Αρχική > φιλοσοφία > Γιατί πρέπει να κάνουμε το καλό;

Γιατί πρέπει να κάνουμε το καλό;

clip_image001

Thomas Shotter Boys, Entry to the Strand from Charing Cross

 

Αντιγόνη: « Δεν είμαι εδώ για να μισώ, αλλά για ν’ αγαπώ».

 

Του Νίκου Τσούλια

Είναι ένα από τα πιο βασικά φιλοσοφικά ερωτήματα. Είναι το πιο ουσιώδες ηθικό ζήτημα. Γιατί πρέπει να κάνουμε το καλό; Οι απαντήσεις ποικίλουν, χωρίς απαραίτητα να συγκλίνουν στο περιεχόμενό τους. Η αδιαίρετη έννοια του καλού και του κακού είναι συνυφασμένη με την ανάδυση της συνείδησης του ανθρώπου, συνάπτεται με την ελεύθερη βούλησή του, απορρέει από την ελευθερία της σκέψης του, είναι στενά συνδεδεμένη με την αντίληψη που έχουμε για τον υπάρχοντα κόσμο αλλά και με τη συγκρότηση του κόσμου που θέλουμε να δημιουργήσουμε, συναρτάται, τέλος, με το είδωλό μας και με την κοσμοθεωρία μας.

Καθ’ όλη τη μακρά διάρκεια της – ολοκληρωμένης πλέον – ανθρωποποίησής μας και του σύντομου και εν εξελίξει εξανθρωπισμού μας, ο προσδιορισμός της έννοιας του καλού και του κακού σχετιζόταν με τον πυρήνα της αυτοπροσδιοριζόμενης από τον άνθρωπο ηθικής. Το περιεχόμενο της ηθικής καθοριζόταν κάθε φορά από το χαρακτήρα των κοινωνιών και από την ιστορική τους διαδρομή. Αυτή η σχετικότητα στο περιεχόμενο δεν αναιρεί το βασικό πυρήνα των αντιτιθέμενων και αλληλοσυνδεόμενων εννοιών του καλού και του κακού, του πυρήνα που έχει μια σχεδόν καθολική ισχύ στην ιστορία του ανθρώπου.

Αλλά το περιεχόμενο της ηθικής συνδέθηκε πολύ νωρίς με τη συγκρότηση των θρησκειών και με την ανάδειξη της μεταφυσικής σκέψης του ανθρώπου, με αποτέλεσμα να απομειωθεί εξ αρχής ο κοινωνικός χαρακτήρας του. Ταυτόχρονα οι διάφορες μορφές εξουσίας θέσπιζαν νόμους και κανονιστικές ρυθμίσεις δίνοντάς τους και περιεχόμενο ηθικής λειτουργίας, ενώ η βασική τους αποστολή ήταν η διατήρηση και η αναπαραγωγή της ίδιας της εξουσίας. Η περίπτωση της Αντιγόνης ήταν το πιο φωτεινό παράδειγμα της σύγκρουσης των δύο περιεχομένων της ηθικής και της επιφαινόμενης ηθικολογίας. Έτσι, η ηθική ήταν σε πολιορκία από δύο θεσμικές περιοχές, οι οποίες επικαθόριζαν και το νόημά της. Παρόλα αυτά και εν μέσω έντονων δυσχερειών η ηθική αυτοδιαμορφωνόταν τόσο μέσα από τις κοινωνικές λειτουργίες και από τις σχέσεις των ανθρώπων όσο και μέσα από τις βαθύτερες αναζητήσεις του ανθρώπινου πνεύματος. Τα ερωτήματα είναι πολλά και αλληλοεξαρτώμενα.

Διαχωρίζεται πάντα το καλό από το κακό; Δεν είναι πάντα σαφής ο διαχωρισμός και μάλιστα όσο πιο ουσιώδες είναι το πεδίο προβληματισμού, τόσο πιο δυσδιάκριτη είναι η διαφοροποίηση μεταξύ τους. Έγκειται στον άνθρωπο και στη συνείδησή του να ξεχωρίζει το καλό από το κακό. Γιατί, ούτως ή άλλως, στη φύση δεν υπάρχει καμιά έννοια ηθικής. Η φύση έχει κάποιους κανόνες και τίποτα πέραν τούτων. Για παράδειγμα, αν κάποιος πέσει από έναν όροφο πολυκατοικίας, δεν μπορεί να ενοχοποιηθεί η φύση για το όποιο αποτέλεσμα. Στη φύση υπάρχει ο νόμος της βαρύτητας, ο νόμος που θα επηρεάσει την πτώση του ανθρώπου και θα είναι το αίτιο της όποιας ζημιάς υποστεί ο άνθρωπος, αλλά δεν θα είναι ένοχος – με την έννοια που αποδίδει ο άνθρωπος – ο νόμος της βαρύτητας για την πρόκληση του κακού!

Αν κάποιος τρέχει με μεγάλη ταχύτητα με το αυτοκίνητό του και συγκρουστεί με κάποιο εμπόδιο, δεν θα ευθύνεται η φύση και οι νόμοι της για το όποιο αρνητικό για τον άνθρωπο αποτέλεσμα. Η φύση είναι «φοβερά αδιάφορη» για τις ερμηνείες και τις ηθικολογίες του ανθρώπου. Αν, τέλος, ένα μικρόβιο προσβάλλει την υγεία του ανθρώπου, αυτό δε σημαίνει ότι μπορεί να ενοχοποιηθεί η λειτουργία του μικροβίου. Το μικρόβιο απλά και μόνο κάνει τη δική του αποστολή (την επιβίωσή του) και «αδιαφορεί» για την όποια ηθική δική μας επινόηση και σύλληψη. Δεν είναι δύσκολο να κατανοήσουμε ότι η φύση έχει άπειρους οργανισμούς και άπειρες σχέσεις και δε λειτουργεί με βάση την έννοια του τι συμφέρει τον άνθρωπο. Ακόμα και μια φυσική καταστροφή (π.χ. σεισμός) έχει μια απόλυτα φυσική ερμηνεία και δεν εμπεριέχεται στη σφαίρα του κακού, όπως προσδιορίζεται εννοιολογικά από το πεδίο της ηθικής. Για την κοινωνία υπάρχει το κακό που δημιουργεί ο ίδιος ο άνθρωπος, το κακό με το οποίο έχει πλημμυρίσει την ιστορία του ο άνθρωπος, ενώ ο άνθρωπος βυθίζεται διαρκώς μέσα στη μαύρη χοάνη του!   

Υπάρχει η έννοια του καθολικού καλού; Οι περισσότερες και πιο ισχυρές κοσμοθεωρίες απαντούν αρνητικά σ’ αυτό το ερώτημα. Η «κοινωνία των αγγέλων» παραμένει μια επινόηση μερικών ρευμάτων της ανθρώπινης σκέψης και πιο συγκεκριμένα των δογματικών δοξασιών. Πάντως κανένα κοινωνικό και πολιτικό και ιδεολογικό και φιλοσοφικό σύστημα δεν αποφαίνεται ότι ευαγγελίζεται μια τέτοια κοινωνία. Έτσι κι αλλιώς η ιστορία του ανθρώπου είναι αρκετά σαφής στο ζήτημα αυτό. Αφού ο εγωισμός και η ιδιοτέλεια είναι επικρατείς απέναντι σε κάθε μορφή αλληλεγγύης, δεν μπορεί η ιστορία μας να θέσει ούτε καν ως ζητούμενο την έννοια του «καθολικού καλού». Ο Σοπενχάουερ (Η τέχνη του να έχεις πάντα δίκιο) σ’ αυτό το θέμα είναι απαισιόδοξος ισχυριζόμενος ότι «αν η ανθρώπινη φύση δεν ήταν ποταπή αλλά απόλυτα έντιμη, θα έπρεπε σε κάθε αντιπαράθεση να αποβλέπουμε μόνο στην αποκάλυψη της αλήθειας»[1] .

Ο άνθρωπος είναι από τη φύση του καλός ή κακός; Και εδώ οι απαντήσεις ποικίλλουν. Μήπως, όμως, θα έπρεπε να αποφεύγουμε τα μανιχαϊστικού τύπου ερωτήματα; Μήπως δεν θα έπρεπε να θέτουμε στη σκέψη μας ερωτήματα δυισμού, ερωτήματα «άσπρου – μαύρου» και να μας απασχολούν οι πιο σύνθετες μορφές των ερωτημάτων και των αποριών μας; Γιατί, πώς μπορεί να τεκμηριωθεί η μια ή η άλλη μορφή της καθολικής απάντησης του τύπου: «ο άνθρωπος είναι από τη φύση του καλός» ή «ο άνθρωπος είναι από τη φύση του κακός»; Ο μεγάλος στοχαστής Ι. Καντ (1793) εντούτοις θα πάρει θέση σ’ αυτό τον τύπο ερωτήματος. «Θα σημειωθεί ότι η ροπή προς το κακό καθιερώνεται (όσον αφορά τις πράξεις) μες στο ανθρώπινο ον, ακόμα και στο καλύτερο. Κι έτσι πρέπει επίσης να είναι, αν πρόκειται να αποδειχθεί πως η ροπή προς το κακό ανάμεσα στα ανθρώπινα όντα είναι καθολική, ή, το οποίο εδώ ισούται με το ίδιο πράγμα, πως είναι συνυφασμένη με την ανθρώπινη φύση».

Θεωρώ ότι δεν έχει και ιδιαίτερο νόημα το ερώτημα αν ο άνθρωπος είναι φύσει καλός ή κακός. Θεωρώ ότι ούτε το ένα ισχύει ούτε το άλλο. Θεωρώ ότι πρόκειται για μια φοβερά απλουστευτική προσέγγιση, που είναι απόρροια θεολογικής εκδοχής και πρωτόγονης σκέψης, σκέψης που δεν μπορεί να γίνει διεισδυτικό εργαλείο για την «αποκάλυψη» και την κατανόηση της πραγματικότητας. Αλλά και πέραν τούτων, το καίριο – κατά τη γνώμη μου – ερώτημα είναι το εξής:

Πρέπει ο άνθρωπος να κάνει το καλό και γιατί; Η απάντηση έχει δοθεί και από τα θεολογικά ρεύματα, που αποφαίνονται ότι έτσι υπηρετείται η αποστολή της θεϊκής ιδιότητας του ανθρώπου ή και η “κατάκτηση του παραδείσου” και από ποικίλα φιλοσοφικά και κοσμοθεωρητικά ρεύματα, που αποφαίνονται ότι έτσι ωφελούνται οι περισσότεροι άνθρωποι. Ίσως η πιο καλή προσέγγιση να δίνεται από τον Τολστόι, στο όμορφο διήγημά του, Τα τρία ερωτήματα, όπου με έναν πολύ σοφό τρόπο συμπεραίνεται  ότι “το πιο σπουδαίο πράγμα είναι να κάνεις το καλό, γιατί μόνο γι’ αυτό το σκοπό έχεις έλθει σ’ αυτόν τον κόσμο”.

Αλλά δεν πρόκειται μόνο περί αυτού. Αν ο άνθρωπος κάνει το κακό, σκληραίνει ο χαρακτήρας του, μετασχηματίζεται η προσωπικότητά του, αφυδατώνεται ο συναισθηματικός του κόσμος. Κάνοντας το κακό και κινούμενοι από κίνητρα μόνο εγωιστικά και ιδιοτελή το κέρδος που προσκομίζουμε είναι χρήμα και εξουσία. Κανέναν απ’ αυτά όμως δεν οδηγεί στην τελείωση του ανθρώπου ούτε προσεγγίζει την έννοια της ευτυχίας. Αλλά σύγχρονες έρευνες καταδεικνύουν και μια άλλη καθόλα σημαντική όψη. Διαφαίνεται ότι “ το μίσος και η κακία έχουν επιπτώσεις στην ανθρώπινη φυσιολογία” (Goleman P., Κοινωνική νοημοσύνη). Άλλωστε, όταν βλάπτουμε έναν άνθρωπο δεν νιώθουμε ένα ανακάτωμα στην ψυχή μας, δεν νιώθουμε ακόμα και μια αποστροφή για τον ίδιο τον εαυτό μας και, προκειμένου να αυτοδικαιολογηθούμε (…), επινοούμε διάφορα φληναφήματα;  

Το ουσιαστικότερο όφελος του ανθρώπου είναι ότι με το να κάνει το καλό μετασχηματίζεται και εξευγενίζεται η ίδια η φύση του, δηλαδή βελτιώνει τον ίδιο τον εαυτό στου. Αλλά αυτό δεν συνιστά το πιο βασικό σκοπό της ζωής μας; Με αυτή τη συμπεριφορά ο άνθρωπος αποκτά την πιο προωθημένη μορφή αλληλεγγύης, προάγει τις κοινωνικές και διανθρώπινες σχέσεις του, κατακτά μια ανθρωπιστική αντίληψη ζωής και νοηματοδοτεί την ίδια τη ζωή του. Αν ο άνθρωπος κάνει το καλό, βιώνει τη ζωή του στον αστερισμό της αλληλεγγύης και της προσφοράς και γεύεται το βασίλειο της αγάπης. Τι πιο ιερό;


[1] Σοπενχάουερ, Α. (2011), Η τέχνη του να έχεις πάντα δίκιο, Αθήνα: Πατάκης, σ. 32

 

Το θάρρος να αγαπάς όχι μόνο δεν είναι βόλεμα μ’ έναν άδικο κόσμο, αλλά είναι αντίθετα η αλλαγή αυτού του κόσμου για χάρη της όλο και μεγαλύτερης απελευθέρωσης του ανθρώπου.

Φρέιρε Π., Η αγωγή του καταπιεζόμενου

 

clip_image002

Martin de Vos, «Αdolescentia amori», 1596

  1. Δεν υπάρχουν σχόλια.
  1. No trackbacks yet.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: