Αρχική > διηγήματα Ν. Τσούλια > Στο πιεστήριο του «ΒΗΜΑΤΟΣ» και των «ΝΕΩΝ»

Στο πιεστήριο του «ΒΗΜΑΤΟΣ» και των «ΝΕΩΝ»

Tavern_with_May_Tree_WGA

Salomon van Ruysdael (1600-1670) Tavern with May Tree

 

Του Νίκου Τσούλια

Όταν ήλθε ο καιρός του για να πάει στο στρατό, ήταν γι’ αυτόν μια ευχάριστη εξέλιξη. Και ενώ σχεδόν όλοι οι γνωστοί συμφοιτητές του έκαναν λογαριασμούς στο πώς θα αποφύγουν τα δύσκολα της θητείας, αυτός ήταν μες στην τρελή χαρά. «Σε κάθε περίπτωση θα είναι καλύτερα από τώρα, αφού θα κοιμάμαι πλέον κανονικά. Αλλά και το άλλο… Λίγο είναι; Να μπορώ να βγαίνω και κανένα βράδυ βόλτα, μού έχει λείψει τόσο πολύ…», έλεγε και ξανάλεγε πότε στους άλλους και πότε στον εαυτό του.

Πάνω από δύο χρόνια δούλευε νυχτερινή βάρδια – δέκα το βράδυ έως έξι το πρωί – και ποτέ δεν χόρτασε τον ύπνο και λίγες φορές βγήκε βράδυ για βόλτα. Από τις εννιά έπρεπε να ετοιμάζεται για την αναχώρηση, για το λεωφορείο «Κηφισιά – Πειραιάς». Έμενε πίσω από το Ιπποκράτειο στους Αμπελόκηπους σε μια φτωχική χαμοκέλα μαζί με μια γιαγιά πρόσφυγα από τη Μικρά Ασία. Την ημέρα έπρεπε να παρακολουθεί όχι μόνο τα εργαστήρια στο πανεπιστήμιο που ήταν υποχρεωτικά αλλά και όλα τα μαθήματα, γιατί εκείνους τους καιρούς η παρακολούθηση ήταν σχεδόν υποχρεωτική. Και επειδή δεν χόρταινε τον ύπνο, κοιμότανε όπου προλάβαινε και κυρίως μέσα στο λεωφορείο.

Ήταν και το άλλο. Είχε έλθει από το Χάρβαρντ ένας νέος (και στην ηλικία) καθηγητής που ήταν φοβερή περίπτωση επιστήμονα και ερευνητή και είχε αλλάξει την εικόνα της Σχολής του και όλοι μιλούσαν γι’ αυτόν. Κάπως έτσι φούντωσαν και οι φιλοδοξίες σε πολύ κόσμο. Και τα όνειρα για να μεγαλουργήσουν όπως αυτός, ήταν στον φοιτητόκοσμο μια εικόνα μαγική.

«Τέλος στο ξενύχτι, από εδώ και πέρα το ξενύχτι θα είναι μόνο για γλέντι, τώρα είναι καινούργιο ξεκίνημα ζωής. Ήταν όμως μια ωραία εμπειρία. Γνώρισα έναν άγνωστο κόσμο. Μπορεί και κάποιες γνωριμίες να μου βγουν σε καλό. ‘Άμα έχεις ασήμαντη καταγωγή, πρέπει να τρυγάς το καθετί ακόμα και τις …τσαμπίδες’, του έλεγε ο μπάρμπα – Χρήστος στο χωριό που είχε πάει μετανάστης στην Αμερική στο μεσοπόλεμο και κάτι περισσότερο ήξερε από τους άλλους». Και του βγήκε σε καλό. Εργάστηκε για πολλά χρόνια ως αρθρογράφος σε δύο έγκυρες εφημερίδες, αν και δεν ήταν το κύριο επάγγελμά του.

Δύο και επιπλέον χρόνια δούλεψε σε μια εργασία που διατηρούσε εκείνη την περίοδο ένα μέρος της αίγλης των εφημερίδων, σε μια εργασία που φαινόταν ότι έπνεε τα λοίσθια, γιατί πλησίαζαν οι νέες τεχνολογίες. Ήταν το πιεστήριο του «Δημοσιογραφικού Οργανισμού Λαμπράκη», όπου τυπώνονταν δύο μεγάλες εφημερίδες της χώρας το πρωινό «ΤΟ ΒΗΜΑ» και τα απογευματινά «ΤΑ ΝΕΑ». Απολάμβανε τις ειδήσεις πάντα «επί του πιεστηρίου». Ήταν εποχή της πρώιμης μεταπολίτευσης με ποιοτική αρθογραφία. Ήταν και τα μοναδικά χρονογραφήματα του Π. Παλαιολόγου με τη φοβερά στοχαστική πένα του (ΤΟ ΒΗΜΑ) και του Δ. Ψαθά με την εύστοχη και εύθυμη γραφή του (ΤΑ ΝΕΑ). Εκεί γνώρισε τους τεχνικούς του τύπου, που είχαν από τις καλύτερες αμοιβές για εκείνη την εποχή, αλλά έκαναν και μια δουλειά που ήταν πάντα βράδυ και είχαν και ένα ανθυγιεινό εργασιακό περιβάλλον, γιατί ήταν βουτηγμένοι μέσα στα μελάνια και στις αναθυμιάσεις του αντιμονίου.

Μέσα στη λεωφόρο Συγγρού η ζωή το βράδυ δεν σταματούσε. Όταν γύριζαν οι ξενύχτηδες στα σπίτια τους, ξεκινούσαν οι εργάτες για τις πολύ πρωινές δουλειές. Την περίοδο εκείνη φτιάχτηκε εν μια νυχτί η σημερινή λεωφόρος Συγγρού γεμάτη πλέον με ανισόπεδες διασταυρώσεις και έγινε ο δρόμος των μεγάλων ταχυτήτων για την Αθήνα. Αιτία η άφιξη του Βαλερύ Ζισκάρ ντ’ Εσταίν, του Γάλλου προέδρου, στην Αθήνα, που συνδεόταν και με το σύνθημα της εποχής «Ελλάδα, Γαλλία, συμμαχία». Και άμα πήγαινε με τα φορτηγά στο πρακτορείο διανομής των εφημερίδων κοντά στην πλατεία Κοτζιά, έβλεπε έναν ολόκληρο κόσμο να κινείται σε ρυθμούς έντασης σαν να είναι μέρα μεσημέρι. Μεροκαματιάρηδες κάθε μορφής, δουλειά σκληρή, φορτοεκφορτωτές με σπασμένη τη μέση αλλά με θέληση πρωτόγνωρη. Εκεί δεν υπήρχε ολιγωρία. Είχε σειρά και ρυθμό η δουλειά. Δεν ήταν να μείνεις πίσω. Γιατί φορτωνόταν σε άλλον η βαριά κούραση και δεν ήταν καθόλου έντιμο. Σε στραβοκοίταζαν όλοι μετά και δύσκολα σού έκαναν παρέα.

Δούλεψε ως εργάτης πρώτα. Δύσκολη η δουλειά και βαριά. Καθόταν στο πιεστήριο εκεί που έβγαιναν οι εφημερίδες και έπρεπε να τις πιάνει ανά 25 φύλλα και να τις στοιβάζει δίπλα, στη συνέχεια κάποιος τις έδενε με σπάγκο και μετά στην πλάτη και στα φορτηγά. Έρχονταν οι εφημερίδες με μεγάλη ταχύτητα και έπρεπε να κινείται μηχανικά, χωρίς να βλέπει, τα χέρια κινούνταν μηχανικά πέρα – δώθε σαν εξάρτημα μηχανής όπως στις μηχανές των «Μοντέρνων καιρών» του Σαρλώ. Περίπου στο ενάμιση μέτρο το ύψος του φορτίου των εφημερίδων και επειδή ο κόμπος του σπάγκου έκοβε την πλάτη και άνοιγε πληγές, έπρεπε να βάζεις μαξιλαράκι σφουγγαρένιο, κάτι σαν μικρό σαμάρι. Πού να το φανταζόταν ότι αυτό που κάποτε ήταν αγάπη του στο τρέξιμο με το άλογο στο χωριό και που προϋπόθετε και την τεχνική του σαμαριού, θα έπαιρνε αυτός τη θέση του αλόγου φορώντας κάτι σαν σαμάρι. Δεν τον ένοιαζε. Έβγαζε τα λεφτά του για να σπουδάσει και έβλεπε το μέλλον του φωτεινό – φωτεινό να έρχεται γεμάτο υποσχέσεις.

Αργότερα έγινε νυχτοφύλακας και ήταν τα πράγματα πιο εύκολα. Αλλού ήταν τώρα το πρόβλημα. Όταν ήταν αργία, ήταν ολομόναχος και φύλαγε το κτίριο. Οι γιορτές και ειδικά οι ημέρες του Πάσχα ήταν ένα μαρτύριο. «Πρέπει να εκμεταλλευτώ τον χρόνο του ξενυχτιού», σκεφτόταν συνέχεια στις πρώτες ημέρες της καινούργιας δουλειάς. Αλλά υπήρχε πρόβλημα. Ο επιστάτης του ήταν σκυλί κολοβό. Δεν καταλάβαινε κανενός τις ανάγκες και τις ιδιαιτερότητες. «Άμα με πιάσει να μην είμαι στο πόστο, πήρα δρόμο», έλεγε στον κύριο Δημήτρη τον επιστάτη των πιεστών που τον παρότρυνε να πηγαίνει καμιά φορά να ξεκουραστεί λίγο στον πρώτο όροφο που είχε αυτός το γραφείο του. «Αν έλθει, θα σε ειδοποιήσω εγώ», του έλεγε, «δεν γίνεται να μην κοιμάσαι καθόλου όλο το βράδυ».

Είχε βρει μια γωνιά που φώτιζε ένας στύλος της ΔΕΗ και ήταν καλό σημείο για να βλέπει το δρόμο από όπου συνήθως ερχόταν το σκληρό αφεντικό. Και εκεί διαμόρφωνε το σκηνικό του διαβάσματός του. Είχε κόψει μακρόστενα χαρτιά και έγραφε τις σημειώσεις από τα μαθήματα του πανεπιστημίου αλλά και λεξιλόγιο αγγλικών όρων. Έκανε φοβερό κρύο τον χειμώνα, αλλά έτσι κι αλλιώς έπρεπε να κάνει συνέχεια βόλτες γύρω από το κτίριο.

Στις λίγες μέρες που είχε ρεπό έπρεπε να πάει η ώρα εφτά το πρωί για να κοιμηθεί δυο τρεις ώρες, δεν μπορούσε αλλιώς. Του βγήκε όμως σε καλό. Πήγαινε σε στέκια που ξενυχτούσαν, γιατί ήδη είχε απαγορευτεί η μέχρι πρωίας λειτουργία των νυχτερινών κέντρων και είχε τεθεί όριο η ώρα 2 π.μ. Και απ’ αυτή τη συγκυριακή συνήθεια κατέκτησε μια όμορφη αγάπη, την αγάπη στο χορό, που τόσο πολύ τον ευχαριστούσε μετά σ’ όλη του τη ζωή και του έγινε πάθος όμορφο και ζηλευτό!

Αρκετά χρόνια μετά και ενώ είχε δημιουργήσει ένα παρόν πιο όμορφο από το μέλλον που ονειρευόταν τότε στη δουλειά, επισκεπτόταν το πιεστήριο. «Μα μπορούσα και καθόμουνα εδώ στη μηχανή και έπιανα τόσο γρήγορα τα φύλλα;», ρωτούσε τον κύριο Δημήτρη που τόσο πολύ τον είχε συμπαθήσει και θυμόταν πάντα τις καλές του κουβέντες και την ενθάρρυνση που του έδινε.

«Και βέβαια και είχες μάθει πολύ καλά, ήσουνα γρήγορος, ήσουνα και ελαφρύς και το σώμα σου σε βοηθούσε», του απάντησε για λογαριασμό όλων ο κυρ – Σωτήρης, που είχε προτεταμένη κοιλιά και τον δυσκόλευε τόσο πολύ.

Για όλα τα χρόνια που ακολούθησαν καμάρωνε που είχε κάνει αυτή τη σκληρή δουλειά. Ήταν ένα μάθημα ζωής. Έμαθε να εκτιμά αυτούς που έκαναν βαριές δουλειές, που ξενυχτούσαν και έβγαζαν τόσο δύσκολα το ψωμί τους. «Λίγο είναι αυτό;», έλεγε και ξαναέλεγε σε όποιον δεν καταλάβαινε για ποιο πράγμα καμάρωνε…

 

Soonius_Louis_Beach_Fun_At_Scheveningen

Raffaelo Sorbi (1844-1931), Soonius Louis Beach Fun At Scheveningen

Κατηγορίες:διηγήματα Ν. Τσούλια Ετικέτες:
  1. Δεν υπάρχουν σχόλια.
  1. No trackbacks yet.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: