ αλαργινό βουνό
δέρνει η ψυχή μου στο κλουβί τα νύχια της κοράλλι.

Το Τραγούδι Της Μάνας 
 

Τρία σύγνεφα ταξίδευαν
-Τραγούδα το σιγά-
Τρία σύγνεφα ταξίδευαν
Κατά το Καρπενήσι…
Το ‘να ψηλά κρεμάμενο
-Φλογέρες θα το πούνε-
Το ‘να ψηλά κρεμάμενο
Λαμπάδιαζε στη δύση.
Τ’ άλλο βοριάς το μάχουνταν
-Τραγούδα το σιγά-
Τ’ άλλο βοριάς το μάχουνταν
Και σαν αχνός εχάθη…
Το τρίτο το πυκνότερο
-Φλογέρες θα το πούνε-
Το τρίτο το πυκνότερο
Τ’ αργοταξιδεμένο
Απάνου από τη κούνια μου
-Τραγούδα το σιγά-
Απάνω από τη κούνια μου
Αρμένισε κι εστάθη
Βαριά φουρτουνιασμένο…

Η Προσευχή Του Ταπεινού

Κύριε, σαν ήρθεν η βραδιά, σου λέω τη προσευχή μου:
‘Αλλη ψυχή δεν έβλαψα στο κόσμο απ’ τη δική μου.
Εκείνοι που με πλήγωσαν ήσαν αγαπημένοι.
Τη πίκρα μου τη βάσταξα, μου δίνεις και τη ξένη.
Μ’ απαρνηθήκαν οι χαρές. Δε τις γυρεύω πίσω.
Προσμένω τα χειρότερα. Ειν’ αμαρτία να ελπίσω.
Σαν ευτυχία αγαπώ της νύχτας τη φοβέρα.
Στη πόρτα μ’ άλλος δε χτυπά κανείς, απ’ τον αγέρα.
Δεν έχω δόξα. Ειν’ ήσυχα τα έργα που ‘χω πράξει.
‘Ακουσα τη γλυκειά βροχή, τη δύση ‘χω κοιτάξει,
έδωκα στα παιδιά χαρές, σε σκύλους λίγο χάδι,
ζευγάδες καλησπέρισα που γύριζαν το βράδι.
Τώρα δεν έχω τίποτε να διώξω ή να κρατήσω.
Δε περιμένω ανταμοιβή, πολλή ‘ναι τέτοια ελπίδα!
Ευδόκησε ν’ αφανιστώ, χωρίς να ξαναζήσω.
Σ’ ευχαριστώ για τα βουνά και για τους κάμπους που είδα.

Λυπημένα Δειλινά

Στης γειτονιάς της φτωχικής
γυρίζ’ ο νους μου, τα στενά,
τα λυπημένα δειλινά
στοχάζομαι της Κυριακής.
Μέσα στη κόκκιν’ αντηλιά
το μαραμένο θηλυκό
δίχως ελπίδα και μιλιά
ποτίζει το βασιλικό.
Κανείς διαβάτης δε περνά,
κανέν’ αυτή δε καρτερεί,
που στο μπαλκόν’ ορθή φορεί
το γιορτινό της το γκρενά.
Σα Μοίρα κάθεται μια γριά.
Στο φως μιας πόρτας ρημαδιού,
μακραίν’ ο ίσκιος του παιδιού…
Καμπάν’ ακούγεται μακριά.
Στο σύννεφο το βυσσινί
θα πέσ’ ο ήλιος να κρυφτεί.
Ψαλμός ακούγετ’ η φωνή
του τελευταίου πραματευτή.
Όλα σταμάτησαν εκεί.
Αργεί πολύ να ‘ρθει η βραδιά…
Πως έχω τη καρδιά βαριά
το δειλινό τη Κυριακή.

Ο Γεροβοσκός

Πόσα χρόνια πέρασα
κι άσπρισα κι εγέρασα
πάνω στα ψηλώματα
βόσκωντας τα πρόβατα!
Τις κορφές επάτησα
και νυχτοπερπάτησα
και σε δέντρα γερικά
είδα κι είδ’ αγερικά!
Σε ψηλές ανηφοριές
σα κοτσύφι χύθηκα
κι έπεσα σε ρεματιές
και αποκοιμήθηκα!
Πάνω στη καπότα μου,
φορεσιά και στρώμα μου,
είδα ‘νείρατα γυρτός
ξυπνητός και κοιμιστός!
Σ’ αητοράχη εσκάλωσα
με το λύκο μάλωσα
κι άναψα τρανές φωτιές,
σε τετράψηλες κορφές!
Είδα τ’ άστρι στο βουνό,
που το λεν’ Αυγερινό
και στη καθαρή βραδιά
χόρτασα τη ξαστεριά!
Μύρμηγκα δε ζήμιωσα
κι άνθρωπο δε θύμωσα.
Πήρα τα μικρά τ’ αρνιά,
σα παιδιά στην αγκαλιά!
Μια ζωήν επέρασα
κι ειπ’ ο Θεός κι εγέρασα
και το χιόνι το πολύ,
μου ‘πεσε στη κεφαλή!
‘Αειντε προβατάκια μου,
περπατάτ’ αρνάκια μου,
πάμετε σιγά-σιγά
και μας ‘πήρεν η βραδιά…

Προσευχή του μικρού κοριτσιού

Θεέ, που βλέπεις τα σπιτάκια
τα φτωχά σαν το δικό μου,
στείλε στο παράθυρό μου
μια φωλιά χελιδονάκια.
Θέ μου, που έχεις όλα τα άστρα,
Θέ μου, που έχεις τα αγγελούδια,
κάμε τη φτωχή μου γλάστρα
να γεμίσει από λουλούδια.
Θέ μου, δώσε μου τη χάρη
νά έχω δυο άσπρα περιστέρια,
να τους δίνω εδώ στα χέρια
το νερό και το σιτάρι!

Το ευλογημένο καράβι

«Πού πας, καραβάκι, με τέτοιον καιρό;
Σε μάχεται η θάλασσα, δεν τη φοβάσαι;
Άνεμοι σφυρίζουν και πέφτει νερό,
πού πας, καραβάκι, με τέτοιον καιρό;»
«Για χώρα πηγαίνω πολύ μακρινή.
Θα φέξουνε φάροι πολλοί να περάσω.
Βοριάδες, νοτιάδες θα βρω, μα θα φτάσω
με πρίμο αγεράκι, μ’ ακέριο πανί.»
«Κι οι κάβοι αν σου στήσουν τη νύχτα καρτέρι;
Απάνω σου αν πέσει το κύμα θεριό
και πάρει τους ναύτες και τον τιμονιέρη;
Πού πας, καραβάκι, με τέτοιον καιρό;»
«Ψηλά στο εκκλησάκι του βράχου, που ασπρίζει,
για μένα έχουν κάμει κρυφή λειτουργία
ορθός ο Χριστός το τιμόνι μου αγγίζει,
στην πλώρη μου στέκει η παρθένα Μαρία.»

Advertisements
  1. Δεν υπάρχουν σχόλια.
  1. No trackbacks yet.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: