Αρχική > φιλοσοφία > Η σχέση μας με το χώμα

Η σχέση μας με το χώμα

Τήνος

http://balkon3.com/gr/?p=2274

 

Του Νίκου Τσούλια

      Για τα σημερινά παιδιά και για τους ανθρώπους της πόλης η σχέση μας με το χώμα είναι μια σχέση σχεδόν ανύπαρκτη. Και αυτό όχι μόνο γιατί έχει εξαφανιστεί το χώμα από το οικείο φυσικό περιβάλλον τους. Το χώμα σήμερα είναι υπό διωγμό από κάθε αστική περιοχή. Ούτε καν η αποικοδόμηση των φύλλων των δέντρων δεν μπορεί να γίνει για να οδηγηθούν τα φύλλα μέσα από τη χουμοποίησή τους στην αέναη ανακύκλωσή τους και τελικά οδεύουν ως αστικά σκουπίδια στις χωματερές!

      Μπορεί κάποιος να ισχυριστεί ότι η αστικοποίηση ανέτρεψε εκ βάθρων τη σχέση μας με το χώμα. Για τις παλιότερες γενιές το χώμα ήταν καθημερινά μέσα στη ζωή τους. Οι αγρότες ζούσαν από τις δυνατότητες που τους έδινε το χώμα. Στα άγονα μέρη μάζευαν και πρόσεχαν το χώμα σαν να ήταν ιερό υλικό. Στα νησιά του Αιγαίου και στα ορεινά συγκροτήματα της χώρας μας το χώμα θα είναι η σταθερή έννοια των καλλιεργητών. Οι αναβαθμίδες φτιαγμένες με κάθε λογής υλικό και οι όμορφες ξερολιθιές θα μείνουν ως χαρακτηριστικά δείγματα της μορφολογίας ενός φτωχού σε χώμα εδάφους, που θα συγκρατούν την ορμή των νερών αλλά και θα ομορφαίνουν την εικόνα ενός γραφικού τοπίου αμοιβαίας δημιουργίας φύσης και ανθρώπου.

      Οι αγρότες θα παρακολουθούν τη δυνατότητα του εδάφους τους και θα φροντίζουν μέσα από την αγρανάπαυση και από την αμειψισπορά να μη φτωχαίνει το χώμα τους, γιατί η δωρεά του χώματος – μαζί με εκείνη του νερού – θα είναι η πραγματική περιουσία τους. Αλλά το χώμα θα είναι και κολλημένο πάνω τους. Οι αγρότες θα το κουβαλούν με τα παπούτσια τους και με τα παντελόνια τους μέσα στα χαμόσπιτά τους και στις χαμοκέλες τους αφού οι λάσπες κατά τη διάρκεια των μεγάλων και βαριών χειμώνων θα είναι παντού παρούσες και η σκόνη του καλοκαιριού δύσκολα θα εγκαταλείπει όποιον είναι μέσα στο χώμα. Οι μικροί δρόμοι που οδηγούν στα χωράφια τους θα «κόβουν» πάντα λάσπη και τα βήματα των ανθρώπων θα κινούνται όλο και πιο απόμερα για να βρουν μια κάποια στεγανότητα μέχρι και εκεί να «κόψει» η λάσπη και να αποζητούν καινούργια χάραξη όλο και πιο έξω…

      Τα παιδιά μεγάλωναν μέσα στο χώμα. Ζούσαν όλη την παιδική ηλικία τους στο χώμα. Εκεί αυτοσχεδίαζαν όλα τα παιχνίδια τους. Ούτε οι σκόνες του καλοκαιριού ούτε οι λάσπες του χειμώνα δεν τα σταματούσαν. Το χώμα γινόταν το βασικό υλικό για τις κατασκευές που ψήνονταν στη ζέστη του ήλιου και αποτελούσαν σταθερά πεδία συναγωνισμού για την παιδική φαντασία και δημιουργικότητα. Εκεί «σχεδίαζαν» ατέλειωτες επινοήσεις παιχνιδιών επί παιχνιδιών. Το χώμα ήταν η ζωή τους. Το χώμα το κουβαλούσαν σ’ όλη τη ζωή τους ακόμα και όταν έφευγαν από τα χωριά τους για να βρουν μια καλύτερη ζωή στις πόλεις. Ήταν οι εποχές της μεγάλης διδαχής με το πρόταγμα «να φύγετε από τις λάσπες» – πρόταγμα ονειροπολήσεων για πρόοδο και ευημερία.

      Σήμερα η αστικοποίηση αλλά και η εισβολή της ασφάλτου και του τσιμέντου σε κάθε γωνιά κατοικήσιμης περιοχής έχουν αλλάξει άρδην το σκηνικό της πάλαι ποτέ αγροτικής ζωής. Το χώμα όπου και αν υπάρχει, δεν λογίζεται πλέον ως περιουσία και ως υλικό αγαθό. Οι άνθρωποι δεν αγγίζουν το χώμα. Δεν κάνουν σχέδια πλέον για το ποιες καλλιέργειες μπορεί να δώσει. Δεν ξέρουν το διαχρονικό πλούτο που κρύβει το χώμα. Οι άνθρωποι δεν είναι πια …γήινοι, δεν έχουν ταπεινότητα για να σκύψουν και να δουν το χώμα, δεν αξιολογούν τη μικρή αλλά σταθερή προσφορά του γιατί επιζητούν να «κάνουν την καλή» μια και έξω.

      Οι άνθρωποι θυμούνται το χώμα μόνο και μόνο γιατί θα τους υποδεχτεί στην τελευταία τους κατοικία και ίσως γι’ αυτό το μισούν και δεν θέλουν να το σκέφτονται. Αλλά η σχέση του ανθρώπου με το χώμα είναι σχέση αιώνια, είναι σχέση υπαρξιακή και δεν είναι σχέση για να κρύβει φαινομενικά και ανούσια τις μεταφυσικές μας ανησυχίες. Είναι η σχέση που σημειώνει μέρος της ουσίας της φύσης μας, που σημειώνει τη θνητότητά μας.

      Μπορεί το χώμα να μας θυμίζει την ταπεινή καταγωγή μας, μπορεί «η μοναξιά να είναι από χώμα» (Μ. Βαμβουνάκη), μπορεί το χώμα να είναι η μόνη βεβαιότητά μας αφού σύμφωνα με τον Καζαντζάκη (Ασκητική) «το ένα πόδι μου αδράχνεται από το σίγουρο χώμα και το άλλο ψάχνει στα σκοτεινά πάνω από την άβυσσο», μπορεί ο άνθρωπος να ονειρεύεται συνήθως κοιτώντας τα άστρα – αν και ο ποιητής μας Α. Χιόνης θα δώσει μια άλλη ματιά γράφοντας ότι «όσο ζω γράφω ποιήματα-όνειρα πάνω στα χώματα και όταν με καταπιούν τα χώματα και χουμοποιηθώ, θα τροφοδοτώ, ως λίπασμα, νέα όνειρα ζωής» – , αλλά μπροστά στην απεραντοσύνη του Σύμπαντος και στην αιωνιότητα του χρόνου ο άνθρωπος «ζώντας» στο χώμα παραμένει γήινος και ταπεινός και έτσι μπορεί να ονειρευτεί την ομορφιά της ζωής του και του εαυτού του…

 

Διαβάστε επίσης

 

Χῶμα ἑλληνικό

 

Του Γ. Δροσίνη

Τώρα ποὺ θὰ φύγω καὶ θὰ πάω στὰ ξένα
καὶ θὰ ζοῦμε μῆνες, χρόνους χωρισμένοι,
ἄφησε νὰ πάρω κάτι κι ἀπὸ σένα,
γαλανὴ πατρίδα πολυαγαπημένη,
ἄφησε μαζί μου φυλαχτὸ νὰ πάρω
γιὰ τὴν κάθε λύπη κάθε τι κακό,
φυλαχτὸ ἀπὸ ἀρρώστια, φυλαχτὸ ἀπὸ Χάρο,
μόνο λίγο χῶμα, χῶμα ἑλληνικό.

Χῶμα δροσισμένο μὲ νυχτιᾶς ἀγέρι,
χῶμα βαφτισμένο μὲ βροχὴ τοῦ Μάη,
χῶμα μυρισμένο ἀπ᾿ τὸ καλοκαίρι,
χῶμα εὐλογημένο, χῶμα ποὺ γεννάει
μόνο μὲ τῆς Πούλιας τὴν οὐράνια χάρη,
μόνο μὲ τοῦ ἥλιου τὰ θερμὰ φιλιά,
τὸ μοσχάτο κλῆμα τὸ ξανθὸ σιτάρι,
τὴ χλωρὴ τὴ δάφνη, τὴν πικρὴν ἐλιά.

Χῶμα τιμημένο, ποὔχουν ἀνασκάψει
γιὰ νὰ θεμελιώσουν ἕναν Παρθενώνα,
χῶμα δοξασμένο, ποὔχουν ροδοβάψει
αἵματα στὸ Σούλι καὶ στὸ Μαραθώνα,
χῶμα πὄχει θάψει λείψαν᾿ ἁγιασμένα
ἀπ᾿ τὸ Μεσολόγγι κι ἀπὸ τὰ Ψαρὰ
χῶμα ποὺ θὰ φέρνει στὸν μικρὸν ἐμένα
θάρρος, περηφάνια, δόξα καὶ χαρά.

Θὲ νὰ σὲ κρεμάσω φυλαχτὸ στὰ στήθια,
κι ὅταν ἡ καρδιά μου φυλαχτὸ σὲ βάλει
ἀπὸ σὲ θὰ παίρνει δύναμη βοήθεια,
μὴν τὴν ξεπλανέψουν ἄλλα, ξένα κάλλη.
Ἡ δική σου ἡ χάρη θὰ μὲ δυναμώνει,
κι ὅπου κι ἂν γυρίσω, κι ὅπου κι ἂν σταθῶ
σὺ θὲ νὰ μοῦ δίνεις μιὰ λαχτάρα μόνη,
πότε στὴν Ἑλλάδα πίσω θὲ νὰ ῾ρθῶ.

Κι ἂν τὸ ριζικό μου -ἔρημο καὶ μαῦρο-
μοὔγραψε νὰ φύγω καὶ νὰ μὴ γυρίσω,
τὸ στερνὸ συχώριο εἰς ἐσένα θἄβρω,
τὸ στερνὸ φιλί μου θὲ νὰ σοῦ χαρίσω.
Ἔτσι κι ἂν σὲ ξένα χώματα πεθάνω,
καὶ τὸ ξένο μνῆμα θἆναι πιὸ γλυκὸ
σὰ θαφτεῖς μαζί μου στὴν καρδιά μου ἐπάνω,
χῶμα ἀγαπημένο, χῶμα ἑλληνικό.

Το "Χώμα ελληνικό" γράφτηκε στη Λειψία, το Φθινόπωρο του 1885, μία μέρα βροχερή και τόσο σκοτεινιασμένη, που άναψα την κρεμαστή λάμπα του γκαζιού στην κάμαρά μου… πρωτόφταστος εκεί, ξένος ακόμη στη στοργική πόλη που με τον καιρό τόσο αγάπησα, ένιωσα μια νοσταλγία για την Ελλάδα που μου’ φερνε τα δάκρυα στα μάτια και την απελπισία στην ψυχή και στο ξεχείλισμά της κάθισα κάτω από το φως και έγραψα χωρίς διακοπή, σαν κάποιος να μου το υπαγόρευε σε αυτά κι οδηγούσε το χέρι μου.

από το Ημερολόγιο του Γ. Δροσίνη

 

27tinos

 

http://balkon3.com/gr/?p=2274

 

 

 

 

 

Rice terrace, Sapa

  1. Δεν υπάρχουν σχόλια.
  1. No trackbacks yet.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: