Αρχική > πολιτική, κοινωνία > Ιστορίες φτώχειας…

Ιστορίες φτώχειας…

File:Van Gogh - Bauernhaus mit gebückter Bäuerin in blauem Kleid.jpeg

Vincent van Gogh (1853–1890), Farmhouse with a stooping Peasant-woman in a blue dress, 1885

 

Του Νίκου Τσούλια

Πού μπορεί να αποσκοπεί μια συλλογή ιστοριών φτώχειας; Για να καλλιεργηθεί ο κόσμος των ευαισθησιών μας; Αν κι αυτό έχει την αξία του, δεν στοχεύω κυρίως σ’ αυτό. Για να προσθέσω ένα μικρό κομμάτι στα ερμηνευτικά μας εργαλεία, έτσι ώστε να κατανοήσουμε καλύτερα την κοινωνική πραγματικότητα; Αν κι αυτό έχει μεγάλη σημασία, δεν είναι ένα αρκούντως ικανοποιητικό πεδίο. Αποβλέπω πρωτίστως στη συνειδητοποίηση του ηθικού μέρους της φτώχειας και της συνεπακόλουθης ευθύνης μας, της ευθύνης του καθενός μας και της ευθύνης μιας διαχρονικά άδικης και σκληρής ταξικής πολιτικής.

Τα ερωτήματα τίθενται σχεδόν αυτονόητα. Η φτώχεια είναι ένα ζήτημα που αφορά μόνο τους φτωχούς; Αν η φτώχεια είναι ένα μείζον κοινωνικό πρόβλημα, πώς τοποθετούμαστε όλοι εμείς που είμαστε εκτός της μαύρης ζώνης; Η κοινωνιολογία της φτώχειας δίνει πολιτικές αναλύσεις που τοποθετούνται όλες στην περιοχή του πολιτικού σκηνικού; Μπορεί να εξαλειφθεί η φτώχεια, μπορούν να υπάρξουν κοινωνίες χωρίς φτώχεια ή είναι μια ουτοπία ο κόσμος χωρίς φτώχεια; Τελικά ο προσωπικός μας αγώνας είναι να μην συμπεριληφθούμε και εμείς σ’ αυτό τον κύκλο του ζόφου;

«Το 1960 το πλουσιότερο 20% του πληθυσμού του πλανήτη διέθετε εισόδημα κατά 30 φορές μεγαλύτερο από αυτό του φτωχότερου 20%. Σήμερα η αναλογία είναι 74 προς 1. Περίπου 1 δισ. πληθυσμού της Γης ζουν με λιγότερο από 1$ ημερησίως (και πάνω από 2 δισ. με λιγότερα από 2$ ημερησίως), αδυνατούν να αντιμετωπίσουν κύριες διατροφικές ανάγκες, στερούνται βασικές συνθήκες υγιεινής, καθώς και την πρόσβαση σε υπηρεσίες υγείας. Στις 15 χώρες της Ε.Ε. περίπου 60 εκατ. πληθυσμού ζουν σε συνθήκες σχετικής φτώχειας, και μεταξύ αυτών η Ελλάδα και η Πορτογαλία παρουσιάζουν τα υψηλότερα ποσοστά φτώχειας». Αυτή είναι μια μικρή περιγραφή του φαινομένου της φτώχειας, όπως παρουσιάζεται στο βιβλίο: «Φτώχεια και κοινωνικός αποκλεισμός».

Και για να δούμε και τα δικά μας κατατίθεται ένα απόσπασμα από σχετική πρόσφατη έρευνα. «Το 1/3 των Ελλήνων ζουν με λιγότερα από 470 ευρώ μηνιαίως, ενώ 1 στα 5 παιδιά ζει επίσης κάτω από τα όρια της φτώχειας. Μιλάμε πλέον -και επισήμως;- για την κοινωνία των 2/3! Ούτε αυτοί όμως αισθάνονται ασφαλείς, αφού το 60% δηλώνουν ότι ζουν με το φόβο ότι μία ημέρα μπορούν να ξυπνήσουν φτωχοί, εφιάλτης που συνδέεται άμεσα με το ότι το 50% πιστεύει ότι φτωχός μπορεί κανείς να καταντήσει από κάποιο τυχαίο γεγονός, πχ αρρώστια, απόλυση σε προχωρημένη ηλικία. Όπως αποδεικνύεται, το πρόσωπο του κοινωνικού κράτους, παρά τις επανειλημμένες πλαστικές επεμβάσεις εξακολουθεί να φαίνεται χλωμό στον πολίτη, αδύναμο να του προσφέρει ασφάλεια»[1].

Ένας ολόκληρος πληθυσμός βιώνει τις πιο σκληρές συνθήκες ζωής. Για τους παρίες της φτώχειας δεν υπάρχει κανένα σημάδι ευτυχίας κανένα φως προόδου, γνωρίζουν την απόγνωση, γεύονται τη συνεχή ταπείνωση του σώματός των, βιώνουν την απόλυτη ερήμωση της ψυχής των. Μοναδικό τους όνειρο είναι να μπορούν δουν το φως και της επόμενης ημέρας. Δεν έχουν καμιά σχέση με την κοινωνική πραγματικότητα των άλλων, όλων των άλλων. Η κοινωνία των άλλων είναι για τους φτωχούς ένα σκηνικό, ένα σκηνικό όπως εκείνο της φύσης. Οι φτωχοί ζουν τους δικούς τους καιρούς, έχουν τη δική τους ιστορία, δεν συμπεριλαμβάνονται στην ιστορία των άλλων, όσο και αν οι άλλοι – όπως και εγώ τώρα – τους συμπεριλαμβάνουμε επειδή απλά και μόνο τους αναφέρουμε.

Πολλοί άνθρωποι έχουν ζήσει ένα μέρος της ζωής τους στη φτώχεια. Δεν μιλάω γι’ αυτούς ούτε και έχει σημασία το πώς αυτοί ξέφυγαν από το σκοτάδι. Αναφέρομαι στους μόνιμα φτωχούς, στους φτωχούς που η φτώχεια εκτείνεται και πέραν του ορίζοντα της δικής των ζωής και αγκαλιάζει και τα παιδιά τους και μπορεί και τα εγγόνια τους. Ποιος μπορεί να προσεγγίσει αυτό τον κόσμο; Μπορεί να είναι κάποιος από εμάς, από τους άλλους; Σαφώς όχι. Οι άλλοι, όλοι εμείς φλυαρούμε. Περιγράφουμε το φαινόμενο της φτώχειας για να το διαβάσουν επίσης οι άλλοι. Οι φτωχοί δεν έχουν καμιά σχέση με τα γραφόμενά μας, δεν έχουν καμιά σχέση με τους άλλους. Είναι ξεχωριστοί κόσμοι. Οι κόσμοι μας, των φτωχών και των άλλων συναντιούνται οριακά αλλά δεν γνωρίζονται, όπως το αίμα της μητέρας που συναντιέται με το αίμα του κυοφορούμενου μωρού της χωρίς να ανακατώνεται. Είναι ξεχωριστές ζωές, πιο ορθά γίνονται ξεχωριστές ζωές. Αλλά αυτές οι ζωές του μωρού και της μητέρας θα συναντηθούν αλλού, στον κόσμο της αγάπης. Οι κόσμοι των φτωχών και των άλλων δεν θα συναντηθούν ποτέ. Δεν υπάρχει γι’ αυτούς κανένας κόσμος της αγάπης.

Τα δεδομένα της ιστορίας είναι σαφή. Τα κάθε λογής δίκτυα, όλες οι μορφές κοινωνικής πολιτικής όχι μόνο δεν μπόρεσαν και δεν μπορούν να δώσουν κάποια λύση στο πρόβλημα της φτώχειας, αλλά ίσως και κάποιες όψεις αυτών να τροφοδοτούν και να διαιωνίζουν τη φτώχεια. Το 1971 οι Αμερικανοί κοινωνιολόγοι Frances Fox Piven και Richard Cloward έγραψαν ένα κλασικό έργο της κοινωνικής επιστήμης με τίτλο «Regulating the Poor"» (Ρυθμίζοντας τη φτώχεια), στο οποίο πρότειναν η αρωγή προς τους φτωχούς να διαστέλλεται και να συστέλλεται μαζί με τους κύκλους της αγοράς εργασίας. Και έτσι ανάλογα με τις διαθέσεις της αγοράς θα μεταβάλλεται και ο κύκλος της φτώχειας, χωρίς, ωστόσο, ποτέ να εξαλειφθεί ή πολύ σωστά να γίνει καμιά προσπάθεια για την ουσιαστική αντιμετώπισή της, γιατί σε μια τέτοια περίπτωση θα αναζητηθούν πράγματι οι αιτίες της φτώχειας και το ποιοι την δημιουργούν. Αλλά αυτό δεν συμφέρει την κυρίαρχη τάξη ούτε και τους άλλους, τους βολεμένους.

Γι’ αυτό δεν μπορεί να μιλήσει κανένας άλλος εκ μέρους των φτωχών, παρά μόνο οι ίδιοι οι φτωχοί. Και ο λόγος τους είναι η κοινωνική αντίστασή τους και γιατί όχι η γενική εξέγερσή τους.


[1] http://archive.in.gr/news/reviews/review.asp?lngReviewID=842517

 

 

Φόβος, καρδιές, παλιοσίδερα…

H εκμετάλλευση των λαθρομεταναστών συνεχίζεται παρά την επιχείρηση της ΕΛ.ΑΣ.

Γ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ, ΤΑ ΝΕΑ 13.8.12

Χρόνια είχαν χέρια μάστορα να αγγίξουν τους τοίχους αυτής της πολυκατοικίας στην οδό Γερανίου, στο Κέντρο της Αθήνας. Τους έξυνε με πείσμα για να ξεκολλήσει τους λεκέδες της αδιαφορίας. Καθώς στο σοκάκι περιπολούσαν για μία ακόμη ημέρα αστυνομικοί, στα ανήλιαγα δωμάτια κρύβονταν κατά δεκάδες οι μετανάστες. Με χαρτιά και χωρίς, συγκάτοικοι στην ίδια μοίρα.

Αφού ξεδιπλώθηκε στην Αθήνα η επιχείρηση απομάκρυνσης των παράνομα διαμενόντων αλλοδαπών, ο έλληνας ιδιοκτήτης αυτού του υπνωτηρίου μεταναστών πλήρωσε τέσσερις εργάτες για να το ανακαινίσουν. Εκείνοι δεν επιβεβαίωσαν αν οι επεμβάσεις στο κτίριο γίνονται με αφορμή τη «σκούπα» των Αρχών στην περιοχή. Την περασμένη Τετάρτη ο Χαφούζ, μετανάστης και αυτός από το Σουδάν με δέκα χρόνια ζωής στην Ελλάδα, έκανε τις πρώτες επεμβάσεις στο ισόγειο. Εχει δουλειά μπροστά του. «Χρειάζομαι πάνω από ένα μήνα για να αλλάξω πόρτες, να βάψω τοίχους, να φτιάξω τουαλέτες», λέει και καθώς τινάζει τα χέρια του σηκώνεται ένα σύννεφο σκόνης από ασβέστη. Το έργο του δυσκολεύει λόγω συνωστισμού. Η πολυκατοικία παραμένει μελίσσι ανθρώπων, δεκαπέντε σε κάθε όροφο. Δωμάτια που χωρίζονται με κόντρα πλακέ. Στα 130 ευρώ το νοίκι ανά κεφάλι. Μετά την πρόσφατη κινητοποίηση της Αστυνομίας, όλο και περισσότεροι μετανάστες κλείνονται εκεί μέσα. Ακόμη και αν κατά καιρούς η Αστυνομία κάνει ελέγχους και στο κτίριο, στους δρόμους είναι πιο πιθανό να προσαχθούν για εξακρίβωση στοιχείων.

Στον 3ο όροφο της πολυκατοικίας επτά τσουβάλια φράζουν την πόρτα του χαλασμένου ανελκυστήρα. Είναι φουσκωμένα με χαρτί από τα σκουπίδια, το οποίο οι μετανάστες πωλούν προς οκτώ λεπτά το κιλό για ανακύκλωση. «Τα έχουν αφήσει πάνω από μία εβδομάδα εδώ. Φοβούνται να βγουν στον δρόμο μήπως και τους πιάσει η Αστυνομία», λέει ο Ικμπάλ Τζαφάλ για τους συμπατριώτες του από το Μπανγκλαντές που κάνουν αυτή τη δουλειά. Στον ακάλυπτο γειτονικού κτιρίου έχουν στοιβαχτεί δεκάδες καροτσάκια από σουπερμάρκετ, πάνω στα οποία οι μετανάστες μετέφεραν μέταλλα -και αυτά για ανακύκλωση. Τα έχουν κλειδώσει με λουκέτα, μαζί με την πραμάτεια που ακόμα δεν πούλησαν. Πάνω σε ένα καρότσι κάποιος έδεσε έναν θερμοσίφωνα μην τυχόν και του κλέψει άλλος το μεροκάματο. Ολο και λιγότερα καρότσια τις τελευταίες ημέρες κάνουν τη διαδρομή Κέντρο Αθήνας – Ταύρος με προορισμό τις μάντρες σιδερικών.

Ο Τζαφάλ δεν κυκλοφορεί έξω όπως παλιά, αν και έχει έγγραφο νόμιμης διαμονής – όπως μας δείχνει – με ημερομηνία λήξης τον ερχόμενο Δεκέμβριο. «Με πήγαν χθες στο Τμήμα Αλλοδαπών. Με σταμάτησαν στον δρόμο, αλλά δεν κοίταξαν τα χαρτιά μου. Στο Τμήμα με κράτησαν λίγο. Αφού είδαν ότι είμαι νόμιμα εδώ με άφησαν», λέει. Πέντε συγκάτοικοί του από την ίδια πολυκατοικία οδηγήθηκαν, όπως λέει, σε κέντρα κράτησης καθώς διέμεναν παράνομα στη χώρα. Τον τελευταίο χρόνο ο Τζαφάλ εκτιμά ότι 500 ομοεθνείς του επέστρεψαν στην πατρίδα και ο ίδιος θα ήθελε να φύγει παρότι δουλεύει λαντζέρης – με ένσημα – σε εστιατόριο. «Από το 2005 μέχρι το 2008 όλα ήταν καλά στην Ελλάδα. Ο κόσμος μάς μιλούσε ωραία. Πλέον όμως μας κοιτούν άσχημα. "Γιατί ήρθες στην Ελλάδα;", ρωτούν. Δύο φορές τσακώθηκα σε λεωφορείο γι’ αυτό τον λόγο», λέει.

ΑΠΑΓΟΡΕΥΜΕΝΟΙ ΔΡΟΜΟΙ. Ο Χουσεΐν Φατγουάρι απέφευγε τον δρόμο του Τζαφάλ τις ημέρες της έντονης αστυνομικής παρουσίας. Αν και έχει ροζ κάρτα αιτηθέντος πολιτικού ασύλου και εργάζεται και αυτός σε εστιατόριο στο Κολωνάκι, με ένσημα, θέλει να γλιτώσει την ταλαιπωρία της προσαγωγής. «Κάποιοι γνωστοί μου πέρασαν μέχρι και οκτώ ώρες στο Αλλοδαπών μέχρι να τους αφήσουν. Αν συμβεί και σε εμένα αυτό και δεν πάω στη δουλειά μου μπορεί να με απολύσουν», λέει καθώς κουρεύεται σε μαγαζί συμπατριώτη του. Το κουρείο επί τέσσερις ημέρες από το περασμένο Σάββατο ήταν άδειο. Ούτε ένας πελάτης δεν είχε μπει μέσα από τον φόβο μήπως συλληφθεί, λέει ο ιδιοκτήτης. Τις πρώτες ημέρες εφαρμογής της επιχείρησης με την κωδική ονομασία «Ξένιος Ζευς» οι αστυνομικοί προσήγαγαν αλλοδαπούς και μέσα από καταστήματα.

Ο Ρομπάν, Σουδανός με οκτώ χρόνια παράνομης διαμονής στην Ελλάδα, ήταν ακόμα ένας μετανάστης που απέφευγε κάποιους δρόμους του αθηναϊκού Κέντρου. «Ξέρω ποια μονοπάτια σε οδηγούν στο Αστυνομικό Τμήμα και ποια στο σπίτι σου. Τόσα χρόνια δεν με έχουν συλλάβει ούτε μία φορά», λέει. Αναγκάστηκε όμως να αλλάξει δρομολόγιο γιατί είχε ανάγκη για δουλειά και τη βρήκε πρόσφατα, ως χτίστης, στην καρδιά της επιχείρησης «Ξένιος Ζευς». «Δεν έχω πρόβλημα με την Αστυνομία ούτε με πειράζει που σταματούν τον κόσμο και ελέγχουν. Αυτή είναι η δουλειά τους και το σέβομαι», λέει. «Το πρόβλημά μου είναι με την Πολιτεία που δεν ψάχνει πραγματικά για να βρει λύση και στο δικό μας ζήτημα. Αν μου δώσουν την ευκαιρία να εργαστώ νόμιμα εδώ θα προσφέρω και εγώ στη χώρα σας. Αλλά κανείς δεν ακούει».

Σχολείο

Ελλάδα-ώρα 0: Ηλικιωμένοι μαζί με τα ζώα, ψάχνουν στα σκουπίδια φαγηγό! – Σοκαριστικό video

 

http://www.youtube.com/watch?feature=player_embedded&v=CjyoKppijbU

Ηλικιωμένοι άνθρωποι ψάχνουν για φαγητό στα σκουπίδια. Ελλάδα ώρα μηδέν. Στο βίντεο που θα δείτε, μια γυναίκα ηλικιωμένη να ψάχνει στα σκουπίδια για φαγητό…
Έβγαζε μία – μία τις σακούλες και έψαχνε εξονυχιστικά για ένα κομμάτι ψωμί, λίγο πεταμένο κρέας, σάπια φρούτα.
Το συγκλονιστικό της υπόθεσης είναι ότι είχε μαζί της μια σακούλα και την γέμιζε με τα αποφάγια των συμπολιτών μας, ενώ ότι δεν της «έκανε» το έδινε σε ένα σκύλο, που επίσης έψαχνε τα σκουπίδια.

Στο βίντεο που ακολουθεί μπορείτε να δείτε το σοκαριστικό στιγμιότυπο. Δυστυχώς, δεν είναι το μόνο. Χιλιάδες συμπολίτες μας ψάχνουν καθημερινά στους κάδους, για ένα κομμάτι ψωμί. Ηλικιωμένοι άνθρωποι, αλλά και μεσήλικες να ψάχνουν στα σκουπίδια μαζί με τα ζώα.
Πριν λίγο καιρό οι Financial Times υποστήριζαν ότι αν η Ελλάδα χρεοκοπήσει, οι Έλληνες θα ψάχνουν για φαγητό στα σκουπίδια. Τελικά δεν χρειάστηκε να… χρεοκοπήσουμε για να φτάσουμε εκεί.
Πηγή: inews

Σχολείο

Μισοκρυμμένη…

ΤΑ ΝΕΑ/ THE NEW YORK TIMES / ΤΟΥ SCOTT SAYARE, 1.9.12

 

… πίσω από ένα κουβάρι από μέταλλα και σκουπίδια, κρέμεται μια προεκλογική αφίσα του γάλλου Προέδρου Φρανσουά Ολάντ στο σπίτι-παράγκα της Αντριάνας Ντραγκόι, σε έναν άθλιο καταυλισμό Ρομά, σε φτωχό προάστιο νότια του Παρισιού. Η 19χρονη είναι από τη Ρουμανία αλλά έχει ζήσει στη Γαλλία από τα εννιά της χρόνια, μετακινούμενη από παραγκούπολη σε παραγκούπολη, συλλέγοντας και πουλώντας παλιοσίδερα. Παρά το γεγονός ότι οι γαλλικές Αρχές ακολουθώντας διαταγές για τη διατήρηση της δημόσιας τάξης την είχαν εκδιώξει, η Αντριάνα συνεχίζει να πιστεύει «ότι εδώ είναι καλά», καλύτερα από τη Ρουμανία.

Σε σπασμένα…

… γαλλικά επισημαίνει η 19χρονη ότι «εάν βρεις παλιοσίδερα, θα έχεις λεφτά». Ισχυρίζεται επίσης ότι οι ελπίδες της αναπτερώθηκαν από τις υποσχέσεις του Ολάντ για ενσωμάτωση των Ρομά στη γαλλική κοινωνία. Ο προκάτοχός του Νικολά Σαρκοζί είχε διατάξει την ισοπέδωση των καταυλισμών και την απέλαση χιλιάδων βουλγάρων και ρουμάνων Ρομά, οι οποίοι δεν διέθεταν άδεια εργασίας και είχε λήξει η τρίμηνη άδεια παραμονής τους. (Ως πολίτες της Ευρωπαϊκής Ενωσης έχουν όμως δικαίωμα να επιστρέψουν στη χώρα άμεσα, πράγμα που έκαναν οι περισσότεροι, συμπεριλαμβανομένης της Αντριάνας.)

Η κυβέρνηση…

… Ολάντ σκοπεύει τώρα να ισοπεδώσει τον καταυλισμό όπου διαμένει η 19χρονη μαζί με άλλα περίπου 200 άτομα. Κατά τη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας του ο γάλλος Πρόεδρος δεσμεύτηκε να προχωρήσει σε κατεδαφίσεις καταυλισμών μόνο εάν υπάρξουν εναλλακτικές λύσεις. «Δεν μπορούμε να συνεχίσουμε να εκδιώκουμε οικογένειες, χωρίς να υπάρχουν διέξοδοι», ανέφερε επικρίνοντας την προσέγγιση Σαρκοζί. Λίγους μήνες όμως μετά την έναρξη της προεδρίας του η πολιτική του δεν διαφέρει σημαντικά από του προκατόχου του. Αρκετοί καταυλισμοί έχουν ισοπεδωθεί, αφήνοντας περισσότερα από 2.000 άτομα άστεγα. Με την κυβέρνηση να έχει πρόσφατα αποσύρει κάποιους από τους περιορισμούς για την απασχόληση Βουλγάρων και Ρουμάνων, οι επικριτές του Ολάντ ισχυρίζονται ότι τα βήματα που έχουν γίνει για την ενσωμάτωση των Ρομά είναι σχεδόν ανύπαρκτα.

Με αγανάκτηση…

… έχουν αντιμετωπισθεί οι ισοπεδώσεις των καταυλισμών από γάλλους πολιτικούς, ανθρωπιστικές οργανώσεις και τα εγχώρια ΜΜΕ. Η Ρίτα Ιζσακ, ανεξάρτητη εμπειρογνώμονας του ΟΗΕ για θέματα μειονοτήτων, αποκάλεσε τους Ρομά «την πιο περιθωριοποιημένη μειονότητα της Ευρώπης», ενώ κατέκρινε τη δυσμενή μεταχείρισή τους στη Γαλλία. Η κοινή γνώμη όμως φαίνεται να είναι, ανεξαρτήτως πολιτικού προσανατολισμού, αναφανδόν υπέρ των απελάσεων των Ρομά. Ετσι, ο Πρόεδρος Ολάντ σε μια προσπάθεια να αποδείξει ότι η Αριστερά μπορεί να αντιμετωπίσει την εγκληματικότητα δυναμικά ακολουθεί τη συνταγή του προκατόχου του. Η Αντριάνα, όμως, καθώς και οι υπόλοιποι κάτοικοι του καταυλισμού συνεχίζουν να ελπίζουν ότι η διαταγή ισοπέδωσης της παραγκούπολης θα αναιρεθεί. «Ελπίζουμε… Δεν ξέρουμε ακόμη πώς θα είναι με τον Ολάντ».

Σχολείο

«Καρότσι μπίζνες» στους δρόμους της κρίσης


In Ρεπορτάζ on Δεκεμβρίου 20, 2011

Μετανάστες κουβαλούν σε καρότσια από σούπερ μάρκετ μέταλλα και παλιές ηλεκτρικές συσκευές για να τα πουλήσουν σε μάντρα στο Βοτανικό. (Φωτογραφία: Enri Canaj)

Ξεκινούν για το κυνήγι του μετάλλου μόλις χαράξει, σπρώχνοντας σε καροτσάκια σουπερμάρκετ τη σοδειά τους. Χωρίς νόμιμα χαρτιά παραμονής και άλλες ευκαιρίες απασχόλησης όλο και περισσότεροι μετανάστες στην Αθήνα ζουν ανακυκλώνοντας τα σκουπίδια της

ΡΕΠΟΡΤΑΖ: ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ

Τους χωρίζουν λίγα μέτρα απ’ το χαρτζιλίκι της ημέρας. Οι δύο άντρες με τα εφηβικά μουστάκια έχουν σκεβρώσει πάνω από ένα στραπατσαρισμένο πλυντήριο. Το κοπανούν με σφυρί και κατσαβίδι για να απογυμνώσουν το μεταλλικό σκελετό από την πλαστική του σάρκα. Στα πόδια τους βίδες και ελατήρια. Απέναντί τους άλλοι δύο τεμαχίζουν με χαρτοκόπτες το περίβλημα ενός θερμοσίφωνα. Με κάθε στριγκλιά του λεπιδιού στη λαμαρίνα βλέπεις κι ένα καρότσι σουπερμάρκετ να τρεκλίζει πλάι τους. Με κάθε γδούπο ξεπροβάλλει κάποιο άλλο. Μοιάζει με παρέλαση παλιοσίδερων σε ένα δρόμο που κάποτε μονοπωλούσαν τα φορτηγά μεταφορικών εταιρειών. Έχει επτά μήνες που περνούν από εκεί. Με τον καιρό όλο και περισσότεροι. Είναι μετανάστες χωρίς νόμιμα έγγραφα και άδειες παραμονής που συλλέγουν μέταλλα από τα σκουπίδια και τα πωλούν σε μάντρες του Βοτανικού και του Ταύρου.

Φωτογραφία: Enri Canaj

Μέχρι να κρυφτεί ο ήλιος μια από αυτές τις μάντρες υποδέχεται τους συλλέκτες μετάλλων κατά δεκάδες. Σπρώχνουν το καρότσι τους σε μια ζυγαριά όπου άλλοτε τσιγγάνοι αλβανικής και ελληνικής καταγωγής ανέβαζαν τα τρίκυκλα με τη δική τους σοδειά. Το βάρος αναγράφεται σε έναν ηλεκτρονικό πίνακα. Αδειάζουν το καρότσι, το ζυγίζουν ξανά (συνήθως είναι στα 20-25 κιλά) και ο μαντράς κάνει το λογαριασμό. «Τζαμάλ, φίνις;» ρωτάει έναν μετανάστη. Μιλάει σε όλους πίσω από κάγκελα. Μπροστά του έχει μια λίστα με ονόματα, κιλά και τιμές. Δίπλα του μια σακούλα κέρματα. Ένα κιλό σίδερο αποτιμάται στα 0,20 ευρώ. Ένα κιλό χαλκός στα τρία ευρώ. Το μεγαλύτερο ποσό που έχει δώσει σε κάποιον μετανάστη όταν βρισκόμαστε εκεί είναι 37 ευρώ. «Κυκλοφορούν όλη μέρα σαν τα μυρμήγκια. Καθαρίζουν την Αθήνα από τα σκουπίδια της», λέει καθώς ρουφάει το τσιγάρο, κάνει άλλη μια σούμα, πληρώνει έναν ακόμη. Αν προσθέσεις στο σκηνικό τα λερωμένα απ’ τη σκουριά χέρια των μεταναστών, και τους μεταλλικούς λόφους είναι λες και βρίσκεσαι σε χρηματιστήριο σκουπιδιών. Μέχρι που στη μάντρα μπαίνει ο ανταγωνιστής τους, ένα γυαλισμένο Opel Astra με παλιοσίδερα στα πίσω καθίσματα και στη θέση του συνοδηγού. Έτσι βγάζει εδώ και τρία χρόνια, παράλληλα με τη δουλειά στην οικοδομή, ένα επιπλέον μεροκάματο ο Βαγγέλης Ζώτος. «Τώρα μαζεύω λιγότερα», λέει. «Εδώ και επτά μήνες μας τρώνε τη δουλειά. Τους βλέπω και στη γειτονιά μου. Δέκα σε έναν κάδο σα να ‘χουν σκύψει πάνω από καζάνι με φαγητό».

Δείτε το φωτορεπορτάζ: http://www.vuvox.com/collage_express/collage.swf?collageID=04da2b6dd3

Το αποκαλούν «καρότσι μπίζνες». Είναι ο μόνος τρόπος για αρκετούς παράνομα διαμένοντες μετανάστες να βγάλουν χρήματα στην Αθήνα. Οι περισσότεροι που κάνουν αυτή τη δουλειά κατάγονται από το Μπαγκλαντές. Εργάζονται σε δυάδες. Ο ένας αναμοχλεύει μέσα στους κάδους συνήθως με κάποιο μεταλλικό άγκιστρο και ο άλλος φυλάει το καρότσι με την πραμάτεια. Δουλεύουν 12 ώρες τη μέρα. Ξεκινούν στις έξι το πρωί και συνήθως μέχρι τις τέσσερις πρέπει να παραδώσουν στις μάντρες. Και υπολογίζουν πως διανύουν με τα πόδια μέχρι και 30 χιλιόμετρα στη βάρδιά τους. Λιγοστοί από αυτούς μαζεύουν και χαρτιά. Ίσως είναι οι πιο απελπισμένοι. Το κιλό κοστίζει μόλις 0,05 λεπτά. «Δεν μας είναι απαραίτητοι, κάνουμε τη δική μας διαλογή», λέει ο Κώστας Ζαμινός, ένας από τους παλιότερους χαρτάδες, με μαγαζί που κλείνει έναν αιώνα ζωής στην οδό Πειραιώς. Καθημερινά θα περάσουν από εκεί τουλάχιστον πέντε μετανάστες με χαρτόκουτες, περιοδικά και εφημερίδες.

Η αστυνομία δεν συλλαμβάνει τους συλλέκτες μετάλλων και χαρτιού καθώς δεν είναι αδίκημα να σπρώχνεις καρότσι σουπερμάρκετ στο δρόμο. Επιλέγουν αυτή τη λύση αντί να αγοράσουν τρίκυκλο γιατί εκείνο χρειάζεται άδειες και έγγραφα που δεν διαθέτουν. Στο δρόμο για μια μάντρα στο Βοτανικό ο Ασάν, ανοίγει το πορτοφόλι του, και από τη θήκη όπου έχει τη φωτογραφία της κόρης του ξεδιπλώνει ένα έγγραφο. Είναι η απόφαση απέλασής του. Έπρεπε να είχε φύγει για το Μπαγκλαντές τον περασμένο Ιούνιο.

Φωτογραφία: Enri Canaj

Η ΒΑΣΗ ΤΩΝ ΣΥΛΛΕΚΤΩΝ. Μια από τις βάσεις των συλλεκτών μετάλλων βρίσκεται σε πολυκατοικία στο κέντρο της Αθήνας. Ο ακάλυπτος είναι γεμάτος με πάνω από είκοσι καροτσάκια. Κάποια είναι ασφαλισμένα με αλυσίδες για να μην τα αρπάξει άλλος. Τα περισσότερα έχουν κλαπεί από σουπερμάρκετ. Άλλα τα έχουν ανασύρει από χωματερές και τα έχουν ανακατασκευάσει. Ορισμένοι, όπως ο Τζαμάλ Χουσεΐν, φαίνεται πως έχουν εξαπατηθεί. Αγόρασε, όπως λέει, το δικό του καρότσι με 10 ευρώ από έναν Πακιστανό που έκανε πρωτύτερα αυτή τη δουλειά. Με μόλις δύο μήνες παραμονής στην Ελλάδα ο Χουσεΐν δεν είχε μάθει ακόμα τους κανόνες του επαγγέλματος. Ο συμπατριώτης του, Αμίν Τίτο, έχει ένα μήνα παραπάνω στην ελληνική πρωτεύουσα. Στο Μπαγκλαντές ήταν ηλεκτρολόγος. Εδώ δεν είχε πολλές επιλογές. «Μου είχαν πει στην πατρίδα μου πως στην Ελλάδα υπάρχουν δουλειές με μισθό 1.000 ευρώ το μήνα», λέει σε σπαστά αγγλικά.

«Τους πίστεψα. Πλήρωσα 5.000 ευρώ για να φτάσω εδώ, αλλά δουλειές δεν βρήκα. Δεν έχω άλλη επιλογή από το καρότσι. Μόνο για να πληρώσω το φαγητό μου». Ο Τίτο ζει σε αυτή τη βάση των συλλεκτών. Μια παλιά βιοτεχνία που έχει μετατραπεί σε κυψέλη ανθρώπων. Οι κάτοικοί της φτάνουν τους 150. Από αυτούς, όπως μας λένε, οι 10 έχουν πόστα σε φανάρια (όπου πουλάνε χαρτομάντιλα ή καθαρίζουν παρμπρίζ), οι 50 δεν εργάζονται και οι υπόλοιποι κυνηγούν τα σκραπ στις γειτονιές της πόλης. Πληρώνουν κάθε μήνα σε συμπατριώτη τους 200 ευρώ για φαγητό και νοίκι. Η αστυνομία έχει μπει τρεις φορές στην πολυκατοικία τους, λέει ο Τίτο. Τους έχει συλλάβει επειδή δεν είχαν χαρτιά και τους έχει αφήσει και πάλι ελεύθερους με αποφάσεις απέλασης που δεν έχουν εκτελεστεί. Και τις τρεις φορές συνεργεία του δήμου έχουν μαζέψει τα παλιοσίδερα που είχαν στοιβάξει στο φωταγωγό οι μετανάστες για να τα οδηγήσουν έπειτα σε πιστοποιημένους χώρους ανακύκλωσης. «Χαμένα μεροκάματα», σχολιάζει ο Τίτο.

«Δεν είμαι ενάντια στην προσπάθεια αυτών των ανθρώπων να βγάλουν μεροκάματο», παρατηρεί ο αντιδήμαρχος καθαριότητας Ανδρέας Βαρελάς. Ωστόσο προσθέτει ότι «η διαδικασία με τα καροτσάκια δεν εξυπηρετεί την ανακύκλωση. Συλλέγονται μεταξύ άλλων κουτιά με χρώματα ή φυτοφάρμακα και καταλήγουν συχνά σε παράνομα χυτήρια χωρίς τον απαραίτητο έλεγχο». Τα συνεργεία του δήμου Αθηναίων έχουν μαζέψει από τις αρχές Σεπτεμβρίου μέχρι σήμερα πάνω από 500 τόνους σκραπ. Συνεργάζονται με 640 επιχειρήσεις εστίασης της πόλης για παράδοση γυάλινων συσκευασιών, ενώ οι κίτρινοι κάδοι για τη συλλογή χαρτιού έχουν τοποθετηθεί σε 157 σημεία της πόλης. Πέρσι πάντως μόλις το 10% των απορριμμάτων που παρήγαγε ο δήμος Αθηναίων ανακυκλώθηκε.

ΣΤΗΝ ΙΣΠΑΝΙΑ. «Οι μετανάστες με τα καροτσάκια δεν είναι μόνο ελληνικό φαινόμενο», παρατηρεί ο αντιδήμαρχος και αναφέρει το παράδειγμα στελέχους της τοπικής αυτοδιοίκησης που αντίκρισε παρόμοιες εικόνες στο Μπιλμπάο της Ισπανίας. Ο βρετανός φωτογράφος Τσάρλι Μαχόνεϊ επιβεβαιώνει με το φακό του αυτή τη μαρτυρία. Από το 2007 απαθανατίζει μετανάστες από την υποσαχάρια Αφρική που αναζητούν σκραπ στους κάδους της Βαρκελώνης. «Έφταναν κατά χιλιάδες στα Κανάρια νησιά. Κρατούνταν σε ειδικά κέντρα για 30- 40 μέρες και μετά τους έστελναν αεροπορικώς στις μεγάλες πόλεις μέχρι να βρουν τρόπο να τους προωθήσουν στις πατρίδες τους», λέει σε τηλεφωνική μας συνομιλία. Μια ιστορία που θυμίζει ό,τι γίνεται σήμερα στον Έβρο. Μόνο που εκεί, αντί για αεροπορικά εισιτήρια οι μετανάστες επιβιβάζονται σε λεωφορεία και εγκλωβίζονται έπειτα στην Αθήνα. Οι συλλέκτες μετάλλων στη Βαρκελώνη έβγαζαν τις καλές εποχές σύμφωνα με τον Μαχόνεϊ κοντά στα 50 ευρώ τη μέρα. Σήμερα όμως ο ανταγωνισμός έχει αυξηθεί. Η οικονομική κρίση που δυναστεύει τον ευρωπαϊκό νότο φούσκωσε την ανεργία στην Ισπανία και πλέον οι αφρικανοί συλλέκτες βρίσκουν όλο και πιο συχνά στα πόστα τους μετανάστες από χώρες της ανατολικής Ευρώπης.

Ο ανταγωνισμός είναι έντονος και στην Ελλάδα. Ο 22χρονος Αμίν Τίτο παραπονιέται για τον ποδαρόδρομο και τα πονεμένα του γόνατα. Λέει ότι τελευταία πρέπει να καλύψει μεγαλύτερη απόσταση για να βρει ανέγγιχτο κάδο. Όσο βρίσκεται όμως στη χώρα παράνομα δεν έχει εναλλακτικές. «Δεν θέλω να κλέψω. Το έγκλημα δεν είναι κομμάτι της κουλτούρας του λαού μου», τονίζει. «Το καρότσι είναι ό,τι έχω. Αν τύχει και η αστυνομία μου το πάρει κι αυτό δεν θα φάω μια μέρα, θα πεινάσω την επομένη, θα είμαι άσχημα για μια βδομάδα. Μετά, δεν ξέρω τι θα κάνω».

(Το παραπάνω ρεπορτάζ δημοσιεύτηκε στα ΝΕΑ στις 19 Δεκεμβρίου 2011)

Σχολείο

Διαβάστε επίσης:

http://www.unicef.gr/reports/pov_ind.php

http://www.fa3.gr/arthra/31-gsee-education-poverty-levels.htm

http://www.grsr.gr/preview.php?c_id=419

http://www.doctv.gr/page.aspx?itemID=SPG2115

Πρακτικά Συνεδρίου "Φτώχεια, Αποκλεισμός & Κοινωνικές Ανισότητες

 

File:Vincent Van Gogh - The Potato Eaters.png

Vincent van Gogh (1853–1890), The Potato Eaters

  1. Δεν υπάρχουν σχόλια.
  1. No trackbacks yet.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: