Αρχική > βιβλία, λογοτεχνία > «Μετά τους κλασικούς είμαστε όλοι κομπάρσοι»

«Μετά τους κλασικούς είμαστε όλοι κομπάρσοι»

clip_image001

Του Χ. Σιάφκου

ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ 4.1.2009

Πέρασε 21 χρόνια της ζωής του υπηρετώντας τη μάχιμη δημοσιογραφία πριν την εγκαταλείψει για να γίνει ένας από τους σημαντικότερους ισπανόφωνους συγγραφείς, ο Αρτούρο Πέρεθ-Ρεβέρτε. Εχοντας πουλήσει εκατομμύρια αντίτυπα σ’ όλο τον κόσμο κι έχοντας δει κάποια από τα έργα του να μεταφέρονται στον κινηματογράφο, επιμένει να δουλεύει το καθημερινό του εξάωρο και να βγαίνει σαν τους παλαιούς Λόντον και Χέμινγουεϊ με το σκάφος του στους ανοιχτούς ορίζοντες.

Συγγραφέας που, πριν αρχίσει να γράφει, μελετά εξαντλητικά τα θέματά του, αγαπητός στο ελληνικό κοινό (μέσω των εκδόσεων Πατάκη), εμφανίστηκε ξανά στα βιβλιοπωλεία με το «Χρυσάφι του βασιλιά», το τρίτο βιβλίο της σειράς των περιπετειών του λοχαγού Αλατρίστε (εκκρεμούν δύο ακόμα), με θέμα τους επί της ουσίας την κλασική ισπανική ποίηση. Αυτή ήταν και η αφορμή για τη σημερινή συνέντευξη:

«Δεν ήταν θέμα κλίσης» λέει για την απόφασή του να γίνει δημοσιογράφος. «Εφυγα από το σπίτι μου με ένα σακίδιο γεμάτο βιβλία στα είκοσί μου. Μπαρκάρισα σε ένα πετρελαιοφόρο και ταξίδεψα στη Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή. Αποφάσισα ότι η δημοσιογραφία ήταν ένας τρόπος για να δικαιολογώ την παραμονή μου εκεί, να κερδίζω τη ζωή μου και να έχω τη δυνατότητα να συνεχίσω τα ταξίδια και το διάβασμα. Ας πούμε ότι ήταν το μέσον, όχι ο σκοπός. Ο χρόνος ήταν αυτός που με έβαλε μέσα σε αυτό το επάγγελμα και με έκανε να το αγαπήσω».

«Κάθαρμα εξ επαγγέλματος»

Αλλά και για τη σημαντικότερή του απόφαση, να εγκαταλείψει τη δημοσιογραφία, θα προσθέσει: «Αρκούσαν 21 χρόνια στο ρεπορτάζ και ο φόβος μην καταλήξω στα 60 μου αλκοολικός σε κάποιο πορνομπάρ της Βηρυτού ή της Μπανγκόκ και να διηγούμαι τη ζωή μου στους νέους ρεπόρτερ. Αγαπούσα τη θάλασσα, ήθελα να έχω το δικό μου ιστιοφόρο. Να ταξιδεύω, να γερνάω στη βιβλιοθήκη μου. Να μην έχω αφεντικά. Επιπλέον, η δημοσιογραφία άλλαζε. Το κινητό τηλέφωνο και η απευθείας σύνδεση επρόκειτο σύντομα να παραγκωνίσουν τους ρεπόρτερ της εποχής μου. Το κατάλαβα όταν κάλυψα τον πρώτο πόλεμο του Κόλπου και αργότερα των Βαλκανίων. Ο ρεπόρτερ έδινε τον λόγο στον δημοσιογράφο-υπάλληλο, χωρίς να έχει τον χρόνο να ψάξει για πληροφορίες ή εικόνες, γιατί έπρεπε να συνδέεται απευθείας πέντε ή δέκα φορές την ημέρα. Ευτυχώς, είχα παράλληλα τη συγγραφική μου δραστηριότητα και μπορούσα πλέον να ζω από αυτήν. Η επιτυχία των μυθιστορημάτων μου μου έδωσε αυτήν την ανεξαρτησία και μπόρεσα να τα καταφέρω».

– Ποια ήταν η σχέση σας με τη δημοσιογραφία;

«Ημουν ρεπόρτερ. Ημουν ένας κυνηγός ειδήσεων και εικόνων. Με όλα όσα αυτό συνεπάγεται, καλά ή κακά. Ενα κάθαρμα εξ επαγγέλματος. Προσπαθώ να το εξηγήσω σε δύο από τα βιβλία μου, το "Χαράκωμα Κομάντσε" και το "Ο ζωγράφος των μαχών"».

– Σας ωφέλησε ως συγγραφέα;

«Μου έδωσε έναν τρόπο να βλέπω τον κόσμο. Το να καλύπτεις επί 21 χρόνια πολέμους όλων των αποχρώσεων βοηθάει πολύ σ’ αυτό. Χωρίς αυτή την οπτική, συν τα βιβλία που έχω διαβάσει από παιδί, δεν θα υπήρχε η προσωπική συγγραφική μου ματιά. Δεν μου αφηγήθηκε κανείς αυτά που γράφω. Δεν είμαι ο θεωρητικός συγγραφέας των λογοτεχνικών συνάξεων και των μπαρ. Τίποτα δεν μου είναι πιο ξένο από τους βιβλιοπόντικες που ζουν διαμέσου των βιβλίων. Στην περίπτωσή μου, τα βιβλία και η ζωή συγκλίνουν το έργο μου».

– Ενα από τα χαρακτηριστικά των μυθιστορημάτων σας είναι η συνεχής δράση. Δεν σκεφτήκατε ποτέ να γράψετε ένα «φιλοσοφικό» μυθιστόρημα;

«Δεν ξέρω τι διάβολο εννοείτε λέγοντας "φιλοσοφικό" μυθιστόρημα. Αν αναφέρεστε στο στοχαστικό μυθιστόρημα, όλα τα μυθιστορήματά μου είναι στοχαστικά. Το να πιστεύει κανείς ότι ένα στοχαστικό μυθιστόρημα δεν μπορεί να είναι ταυτόχρονα και δράσης ή διασκεδαστικό, είναι λάθος. Προσπαθώ να τα συμβιβάσω και τα δύο. Αλλά είναι γεγονός πως κάθε μυθιστόρημα είναι ένας κόσμος, ένα διαφορετικό τεχνούργημα, που απαιτεί ειδική μεταχείριση. Έχω γράψει μυθιστορήματα πιο ελαφρά, έχω γράψει και πιο σοβαρά. Ο "Ζωγράφος των μαχών", λόγου χάρη, είναι ό,τι πιο πικρό έχω γράψει ποτέ για τον πόλεμο, το πεπρωμένο και την ανθρώπινη κατάσταση. Η διαφορά είναι ότι κάποιος μπορεί να γράψει σαν βαρετό τούβλο και κάποιος όχι. Προτιμώ να ανήκω στη δεύτερη κατηγορία».

– Πόσο μελετάτε ένα θέμα (π.χ. ξιφασκία, σκάκι, Μεσαίωνας) πριν αρχίσετε να γράφετε;

«Πολύ. Κι αυτός είναι ένας από τους λόγους για τους οποίους γράφω. Κερδίζω πάρα πολλά μαθαίνοντας τα πάντα γύρω από το θέμα που χειρίζομαι, αφιερώνοντάς του διαβάσματα και στοχασμούς δύο χρόνων. Χώρια, φυσικά, η σκληρή καθημερινή δουλειά. Γενικά προσπαθώ να επιλέγω θέματα που με ενδιαφέρουν πολύ ή που γνωρίζω καλά ή που έχω τη δυνατότητα να μελετήσω σε βάθος. Είναι πολύ επικίνδυνο να γράφεις για κάτι που δεν κατέχεις. Για τη "Βασίλισσα του Νότου" έζησα έξι μήνες στο Μεξικό, μελετώντας όχι μόνο τη ζωή των εμπόρων ναρκωτικών αλλά και τον ιδιαίτερο γλωσσικό κώδικά τους. Ενα μυθιστόρημα για το οποίο ο συγγραφέας δεν μαθαίνει τίποτα καινούριο δύσκολα θα είναι ένα καλό μυθιστόρημα. Και ύστερα δεν είμαι από τους συγγραφείς εκείνους που κάθονται μπροστά στη λευκή σελίδα να δουν τι θα συμβεί. Ποτέ δεν αρχίζω να γράφω πραγματικά αν δεν έχω οργανωμένη τη δομή και ξέρω απόλυτα πού θέλω να φτάσω, με ποιον χαρακτήρα, με ποιον τρόπο και με ποιο γλωσσικό κώδικα».

– Αν δεν είχε γίνει ο ισπανικός εμφύλιος πόλεμος, δεν θα είχε γραφτεί το «Για ποιον χτυπά η καμπάνα». Είναι η διάσταση μιας εποχής αυτή που γεννά τα κλασικά έργα;

«Αν κανείς διαβάσει τον Σοφοκλή και τον Ευριπίδη, καταλαβαίνει ότι τα πάντα έχουν γραφτεί. Και μετά τον Ομηρο οι συγγραφείς επαναλαμβάνουν τα ίδια θέματα. Αριστούργημα, κλασικό, είναι το έργο εκείνο που επιτυγχάνει να τοποθετήσει αυτά τα θέματα στη συγκεκριμένη ιστορική στιγμή, δίνοντας ταυτόχρονα τη δυνατότητα να τεθούν ορόσημα με διαχρονική ισχύ. Αυτό που κάνει ο συγγραφέας είναι να ξεσκονίζει διαχρονικά θέματα και να τα επανακυκλοφορεί για τους σύγχρονούς του. Μερικές φορές, όταν έχει μεγάλο ταλέντο, η νέα εκδοχή μένει ως αναπόσπαστος κρίκος της αλυσίδας. Σαν μεγάλο κλασικό έργο. Τότε οι υπόλοιποι συγγραφείς είμαστε απλοί κομπάρσοι. Αλλοι περισσότερο κι άλλοι λιγότερο αξιοπρεπείς. Κομπάρσοι πάντως».

– Ο ερωτισμός στη «Λέσχη Δουμάς» είναι απείρως ισχυρότερος από αυτόν που αποπνέει η ταινία του Πολάνσκι. Η εικόνα δεν έχει τη δύναμη του γραπτού λόγου;

«Καμία εικόνα δεν πετυχαίνει ό,τι πετυχαίνει ο γραπτός λόγος. Το βιβλίο γράφεται εξ ημισείας από τον αναγνώστη και τον συγγραφέα. Κάθε αναγνώστης προβάλλει σε αυτό τον κόσμο του, τα προηγούμενα διαβάσματά του, την προσωπικότητά του. Το βιβλίο είναι διαδραστικό. Το ίδιο βιβλίο στα χέρια διαφορετικών αναγνωστών διαφέρει, αφού δεν υπάρχουν δύο όμοιοι άνθρωποι σ’ αυτό τον κόσμο. Κι αυτό ισχύει τόσο για την Αγκαθα Κρίστι όσο και για τον Ντοστογέφσκι. Και γι’ αυτό δεν υπάρχουν βιβλία άξια περιφρόνησης. Και το ταπεινότερο όλων μπορεί να αλλάξει μια ζωή».

Απαραίτητο το διάβασμα, η γραφή όχι

– Είστε μανιώδης αναγνώστης. Εχετε πει ποτέ ότι θα σας άρεσε να τελειώσετε τη ζωή σας διαβάζοντας; Και γιατί όχι γράφοντας;

«Γιατί μια μέρα θα στερέψει το ταλέντο, η φαντασία ή η όρεξή μου. Και ελπίζω να το καταλάβω ή κάποιος να μου το πει. Δεν υπάρχει τίποτα πιο θλιβερό από έναν τελειωμένο μυθιστοριογράφο που επιμένει να γράφει. Ελπίζω να συνεχίσω να έχω ακόμη, τότε, τη βιβλιοθήκη και το ιστιοφόρο μου. Το διάβασμα και το ταξίδι είναι απαραίτητα, η γραφή είναι περιστασιακή».

– Νιώθετε άγχος μπροστά σε μια λευκή σελίδα;

«Καθόλου. Αυτό που νιώθω είναι η επιθυμία να τη γεμίσω αποτελεσματικά στο εξάωρο που αφιερώνω καθημερινά στη συγγραφή. Οπως σε όλες τις σοβαρές δουλειές, μερικές φορές νιώθει κανείς κουρασμένος. Αλλά, εάν η συγγραφή μου προκαλούσε οποιοδήποτε τύπο άγχους, θα έκανα κάτι άλλο. Δεν πολυκαταλαβαίνω αυτούς που υποφέρουν γράφοντας. Η ζωή είναι από μόνη της πολύ σκληρή για να υποβάλλει κανείς τον εαυτό του σε πρόσθετα βάσανα. Οταν κάποιος αναφέρεται στη δημιουργική του αγωνία, του προτείνω, εφόσον υποφέρει τόσο, να βρει κάτι άλλο να κάνει».

– Πιστεύετε πως υπάρχει μια συνταγή ή κάποιο μυστικό για να γίνει κανείς καλός συγγραφέας; Και ποια είναι η δική σας συνταγή;

«Να διαβάζεις από τα πέντε, να δημοσιεύεις μόνο μετά τα τριάντα πέντε ή τα σαράντα σου και να μην περιμένεις ότι θα αλλάξεις την ιστορία της λογοτεχνίας. Να γνωρίζεις επίσης τους έλληνες και λατίνους κλασικούς, στην περίπτωση της Ισπανίας τη λογοτεχνία του 16ου και του 17ου αι., και, κυρίως, το μεγάλο ευρωπαϊκό μυθιστόρημα του 19ου και των αρχών του 20ού αι. Αν επιπλέον υπάρχει λίγη φαντασία, αφηγηματικό ταλέντο και επαγγελματική πειθαρχία, τότε ίσως κανείς διαθέτει τις προϋποθέσεις για να το επιχειρήσει. Ασφαλώς υπάρχουν πάρα πολλοί άνθρωποι με αφηγηματικό ταλέντο, αλλά αυτό δεν τους κάνει συγγραφείς. Η πειθαρχία είναι απαραίτητη. Ενα μυθιστόρημα δεν είναι η τυχαία, δημιουργική παρόρμηση που γεννά η ξαφνική έμπνευση, αλλά μια εργασία συνεχής και επίμονη, πειθαρχημένη. Μέρες, μήνες, χρόνια. Και, παρ’ όλ’ αυτά, κανείς δεν σου εγγυάται τίποτα».

– Οταν γράφετε, έχετε κατά νου την επιτυχία;

«Εχω κατά νου ένα μυθιστόρημα. Εναν κόσμο για χάρη του οποίου υποθηκεύω τη ζωή μου επί μία διετία. Στη φάση αυτή, η επιτυχία μου είναι παντελώς αδιάφορη. Το παράδοξο είναι ότι ποτέ δεν την κυνήγησα. Μ’ ενδιαφέρει να περνάω καλά αφηγούμενος -στον εαυτό μου- μια ιστορία. Η επιτυχία ήρθε ενώ δεν ήταν στις φιλοδοξίες μου».

– Σε τι βαθμό έχει συμβάλει η σχέση σας με τη θάλασσα στη συγγραφική σας διαμόρφωση;

«Η θάλασσα, ο πόλεμος και το πέρασμα των χρόνων μου έδωσαν τα περισσότερα »κλειδιά» για να γράψω τα βιβλία μου. Αλλά χωρίς τα βιβλία που έχω διαβάσει σαν οδηγό και ερμηνευτικό κλειδί, σαν πρότερη άσκηση και ύστερο στοχασμό, ούτε η θάλασσα, ούτε ο πόλεμος, ούτε τα χρόνια θα μου είχαν χρησιμεύσει σε τίποτα».

– Πώς είναι η καθημερινότητά σας;

«Αν είμαι στο σπίτι, δουλειά και διάβασμα. Αν είμαι στη θάλασσα με καλό καιρό, σκάφος και διάβασμα. Αν είναι κακός ο καιρός -η Μεσόγειος είναι πολύ άτιμη, όπως ξέρετε- αγωνίζομαι για να μη χαθεί το σκάφος κι εγώ μαζί του. Τότε, χωρίς διάβασμα. Βλαστημώντας, συνήθως. Στις κακοκαιρίες, πέφτει πολλή βλαστήμια στα σκάφη».

– Πώς θα χαρακτηρίζατε τον εαυτό σας;

«Ως έναν αναγνώστη ναυτικό, που στα νιάτα του βρέθηκε στην Τροία και τώρα, κατά τύχη, επιστρέφοντας στην Ιθάκη, γράφει μυθιστορήματα».

 

clip_image001[5]

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

sleeping with books

Patricia Bee
BOOKWORM’S BEDROOM © Clair FLETCHER (Artist. East Sussex, England)

  1. Τάσος Παπαναστασίου
    13/05/2013 στο 4:03 ΜΜ

    Εξαιρετικός!!!!!!!!!!!!!!!!! Πολύ ωραία συνέντευξη!!!!!!!!!!!!!!!!!!

  1. No trackbacks yet.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: