Αρχική > φιλοσοφία > Φύλλα φθινοπώρου

Φύλλα φθινοπώρου

Φύλλα στοχασμού, φύλλα ζωής…

clip_image0014[1]

 

Φύλλα πεσμένα – αγκαλιά με το χώμα, στο γνωστό ραντεβού, φύλλα έτοιμα να πέσουν – για να ξανανέβουν ως χυμοί ζωής, ως βλαστοί θαλεροί στα ίδια κλαδιά, φύλλα που παίζουν με τα χρώματα και με την τέχνη, φύλλα που επιζητούν το χώμα για να παίξουν το παιχνίδι της φθοράς και της δημιουργίας, φύλλα που ο σκοπός τους στομώνει στο δρόμο του ανθρώπου, φύλλα που στρώνουν χαλί στο καινούργιο ξεκίνημα της ζωής, φύλλα των χρωμάτων και του φθινοπώρου, φύλλα στοχασμού – φύλλα ζωής, φύλλα παντού…  

 

Του Νίκου Τσούλια

Είναι που η παιδική και όχι μόνο ανεμελιά αρχίζει να συρρικνώνεται σαν μια κουκκίδα στη θύμηση, είναι που ο ήλιος μικραίνει τους κύκλους του, που το φως αδυνατίζει και η ημέρα μαζεύει, είναι που η φθίση και η αποικοδόμηση γνωρίζουν μέρες δόξας, είναι που ο ουρανός αρχίζει να ξαναστέλνει το υγρό δώρο του στη γη, είναι που η φύση ανακαλύπτει τα χρώματα όχι στα λουλούδια αυτή τη φορά αλλά στα φύλλα του φθινοπώρου κι αυτά αρχίζουν το παράξενο ταξίδι τους. Είναι φύλλα στοχασμού, είναι φύλλα ζωής!

Baranov Pavel, Landscape

clip_image001[12]

Ναι, ένα ταξίδι κάνουν. Και αδυνατίζουν για να μπορούν να αποκοπούν και αφήνουν τους χυμούς τους κληρονομιά γενναιόδωρη σ’ ό,τι τα έθρεψε, σ’ ό,τι θα τα θρέψει, σε ό,τι θα τα θρέφει εσαεί. Και ξεπρασινίζουν για να ταξιδέψουν στη χώρα του κίτρινου, στη χώρα του καφέ, στη χώρα του κόκκινου, περνάνε πολλές χώρες, μέχρι να έλθει το αεράκι και εκείνος ο νόμος που το σάπιο μήλο ανακάλυψε στους ανθρώπους για να λικνιστούν στου ανέμου την πνοή και στα συρίγματά του και να περάσουν στην άλλη ζωή, στο χώμα, εκεί που γεννήθηκαν και από εκεί που θα ξαναγεννηθούν και θα ξαναγεννηθούν και θα ξαναγεννιούνται και θα παίζουν τον κύκλο το δικό τους μαζί με τον κύκλο της ζωής.

Α. Καμύ:
  
Το φθινόπωρο είναι μια δεύτερη άνοιξη, όπου κάθε φύλλο είναι ένα λουλούδι
.

Και είναι η γλυκιά μελαγχολία της εποχής που τόσο γοητευτικά την αποδίδουν χρωματίζοντας βουνοπλαγιές και μικρές φυτογωνιές ακόμα και δέντρα μοναχικά με άπειρους αποχρώσεις του κίτρινου και άλλες τόσες αποχρώσεις του καφετί και άλλες τόσες του κόκκινου και άλλες τόσες και τόσες αποχρώσεις – χρωματοκαταιγίδες φαντασιακές – άγνωστων χρωμάτων γι’ οποιαδήποτε άλλη έκφραση της φύσης. Και είναι αυτή η γλυκιά μελαγχολία – μοναδική δωρεά των φύλλων του φθινοπώρου – που απλώνεται στο λογισμό μας και στην ψυχή μας και μπορούμε να ρεμβάζουμε με το βλέμμα μας σε ένα ταπεινό μέρος της φύσης και να χανόμαστε μέσα από τις πύλες των άπειρων αποχρώσεων στης σκέψης μας σε απάτητα μονοπάτια και να συναντάμε και να ξανασυναντάμε τον εαυτό μας διαρκώς, και περνάνε τα χρόνια σε μια γραμμική και μόνο πορεία και οι εποχές οι δικές μας τραβάνε και αυτές ευθεία…

clip_image001[6]

Yurko Victoria, Fall in Park

Και είναι αυτή η συνάντηση του βλέμματός μας στις άπειρες αποχρώσεις των φθινοπωρινών φύλλων που μάς γεννάει το μόνιμο παράπονο της φορτωμένης από τους χρόνους ζωής μας: γιατί και εμείς να μην κάνουμε κύκλους που κάνουν αυτά τα ταπεινά βλαστήματα και να γεννιόμαστε και να ξαναγεννιόμαστε και να ξεπεταγόμαστε από το ξερό κλαδί κάποιας ανάλογης έκφρασης της ανθρώπινης ζωής; Τι παιχνίδι παίζουν τα φυτά και ο ήλιος και η γη και αναδύεται ο καμβάς των φυτοχρωμάτων του φθινοπώρου και το ξανθοκίτρινο γίνεται όλο και πιο σκούρο για να συναντήσει του χώματος τη μονοχρωμία και να χαθεί στης λάσπης την ταπεινότητα; Τι παιχνίδι παίζει η χλωροφύλλη και όλη η ομάδα των χρωστικών στο μοριόκοσμο και μετασχηματίζονται κάνοντας τα φυλλοβόλα δέντρα να φαίνεται ότι χάνουν τη φυλλωσιά τους και να παίζουν με την τέχνη του γκρίζου χρώματος του αποφυλλωμένου ξύλου και με το μιλητό των γυμνών κλαδιών στου χειμώνα τα καμώματα; Τι παιχνίδι παίζει η φύση και προσπαθεί να μιμηθεί την τέχνη του ανθρώπου – ενώ ξέρουμε ότι η τέχνη μιμείται τη φύση – και φτιάχνει πίνακες και πίνακες ζωγραφίζοντας σε όποια γωνία της θέλει;  Τι μηνύματα κουβαλάει ένα χρυσοκίτρινο φύλλο και θέλει να το δώσει μόνο στη γη κρύβοντάς το μες στο χώμα;

Και προσπαθούν οι άνθρωποι με το πνεύμα τους να συλλάβουν την όλη εικόνα, να μη χαθούν στη μέθη των χρωμάτων, αλλά τι να πρωτοσυλλάβουν που όλα είναι σε διαρκή μετασχηματισμό; Όχι, η επιστήμη δεν αρκεί, την έχει φάει ο αναγωγισμός, εξηγεί και εξηγεί στο μικροσκοπικό πεδίο και το ερμηνευτικό κενό παραμένει, η σκέψη μας δεν ικανοποιείται, η ψυχή μας στεγνή, το πνεύμα μας πιο ανήσυχο. Γι’ αυτό στοχαζόμαστε και αναστοχαζόμαστε, γι’ αυτό αναρωτιόμαστε και μελαγχολούμε. 

File:Autumn landscape.jpgVan Gogh

Autumn landscape
with four trees

Είναι το πνεύμα της Πολυδούρη που μελαγχολεί: «Φίλε, το φθινοπώρου ρα κε στν πόρτα μου ρθε δίχως ν διστάζη», είναι ο οίστρος του Σαχτούρη που στοχάζεται «έξω τα φύλλα του καιρού βάφονται μέσα στο αίμα», είναι ο λογισμός του Ν. Δήμου που σημειώνει ότι «κάθε φορά το κίτρινο φύλλο είναι είδηση, είναι νέο, όπως κάθε γενεά που το αντιμετωπίζει, όπως κάθε φθινόπωρο, όλα ξανάρχονται αλλά τίποτα δεν είναι ίδιο, στο κάθε πράσινο φύλλο ζούνε όλα τα κίτρινα που λησμονήσαμε», είναι του Ν. Καββαδία μιας «Θύμισης» ο πικρόγλυκος συλλογισμός «Μὲ τὰ ξερόφυλλα τὸ πῆρε ὁ ἀγέρας τοῦ φθινοπώρου / τὸ κλέψαν τὰ καράβια τὰ λευκόπανα. / Φτωχὴ ψυχὴ … Προσμένοντας ἀπόμεινες», είναι του Τ. Λειβαδίτη το σκίρτημα του κόσμου των Χειρόγραφων συμβόλων του “το φθινόπωρο θα μαζέψω όλα τα φύλλα στην πόρτα μου / να γείρει η χαμένη ζωή μου”, είναι του Λαπαθιώτη ο Πόθος ο γλυκός «Βαθὺ χινόπωρο γοερό, πόσο καιρὸ σὲ καρτερῶ / μὲ τὶς πλατιές, βαριές σου στάλες / τῶν φύλλων ἄραχλοι χαμοί, τῶν δειλινῶν ἀργοὶ καημοί, / ποῦ μὲ μεθούσατε τὶς ἄλλες…».

Είναι τα ερωτήματα του κάθε ανθρώπου στους χορούς του φυλλορροήματος που του πλημμυρίζουν τους απέραντους τόπους της ανέκφραστης σκέψης. Πώς γίνεται και αυτά τα παραιτημένα φύλλα γίνονται πηγή ζωής; Δεν μπορούμε να κλέψουμε το μυστικό τους, να μάθουμε πώς γεννιέται η ζωή μέσα από το θάνατο;

 

File:Van Gogh - Herbstlandschaft.jpeg

Van Gogh, Autumn Landscape, 1885

 

 

 

 

clip_image001[8]

Lysov Yuri, Northern Land

Σχολείο

Διαβάστε επίσης:

«Φθινόπωρο»

clip_image00213

Του Κώστα Χατζόπουλου

…Βγαῖναν μαζὶ περίπατο ὅλοι, πρῶτα στὸ δρόμο τῆς ἀκροθαλασσιᾶς, ἔπειτα στὴν ἐξοχή, στοὺς λόφους, καὶ πιὸ μακρύτερα, ὅπου τὰ λαγκάδια τῆς ρεματιᾶς ὀμορφαῖναν περισσότερο, οἱ λόφοι γίνονται βουνάκια, πέτρινα πάντα, κοκκινόμαβα, μὲ πεῦκα ἀριὰ καὶ ρείκια πιὸ πυκνὰ καὶ σφάλαχτα καὶ σπάρτα, ποὺ ὅταν ἄνθιζαν τὸν Ἀπρίλη, ἔβαφαν ὅλον τὸν τόπο κίτρινο, ἕνα κίτρινο, ποὺ ἔχυνε τὰ βράδυα χρυσόξανθες ἀναλαμπὲς στὰ ρόδινα νερὰ τοῦ μικροῦ κόλπου, ποὺ ἔκανε πίσω ἀπὸ τὸ κάστρο ἡ θάλασσα.

᾽Εκεῖ ἔξω δὲν ἀπαντοῦσαν ψυχή. Μόνο κανέναν κυνηγὸ καὶ γαϊδουράκια, πού, ὅπως κατέβαιναν ὁλοσκέπαστα ἀπὸ τὰ κλαδιά, ποὺ ἤτανε φορτωμένα, ἔμοιαζαν σὰ θάμνα φουντωτά, ποὺ σάλευαν, φαίνονταν σὰ βῶλοι χαλκοπράσινοι, ποὺ ξεκολλοῦσαν καὶ κυλοῦσαν γλιστρώντας κάτω στὴν πλαγιά. Μακρύτερα ἔβοσκαν κοπάδια, καὶ τὰ κουδούνια ἠχοῦσαν ἐδῶ βοερὰ ἀπὸ τὸ βάθος καὶ σὰν ἀπόκοσμα, ἐκεῖ ἁπαλὰ ἀπὸ τὴ ράχη, μελαγχολικά. Κάτω στῆς λαγκαδιᾶς τὸ χάσμα ἄγρια περιπλοκάδια πλεγμένα σὲ κουμαριὲς καὶ σὲ σκοῖνα καὶ σὲ ρείκια σχημάτιζαν λόχμες, μικροὺς θόλους, ποὺ ἔφεγγαν βιολετοκόκκινοι, ὅταν ἄνοιγαν τὰ ρείκια, ἔλαμπαν ἀσπριδεροὶ μὲ μουντούς, παρδαλοὺς τόνους, ὅταν ἄνθιζαν τὰ περιπλοκάδια.

Καὶ ἡ θάλασσα, ποὺ ἀνοιγόταν μπροστὰ πάντα πλατύτερη, ἔφεγγε ὅλη στὸ ἡλιοβασίλεμα σὰ χρυσὴ πλάκα ἀπέραντη πυρωμένη σὲ πυρκαϊὰ ὁλοπόρφυρη.

Ἔπειτα ἦρθε τὸ φθινόπωρο˙ ἕνα ἥμερο φθινόπωρο μὲ μέρες στὴ σειρὰ ἀσυννέφιαστες, χλιαρὲς καὶ ἀπάνεμες. Οἱ λόφοι ἄπλωναν βιολέτινοι μὲ τ’ ἀνθισμένα ρείκια στὶς πλαγιές, πέρα οἱ γιαλοὶ ἀλλοῦ μενεξεδένιοι, ἀλλοῦ τριανταφυλλιοί, οἱ βράχοι σὲ σχήματα ποὺ ἄλλαζαν παράξενα κάθε στιγμή, κρεμιόνταν σὰν ἀνάεροι στὰ νερά, οἱ ἀμμουδιὲς χρυσοφέγγιζαν κάτω σὰν παρδαλὰ πανιὰ ἀπλωμένα στὸ ἀκρογιάλι. ῞Ενα φῶς ἁπαλὸ καὶ διάφανο, ποῦ ἔμοιαζε σὰ νὰ ἦταν καθρέφτισμα, κάτι τὶ ἄυλο, ἔτρεμε στὸν ἀέρα καὶ στὴ γῆ.

…Ἀπάνω τὸ γλαυκὸ καὶ γύρω τὸ χρυσὸ φῶς καὶ κάτω οἱ ἀνεμῶνες, ποὺ ἔσκαζαν πλήθη πλήθη πολλὰ στὴ γῆ, πλούμιζαν μέ τόνους ὠχρορόδινους τὸ σκοῦρο χῶμα. Τόνοι νεκροί, κιτρινωποί, χαλκοί, γλιστροῦσαν ἐδῶ κι ἐκεῖ στοὺς πράσινους ἀκόμα θάμνους καὶ στὰ κλαδιά, ὅπου κοκκίνιζαν ζωηρὰ τά κούμαρα…

Σταματοῦσαν ὅλοι κι ἄκουαν τοὺς σπίνους, ποὺ λαλοῦσαν τὸ σιγαλὸ σκοπό τους στὰ κλαδιά, τοὺς μικροὺς σπουργίτες ποὺ ψιθύριζαν στὰ θάμνα, τοὺς μακρινούς, κομμένους ἤχους, ποὺ φτάνουν πάντα ἀόριστοι καὶ μελαγχολικοὶ ἀπὸ τὴν ἐρημιά, καὶ γεμίζουν τὴ σιγὴ μὲ κάποια ἀνησυχία.

Σταματοῦσαν καὶ τοὺς ἄκουαν καὶ σώπαιναν. Κάποιοι ἀργοπορημένοι βάτοι πρόβαλαν λευκοανθισμένοι, χλομοκόκκινοι˙ καὶ ὁλόγυρα στοὺς λόφους καὶ ἀντίκρυ στὸ ὁρθόβραχο βουνὸ καὶ ἀπάνω στὸ γλαυκὸ καὶ κάτω στὴ ροδισμένη θάλασσα ἄπλωνε τὴ χλιαρὴ γαλήνη του τὸ ἀργὸ καὶ φωτεινὸ φθινόπωρο.

 

Από το βιβλίο ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΑ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ των ΝΙΚ. ΚΟΝΤΟΠΟΥΛΟΥ – Γ. ΚΑΛΑΜΑΤΙΑΝΟΥ – ΜΕΛΗ ΝΙΚΟΛΑΪΔΗ Κ. Α.

ΔΙΑ ΤΗΝ ΣΤ΄ ΤΑΞΙΝ ΤΩΝ ΓΥΜΝΑΣΙΩΝ ΠΑΛΑΙΟΥ ΤΥΠΟΥ

ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΕΚΔΟΣΕΩΣ ΣΧΟΛΙΚΩΝ ΒΙΒΛΙΩΝ

Ε Ν Α Θ Η Ν Α Ι Σ, 1 9 4 7

Pawlov Peter -  'Fall'

Pawlov Peter, Fall

Κατηγορίες:φιλοσοφία Ετικέτες: , ,
  1. Δεν υπάρχουν σχόλια.
  1. No trackbacks yet.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: