Αρχική > διηγήματα Ν. Τσούλια > Δέντρο μοναχικό…

Δέντρο μοναχικό…

 

Του Νίκου Τσούλια

     Δέσποζε πάνω στο λόφο – όχι και πολύ μακριά από το στενό δρομάκι που έζωνε τον λόφο και οδηγούσε κάτω στο βάλτο και απ’ εκεί στον Άη Λια –, στο λόφο που βρισκόταν δυτικά πέρα από τα μποστάνια του χωριού και φαινόταν από πολύ μακριά, από τους άλλους γειτονικούς λόφους και από τις μικρές κοιλάδες που φιλοξενούσαν το βιος και τις περιουσίες των χωρικών. Ήταν ολομόναχο, γύρω του σταροχώραφα και καλαμποκοχώραφα ή και κάποιοι χέρσοι τόποι για να παίρνει ανάσες το χώμα τους μετατρεπόμενοι σε προσωρινούς μικρούς βοσκότοπους.

    Σε εκείνες οι εποχές όλη η γη χρησιμοποιείτο με περισσή σύνεση και φροντίδα, ήταν οι καιροί που όλη η οικογένεια ήταν σχεδόν κάθε μέρα στα χωράφια, εκεί έτρωγαν όλοι στρωματσάδα πάνω στην κουρελού και άμα έγερνε ο ήλιος προς το Καλαθέικο μαζεύονταν άνθρωποι και ζώα και έπαιρναν τους δρόμους προς το χωριό για τα φτωχικά τους, για να ξεκουραστούν. Και έβλεπες ουρές να συρρέουν προς τον ψηλότερο λόφο του χωριού που επέβλεπε όλη την περιοχή.

    Του μπάρμπα Δήμου ήταν το δέντρο – περί αυτού πρόκειται -, αλλά φιλοξενούσε συχνά και τους γείτονες, μεγάλος ο ίσκιος του, ίσωμα από κάτω αν και λίγο κατηφορικό το έδαφος αλλά καθόλου δεν πείραζε αυτό, «δεν μπορούμε να μαλώνουμε τη φύση γιατί είναι έτσι ή αλλιώς», έλεγε με περίσκεψη πάντα ο μπάρμπα Δήμος. Ήταν παράξενο δέντρο, τα περισσότερα κλαδιά του ανέβαιναν λίγο προς τα πάνω και γύριζαν καμπυλωτά προς τα κάτω στη συνέχεια, σαν νυφούλα έλεγαν οι γερόντοι, ίσως για να μεγαλώνει τον ίσκιο της, ίσως γιατί έτσι ρουφούσε πιο πολύ τον ήλιο, ίσως γιατί έτσι μπορούσαμε εμείς τα παιδιά να φτάνουμε πιο εύκολα τους καρπούς του, αλλά η μορφή του δεν τέλειωνε εδώ, μερικά κλαδιά πήγαιναν κατευθείαν επάνω προς τον ουρανό μεγαλόπρεπα και υπερήφανα, σαν να μη συμφωνούσαν με τις άλλες κλάρες.

    Το κουβεντιάζαμε εμείς τα παιδιά γιατί συμβαίνει αυτό μόνο στο δέντρο του μπάρμπα Δήμου και δεν μπορούσαμε να δώσουμε εξήγηση, αλλά δεν ρωτούσαμε κιόλας, γιατί θα ήταν ντροπή να μην ξέρουμε της φύσης τα δημιουργήματα, «άλλο να μην ξέρεις να διαβάζεις και να γράφεις και άλλο να μην ξέρεις αυτά που είναι δίπλα σου», έλεγαν πάντα οι μεγαλύτεροι σαν να ήταν συνεννοημένοι και έτσι και εμείς δίναμε όποια εξήγηση θέλαμε και δεν ασχολούμαστε παραπέρα.

    Άλλο μάς ενδιέφερε πιο πολύ. Γιατί ήταν ολομόναχο αυτό το δέντρο; Ξέμεινε από τα άλλα δέντρα που τα έκοψαν οι παλιότεροι για να κάνουν τα χωράφια τους, για να ζήσουν; Το έφερε κάποιος από το σόι του μπάρμπα Δήμου τα παλιά χρόνια; Κανένα πουλί έφερε σπόρο και ξεφύτρωσε εδώ μόνο του; Ή, μήπως, έφεραν βλαστάρι και το έχωσαν μέσα στο χώμα και αυτό φιλόξενο το μεγάλωσε και το στέριωσε;

    Ήταν το αποκούμπι. Εδώ ξαπόσταιναν τα μεσημέρια οι καλλιεργητές, εδώ έβρισκες δροσερό ίσκιο τα καλοκαίρια, εδώ θα έβλεπες τα τράστα να κρέμονται από διάφορες μεριές από τσακισμένα κλαδιά ή από κρεμασμένες θηλιές σκοινιών, εδώ ήταν κρεμασμένα τα σακάκια και τα ρούχα που άλλαζαν ιδρωμένοι οι μεγάλοι, εδώ άπλωναν και τα ιδρωμένα ρούχα τους για να στεγνώσουν, εδώ βάζαμε και εμείς τα βιβλία για να ρίξουμε καμιά ματιά όταν οι άλλοι λαγοκοιμούνταν για λίγο στην κάψα του μεσημεριού, εδώ γλιτώναμε κάπως από της φθινοπωρινής μπόρας το ξαφνικό και ορμητικό νερό, αλλά όχι και από του χειμώνα τις νεροποντές γιατί τότε το φυλλοβόλο δέντρο ξεγυμνωνόταν ενώπιον φύσης και ανθρώπων, ενώ και το όργωμα έφτανε μέχρι τα ριζά του κορμού του για να οικονομήσει ακόμα λίγη καλλιεργήσιμη γη ο μπάρμπα Δήμος.

    Αλλά εμείς είχαμε τις δικές μας ανησυχίες, ξέραμε ότι τα δέντρα έχουν ζωή, «δεν είναι σαν τα ζώα αλλά δεν είναι και σαν τις πέτρες», έλεγε πάντα με στόμφο ο Φώτης το παιδί του μπάρμπα Δήμου, που σα μεγαλύτερος ήξερε και περισσότερα από εμάς. Και κάπως έτσι ξεκινούσε η στεναχώρια μας. Μήπως αισθάνεται μοναξιά; Πώς αισθάνεται το ίδιο που δεν έχει καμιά συντροφιά και αγναντεύει από τόσο μακριά τα άλλα δέντρα; Μήπως είναι περήφανο που δεσπόζει γύρω του, αφού δεν υπάρχει κανένα άλλο δέντρο παρά μόνο οι μικροί θάμνοι που φτιάχνουν τα σύνορα των χωραφιών; Μήπως είναι περήφανο που μαζεύεται τόσος κόσμος αποκάτω του και είναι σαν μια μικρή πλατεία του χωριού;

     Οι παιδικές απορίες ή λύνονται μόνες τους στο ξετύλιγμα του χρόνου ή παραμένουν απορίες και ίσως να είναι ένα από τα νήματα της παιδικότητας που κρατάνε μια ζωή. Εξηγήσαμε σα μεγαλώναμε μόνοι μας το πώς βρέθηκε ολομόναχο το δέντρο μας. Το κουβάρι ξετυλίχτηκε από το γεγονός ότι το μοναχικό δέντρο έκανε τριών ειδών απίδια. Πώς γίνεται αυτό όταν όλες οι απιδιές έχουν μόνο ένα είδος; Καταλάβαμε και μάθαμε ότι αγραπιδιά ήταν το δέντρο μας παλιά, το έχει κεντρώσει ο παππούς του μπάρμπα Δήμου, πριν από πολλά χρόνια και είχε τρεις ποικιλίες, γι’ αυτό και τα κλαδιά του είχαν ξεχωριστές μορφές. Και ωρίμαζε τα απίδια της σε διαφορετικές εποχές, τα θεριστάπιδα μέσα στον Ιούνιο, τις κοντούλες στον Αύγουστο και τα χειμωνάπιδα αργά το φθινόπωρο. Όχι δεν κλέβαμε απ’ αυτή την απιδιά. Ίσως γιατί ο μπάρμπα Δήμος ήταν αγαπητός σ’ όλους και θα ντρεπόμαστε μετά να τον βλέπουμε, άσχετα που δε θα μας έλεγε ποτέ τίποτα. Ίσως γιατί όλοι την καμάρωναν. Ίσως γιατί φαινόταν από παντού. Ίσως γιατί μπορούσες να πάρεις κανένα απίδι φανερά χωρίς κανέναν μπελά. Ίσως γι’ όλα αυτά.

    Πέρασαν τα χρόνια και ήλθαν άλλοι και άλλοι καιροί. Το νερό του ποταμού το έστρεψε το φράγμα ανάποδα και το έφερε κατά το χωριό μας, τα μποστάνια πλημμύρισαν, οι καλές περιουσίες γίνανε βυθός, οι κάτοικοι σκόρπισαν στις μεγάλες πόλεις, μερικοί γερόντοι ξέμειναν και κάθε τόσο έβγαιναν αγνάντιο να δούνε τα χωρίς σύνορα πια υδάτινα χωράφια τους που μεγάλωσαν γενιές και γενιές και αυτοί οι λίγοι έφευγαν σιγά – σιγά για το άγνωστο ταξίδι και εμείς πάψαμε να είμαστε παιδιά.

    Και περπατάμε εκεί τώρα για να βρούμε τις παλιές μας περπατησιές, να βρούμε κανένα σημάδι – ακόμα καμιά πέτρα μεγάλη – από τα παλιά για να ημερέψουμε από του χρόνου τα αγριέματα. Και θα συναντήσεις εύκολα στην απιδιά – έτσι τη λέγαμε παλιά γιατί ξεχώριζε απ’ όλες τις άλλες απιδιές – κι άλλους να κάθονται αποκάτω και να φαντάζονται τα σύνορα των χωραφιών τους βάζοντας σημάδια την ευθεία που ένωνε το βλέμμα τους με κάποιο αντικείμενο από απέναντι και όλοι … μεγαλώναμε τα χωράφια μας και ξανά από την αρχή οι υπολογισμοί.

    Η απιδιά εκεί, αλλά τα πράγματα άρχισαν να αλλάζουν και γι’ αυτή. Πεσμένος ο μεγάλος κορμός της που τράβαγε κάποτε την ανηφόρα μεγαλόπρεπος και αρχοντικός, ξεμασκλισμένος και παραδομένος στη σήψη ακολουθώντας το ταξίδι των φύλλων του που τόσα χρόνια έριχνε κάτω και ξανάριχνε. Αλλά και οι θάμνοι από τα σύνορα έχουν αρχίσει να ξεθαρρεύουν – δεν υπάρχουν πια οι κατσίκες για να τους ψαλιδίζουν – και γίνονται δεντράκια και πλησιάζουν όλο και περισσότερο το μοναχικό δέντρο και η απιδιά γίνεται όλο και πιο πολύ αγραπιδιά, οι κάτω βλαστοί της που παλιότερα ήταν κρεμάστρες τώρα χυμώνουν και φουσκώνουν και επαναφέρουν τα πράγματα στην παλιά τους τάξη, τη φυσική τάξη. Τα ξεχερσωμένα χωράφια παραδίδονται σιγά – σιγά στου λόγκου την ορμή και το δέντρο το μοναχικό νιώθει την παρέα του να μεγαλώνει…

 

Κατηγορίες:διηγήματα Ν. Τσούλια Ετικέτες: ,
  1. Δεν υπάρχουν σχόλια.
  1. No trackbacks yet.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: