Αρχική > βιβλία > Μελετάμε ή διαβάζουμε;

Μελετάμε ή διαβάζουμε;

clip_image001.jpg

 

Του Νίκου Τσούλια

 

 

     Διαβάζουμε και περνάει η ώρα ή μελετάμε και στοχαζόμαστε; Διαβάζουμε ό,τι βγάζει στη φόρα η αγορά των ευπώλητων ή μελετάμε βιβλία που μάς προάγουν την καλλιέργεια του πνεύματος; Διαβάζουμε και ό,τι «μείνει έμεινε» ή μελετάμε και αφομοιώνουμε τα βασικά σημεία κάθε κειμένου με σημειώσεις και με αποδελτιώσεις αξιοποιώντας έμπρακτα την πλούσια εμπειρία βιβλίων κλασικών, βιβλίων – κορυφών του ανθρώπινου πνεύματος;


Η σχέση μας με τα βιβλία έχει διαβαθμίσεις, περιλαμβάνει ένα μεγάλο φάσμα λειτουργιών και στοχεύσεων. Άλλοτε διαβάζουμε γιατί δεν έχουμε τίποτα άλλο να κάνουμε είτε για να «σκοτώσουμε» το χρόνο μας. Σε αυτή την περίπτωση η σχέση μας με το βιβλίο είναι «μη σχέση», είναι μια τυχαία συνάντηση που μπορεί να κρύβει και εκπλήξεις – για παράδειγμα να αλλάξουμε στάσεις απέναντι στο βιβλίο -, αλλά σπάνια μετασχηματίζει το μορφωτικό μας δυναμικό και ακόμα πιο σπάνια μάς εξευγενίζει τις συμπεριφορές μας.

Άλλοτε μελετάμε γιατί η μελέτη είναι ενταγμένη σε κάποιο σκοπό της ζωής, γιατί είναι απόλυτα συνδεδεμένη με τις σπουδές και με την επαγγελματική μας εξέλιξη. Εδώ υπάρχει μια ποιοτική επιρροή του βιβλίου αφού η εν λόγω συστηματική σχέση μας μαζί του μάς οδηγεί το πιο πιθανό σε μια κοινωνική εξέλιξη την οποία δεν μπορούμε να επιτύχουμε με άλλους δρόμους. Πόσα και πόσα όνειρα, τι αμέτρητες φιλοδοξίες, τι παράτολμα σχέδια και τι άμετρες  φαντασιώσεις δεν έχουν υπερκεραστεί από την άροση του ματιού και από το βάθεμα της σκέψης μας σε χιλιάδες και χιλιάδες  αυλακιών – γραμμών στο πάντα ξεχέρσωτο έδαφος – αφού κάθε καινούργια ανάγνωση βγάζει και νέους δρόμους –  των σελίδων των βιβλίων…

Άλλοτε διαβάζουμε με χαλαρότητα νου και σώματος και μετά αυτή την περιδιάβαση δεν απομένει τίποτα παρά μόνο ο τίτλος – και αυτός για να σημειωθεί στις παρέες μας η δήθεν πνευματική μας δυναμική και παρακαταθήκη. Σε αυτή την περίπτωση το βιβλίο παραμένει ένα ξένο σώμα, είναι ένα αντικείμενο «απέναντί μας», ποτέ δεν θα γίνει κτήμα μας, ποτέ δεν θα ενθουσιάσει και δεν θα μάς παρασύρει σε μονοπάτια συλλογισμού και ψυχικής απόλαυσης.

Άλλοτε μελετάμε με σπουδή και επιμέλεια και νιώθουμε τον εαυτό μας να συνεγείρεται, να χάνεται σε τόπους μακρινούς, σε χρόνους αλλοτινούς να αναστοχάζεται και με αυτό τον τρόπο να ξεπετάγονται σκιρτήματα σκέψης – που ποτέ δεν είμαστε απόλυτα σίγουροι κατά πόσο είναι δικά μας ή ξένα – και να γευόμαστε μια ξεχωριστή χαρά και ευτυχία. Το βιβλίο τότε παύει να είναι αντικείμενο, μετατρέπεται σε κομμάτι του εαυτού μας, γίνεται μέρος της ψυχής μας μεταπλάθοντας το υλικό των ονείρων μας και των φαντασιώσεών μας.

Μπορεί να συζητηθεί και μια συνθετική πρόταση. Και το διάβασμα και η μελέτη – πάντα ως πιο συστηματική και πιο ποιοτική  ενέργεια του διαβάσματος – είναι κατάλληλα ανάλογα με τους εκάστοτε στόχους και με το προς ανάγνωση αντικείμενο, τι είδους βιβλίο δηλαδή έχουμε «προ οφθαλμών». Ωστόσο και σ’ αυτή την περίπτωση το όποιο διάβασμα – γιατί η μελέτη το κάνει εξ ορισμού –  οφείλει να έχει ως αντικείμενο εκείνα τα βιβλία που μπορούν να δώσουν άνθη και καρπούς στο στοχασμό μας και στις αναζητήσεις / ανησυχίες μας.

Αλλά τίθεται και ένα πρόβλημα αντίθετης αναφοράς απ’ αυτή που έχει μέχρι τώρα τεθεί. Είναι δυνατόν η μελέτη, η υποχρεωτική μελέτη, η μελέτη μας στη φάση της μαθητικής ηλικίας να έχει σκοτεινές αποχρώσεις, να αποκτά καταναγκαστικά χαρακτηριστικά και αυτού του είδους η μελέτη να καταστρέψει εν τη γενέσει της τη σχέση μας ακόμα και με το απλό διάβασμα. Και τότε τι γίνεται; Πώς μπορούμε να εξυμνούμε τη μελέτη σε σχέση με το διάβασμα όταν η μελέτη μπορεί να δημιουργεί συνθήκες και προϋποθέσεις υπονόμευσης κάθε σχέσης μας με το βιβλίο γενικά;

Πολλά κείμενα με αμφισημίες και πολυσημίες έχουν γραφεί γι’ αυτό το ακανθώδες ζήτημα. Σημειώνονται ως πηγή του προβλήματος: το καταναγκαστικό διάβασμα του σχολείου, η αδυναμία του σχολείου και πιο συγκεκριμένα των εκπαιδευτικών να διεγείρουν τους μαθητές και τις μαθήτριες στην απόλαυση του διαβάσματος καθ’ εαυτού, η επίδραση της βαθμολογίας και των εξετάσεων που συνάπτονται με το διάβασμα, η απουσία της εικόνας του ανοιχτού βιβλίου στο σπίτι, η πρόκληση άγχους των μικρών παιδιών στα πρώτα τους αναγνωστικά βήματα, το μορφωτικό έλλειμμα των γονέων των παιδιών κλπ κλπ

Σε κάθε περίπτωση, η οικογένεια και το σχολείο έχουν ως πρώτιστη ευθύνη τη διαπαιδαγώγηση και την πνευματική καλλιέργεια των παιδιών και των νέων, έχουν ως ιερό καθήκον να διαμορφώσουν μια «σχέσης ζωής» των αυριανών πολιτών με τη μελέτη και με το διάβασμα, γιατί με αυτό τον τρόπο νομιμοποιούν πλήρως το θεσμικό και κοινωνικό ρόλο τους.

  1. Δεν υπάρχουν σχόλια.
  1. No trackbacks yet.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: