Αρχική > επιστήμη > Περί κατηγοριοποίησης των επιστημών

Περί κατηγοριοποίησης των επιστημών

At Honingham, Norfolk - John Crome

At Honingham, Norfolk, John Crome

Του Νίκου Τσούλια

      Η γνώση είναι ενιαία. Η επιστήμη είναι μία και ενιαία. Μόνο μια ενότητα σ’ όλο το πεδίο του επιστητού μπορεί να έχει πραγματικό μορφωτικό νόημα. Ωστόσο, η διαρκής συσσώρευση της γνώσης, η ταχεία παραγωγική δύναμη της επιστήμης οδηγεί αναπόφευκτα σε εξειδικεύσεις και σε κατηγοριοποιήσεις.

      Υπάρχουν δύο αντιθετικές διαπιστώσεις. Πρώτη, είναι αδύνατο να παρακολουθεί σήμερα ο άνθρωπος όλες τις εξελίξεις στον τομέα όλων των επιστημών και ίσως να μην έχει κανένας αυτή τη δυνατότητα μέσα στα χρονικά πλαίσια της ζωής του. Δεύτερη, ο σημερινός πολίτης δεν μπορεί να έχει ως ερμηνευτικά εργαλεία του Κόσμου και της πραγματικότητας μόνο ό,τι του παρέχει η μονομερής επαγγελματική του ενασχόληση.

      Είμαστε σε αδιέξοδο; Όχι, γιατί αυτό που επιζητείται είναι η διαμόρφωση και η κατάκτηση μιας ισχυρής Γενικής Παιδείας αλλά και η συνεχής αναζήτηση μιας Μορφωτικής Κουλτούρας που θα δίνουν στην κριτική σκέψη εκείνα τα ερμηνευτικά εχέγγυα – στοιχεία βάσει των οποίων ο άνθρωπος θα μπορεί να εξηγεί με ικανοποιητικό τρόπο τα ουσιαστικά γεγονότα στη ζωή του και θα έχει τη δυνατότητα να βρίσκει και να επινοεί νέες κοσμοθεωρητικές αναβαθμίδες.

Η έντονη συσσώρευση της γνώσης αλλά και ο καταμερισμός της εργασίας επέφεραν την εξειδίκευση και την κατηγοριοποίηση στον ενιαίο σε κάθε περίπτωση χώρο της επιστήμης. Αλλά αντί αυτή η κατηγοριοποίηση να συνεργήσει σε μια γενικότερη πνευματική καλλιέργεια του ανθρώπου, επέφερε τη μονομερή και όλο και πιο επιμερισμένη εξειδίκευση. Έτσι συχνά οι επιστήμονες των διαφόρων ειδικοτήτων όταν μιλούν για ένα κοινό θέμα, δυσκολεύονται να διαμορφώσουν μια κοινή πλατφόρμα συνεννόησης και εξαντλούνται σε παράλληλους μονολόγους απορρίπτοντας πολύ εύκολα τις θεωρήσεις των άλλων πλευρών. Προς αντιμετώπιση του όλου προβλήματος, τα τελευταία χρόνια όλο και περισσότερα πανεπιστήμια αναπτύσσουν διεπιστημονικά πεδία και κυρίως στις μεταπτυχιακές σπουδές τους.

Υπάρχει και μια άλλη όψη της κυρίαρχης εικόνας της κατηγοριοποίησης της επιστήμης. Οι επιστήμες διακρίνονται και αξιολογούνται με βάση μια μονομερή, χρησιμοθηρική και οικονομίστικη θεώρηση. Όποιο επιστημονικό πεδίο προσφέρει επινοήσεις στην οικονομία ή αυξάνει τα κέρδη στην αγορά ή συσσωρεύει υλικά αγαθά θεωρείται ότι είναι πιο επιστημονικό (δηλαδή πιο αποδοτικό) και χρηματοδοτείται γενναιόδωρα. Κάπως έτσι φτάσαμε στην υποχώρηση των λεγόμενων θεωρητικών σπουδών και δη των κλασικών σπουδών.

Βέβαια σε έναν εμποροκρατούμενο κόσμο, σε οικονομίες και κοινωνίες που διαμορφώνονται κυρίως από τις δυνάμεις της αγοράς και του κεφαλαίου είναι αυτονόητη και εξηγήσιμη μια τέτοια εξέλιξη. Αλλά πού μπορεί να οδηγήσει μια τέτοια στενά χρησιμοθηρική ερμηνεία; Μπορεί να συγκροτούνται οι κοινωνίες με βάση μόνο τη συσσώρευση του χρήματος; Μπορούν να υπάρξει βιώσιμο μέλλον με βάση μια οικονομία ωφελιμιστική μόνο για το κεφάλαιο; Πώς θα αναπτυχθούν δημοκρατικές πολιτείες, όταν ακόμα και η έννοια του κοινωνικού κράτους θεωρείται οικονομικό βάρος;

Είναι προφανές ότι η ροή του χρήματος πηγαίνει προς εκείνα τα πεδία της επιστήμης που ανταποδίδουν άμεσα και πολλαπλασιαστικά τα κεφάλαια των επενδύσεων. Και όχι μόνο αυτό, αλλά επιχειρείται να δημιουργηθεί και μια ιδεολογική νομιμοποίηση αυτής της εξέλιξης με τη διαμόρφωση μιας αντιπνευματικής και κυνικής κουλτούρας ότι δήθεν η επιστήμη είναι ιδεολογικά ουδέτερη και από μόνη της επιλέγει το χρήσιμο και το αποτελεσματικό!

Σε αυτή την κατεύθυνση χρησιμοποιείται και ένα επιστημονικοφανές επιχείρημα, ότι οι θετικές επιστήμες – που είναι και πιο κοντά στην προαναφερόμενη οικονομίστικη θεώρηση – έχουν μεγαλύτερη επιστημονική βαρύτητα όχι μόνο γιατί αποδεικνύουν άμεσα τη χρησιμότητά τους, αλλά και γιατί έχουν πιο στέρεα επιστημονικά εργαλεία και ως εκ τούτου η παραγόμενη γνώση τους είναι πιο βιώσιμη.

Είναι γνωστό ότι οι θετικές επιστήμες – ως πεδία μελέτης πιο απλών συστημάτων από εκείνα των θεωρητικών επιστημών – έχουν ερευνητικά εργαλεία αφενός το πείραμα και αφετέρου τον μαθηματικό λογισμό για την παραγωγή νέας γνώσης και διαρκούς τροφοδότησης της ερευνητικής ματιάς. Οι θεωρητικές επιστήμες – ως πεδία μελέτης πολύ πιο πολύπλοκων συστημάτων – προφανώς δεν μπορούν να έχουν τα ίδια εργαλεία έρευνας, αλλά αυτό δε σημαίνει ότι είναι λιγότερο επιστημονικά.

Όταν μια θετική επιστήμη καταλήγει στη διατύπωση ενός νόμου με τη μορφή π.χ. μιας μαθηματικής έκφρασης, η καθολικότητα του νόμου είναι απόλυτη και δεν επιδέχεται εξαιρέσεις. Για παράδειγμα, οι νόμοι του Νεύτωνα στη Φυσική ισχύουν για κάθε σώμα των μεγεθών της κλασικής Φυσικής. Αν έστω και ένα πείραμα βγάλει άλλα στοιχεία από τα προβλεπόμενα εκ των νόμων του Νεύτωνα, τότε οι νόμοι αμφισβητούνται και αποδομούνται και απορρίπτονται. Στις θεωρητικές επιστήμες όμως η διατύπωση μιας θεωρίας δεν μπορεί να πάρει την μορφή μιας απόλυτης καθολικότητας με τη μορφή μαθηματικού νόμου, μπορεί να εκφραστεί ως κυρίαρχη τάση, ως κρατούσα πιθανότητα, χωρίς αυτό να απομειώνει το επιστημονικό της εύρημα.

Δεν μπορούμε να θεωρούμε τις θετικές επιστήμες ως “καλύτερες επιστήμες” γιατί οδηγούν σε ασφαλέστερα οφέλη ούτε γιατί έχουν πιο απτά ερευνητικά εργαλεία. Μια οποιαδήποτε διαφορετική αντίληψη αδικεί – εκτός των άλλων – την ίδια την επιστήμη και φυσικά το περιεχόμενο και την αξία της ούτως ή άλλως ενιαίας γνώσης.

  1. Δεν υπάρχουν σχόλια.
  1. No trackbacks yet.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: