Αρχική > φιλοσοφία, επιστήμη > Η ομορφιά του στοχασμού

Η ομορφιά του στοχασμού

Kilburne_George_Goodwin_Penning_A_Letter

George Goodwin Kilburne (1839-1924), Penning A Letter

 

Του Νίκου Τσούλια

Τέλειος θεωρείται εκείνος που μόνος του στοχάζεται όλα τα πράγματα

Ησίοδος, «Έργα και Ημέραι»

Γιατί άραγε τα μεγάλα υπαρξιακά ζητήματα που απασχολούν κάθε άνθρωπο και οι ουσιώδεις πνευματικές αναζητήσεις που πάντα φωλιάζουν στη σκέψη μας δεν αποτελούν πεδίο των συζητήσεών μας και του καθημερινού διαλόγου μας; Γιατί ό,τι μάς απασχολεί βαθύτερα στη συνείδησή μας έχει εξοβελιστεί από τους τόπους του καθημερινού διαλέγεσθαι, όταν μάλιστα αντιλαμβανόμαστε ότι «η αφηρημένη σκέψη είναι ο πραγματικός κινητήρας της ενσυνείδητης ζωής»[i]; Γιατί η φιλοσοφία και ο στοχασμός έχουν επαγγελματοποιηθεί και δεν αποτελούν βασικό μέλημα του ανθρώπου, αφού, ούτως ή άλλως, αυτά τα πεδία στην πρωτόλεια μορφή τους υπήρξαν ουσιαστικά οι χώροι της υπέρβασης της βιολογικής – ζωικής υπόστασής μας και της εν μέρει κατάκτησης της συνείδησής μας και της πνευματικής ελευθερίας;

Πολλές ερμηνείες κατά καιρούς κατατίθενται, αλλά δεν υπάρχει μια ικανοποιητική εξήγηση – κατά τη γνώμη μου – που να ερμηνεύει πειστικά τον σχεδόν ερμητικό αυτο-εγκλεισμό τού ανθρώπου στο τετριμμένο της απλής διαβίωσης, στη νοοτροπία του «να περάσει κι αυτή η ημέρα», στην απλή παρακολούθηση των σημείων που αφήνει ο χρόνος στο συνεχές ταξίδι του. Ακόμα και στον πιο στενό προσωπικό μας κύκλο δεν εμφανίζονται ούτε καν στη γραμμή του ορίζοντα οι ουσιώδεις σκέψεις μας που τόσο πολύ ευδοκιμούν και αναπτύσσονται στον αέναο εσωτερικό μας διάλογο. Αλλά και στις πιο όμορφες στιγμές των κοινωνικών εκδηλώσεων, όπου βασική στόχευση είναι ένα φιλοσοφικό ζήτημα, κυριαρχεί η λογική της διάλεξης, η κατάθεση απόψεων των ειδικών και η οριοθέτηση και η εξάντληση των υπόλοιπων σε ερωτήσεις. Έτσι, όσο τα μεγάλα ερωτήματα και οι βασικοί προβληματισμοί μας δεν βρίσκουν εύφορο έδαφος, αντίθετα ξερότοπους και ανυδρία, τόσο θεριεύουν μέσα μας και αναζητούν τους δικούς τους τόπους βλάστησης με την απλή άχνη υγρασίας ακόμα και πάνω στον πιο σκληρό  βράχο της πιο άγριας άγνοιας.

Αρκετοί θησαυροί της σκέψης δεν εξορύσσονται, δεν βλέπουν το φως της κοινωνικής πραγματικότητας, δεν τίθενται στη βάσανο της κρίσης της ανταλλαγής ιδεών και στην κριτική της άποψης του άλλου, δεν γονιμοποιούνται με τη δύναμη του διαλόγου, δεν ακτινοβολούν στη συλλογική μας αφήγηση.

Υπάρχει όμως μια χαραμάδα σ’ αυτό το πυκνό πλέγμα του κοινωνικού εξοστρακισμού του στοχασμού μας. Όταν εκδηλώνεται ο στοχασμός στο σπέρμα μιας φιλοσοφικής αναζήτησης, τότε εμφιλοχωρεί στο βαθύτερο πυρήνα της συνείδησής μας, στην αρχέγονη μήτρα της σκέψης μας και μάς συντροφεύει εσαεί. Και είναι αυτή η διαρκής εστίαση της σκέψης μας στο ουσιώδες που συνεγείρει το συναισθηματικό μας σύμπαν, που προκαλεί δέος και έκσταση, που το αντάριασμα του άγνωστου και απρόσιτου μετασχηματίζεται σε γαλήνεμα ψυχής, σε ονειροπόληση απόλυτα συνειδητή και βιωμένη. Είναι η ομορφιά αυτού του στοχασμού που διεγείρει την πληρότητα του εαυτού μας, που μάς δωρίζει τη χαρά της πρόσκαιρης έστω κατάκτησης της πνευματικής ελευθερίας μας και της αίσθησης της απόλυτης δημιουργικότητάς μας, γιατί ακριβώς «η πρώτη αφετηρία της δημιουργίας είναι ο πόθος που αισθάνεται το Εν να γεννήσει τον εαυτό του»[ii].

Έχω συμμετάσχει και έχω παρακολουθήσει εκατοντάδες διαλέξεις, συνέδρια, συνελεύσεις, μορφωτικές εκδηλώσεις και μπορώ να ισχυριστώ ότι υπήρξαν ένα σημαντικό κομμάτι της ζωής μου στην προσπάθεια που κάνει ο καθένας μας για την ερμηνεία και την επανερμηνεία του κόσμου και για τη δημιουργία του προσωπικού μας πορτρέτου. Απ’ όλες αυτές τις χιλιάδες ώρες συμμετοχής και παρακολούθησης έχουν μείνει ενεργές στη σκέψη μου εκείνες οι θεωρήσεις που επιχειρούσαν να δώσουν μια διεισδυτική ματιά στα πράγματα, εκείνες οι απόψεις που δεν κουβαλούσαν βεβαιότητες και απολυτότητες αλλά προβληματισμούς και ερωτήματα, εκείνες οι προσεγγίσεις που δεν έμεναν στην επιφάνεια των πραγμάτων αλλά προσπαθούσαν να ξύσουν τη χοντρή κρούστα του φαίνεσθαι και να ψηλαφίσουν έστω κατά υποψία το γίγνεσθαι, εκείνες οι αναζητήσεις που συνάπτονταν με τις αναζητήσεις των άλλων και είχαν ως εστία την προβληματική για «μήνυμα στην ιστορία ή για μήνυμα ή για σκοπό της ζωής»[iii].

Και υπάρχει ένα βαθύτερο νόημα στην καλλιέργεια του στοχασμού, στην αναζήτηση της πνευματικής ελευθερίας, στη δημιουργία μιας κριτικής και χειραφετημένης σκέψης, γιατί «όσο περισσότερο αναπτύσσεται η πνευματική δραστηριότητα του ανθρώπου, όσο μεγαλύτερη γίνεται η κριτική και ερευνητική του διάθεση, τόσο περισσότερο υποχωρούν τα πρακτικά ενδιαφέροντα μπροστά στα θεωρητικά, και ο άνθρωπος τείνει να ομοιωθεί προς το θεό που πρόσφατα ανακάλυψε, το θεό ο οποίος βλέπει και αναγνωρίζει μένοντας ακίνητος»[iv]. Αλλά δεν είμαστε μόνοι μας, ποτέ δεν είμαστε μόνοι μας. Κουβαλάμε από την απλή ακόμα εκφορά των λέξεων και από την κατανόηση των εννοιών τους πιο σπουδαίους θησαυρούς του πνεύματος, του πανανθρώπινου πνεύματος. Και είμαστε φοβερά τυχεροί που μιλάμε αυτή τη θαυμάσια ελληνική γλώσσα που θεμελίωσε τη σκέψη και το στοχασμό του δυτικού πολιτισμού. Αλλά δεν αντιλαμβανόμαστε αυτή την εύνοια των θεών (την εύνοια της Αθηνάς προς τον Οδυσσέα) σ’ αυτή την πνευματική οδύσσεια. Δεν μελετάμε τον πυρήνα του φιλοσοφικού στοχασμού και των απαρχών της επιστήμης, τον πυρήνα της πραγματικής απελευθέρωσης της ανθρώπινης σκέψης από τους άπειρους περιορισμούς της προκατάληψης και του ανορθολογισμού.

Ο Γκάνταμερ αναδεικνύει αυτή την απλή εικόνα, την εικόνα που σπερματικά την έχουμε μέσα στη σκέψη μας και δεν την ανακαλύπτουμε, δείχνει απλά και μόνο έναν δρόμο, έναν δρόμο προς το αξιερώτητο. «Η φιλοσοφία στην ελληνική δημιουργική αφύπνιση είναι στοχαστική αντίληψη σύμφωνα με την οποία ο άνθρωπος είναι απείρως εκτεθειμένος στο Ενθάδε, σ’ αυτή τη στενή ζώνη του χώρου της ελευθερίας, η οποία παραχωρείται στην ανθρώπινη βούληση και ικανότητα από το εύτακτο όλον της πορείας της φύσης. Τούτη ακριβώς η έκθεση του ανθρώπου συνειδητοποιείται στη σκέψη και οδηγεί στο σημείο να τίθενται ορισμένα πελώρια ερωτήματα: Τι υπήρχε στην αρχή; Τι σημαίνει το να υπάρχει κάτι; Τι σημαίνει ότι δεν υπάρχει το τίποτε; Μήπως το τίποτε σημαίνει κάτι; Η διατύπωση αυτών των ερωτημάτων είναι το ξεκίνημα της ελληνικής φιλοσοφίας, ενώ οι θεμελιώδεις απαντήσεις της είναι: φύσις, αφ’ εαυτού ύπαρξη στην τάξη του όλου και λόγος, γνώση και επίγνωση του όλου, συμπεριλαμβανομένου επίσης του λόγου της ανθρώπινης τεχνικής ικανότητας»[v].

Υπάρχει ένας τόπος ιδιότυπης ευτυχίας, όπου η συναισθηματική και ψυχική ευφορία δεν πηγάζει μέσα από του έρωτα και της αγάπης τις πηγές – τα κεφαλόβρυσα της ευτυχίας – αλλά από τη φοβερή δυνατότητα της σκέψης μας να αναζητεί όλο και πιο νέους ανοιχτούς ορίζοντες και να εκστασιάζεται ακόμα και με την πιο μικρή αφορμή, ενός ασήμαντου γεγονότος, ενός ταπεινού πράγματος. Και είναι αυτή η περιπλάνηση της σκέψης μια οδύσσεια ελευθερίας, μια οδύσσεια προσωπική, μια οδύσσεια αυτοπραγμάτωσης και γαλήνιας θέασης της ζωής…


[i] Steiner G. (2002), Αξόδευτα πάθη, Αθήνα: Νεφέλη, σ. 231

[ii] W. J. Schelling (1997), Έρευνες για την ουσία της ανθρώπινης ελευθερίας, Αθήνα: Ίνδικτος, σ. 88

[iii] Popper, Κ. (1971), The Open Society and Its Enemies, v. 2, Princeton, New Jersey: Princeton University Press, p. 269

[iv] Bruno Snell (1997), Η ανακάλυψη του πνεύματος, Αθήνα: Μ.Ι.Ε.Τ., σ. 190

[v] Γκάνταμερ, Χ.-Γ., Η απαρχή της γνώσης, Αθήνα: Πατάκης, σ. 242-243

 

Cole_George_Harvest_Field

George Cole, Snr. (1810-1883), Harvest Field

  1. Δεν υπάρχουν σχόλια.
  1. No trackbacks yet.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: