Αρχική > σχολείο, εκπαίδευση > Σχέσεις Ιστορίας και Κοινωνιολογίας: η περίπτωση του ελληνικού δευτεροβάθμιου σχολείου

Σχέσεις Ιστορίας και Κοινωνιολογίας: η περίπτωση του ελληνικού δευτεροβάθμιου σχολείου

clip_image001

Matrehin Alexander, ‘St. Basil’s Cathedral’

 

Δημήτρης Κ. Μαυροσκούφης

Σχολ. Σύμβουλος Φιλολόγων – Ειδικός επιστήμονας στο Α.Π.Θ.

1. Περίληψη.

   Στην ανακοίνωση επιχειρείται καταρχάς μια συνολική εξέταση των σχέσεων μεταξύ των δύο επιστημονικών πεδίων μέσα από τους ποικίλους μετασχηματισμούς τους από τον 19ο αιώνα μέχρι σήμερα. Στη συνέχεια διερευνάται, με βάση τις εξελίξεις στο ελληνικό δευτεροβάθμιο σχολείο (Λύκειο), η σχέση του μαθήματος της Ιστορίας με εκείνο της Κοινωνιολογίας. Στην έρευνα αξιοποιούνται τα Αναλυτικά Προγράμματα (ΑΠ) και τα Προγράμματα Σπουδών (ΠΣ), τα Διδακτικά εγχειρίδια (ΔΕ), οι εγκύκλιοι για τις αναθέσεις διδασκαλίας των μαθημάτων στο εκπαιδευτικό προσωπικό, καθώς και ερευνητικά πορίσματα σχετικά με τη διδακτική πράξη. Τέλος, διατυπώνονται τα συμπεράσματα και κατατίθενται προτάσεις για τη διαμόρφωση μιας ισορροπημένης σχέσης μεταξύ των δύο γνωστικών αντικειμένων στο πλαίσιο του αιτήματος για τη διεπιστημονική προσέγγιση της γνώσης στο ελληνικό σχολείο.

2. Οι μετασχηματισμοί της Ιστορίας και οι σχέσεις της με την Κοινωνιολογία.

   Το θέμα μου είναι η διερεύνηση των σχέσεων Ιστορίας και Κοινωνιολογίας, η εξέταση των μεταξύ τους ομοιοτήτων και διαφορών, η εξερεύνηση των δυνατοτήτων συνεργασίας τους. Δεν είμαι, βέβαια, ο πρώτος που θα επιχειρήσει κάτι τέτοιο έχουν προηγηθεί αρκετοί ιστορικοί και κοινωνιολόγοι, στις εργασίες των οποίων στηρίζομαι και παραπέμπω. Το νέο, όμως, που πιστεύω ότι κομίζω εντοπίζεται στο ότι η προσέγγιση του θέματός μου θα γίνει από τη σκοπιά του ιστορικού ενώπιον κοινωνιολόγων και με έμφαση στη σχολική εκδοχή της ιστορίας και στην ελληνική εκπαιδευτική πραγματικότητα.

   Οι σχέσεις μεταξύ των δύο επιστημών έχουν περάσει από πολλές φάσεις: αμοιβαία καχυποψία, υποτίμηση  και απόρριψη, περιέργεια και προσπάθεια αλληλογνωριμίας, εισβολές της μιας στο ζωτικό χώρο της άλλης υπό το κράτος του επιστημονικού ιμπεριαλισμού, συνεργασίες ή αλληλοκαταγγελίες κλπ. 

   Το πρόβλημα των σχέσεων μεταξύ Ιστορίας και Κοινωνιολογίας έχει κοινές ρίζες και για τις δύο επιστήμες. Για την πρώτη υπήρχε το 19ο αιώνα η αντίληψη του θετικιστικού ιστορικισμού (π.χ. Ranke) σύμφωνα με την οποία η Ιστορία έχει ως αντικείμενο της μελέτης της αποκλειστικά το παρελθόν, ενδιαφέρεται για το βίο των ηγετικών ιστορικών προσωπικοτήτων και τα μοναδικά και ανεπανάληπτα γεγονότα, κυρίως τα πολιτικοστρατιωτικά (βιογραφική και γεγονοτολογική ιστορία),  τα οποία και επιχειρεί να αποκαταστήσει με βάση τις πηγές και τη γραμμική αντίληψη του ιστορικού χρόνου. Με την έννοια αυτή η Ιστορία είναι ιδιογραφική ή εξατομικεύουσα επιστήμη, δηλαδή επιστήμη του ατομικού, επαρκής από μόνη της για την ιστορική εξήγηση. Έτσι, η Ιστορία αποκόπτεται από την κοινωνική θεωρία, κάτι που δεν συνέβαινε προηγουμένως με τους Montesqieu, Smith, Voltaire, Gibbon, Tocqueville κ.ά., απορρίπτει κάθε απόπειρα θεωρητικής γενίκευσης και βυθίζεται σ’ ένα είδος επιστημονικού ιμπρεσιονισμού.

   Σχεδόν παράλληλα οι θεμελιωτές της Κοινωνιολογίας (Comte, Spencer, Durkheim κ.ά.) αμφισβητούν τον επιστημονικό χαρακτήρα της Ιστορίας, επειδή αυτή δε στοχεύει στη διατύπωση γενικών προτάσεων εμπειρικά επαληθεύσιμων (νόμοι), και την κατατάσσουν το πολύ πολύ στις βοηθητικές της Κοινωνιολογίας επιστήμες. Αντίθετα, γι’  αυτούς η Κοινωνιολογία είναι η κατεξοχήν κοινωνική επιστήμη ως αφαιρετική και γενικεύουσα. Ορισμένοι πάλι από αυτούς (π.χ. Simiand) θεωρούν συμβατή με τις κοινωνικές επιστήμες μόνον την οικονομική ιστορία.

   Ωστόσο, η αλληλοαμφισβήτηση πλήττει και τις δύο επιστήμες. Οι νεοκαντιανοί Γερμανοί φιλόσοφοι (Dilthey, Windelband, Rickert), αλλά και άλλοι (π.χ. ο Croce), επαναλαμβάνοντας σχετικές αριστοτελικές θέσεις, θεωρούν ως κυρίως επιστήμες τις φυσικές επιστήμες, ως γενικεύουσες ή νομογραφικές, ενώ τις επιστήμες του πνεύματος, μεταξύ των οποίων και την Ιστορία, ως ιδιογραφικές. Κάποιοι μάλιστα απορρίπτουν την επιστημονικότητα της Κοινωνιολογίας, ιδίως του Comte και του Spencer, την οποία χαρακτηρίζουν ως ψευδοεπιστήμη. Γι΄ αυτούς οι επιστήμες του ανθρώπου ή της κουλτούρας, όπως τις ονομάζουν, αποσκοπούν στην κατάδυση του ερευνητή στο αντικείμενο της μελέτης του, ο οποίος θα πρέπει με τον τρόπο αυτό να περάσει από τα μοναδικά φαινόμενα στις ευρύτερες κοινωνικές και ιστορικές δομές. Στην καλύτερη δηλαδή περίπτωση οι ιστορικοί και οι κοινωνιολόγοι μπορούν να φτάσουν στην εμπειρία ή στην κατανόηση, ποτέ όμως στην επιστημονική εξήγηση. Παρόμοιες θέσεις θα διατυπωθούν αργότερα και από νεοθετικιστές (π.χ. Popper).

   Ωστόσο, δε λείπουν και οι κινήσεις προσέγγισης μεταξύ των δύο επιστημών. Οι Max Weber και Otto Hinze λ.χ. αντιμετωπίζουν την Ιστορία πιο κοινωνιολογικά και, αντιστοίχως, την Κοινωνιολογία πιο ιστορικά. Για τον Weber, μάλιστα, (= ιδεότυπο) η Ιστορία μόνον έτσι «βγαίνει από τη σφαίρα των πραγμάτων, για τα οποία μόνο νεφελώδη αίσθηση μπορούμε να έχουμε». Παράλληλα, οι λεγόμενοι «προοδευτικοί ιστορικοί» στις ΗΠΑ και ορισμένοι εκτός των πανεπιστημίων ή του κανόνα στη Γερμανία και στη Γαλλία πραγματοποιούν ανοίγματα στην κοινωνική ιστορία και στην ιστορία της καθημερινής ζωής, υποστηρίζοντας, αν και με μικρή απήχηση, μια διεπιστημονική και πανεποπτική πραγμάτευση της πραγματικότητας.

   Η τάση προσέγγισης της μιας επιστήμης προς την άλλη, ενισχυμένη και από την εξέλιξη άλλων κοινωνικών επιστημών  (π.χ. ο Claude Levi – Strauss κάνει λόγο το 1958 για την «επιστήμη της Επικοινωνίας», που θα αποτελεί μια σύνθεση της Ανθρωπολογίας, της Γλωσσολογίας, της Ιστορίας, της Πολιτικής Οικονομίας και των Μαθηματικών) θα συνεχιστεί και θα ενταθεί, καθώς προχωράει ο 20ος αιώνας.

   Η Κοινωνιολογία, κάτω από τις επιδράσεις της Κοινωνικής Ανθρωπολογίας και του μη στατικού φονξιοναλισμού, μετατοπίζεται προς τη συγχρονική αντιμετώπιση των κοινωνικών φαινομένων, ενώ αργότερα (από τη δεκαετία του 1950 και κυρίως του 1970) στρέφεται σταδιακά προς τη μελέτη και την επεξεργασία ιστορικού υλικού, συχνά μέσα από το πρίσμα του εξελικτισμού (= μελέτη μεγάλων περιόδων). Η στροφή μάλιστα του ενδιαφέροντος προς την ιστορία των κοινωνιών οδηγεί στην ανάπτυξη ενός ιδιαίτερου κλάδου, της ιστορικής Κοινωνιολογίας.

  Ανάλογες, σχεδόν, είναι οι εξελίξεις και από την πλευρά της ιστορικής επιστήμης. Η «Νέα Οικονομική Ιστορία» στις ΗΠΑ προβάλλει την αξία της κοινωνικής και της ποσοτικής Ιστορίας, επινοώντας και τη λεγόμενη «Εναλλακτική Ιστορία» (Alternative History, counterfactualization), η οποία, θυμίζοντας το «φανταστικό πείραμα» του Weber με τη σειρά των αφαιρέσεων, εμπλουτίζει τους τρόπους ερμηνείας της κοινωνικοϊστορικής εξέλιξης. Στην ευρωπαϊκή ήπειρο πάλι το παράδειγμα της σχολής -αν βέβαια θεωρηθεί σχολή- των Αnnales ασκεί, αν και με εντάσεις, αμφισβητήσεις και αντιδικίες, καταλυτική επίδραση στην ανανέωση των ιστορικών οπτικών, μεθόδων και τεχνικών. Τα Annales, απορρίπτοντας την «ιστορίζουσα» ιστορία και ασκώντας μια επιθετική στρατηγική, ιδιοποιούνται μεθόδους και κώδικες των άλλων κοινωνικών επιστημών, «ντύνοντας έτσι», όπως ελέχθη χαρακτηριστικά (Dosse), «με τα ενδύματα των άλλων την ακόρεστη ξεπεσμένη γηραιά κυρία». Σημαντική είναι και η επίδραση του μαρξισμού, κυρίως μετά τον Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο, ο οποίος, αποδίδοντας έμφαση στην ύπαρξη της κοινωνικής δομής αλλά και στο πώς και γιατί αλλάζουν οι κοινωνίες, υποστηρίζει την ιστορική διάσταση της κοινωνικής ανάλυσης. Αξιοσημείωτη είναι και η συνεισφορά της «κριτκής θεωρίας»  από τη Δυτική Γερμανία στην ανάπτυξη της κοινωνικής ιστορίας.

   Παρατηρείται, έτσι, από τη δεκαετία του 1960 μια διαδικασία όσμωσης μεταξύ Κοινωνιολογίας και Ιστορίας, ρεύμα το οποίο ενισχύεται κατά τις επόμενες δεκαετίες. Οι δύο επιστήμες, μέσα από αντιδικίες για τα όριά τους και διενέξεις για τη μεθοδολογία και τις εννοιολογήσεις τους, εμπλουτίζουν τον προβληματισμό και τις οπτικές τους. Η Κοινωνιολογία κερδίζει από την Ιστορία την προσοχή στις λεπτομέρειες, ενώ η Ιστορία τη χρήση των μοντέλων και την απαλλαγή από το «φετιχισμό των πηγών» (Carr) και την «ειδωλολατρία των γεγονότων» ( Febvre). Οι δύο επιστήμες θεωρούνται από αρκετούς ως συμπληρωματικές και κατεξοχήν συνθετικές: η μία προσφέρει τα μοντέλα της δομικής ανάλυσης και τη σφαιρικότητα στη σύλληψη της κοινωνικής πραγματικότητας, η άλλη λειτουργεί ως «κέντρο ελέγχου» στην υπηρεσία της δομικής ανάλυσης, με έμφαση όμως στα γεγονότα και στην υποδομή τους. Κοινωνιολογία και Ιστορία ενεργούν συμπληρωματικά στην προσπάθειά τους να συλλάβουν το σύνθετο και γενικό χαρακτήρα της πραγματικότητας [βλ.παράρτημα, πίν. 1]. Οι ενδείξεις συμφιλίωσης μεταξύ τους είναι αρκετές, όπως φαίνεται από τις τάσεις για κοινές μεθόδους, κοινές τεχνικές και κοινό λεξιλόγιο, καθώς και από τη «γεγονοτοποίηση» της Κοινωνιολογίας ή την «επικαιροποίηση» της Ιστορίας. Οι δύο επιστήμες είναι διαφορετικές στην ενότητά τους, «σαν διαφορετικές πατρίδες», όπως έγραφε ο F. Braudel, που επιδιώκουν τη δημιουργία μιας «κοινής αγοράς» με βασικό επιχείρημα την ολιστική προσέγγιση. ΄Ετσι, για πολλούς το δίλημμα  «τα λεφτά ή τη ζωή σου, το νόμο ή το γεγονός» (Marrou) είναι πια χωρίς νόημα. Η «Νέα Ιστορία» και η «Νέα Κοινωνιολογία» είναι γεγονός [βλ. παράρτημα, πίν. 2].

   Ωστόσο, η πραγματική εικόνα δε μοιάζει να είναι τόσο ειδυλλιακή. Οι άλλες κοινωνικές επιστήμες εισβάλλουν στην Ιστορία και «απειλούν να τη ρουφήξουν και να τη διαλύσουν» (Le Goff και Nora). H Ιστορία πάλι με τη σειρά της ενεργεί κάποτε με τυχοδιωκτισμό και εξαιρετική βουλιμία. Οι κοινωνικοί επιστήμονες δεν προσέχουν πάντοτε και αρκετά το λόγο των ιστορικών, ενώ οι ιστορικοί δεν έχουν εξοφλήσει όλα τα δάνεια από την Κοινωνιολογία και τις άλλες κοινωνικές επιστήμες, μια και δυσκολεύονται να μεταγράψουν το ιστορικό υλικό με τους όρους αυτών των επιστημών ή καταφεύγουν σε απλουστευτικές γενικεύσεις. Γι΄ αυτό συχνά η κάθε επιστήμη, ενώ διατείνεται ότι επιδιώκει τη συνεργασία και τη διεπιστημονική προσέγγιση της κοινωνίας, «ονειρεύεται, πράγματι, να παραμείνει ή να γυρίσει στο σπίτι της», όπως γράφει ο Braudel.

   Πρόσθετα προβλήματα και κινδύνους αντιμετωπίζουν και οι δύο επιστήμες  -μπορώ να μιλήσω, βέβαια, με μεγαλύτερη ασφάλεια και άνεση για την Ιστορία-  από το μεταμοντερνισμό. Η κρίση που διήλθε παλιότερα η Ιστορία, κατά τις δεκαετίες του 1970 και του 1980, με την εμφάνιση στον αγγλοσαξονικό κόσμο των Social Studies/Sciences και ειδικότερα στις ΗΠΑ με τις λεγόμενες Area Studies, οδήγησε στην υποτίμηση έως και την εξαφάνιση της Ιστορίας στα προγράμματα σπουδών των σχολείων και των κολεγίων, στη μείωση των φοιτητών Ιστορίας, στην έλλειψη δασκάλων για το μάθημα της Ιστορίας και στην εισαγωγή κοινωνικών επιστημών με συχνά ανιστορικό χαρακτήρα (Howard & Mendenhall). Ακόμη και σήμερα, που η κατάσταση έχει βελτιωθεί σημαντικά, παραμένει η σύγχυση μεταξύ των δύο επιστημών. Η «γλωσσολογική στροφή» όμως στην Ιστορία στάθηκε μεγαλύτερη απειλή, γιατί δεν προσέβαλε μόνο την αυτοτέλεια της ιστορικής επιστήμης, αλλά απείλησε να την οδηγήσει στο τέλος της. Ο μεταμοντερνισμός αντιμετώπισε την Ιστορία ως καθαρή μυθοπλασία, όπως και τη Λογοτεχνία, ως επινόηση του δυτικού ανθρώπου, ως γλωσσική και ιδεολογική κατασκευή που έπρεπε να αποδομηθεί [βλ. παράρτημα, πίν. 3]. Άρα δεν επρόκειτο πλέον για θεμιτές πολλές ιστορίες ή, έστω, για τον κατακερματισμό της Ιστορίας, αλλά για τις ρητορικές των πολλών και διαφορετικών ιστοριών, για τον απόλυτο δηλαδή θρίαμβο του σχετικισμού, την απόρριψη της καθολικότητας και της αντικειμενικής ή σχεσιοκρατικής πραγματικότητας (Iggers, Kόκκινος).

  Παρά ταύτα ο κίνδυνος αποδείχτηκε υπερβολικός. Η ιστορική επιστήμη κερδίζει και από τη λεγόμενη «μεταϊστορία», μια και καταφέρνει να εμπλουτίσει περισσότερο τις προσεγγίσεις της και να επιδιώξει την επιστημονική εκλέπτυνση. Σε σχέση μάλιστα με την Κοινωνιολογία και τις άλλες κοινωνικές επιστήμες ολοένα και περισσότεροι ιστορικοί παίρνουν θέση υπέρ της συνεργασίας, κινούμενοι μεταξύ δομής και γεγονότος, γενικού και ατομικού, παρελθόντος και παρόντος. Κάποιοι προχωρούν ακόμη παραπέρα και προτείνουν την εγκατάλειψη της διεπιστημονικότητας υπέρ της μετεπιστημονικότητας, της σφαιρικότερης δηλαδή προσέγγισης και της αφομοίωσης όχι απλώς μεθόδων και τεχνικών αλλά και λογικών. Όπως έλεγαν και οι Στωικοί, Fata nolentem trahunt, volentem ducunt(= τα πεπρωμένα όποιον τα αρνείται τον σέρνουν, ενώ όποιον τα αποδέχεται τον καθοδηγούν). H προσαρμογή είναι αναγκαία, ώστε να είναι σε θέση ο σημερινός ιστορικός ή ο κοινωνιολόγος να προβληματιστεί για τη σημασία ενός graffito σαν κι αυτού που βρέθηκε σε μια ρωμαϊκή έπαυλη στην ιταλική πόλη Ηράκλεια: Apollinaris, medicus Titi imp(eratoris),  hic cacavit bene [βλ. παράρτημα, πίν. 4].

3. Oι σχέσεις της Ιστορίας με την Κοινωνιολογία στην Ελλάδα.

   Η ούτως ή άλλως προβληματική σχέση μεταξύ των δύο επιστημών, όπως εκτέθηκε προηγουμένως, είναι στη χώρα μας, και ιδιαίτερα στην εκπαίδευση, ακόμη προβληματικότερη λόγω ιδιαζουσών συνθηκών. Η επιστημονική παραγωγή στην Ελλάδα συνδέεται συχνά με τη στρέβλωση των ιδεών και το φορμαλισμό για πολλούς λόγους, ανάμεσα στους οποίους αναφέρω τους εξής:

Ø      Η πολιτική εξουσία χρησιμοποιεί πολύ συχνά την επιστημονική ιστορική γνώση για ιδεολογικούς σκοπούς.

Ø      Το ευρύτερο κοινό υποδέχεται την επιστημονική ιστορική παραγωγή είτε με αδιαφορία είτε με προχειρότητα και κριτήρια ιδεολογικά, συχνά και κομματικά.

Ø      Για λόγους που δεν είναι του παρόντος υπήρξε σημαντική καθυστέρηση στην εισαγωγή των νέων ιστορικών ρευμάτων (π.χ. η σχολή των  Annales  έγινε γνωστή στα μέσα περίπου της δεκαετίας του 1970).

Ø      Τα ακαδημαϊκά χαρακτηριστικά, από τα οποία, σε σχέση πάντα με την Ιστορία, απομονώνω τα ακόλουθα:

o       Την αρτηριοσκληρωτική δομή (εσωτερικές ιεραρχήσεις, τομείς  και  γνωστικά αντικείμενα).

o       Τον εθνοκεντρισμό.

o       Τη βραδύτητα στην ενημέρωση των πανεπιστημιακών.

o       Τις σοβαρές ελλείψεις στην υποδομή και τη χρηματοδότηση.

o       Την περιορισμένη έρευνα.

o       Τις κομματικές οπτικές και άλλες συναφείς δεσμεύσεις.

o       Τις μονομέρειες και τις υπερβολές στις θεματικές επιλογές και στις μεθόδους έρευνας.

o       Την αιφνίδια στροφή αρκετών ιστορικών στη «Νέα Ιστορία»

o       Τον περιορισμένο διάλογο με τους θεράποντες των άλλων  κοινωνικών επιστημών, αλλά και μεταξύ των ιστορικών.

o       Την απουσία διεπιστημονικών προσεγγίσεων στα προπτυχιακά προγράμματα των παλιότερων τουλάχιστον ιστορικών τμημάτων, αλλά και την περιορισμένη διατμηματική συνεργασία σε μεταπτυχιακό επίπεδο. Οι τάσεις ανανέωσης φαίνεται να αφορούν περισσότερο τα ιστορικά τμήματα των περιφερειακών πανεπιστημίων (π.χ. Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης, Ιόνιο Πανεπιστήμιο) ή τα τμήματα κοινωνικών επιστημών  άλλων πανεπιστημίων (π.χ. Πάντειο Πανεπιστήμιο).

   Στο χώρο της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης οι δυσκολίες για μια σοβαρή ανανέωση των κοινωνικών σπουδών είναι ακόμη περισσότερες. Πέρα από το ότι, συνήθως, οι εκπαιδευτικοί των κοινωνικών επιστημών δεν επικοινωνούν μεταξύ τους, σε επίπεδο επιστημονικό, ή από το ότι απουσιάζει ο δημόσιος, ανοιχτός, ειλικρινής και συστηματικός διάλογος για τα θέματα της εκπαίδευσης, είναι και ο βαθύς συντηρητισμός του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος, αλλά και της κοινωνίας  -θα πρόσθετα και των εκπαιδευτικών-, είναι επιπλέον η βαριά κυριαρχία της εθνοκεντρικής και ελληνοχριστιανικής ιδεολογίας ή άλλων ορθοδοξιών, που οδηγούν σε αδράνειες, αντιστάσεις, στρεβλώσεις και καθυστερήσεις, και δυσχεραίνουν την εισαγωγή καινοτόμων εκπαιδευτικών και παιδαγωγικών προσεγγίσεων. Μα πάνω απ΄ όλα πιστεύω ότι είναι οι αδυναμίες των επιτελικών οργάνων της εκπαίδευσης και η έλλειψη ισχυρής και σαφούς πολιτικής βούλησης, που επιτρέπουν τη διατήρηση  μιας ειδικότητας με  τόσο ασαφή και προβληματική φυσιογνωμία, των φιλολόγων δηλαδή  – τονίζω ότι δεν είμαι εξωμότης˙ το πρόβλημα είχε επισημάνει ο Δελμούζος ήδη πριν από εβδομήντα πέντε περίπου χρόνια, καθώς και πολλοί άλλοι μετά από αυτόν-. Που οδηγούν στη λήψη μέτρων με συνήθη χαρακτηριστικά τη βιασύνη, την προχειρότητα, το φορμαλισμό, την αποσπασματικότητα και την έλλειψη στήριξης και συντονισμού. Που επιβάλλουν  εσπευσμένες καινοτομίες ή αναθεωρήσεις, δημιουργώντας, όπως στην περίπτωση της Ιστορίας  -νομίζω και της Κοινωνιολογίας-  «θύλακες ανατρεπτικών ιδεών», που όμως γίνονται εύκολος στόχος και λεία του συντηρητικού ιδεολογικού ρεύματος.

   Μια σύντομη αναφορά σε πτυχές της εκπαιδευτικής πραγματικότητας νομίζω ότι θα καταδείξει τη βασιμότητα της προσέγγισής μου, τουλάχιστον από τη σκοπιά της σχολικής ιστορίας:

1.      Αναλυτικά Προγράμματα ή Προγράμματα Σπουδών:

v     Εμμονή, με ορισμένες εξαιρέσεις, στη χρονολογική διάταξη της ύλης και στη γεγονοτολογική ιστορία.

v     Περιθωριοποίηση της σύγχρονης ιστορίας.

v     Βιασύνη και προχειρότητα στη σύνταξη των προγραμμάτων.

v     Αποσπασματικός χαρακτήρας, αναντιστοιχία ή και πρωθύστερη σχέση με διδακτικά εγχειρίδια.

v     Επιλογή και διατύπωση διδακτικών σκοπών και στόχων χωρίς θεαματική εξέλιξη, παρά την περί του αντιθέτου ρητορεία [βλ. παράρτημα, πίν. 5 – 8].

v     Ελλιπής επιστημονική νομιμότητα και εγκυρότητα.

v     Μεγάλος αριθμός προγραμμάτων [βλ. παράρτημα, πίν. 9].

   2.  Διδακτικά εγχειρίδια («θαυμαστά εργαλεία σκλήρυνσης» κατά τον Βloch):

v     Αμφισβητούμενες διαδικασίες παραγωγής.

v     Ελαττώματα επιστημονικού, παιδαγωγικού, διδακτικού, κοινωνικού κλπ χαρακτήρα (έκταση, δομή-διάρθρωση, περιεχόμενα, ιδεολογία, προσεγγίσεις, γλώσσα, βοηθητικά στοιχεία, σχέση με άλλο εκπαιδευτικό υλικό).

v     Μεγάλος αριθμός εγχειριδίων με πενιχρά αποτελέσματα  [βλ. παράρτημα, πίν. 9].

v     Περιορισμένη ή ανύπαρκτη η συσχέτιση των εγχειριδίων ιστορίας με τα εγχειρίδια άλλων κοινωνικών επιστημών [για ορισμένες εξαιρέσεις βλ. παράρτημα, πίν. 10 – 13].

   3.  Προβλήματα με τις αναθέσεις διδασκαλίας των μαθημάτων:

v     Πανελλήνια Ένωση Κοινωνιολόγων (ΠΕΚ) → Διεκδίκηση διδασκαλίας της «Ιστορίας του Ανθρώπινου Γένους, Α΄ Λυκείου» (1988, ανεπιτυχώς).

v     ΠΕΚ → Διεκδίκηση διδασκαλίας της «Κοινωνικής και Πολιτικής Οργάνωσης στην Αρχαία Ελλάδα, Β΄ Λυκείου» (1999, επιτυχώς).

v     Απόφοιτοι Τμήματος ΜΙΘΕ (= Τμήμα Μεθοδολογίας, Ιστορίας και Θεωρίας των Επιστημών του Πανεπιστημίου Αθηνών), οι οποίοι όμως τελικά δε διορίστηκαν στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση → Διεκδίκηση διδασκαλίας του μαθήματος «Ο  Ευρωπαϊκός Πολιτισμός και οι Ρίζες του, Α΄ Λυκείου επιλογής» (1999, ανεπιτυχώς).

4.      Κυριαρχία διδακτικής παράδοσης (πορίσματα διδακτικής έρευνας):

v     Σχεδιασμός και διεξαγωγή της διδασκαλίας [βλ. παράρτημα, πίν. 14 Α΄].

v     Απόψεις φοιτητών [βλ. παράρτημα, πίν. 14 Β΄].

v     Απόψεις μαθητών [βλ. παράρτημα, πίν. 14 Γ΄].

4.  Παρατηρήσεις και προτάσεις.

  Όσο η εκπαιδευτική πολιτική στη χώρα μας θα κινείται χωρίς πυξίδα μεταξύ των δύο πόλων της γνώσης, αφενός δηλαδή της προσπάθειας για εποπτική σύλληψη της πραγματικότητας και της συνακόλουθης επιθυμίας να τα πει κανείς όλα με μία λέξη (π.χ. Θεός) και αφετέρου της εξειδίκευσης σε βαθμό που να ξέρει κανείς τα πάντα για το τίποτε, οι ευθύνες των εκπαιδευτικών της πράξης αυξάνονται. Σ΄ αυτό ακριβώς το επίπεδο περιορίζονται και οι λίγες σκέψεις με τις οποίες θα κλείσω:

* Η επικοινωνία μεταξύ των εκπαιδευτικών που διδάσκουν μαθήματα των κοινωνικών επιστημών πρέπει να ενταθεί και να πραγματοποιείται όχι μόνο με την ευκαιρία επιμορφωτικών συναντήσεων, αλλά σε καθημερινή βάση μέσα στο σχολικό περιβάλλον.

* Η επικοινωνία αυτή πρέπει να προετοιμαστεί συστηματικά και μεθοδικά από τις επαγγελματικές-επιστημονικές ενώσεις των εκπαιδευτικών, ώστε να μην αφήνονται περιθώρια παρερμηνειών, λ.χ. ότι οφείλεται στην αναζήτηση εκπαιδευτικού ή διδακτικού αντικειμένου από εκείνους που χωρίς δική τους ευθύνη δεν έχουν. Αυτό που συμβαίνει τα τελευταία χρόνια στην ελληνική εκπαίδευση με τους κοινωνιολόγους αφορά όλους.

* Η επιμόρφωση παρουσιάζει, όπως είναι γνωστό, καθυστερήσεις ή υπακούει σε σχεδιασμούς που έχουν μικρή σχέση με τις ανάγκες και τα ενδιαφέροντα των εκπαιδευτικών. Γι’ αυτό είναι απαραίτητο να ενεργοποιηθούν τα άτομα και οι ενώσεις. Άλλωστε, οι εκπαιδευτικοί νεωτερισμοί, εντασσόμενοι στη διαδικασία της κοινωνικής μεταβολής, είναι πολύ πιο αποτελεσματικοί όχι όταν επιβάλλονται «άνωθεν» με μέτρα διοικητικού χαρακτήρα, αλλά όταν  προωθούνται από τις συνειδητές επιλογές και τις προσπάθειες των ίδιων των εκπαιδευτικών.

* Στην «επιχείρηση» προσέγγισης μεταξύ των εκπαιδευτικών των κοινωνικών επιστημών και προώθησης της διεπιστημονικής συνεργασίας μπορεί να συνεισφέρει σημαντικά η αξιοποίηση των νέων τεχνολογιών στη διδακτική και τη μαθησιακή διαδικασία. Κι εδώ όμως απαιτούνται γνώση και προσοχή, γιατί ο κίνδυνος αποδόμησης του σχολείου ελλοχεύει.

* Τέλος, οι φίλοι κοινωνιολόγοι, που έχουν επιδείξει ως τώρα αξιοσημείωτη προσαρμοστικότητα στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση  -έστω και από ανάγκη-, θα μπορούσαν να διεκδικήσουν, αντί για τις αναθέσεις μαθημάτων με μικρή ή καμιά σχέση με την επιστήμη τους, το ρόλο του συντονιστή σπουδών στο επίπεδο του σχολείου. Το ρόλο αυτό τον έχει ανάγκη η σχολική κοινότητα, κι ας μην το έχει κατανοήσει απολύτως. Ας ξεκινήσουν, λοιπόν, άτυπα, ο καθένας στο σχολείο του και σε συνεννόηση με το διευθυντή του, και στη συνέχεια μπορούν να δραστηριοποιηθούν, για να επενδύσουν το ρόλο του υπεύθυνου σπουδών με την απαραίτητη θεσμική κατοχύρωση.

http://www.elemedu.upatras.gr/eriande/synedria/synedrio3/praltika%2011/mayroskoufis.htm

 

clip_image001[5]

Matrehin Alexander, ‘Lagoon #1’

  1. Δεν υπάρχουν σχόλια.
  1. No trackbacks yet.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: