Αρχική > πολιτισμός, γεωγραφία > 100 χρόνια από την απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης

100 χρόνια από την απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης

 

Τόπος, μνήμη και ιστορία

ΤΟ ΒΗΜΑ 27.10.12

Τη νύχτα της 26ης προς 27η Οκτωβρίου 1912 στο Διοικητήριο της Θεσσαλονίκης υπεγράφη από τον τούρκο αρχιστράτηγο Χασάν Ταξίν πασά το πρωτόκολλο παράδοσης της πόλης στον ελληνικό στρατό εγκαινιάζοντας έτσι τη σύγχρονη φάση της ιστορίας της πόλης που συνοδεύθηκε από ριζικές αλλαγές στη φυσιογνωμία και στην πληθυσμιακή σύνθεσή της. Αρκούν μόνο τα ονόματα που είχε στο παρελθόν (Salonika, Sêlanik, Solun, Salonicco) για να καταλάβει κανείς την πολυκύμαντη διαδρομή της. Αν και σήμερα πολλά από τα σημάδια αυτής της ιστορίας έχουν εξαφανιστεί από το σώμα της πόλης, η επέτειος των 100 χρόνων είναι μια καλή ευκαιρία για να τα θυμηθούμε. Γιατί λαοί που δεν ξέρουν, δεν αναγνωρίζουν και δεν σέβονται το παρελθόν τους δεν μπορούν να έχουν μέλλον. 

Λιάκος Αντώνης

Μια πόλη παλίμψηστο

Την ιστορία της Θεσσαλονίκης μπορεί κάποιος να τη δει με τον παλαιό σχολικό τρόπο ως ολοκλήρωση της εθνικής επικράτειας από δύο χαρισματικούς ηγέτες, τον Βενιζέλο και τον Κωνσταντίνο, μπορεί όμως και να τη δει στο πλαίσιο των αλλαγών που αναδιοργάνωσαν τη μισή Ευρώπη, διαλύοντας τρεις αυτοκρατορίες, δημιουργώντας πολλά νέα κράτη, ακόμη περισσότερες μειονότητες και μερικά εκατομμύρια προσφύγων, ανάμεσά τους και οι δικοί μας του 1922. Στον στρόβιλο αυτό, που συνεχίστηκε με τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, πολλές πόλεις άλλαξαν επικυρίαρχους, όνομα και πληθυσμό. Μια από αυτές είναι η Θεσσαλονίκη.

Υπήρξε μια τυπική ανατολίτικη και κοσμοπολίτικη, πολυεθνική και πολυθρησκευτική πόλη στις αρχές του αιώνα, που κυριολεκτικά μεταστοιχειώθηκε. Στον 20ό αιώνα η πόλη έμοιαζε με παλίμψηστο. Καθώς σβηνόταν το παλιό κείμενο, γραφόταν πάνω ένα καινούργιο. Χάνοντας μία-μία τις μεγάλες και μικρές κοινότητές της δεν έχανε μόνο ανθρώπους. Εχανε τρόπους ζωής, γειτονιές, στέκια, γλώσσες, έντυπα, κουλτούρες. Και πάνω στα παλιά ίχνη έρχονταν νέοι άνθρωποι, νέες κοινότητες και έγραφαν τον δικό τους πολιτισμό, και άφηναν τα δικά τους ίχνη. Στους δύο πολέμους χάθηκε ο εβραϊκός πληθυσμός της πόλης και την εγκατέλειψαν ο μουσουλμανικός και ο σλαβικός πληθυσμός της. Σβήστηκε η παρουσία τους στον χώρο, η γλώσσα τους, ο πολιτισμός τους. Ηλθαν άλλοι, οι πρόσφυγες της Μικρασίας, της Θράκης και του Πόντου, και έκαναν τις δικές τους γειτονιές. Στα μεταπολεμικά χρόνια ήρθαν οι εσωτερικοί πρόσφυγες από τα χωριά που δοκιμάστηκαν από τον Εμφύλιο. Και εκεί που η πόλη από πολυεθνική έγινε μονοεθνική, έφτασαν μετά το 1989 καινούργιοι πρόσφυγες, και την έκαναν ξανά πολυεθνική, φέρνοντας μαζί τον τρόπο της ζωής τους, τη γλώσσα τους και τις συνήθειές τους. Πάνω στο σώμα της πόλης γράφηκαν νέα ονόματα, ακούστηκαν νέοι ήχοι, μύρισαν καινούργια φαγητά.

Οι μεταστοιχειώσεις αυτές της πόλης συντελέστηκαν σε όλα τα πεδία. Στο παραγωγικό, στο πολιτικό και στο πολιτισμικό. Καθώς άλλαξε η κοινωνική σύνθεση του πληθυσμού, άλλαξε εν τέλει και η πολιτική φυσιογνωμία της πόλης.

Η Θεσσαλονίκη ήταν μια πόλη που τη χαρακτήριζε η πόλωση, την οποία την ενίσχυαν και ο πολυεθνικός της χαρακτήρας αλλά και το γεγονός ότι βρισκόταν κοντά στα σύνορα, σε περιοχές μήλον της Εριδος ανάμεσα σε γειτονικά κράτη, σε περιοχές πεδία του Εμφυλίου Πολέμου, στη γραμμή του Ψυχρού Πολέμου που δίχαζε την Ευρώπη και τον κόσμο. Η Θεσσαλονίκη επομένως είχε ισχυρή Αριστερά και μια ισχυρή Δεξιά, με ακραίες προεκτάσεις.

Η Αριστερά είχε τις ρίζες της στους εβραίους Σοσιαλιστές της Φεντερασιόν, στους καπνεργάτες, στους πρόσφυγες. Τρεφόταν από μια εργατική κουλτούρα που στη Θεσσαλονίκη είχε ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, καθώς και από το Πανεπιστήμιο με τις προοδευτικές για την εποχή παραδόσεις και το φοιτητικό του κίνημα. Είχε τα συνδικάτα της, τις «κόκκινες» συνοικίες της, τους δημάρχους της, τους ποιητές και τη λογοτεχνία της, τα σύμβολά της, τα ανθρώπινα και οικογενειακά δίκτυα αλληλεγγύης. Υπήρχε μια διανοούμενη Θεσσαλονίκη η οποία επειδή ήταν μακριά από τα αθηναϊκά κέντρα εξουσίας ήταν πιο ανεξάρτητη, πιο κριτική, λιγότερο βιαστική, επικοινωνούσε χωρίς ενδιαμέσους με τα μεγάλα διεθνή ρεύματα. Ο κόσμος αυτός συγκροτούσε έναν πολιτισμό. Εναν πολιτισμό καθημερινό, που οριζόταν στον χώρο από διαδρομές και στέκια (καφενεία, ταβέρνες, βιβλιοπωλεία), και στον χρόνο από τις τακτικές εβδομαδιαίες συναντήσεις της παρέας και τις πολιτικές ή λογοτεχνικές εκδηλώσεις.

Η Δεξιά είχε τις καταβολές της στις εθνοτικές συγκρούσεις που κληροδότησαν οι Βαλκανικοί πόλεμοι, αλλά και στις φασίζουσες οργανώσεις του Μεσοπολέμου. Στη μεταπολεμική περίοδο επιβίωσαν πολιτικά ή παραπολιτικά μορφώματα που δημιουργήθηκαν στην Κατοχή, σε συνεργασία με τις κατοχικές αρχές, τα οποία έλαβαν μέρος στη νομή των εβραϊκών περιουσιών (άλλο ένα απαραβίαστο κεφάλαιο στην ιστορία των μεταπολεμικών οικονομικών ελίτ της πόλης). Αυτά τα μορφώματα επιβίωσαν παρασιτώντας στις επίσημες δομές της πολιτικής ζωής στα μετεμφυλιακά χρόνια δημιουργώντας μαζί με αυτές ένα εκρηκτικό μείγμα διακυβέρνησης το οποίο σε δύο δεκαετίες συσσώρευσε πέντε πολιτικές δολοφονίες (Γιάννης Ζεύγος, Τζορτζ Πολκ, Γρηγόρης Λαμπράκης, Γιάννης Χαλκίδης, Γιώργος Τσαρουχάς). Πέντε δολοφονίες, από τους οποίους δύο βουλευτές, σε τόσο μικρό χρονικό διάστημα, δημιουργούν στίγμα για την πόλη. Αυτή ήταν η Θεσσαλονίκη των πολιτικών δολοφονιών.

Η πόλη υπέστη επίσης και τις συνέπειες των αλλαγών στα Βαλκάνια, τόσο με την υπόθεση του ονόματος της Μακεδονίας όσο και με την καινούργια μετανάστευση από τις πρώην ανατολικές χώρες. Μετά το 1990 η ονοματολογία απορρόφησε τόσο πολύ τη δυναμική της πόλης ώστε η ιδιαίτερη προσωπικότητά της διαλύθηκε σε έναν νέο εθνικισμό. Πρόκειται για ένα μείγμα αναφορών σε στρατιωτικά κατορθώματα του παρελθόντος και στην Εκκλησία, το οποίο συγκροτεί τη δομή και την αισθητική της τυπικά βαλκανικής παραλλαγής εθνικισμού: αυτού του τύπου τον εθνικισμό μπορεί να τον συναντήσει κάποιος σε όλες τις γειτονικές βαλκανικές χώρες. Μια ιδεολογία που έγινε το εξαγνιστήριο λουτρό για να ξαναμπούν στη δημόσια σφαίρα άνθρωποι και ιδέες εξοβελισμένες από την εποχή της δικτατορίας. Το παλαιό πολύπαθο πρόσωπο της πόλης χάνεται κάτω από μια νέα ρητορεία. Η συζήτηση για τις ταυτότητες επισκίασε τις πολλαπλές ταυτότητες της πόλης. Κυρίως επισκίασε τη συζήτηση για το μέλλον. Παρ’ όλα αυτά η πόλη σκιρτά. Η κρίση δημιουργεί δίκτυα αλληλεγγύης, κοινότητες προβληματισμού. Γίνονται πρωτοποριακά πράγματα στην τέχνη και στα μουσεία, και αυτά αντισταθμίζουν ως έναν βαθμό την επίσημη ομοιομορφία. Αυτοί είναι οι πυρήνες μιας «άλλης» Θεσσαλονίκης, δημιουργικής, στοιχεία ενός δυνητικά νέου προσώπου της πόλης.

Ο κ. Αντώνης Λιάκος είναι καθηγητής της Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

 

 

Γαζή Εφη

Ευκαιρία για αναστοχασμό

Η ενσωμάτωση της Θεσσαλονίκης στο ελληνικό κράτος κατέχει μια εμβληματική θέση στη νεότερη ιστορία της χώρας. Μια σημαντική οθωμανική πόλη, αξιοζήλευτα τοποθετημένη ανάμεσα σε χερσαίους και θαλάσσιους δρόμους, κατοικημένη από μια πολυεπίπεδη και δραστήρια κοινωνία, προσέδωσε με την ενσωμάτωσή της ισχυρούς συμβολισμούς στην εθνική επέκταση των Ελλήνων. Ανήκε σε ζωτικούς για την εποχή χώρους όπως τα οθωμανικά εδάφη, τα Βαλκάνια, η Μακεδονία και ενίσχυσε την εθνική αυτοπεποίθηση για την επίτευξη των στόχων της Μεγάλης Ιδέας.

Σήμερα, έναν αιώνα μετά, μπορούμε να σταθούμε σε δύο ζητήματα άμεσα συσχετισμένα με την ιστορία της Θεσσαλονίκης τα οποία αποκτούν ιδιαίτερη επικαιρότητα. Η θυματοποίηση του έθνους και οι εγκλήσεις κατά των πάσης φύσεως «ισχυρών», «Μεγάλων Δυνάμεων» που επιβουλεύονται τα «εθνικά δίκαια» αποτελούν επαναλαμβανόμενο μοτίβο τμήματος της εθνικής μας ρητορικής. Στις αρχές του 20ού αιώνα ωστόσο το ελληνικό εθνικό κράτος διπλασίασε εδάφη και πληθυσμούς εν μέσω μιας ευρωπαϊκής και διεθνούς συγκυρίας που το έφεραν σε πλεονεκτική θέση απέναντι σε ανταγωνιστικά του εθνικά κράτη στον ευρύτερο χώρο της Βαλκανικής. Υπ’ αυτή την έννοια, η ενσωμάτωση μιας πόλης όπως η Θεσσαλονίκη αλλά και περιοχών όπως τα Επτάνησα ή η Θεσσαλία νωρίτερα, καθώς και η Ηπειρος, η Κρήτη κτλ., θα μπορούσε να διαβαστεί ως «ιστορία επιτυχίας» ενός εθνικού προγράμματος στο πλαίσιο των ευρύτερων γεωπολιτικών εξελίξεων.

Αυτές οι εξελίξεις δείχνουν επίσης πως η Ελλάδα δεν συγκαταλέγεται μονίμως μεταξύ των θυμάτων των «Μεγάλων Δυνάμεων» και των ισχυρών αυτού του κόσμου και ότι ορισμένες εθνικές στρατηγικές αποδείχθηκαν επιτυχείς, στο πλαίσιο των ευρύτερων πολιτικών συγκυριών αλλά και στο πλαίσιο συνεκτικών χειρισμών. Στην πραγματικότητα, περισσότερο επισφαλής και επίφοβη από τη θέση των Ελλήνων στα μάτια των ξένων αποδείχθηκε λίγο αργότερα η θέση τους στα δικά τους μάτια. Η προσκόλληση σε ένα εθνικό πρόγραμμα με αξιώσεις συγκρότησης μιας αυτοκρατορίας ήταν ένα μάλλον εξαιρετικά μεγαλεπήβολο σχέδιο για τις δυνατότητες της χώρας. Η κατάρρευση της Μεγάλης Ιδέας στο Μικρασιατικό Μέτωπο και η καταστροφή που επακολούθησε μαρτυρούν την αναγκαιότητα της επανεκτίμησης τόσο των δομικών υλικών της ελληνικής εθνικής ιδεολογίας όσο και της συνοχής και των προοπτικών του συγκεκριμένου εθνικού προγράμματος στο πλαίσιο των ευρύτερων γεωπολιτικών συσχετισμών.

Η ανθρωπογεωγραφία της Θεσσαλονίκης, με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της, μας καλεί επίσης να ξανασκεφθούμε τις συναρμογές ανάμεσα σε εθνοτικούς, θρησκευτικούς και ταξικούς παράγοντες μέσα σε μια κοινωνία. Η Θεσσαλονίκη, μια κατά μείζονα λόγο «εβραϊκή πόλη», στις αρχές του 20ού αιώνα βίωσε τη διαδικασία της εθνικής ομογενοποίησης και του «εξελληνισμού», όπως και άλλες περιοχές που ενσωματώθηκαν στο ελληνικό κράτος. Το φαινόμενο δεν ήταν ασυνήθιστο κατά την περίοδο που αναφερόμαστε και δεν αποτελούσε ελληνική ιδιαιτερότητα. Η ύπαρξη όμως μιας μεγάλης εβραϊκής κοινότητας με σημαίνουσα θέση στην πόλη προσέδωσε στη διαδικασία αυτή τα χαρακτηριστικά της συνάντησης με έναν «αρχετυπικό Αλλον» που ήταν οι Εβραίοι για την κυρίαρχη και ισχυρή τάση της ελληνορθόδοξης ταυτότητας. Οι διακοινοτικές σχέσεις είναι βέβαια σύνθετες και πολυεπίπεδες. Ωστόσο οι κεντρικές πολιτικές γύρω από τον «εξελληνισμό» αλλά και οι διάχυτες αντιλήψεις για την ελληνική ταυτότητα δεν επέδειξαν δυστυχώς ανοσία ούτε στις διακρίσεις αλλά ούτε και στον αντισημιτισμό.

Οι εθνοτικοί/θρησκευτικοί αλλά και οι κοινωνικοί ανταγωνισμοί τροφοδότησαν μια κλιμακούμενη αντισημιτική ρητορική που σημάδεψε την ιστορία τόσο της Θεσσαλονίκης όσο και της Ελλάδας. Οι πολιτικές διακρίσεων που αφορούσαν τόσο τις οικονομικές όσο και τις κοινωνικές και πολιτικές δραστηριότητες έφθασαν ως την «πολιτική γκετοποίηση», τους χωριστούς εκλογικούς καταλόγους, αλλά και το άγριο πογκρόμ κατά των Εβραίων της Θεσσαλονίκης. Αυτές οι πολιτικές  ενισχύθηκαν κατά τη δεκαετία του 1930 από τη δράση και τον λόγο εθνικιστικών οργανώσεων που αντλούσαν από τον ανερχόμενο εθνικοσοσιαλισμό. Η φυσική εξόντωση και ο αφανισμός  του συνόλου σχεδόν των Εβραίων της Θεσσαλονίκης αλλά και μεγάλου αριθμού των Εβραίων της υπόλοιπης Ελλάδας κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο ξεθεμέλιωσε μια παρουσία αιώνων στον ελληνικό χώρο. Αποτέλεσε μία από τις πιο εφιαλτικές και αποκρουστικές πτυχές της σύγχρονης ιστορίας μας.

Οι ιστορικές επέτειοι θα μπορούσαν να αποτελούν ευκαιρία για αναστοχασμό. Τόσο η επέτειος για την ενσωμάτωση της Θεσσαλονίκης όσο και η 28η Οκτωβρίου είναι σημαντικές στιγμές για να αναλογιστούμε το μακρινό αλλά και το πρόσφατο παρελθόν της Ελλάδας στο πλαίσιο μιας συγκυρίας όπου τα σκοτεινά και καταστροφικά πρόσωπα του ακραίου εθνικισμού, του ρατσισμού και της βίας ξεπροβάλλουν μπροστά μας – ή ίσως και μέσα μας. 

Η κυρία Εφη Γαζή είναι επίκουρη καθηγήτρια της Ιστορίας και της Θεωρίας της Ιστοριογραφίας στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου.

Μπουτάρης Γιάννης

Μια πόλη που βασίζεται στους ανθρώπους της

Η Θεσσαλονίκη γιορτάζει φέτος τα 100 χρόνια από την απελευθέρωσή της και την ενσωμάτωσή της στο σύγχρονο ελληνικό κράτος. Αυτά τα 100 χρόνια που πέρασαν σημάδεψαν την ταυτότητά της: η ίδια η απελευθέρωση της πόλης από τον βασιλιά Γεώργιο που αργότερα δολοφονήθηκε εδώ, πιο πριν η κήρυξη του κινήματος των Νεότουρκων στη σημερινή πλατεία Ελευθερίας, όπου το 1943 τα ναζιστικά στρατεύματα κατοχής συγκέντρωσαν τον ανδρικό εβραϊκό πληθυσμό της Θεσσαλονίκης για να τον εξευτελίσουν, το κίνημα της «Εθνικής Αμυνας» και η Τριανδρία με τον Ελ. Βενιζέλο, απ’ όπου και το όνομα της εν λόγω περιοχής της πόλης, η πυρκαγιά του 1917 με τη συνακόλουθη πρόταση Εμπράρ για το νέο σχέδιο ρυμοτομίας της πόλης, το φάντασμα του οποίου ακόμη ίπταται πάνω από τη Θεσσαλονίκη, η εγκατάσταση των προσφύγων μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή το 1922, ο Εργατικός Μάης του ’36 και πολύ νωρίτερα η Φεντερασιόν του Αβραάμ Μπεναρόγια, οι πολιτικές δολοφονίες του Γρηγόρη Λαμπράκη και αργότερα του Γιάννη Χαλκίδη και η υπόθεση της δολοφονίας του αμερικανού δημοσιογράφου Τζορτζ Πολκ, τα γεγονότα του Πολυτεχνείου, αλλά και, πιο πρόσφατα, η άνθηση της ελληνικής ροκ σκηνής τη δεκαετία του ’80 με τις Τρύπες (και όχι μόνον), καθώς και τα συλλαλητήρια για το «Μακεδονικό» της δεκαετίας του ’90…

Ολα αυτά, που διαμόρφωσαν τον χαρακτήρα της πόλης, μαζί με την ελληνιστική, τη ρωμαϊκή, τη βυζαντινή, την οθωμανική και την εβραϊκή παρακαταθήκη που έως σήμερα έχει να επιδεικνύει η Θεσσαλονίκη, πρέπει να τα λάβουμε υπόψη μας, χωρίς παρωπίδες όπως μέχρι πρότινος, για να ξεχωρίσουμε και εμείς τη σημερινή ταυτότητα της πόλης, ώστε αυτή τελικά να αποτελέσει την αφετηρία της στην πορεία προς τα εμπρός.

Αυτή ήταν και η λογική των εκδηλώσεων για τους εορτασμούς των 100 χρόνων που διοργάνωσε και έθεσε υπό την αιγίδα του ο Δήμος Θεσσαλονίκης, μια κριτική προσέγγιση των ιστορικών γεγονότων της περασμένης εκατονταετίας, που θα επιτρέψει τα συμπεράσματα για τη συνέχεια.

Μια συνέχεια που βασίζεται στην ανάδειξη και την προβολή της ιστορίας και του πολιτισμού της – χωρίς ολόκληρα κομμάτια της να μένουν πλέον στο σκοτάδι -, η εκμετάλλευση δηλαδή επιτέλους αυτού του άυλου κεφαλαίου, δίνοντας έτσι την ευκαιρία στη Θεσσαλονίκη να καταστεί ελκυστικός προορισμός, ώστε να ανοιχτεί στον ορίζοντα η προοπτική μιας κάποιας οικονομικής ανάκαμψης, για την οποία επί χρόνια τώρα η πόλη διψάει.

Αυτή είναι και η φιλοσοφία πίσω από την ανάληψη ενεργού πρωτοβουλίας από την πλευρά της δημοτικής αρχής μας για την τουριστική ανάδειξη της πόλης μέσα από το «άνοιγμα» προς την Τουρκία, το Ισραήλ, τις Βαλκανικές χώρες και τη Ρωσία, για τις θεσμικές παρεμβάσεις μας υπέρ της βελτιωμένης διάθεσης ταξιδιωτικών θεωρήσεων και της ανάπτυξης της κρουαζιέρας, καθώς και για τη γενικότερη διεθνή προβολή της Θεσσαλονίκης, μέσα από την προβολή των δράσεων του δήμου στα διεθνή ΜΜΕ.

Μαζί με τα ιστορικά και πολιτισμικά στοιχεία της, βεβαίως, η Θεσσαλονίκη πρέπει να αξιοποιήσει και τη σύγχρονη δυναμική της, τους νέους και τις νέες, τις ομάδες πολιτών, τα δίκτυα ανθρώπων και οργανώσεων, τις συμπράξεις τοπικών και διεθνών φορέων που παράγουν πολιτισμό και αιμοδοτούν την πλούσια και πρωτοποριακή καλλιτεχνική παραγωγή της, δραστηριοποιούνται στην επιχειρηματικότητα με καινοτόμες και εξωστρεφείς ιδέες κόντρα στον καιρό και τις εγγενείς δυσκολίες της ελληνικής πραγματικότητας, ζωντανεύουν την κοινωνία των πολιτών κάνοντας την τοπική κοινωνία συμμέτοχο στις αποφάσεις και τις κρίσιμες επιλογές.

Για όλους αυτούς τους δημιουργικούς, δυναμικούς και ενεργούς πολίτες, ο Δήμος Θεσσαλονίκης προωθεί – και θα συνεχίσει έτσι – δράσεις και πρωτοβουλίες διεθνούς βεληνεκούς, όπως η Ευρωπαϊκή Πρωτεύουσα Νεολαίας 2014, η Μπιενάλε Νέων Καλλιτεχνών της Μεσογείου και της Ευρώπης, η World Music Expo-WOMEX ’12, που αποτελούν ευκαιρίες για δραστηριοποίηση των τοπικών δυνάμεων, βήμα έκφρασης και αφορμές δημιουργίας, και φυσικά προσελκύουν επισκέπτες και τελικά χρήμα στη Θεσσαλονίκη.

Αυτή την οπτική του μέλλοντος της πόλης επιχειρήσαμε να εντάξουμε και στις εκδηλώσεις του δήμου για τους εορτασμούς του 2012, θέλοντας ακριβώς να δείξουμε στο διεθνές κοινό που παρακολουθεί τελευταίως τη Θεσσαλονίκη πως η πόλη δεν έχει μόνο παρελθόν και παρόν, αλλά, κυρίως, πως έχει μέλλον που βασίζεται στους ανθρώπους της.

Τέλος, καθώς μια σύγχρονη ευρωπαϊκή μητρόπολη δεν μπορεί παρά να έχει ενιαία διοίκηση και να παρουσιάζει ένα σύγχρονο βιώσιμο περιβάλλον, ο Δήμος Θεσσαλονίκης προωθεί τη διαδημοτική συνεργασία, δεδομένου ότι ο Μητροπολιτικός Δήμος δεν φαίνεται να θεσμοθετείται στο ορατό μέλλον. Παράλληλα, προάγει τη Βιώσιμη Κινητικότητα, την ανάκτηση και προάσπιση του Δημόσιου Χώρου και τη διαχείριση του Αστικού Περιβάλλοντος μέσα από μικρές και εφικτές αστικές παρεμβάσεις που αναμορφώνουν γωνιές της Θεσσαλονίκης. Το μέλλον της βιώσιμης πόλης βρίσκεται στην πολιτική του «μικρού αλλά εφικτού».

Ο κ. Γιάννης Μπουτάρης είναι δήμαρχος Θεσσαλονίκης.

 

  1. Δεν υπάρχουν σχόλια.
  1. No trackbacks yet.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: