Αρχική > πολιτική > Πόσα σκάνδαλα αντέχει ακόμη το πολιτικό σύστημα;

Πόσα σκάνδαλα αντέχει ακόμη το πολιτικό σύστημα;

clip_image001[5]

Demakov Yevgeniy, Summer in Makaryevo Village

 

ΤΟ ΒΗΜΑ 30.9.12

Βατοπαίδι, μαύρες μπίζνες με τη Siemens, μίζες για εξοπλιστικά προγράμματα και εσχάτως κατηγορίες για παράνομο πλουτισμό γνωστών πολιτικών βρίσκονται στην πολιτική επικαιρότητα τουλάχιστον την τελευταία πενταετία. Με τη συσσώρευση σκοτεινών υποθέσεων φούντωσαν και οι ακραίες εκδηλώσεις, ιδίως στην πλατεία Συντάγματος των «Αγανακτισμένων»: πολλοί, βέβαιοι εκ προοιμίου για τους ενόχους, θεωρούν ότι «όλοι» φταίνε για «όλα». Η δυσπιστία μετατράπηκε σε μίσος για τους πολιτικούς εκπροσώπους, οι οποίοι φαίνεται να μη δίνουν λογαριασμό για τις πράξεις τους και παράλληλα ζητούν θυσίες για να βγει η χώρα από τη στενωπό. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο όπου οι μικρές ή μεγάλες υποθέσεις διαφθοράς αποκαλύπτονται υπάρχει το περιθώριο να αναστραφεί το «άρρωστο» κλίμα που μοιάζει να παγιώνεται και ποια «φάρμακα» θα μπορούσαν να το θεραπεύσουν;

Σχολείο

Σεβαστάκης Νικόλας Αλ.

Πολιτικά παιχνίδια με την ηθική της κρίσης

Λίγο πριν από την αποκαλυπτική πρεμιέρα του «νέου πακέτου μέτρων», η πολιτική σκηνή ξαναγνωρίζει το παιχνίδι με τις λίστες, τις φήμες και τις ιστορίες από ένα δύσοσμο παρασκήνιο. Νέο υλικό προσφέρεται σε δόσεις για να εξάψει ενδεχομένως τη φαντασία των πολιτών, των καταπονημένων από τα προγνωστικά καταστροφής ή σωτηρίας που εκπορεύονται από τους συνήθεις μετεωρολόγους: πολιτικούς, οικονομικούς ειδήμονες, αυτοσχέδιους και επαγγελματίες αφηγητές της κρίσης.

Ας δούμε όμως το συνολικό κάδρο όπου πρέπει να εντάξουμε και αυτά τα τελευταία επεισόδια.

Εδώ και δυόμισι χρόνια λοιπόν έγιναν πολλές προσπάθειες ώστε η λεγόμενη πολιτική των μνημονίων να αποκτήσει κάποιου είδους ηθική νομιμοποίηση μέσα από το επιχείρημα περί της ιδιαίτερης ελληνικής παθογένειας. Σε πολλές δημόσιες αναλύσεις το τελικό συμπέρασμα υπέρ των προγραμμάτων βίαιης «δημοσιονομικής προσαρμογής» ερχόταν έπειτα από πυρά κατά του παρασιτικού και ανεύθυνου τρόπου ζωής των προηγούμενων δεκαετιών. Ετσι, μια πολύ συγκεκριμένη οικονομική και κοινωνική πολιτική, αυτή δηλαδή η οποία ακολουθείται από τα κυβερνητικά σχήματα όλης της περιόδου, καλύφθηκε συστηματικά πίσω από φράσεις για την αναμόρφωση ηθών και νοοτροπιών. Απέναντι μάλιστα στις φωνές των αντιδρώντων και στις λογής κοινωνικές διαμαρτυρίες, ένα τμήμα των ελίτ φάνηκε να προτάσσει τον ιδεαλισμό της θυσίας και της καρτερίας ώσπου να υπάρξει κάποιο φως στον ορίζοντα.

Ωστόσο αυτή η ιδεαλιστική ρητορική δεν είναι ακίνδυνη υπόθεση. Η αναφορά σε υψηλές αξίες (θυσία, «νέος πατριωτισμός», πνεύμα ευθύνης) προϋποθέτει ότι διατηρείται μια κάποια αξιοπιστία στην ηγέτιδα πολιτική τάξη και στις ελίτ. Η προσφυγή των ελίτ σε ηθικές ερμηνείες και χαρακτηρισμούς για το ελληνικό πρόβλημα κινδυνεύει από τη δημοσιότητα του ενός ή του άλλου σκανδάλου, των υποθέσεων της μεγάλης επιχειρηματικής και πολιτικής διαφθοράς. Και αυτό μπορεί να συμβεί ανεξάρτητα από το αν το εκάστοτε σκάνδαλο έχει πραγματική βάση ή όχι. Τα λόγια περί ενάρετης διακυβέρνησης πολύ γρήγορα μπορούν να στραφούν εναντίον όσων τα εκστομίζουν: ιδιαίτερα όταν η δημόσια ατμόσφαιρα δηλητηριάζεται κάθε λίγο από φήμες και πληροφορίες όπως οι πρόσφατες.

Κανένα σύστημα εξουσίας δεν μπορεί να λειτουργήσει ουσιαστικά χωρίς κοινωνικές συμμαχίες. Μια από τις αιτίες για την προσφυγή σε εύκολες ηθικές κρίσεις ήταν ότι δεν συγκροτήθηκε καμία τέτοια συμμαχία, έστω στη βάση του νεοφιλελεύθερου μεταρρυθμισμού. Μπορούμε μάλιστα να κάνουμε μιαν άλλη, πολύ πιο ανησυχητική, υπόθεση: οι προσπάθειες για τον εξωραϊσμό των πολιτικών της λιτότητας με την ηθικοποίηση των προβλημάτων, διηύρυνε ακόμη περισσότερο το χάσμα μεταξύ λαού και πολιτικού συστήματος. Η εκρηκτική άνοδος των αντιπολιτικών διαθέσεων και του πλέον ισοπεδωτικού αντικοινοβουλευτισμού έγινε η άλλη όψη, η πίσω πλευρά της κυρίαρχης ηθικολογίας. Κατά κάποιον τρόπο ο αυτόματος στιγματισμός κάθε κοινωνικής αντίδρασης ως ανεύθυνου λαϊκισμού έλαβε ως απάντηση από το κοινωνικό σώμα μια αντίστοιχη απόρριψη του πολιτικού συστήματος ως εγγενώς διεφθαρμένου.

Σε αυτά τα δύο χρόνια φιλοτεχνήθηκε επιμελώς η εικόνα μιας ένοχης κοινωνίας και μιας άρρωστης δημοκρατίας. Κάθε καρκίνωμα της καθημερινότητας, κάθε απάτη ή επιμέρους παλιανθρωπιά πολιτών και αξιωματούχων χρησιμοποιήθηκε για να δικαιωθεί η ιδέα της θεραπείας-σοκ. Τώρα πια μπορούμε να πούμε ότι αυτή η εικόνα δεν βοήθησε καθόλου τους κεντρώους μεταρρυθμιστές οι οποίοι και την προώθησαν για τους δικούς τους λόγους. Η ίδια αυτή εικόνα του άρρωστου σώματος επιτρέπει σήμερα στον ερεβώδη νεοφασισμό να εμφανίζεται με τον μανδύα αυτού που θα βάλει τέλος στη «δημοκρατική παρακμή».

Σημαίνουν όλα αυτά ότι δεν έπρεπε να υπάρξει συζήτηση και για τις ηθικές διαστάσεις της κρίσης; Οτι η ανάδειξη των προβλημάτων χαμηλής ή υψηλής διαφθοράς είναι πολιτικά εσφαλμένη; Καθόλου. Αλλά η αναγκαία συζήτηση για τις στρεβλώσεις της ελληνικής δημοκρατικής εμπειρίας θυσιάστηκε σε επιχειρήσεις για ηθικό στιγματισμό τού εκάστοτε αντιπάλου. Οι υποθέσεις διαφθοράς στην κρατική μηχανή και στο Δημόσιο χρησιμοποιήθηκαν συνήθως με ρηχό τρόπο: είτε για κομματικές και ενδοκομματικές προγραφές είτε για αφοριστικές καταδίκες στο σάπιο κράτος και στο «Δημόσιο των προνομιούχων», ώστε να δικαιολογηθούν οι περικοπές και οι εκποιήσεις.

Ο χρόνος της κρίσης παρ’ όλα αυτά δεν μένει ακίνητος και παγωμένος. Εχουμε προσπεράσει πια το στάδιο της καχυποψίας και της δυσφορίας. Η πικρή αλήθεια είναι ότι για μεγάλο κομμάτι της κοινωνίας η καχυποψία έχει μετατραπεί σε μίσος. Η δυσπιστία για την πολιτική τάξη έχει δώσει τη θέση της στην εκ προοιμίου βεβαιότητα για την ενοχή όλων, για την υπαιτιότητα των πάντων.

Υπάρχουν άραγε περιθώρια αναστροφής αυτής της μηδενιστικής τάσης που παγιώνεται αποκτώντας μονιμότερα χαρακτηριστικά; Σε τέτοιου είδους ερωτήματα δεν υπάρχουν ουδέτερες και πολιτικά άχρωμες απαντήσεις. Η εξυγίανση, η κοινωνική ανόρθωση και η αποκατάσταση του κύρους της πολιτικής δεν έχουν το ίδιο νόημα για όλους. Απομένει στις πολιτικές δυνάμεις να αποσαφηνίσουν η καθεμία τα ιδιαίτερα περιεχόμενα, τις προτεραιότητες, τις κοινωνικές συμμαχίες που θα δώσουν πολιτικό σχήμα και μορφή σε αυτές τις λέξεις. Το βέβαιο είναι ότι μια τέτοια αποσαφήνιση θα γίνει ακόμη δυσκολότερη αν ενισχυθούν περισσότερο οι τάσεις κοινωνικού κανιβαλισμού και τα υπόγεια ρεύματα μίσους στην κοινωνία. Οπως και σε άλλα θέματα, η διαχείριση των υποθέσεων διαφθοράς μπορεί να εκτραπεί από τον σκοπό της χάριν του θεάματος και της «επικοινωνίας»: και αυτά τα δύο, το θέαμα και η επικοινωνία, είναι οι καλύτεροι σύμμαχοι της συγκάλυψης και της θολούρας που προετοιμάζει τη συγκάλυψη.

Ο κ. Νικόλας Αλ. Σεβαστάκης είναι αναπληρωτής καθηγητής στο Τμήμα Πολιτικών Επιστημών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.

Σχολείο

Κιντή Βάσω

Χρειαζόμαστε επειγόντως άνεμο αλλαγής

«Η εξουσία διαφθείρει» έλεγε ο λόρδος Ακτον συμπυκνώνοντας στη φράση αυτή ένα φαινόμενο που εκδηλώνεται σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της Γης, σε κάθε ιστορική εποχή και σε κάθε πολίτευμα. Ακόμη κι αν το αποδώσουμε στην απληστία ή άλλες αδυναμίες που θα λέγαμε πως χαρακτηρίζουν μια (εικαζόμενη) απαράλλακτη ανθρώπινη φύση, η διαφθορά στον χώρο της πολιτικής εξουσίας δεν είναι ένα φυσικό φαινόμενο που μας υπερβαίνει. Παρεισφρέει και εξαπλώνεται όπου βρίσκει χώρο να παρασιτεί και να πολλαπλασιάζεται. Γι’ αυτό άλλωστε η ένταση και η συχνότητα του φαινομένου διαφέρουν σημαντικά από χώρα σε χώρα. Οπου υπάρχει βούληση να αντιμετωπιστεί ελέγχεται και περιορίζεται μια χαρά.

Η φράση του λόρδου Ακτον έχει και συνέχεια: «Η απόλυτη εξουσία διαφθείρει απόλυτα». Ενας απόλυτος άρχων με τον εσμό των αξιωματούχων του δεν ελέγχεται από πουθενά αφού συμπυκνώνει στο πρόσωπό του όλες τις εξουσίες: νομοθετική, εκτελεστική και δικαστική. Στην Ελλάδα δεν έχουμε ασφαλώς απολυταρχία. Ωστόσο ο τρόπος που λειτούργησε το πολιτικό σύστημα στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια δημιούργησε ένα σύμπλοκο εξουσίας (νομοθετικό/εκτελεστικό/δικαστικό/μιντιακό) τελείως ανεύθυνο, με όλες τις σημασίες της λέξης: χωρίς καμία αίσθηση ευθύνης απέναντι στη χώρα και στον λαό και εντελώς μη υπόλογο. Εξασφάλιζε στον εαυτό του ασυλία και ασυδοσία και δεν έδινε λογαριασμό σε κανέναν για τις πράξεις του, με αποτέλεσμα να γιγαντώνεται η διαφθορά. Υπήρχαν βέβαια οι εκλογές, αλλά αυτές προκηρύσσονταν, κατά κανόνα, με άθλια προσχήματα, όποτε βόλευε το κυβερνητικό κόμμα (σπάνια εξαντλούνταν η τετραετία), ενώ όλα, δεξιά και αριστερά, επιδίδονταν στην παραπλάνηση και χειραγώγηση των πολιτών, τους οποίους βύθιζαν στον πολτό του λαϊκισμού. Το σύστημα αυτό με τους παρατρεχάμενούς του δρούσε προστατευμένο σε μια φούσκα, αυτονομημένο από την κοινωνία, την οποία χρησιμοποιούσε μόνο για να εξασφαλίζει τα απαραίτητα για τη μακροημέρευσή του: ψήφους στο εσωτερικό, χαρίζοντας ψίχουλα διορισμών, επιδομάτων, παροχών, παρανομιών, και από το εξωτερικό δάνεια και μίζες βάζοντας το κράτος υποθήκη για να εξασφαλίζουν προνόμια. Ελάχιστοι πολιτικοί τίμησαν το αξίωμά τους και έκαναν το καθήκον τους.

Τώρα που η φούσκα με την κρίση έσκασε και κυλάει ο βούρκος ως τους διαδρόμους της Βουλής πασχίζουν άτσαλα να μαζέψουν ό,τι μπορεί να περισωθεί εξαγγέλλοντας ανέφικτους ελέγχους σε εκατοντάδες πολιτικά πρόσωπα και στους συγγενείς τους για να έρθουν, υποτίθεται, «όλα στο φως» και να φθάσει «το μαχαίρι στο κόκαλο». Μήπως η λάμψη από τη ρομφαία του εξολοθρευτή που θα καθαρίσει τον τόπο δεν είναι για να λάμψει η αλήθεια αλλά για να θαμπώσει τα μάτια μας;

Σε πόσα τέρμινα μπορούν να ολοκληρωθούν αυτοί οι έλεγχοι, ποιος θα τους διενεργήσει και πόσο διεισδυτικοί και αποτελεσματικοί μπορεί να είναι αυτοί;

Πάλι λαϊκισμοί, πάλι κούφιες κινήσεις εντυπωσιασμού όχι μόνο από υστεροβουλία αλλά και από άγνοια για το πώς λειτουργεί ένα κράτος δικαίου στο οποίο οι πολιτικοί ελέγχονται και λογοδοτούν συστηματικά και όχι όποτε φτάνει ο κόμπος στο χτένι.

Το πολιτικό προσωπικό στη χώρα μας, με ελάχιστες εξαιρέσεις, είναι εντελώς ανεπαρκές να ανταποκριθεί στις περιστάσεις και στον ρόλο του. Αποτελείται κατά κανόνα από όσους παρεπιδημούν στους κομματικούς διαδρόμους και συχνάζουν στους προθαλάμους των αρχηγών. Οι γνώσεις τους αντιστοιχούν στα χρόνια που έχασαν στο πανεπιστήμιο και δεν έχουν καν το ενδιαφέρον να αποκτήσουν επαρκείς συνεργάτες αφού φροντίζουν να διορίζουν τους συγγενείς τους στη Βουλή.

Το σκηνικό αυτό δεν θρέφει μόνο τη διαφθορά αλλά διαλύει και την πολιτική ζωή της χώρας. Πολιτική στην Ελλάδα σημαίνει χειραγώγηση των πολιτών από μέσα ενημέρωσης και κόμματα, δεξιά και αριστερά, με ψεύδη, θεατρινισμούς, υποκρισίες, κυνική και μεθοδευμένη παραπλάνηση. Δεν τεκμηριώνονται και δεν συζητούνται ανοιχτά θέσεις, απόψεις και διαφορετικά σχέδια, όπως συμβαίνει σε όλες τις ώριμες δημοκρατίες, ώστε οι πολίτες να κρίνουν και να ελέγξουν. Ακόμη κι αυτές τις κρίσιμες ώρες δεν εξηγούν καθαρά στον κόσμο πώς έχουν τα πράγματα, τι προτείνουν τα κόμματα. Γίνονται διαρροές, δίνονται χρησμοί, συσκοτίζονται καταστάσεις. Λίγοι στον δημόσιο χώρο ελέγχουν αν αυτά που προτείνονται γίνονται, τι προβλήματα έχουν. Χρειαζόμαστε επειγόντως άνεμο αλλαγής που θα φέρει στο προσκήνιο καθαρά λόγια και υπεύθυνες πράξεις από άτομα που έδειξαν και θέλουν να δείξουν ότι μπορούν να προσφέρουν στη χώρα.

Η κυρία Βάσω Κιντή είναι αναπληρώτρια καθηγήτρια Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

 

Σχολείο

Παππάς Ανδρέας

Ακριβή μας δημοκρατία

«Η δημοκρατία δεν είναι το πολίτευμα που μας πηγαίνει στον παράδεισο. Είναι το πολίτευμα που αποτρέπει το να βρεθούμε στην κόλαση». Να μια ρήση που δεν θα πρέπει να την ξεχνάμε όταν αναφερόμαστε στην, προβληματική έστω, με πολλά κουσούρια αναμφισβήτητα, αλλά και τόσο πολύτιμη, τόσο «ακριβή», κοινοβουλευτική δημοκρατία μας.

Η γενικότερη «μακαριότητα» της περιόδου 1974 – 2009, οικονομική και κατ’ επέκταση πολιτική, μας είχε κάνει να ξεχάσουμε πως η δημοκρατία, ιδιαίτερα στην περίπτωση της Ελλάδας, ούτε απολύτως «αυτονόητη» είναι ούτε με τον αυτόματο πιλότο λειτουργεί. Οφείλει συνεχώς, σχεδόν καθημερινά, να επιβεβαιώνει τη λειτουργικότητά της, αλλά και να αμύνεται, να αυτοπροστατεύεται, απέναντι σε όλους εκείνους που είτε από πεποίθηση είτε από στιγμιαία αγανάκτηση και οργή είναι έτοιμοι να την καταδικάσουν σαν «ξεπερασμένη», να θεωρήσουν πως δεν γεννά παρά μόνο φαυλοκρατία, σκάνδαλα και κακοδιοίκηση.

Ανθρωποι που κατά κανόνα δεν έχουν καν γνωρίσει τι θα πει πραγματικά αυταρχικό κράτος και δικτατορία, με απίθανη επιπολαιότητα και ευκολία, εκτοξεύουν μεγαλόστομες ανοησίες, όπως «χούντα έχουμε και τώρα», «μας κυβερνάνε δωσίλογοι και προδότες», «η χώρα τελεί υπό κατοχή», «να στηθούν κρεμάλες», ή ακόμη και «ας γίνουν όλα μπάχαλο, τι έχουμε να χάσουμε;». Ε, λοιπόν, έχουμε πολλά να χάσουμε. Παρά την κρίση και παρά τις μεγάλες δυσκολίες που περνάει, η χώρα παραμένει πάντα – ευτυχώς – κοινοβουλευτική δημοκρατία, μέλος της Ευρωπαϊκής Ενωσης και της ευρωζώνης. Στο μέτρο που τα πλεονεκτήματα αυτά θα περισώζονται και θα αξιοποιούνται, θα υπάρχει πάντα ελπίδα για ένα λιγότερο ζοφερό μέλλον. Αν ανοίξει η πόρτα εξόδου από το ευρωπαϊκό και δημοκρατικό κεκτημένο, μας περιμένει απλώς η κόλαση (της εισαγωγικής φράσης), χωρίς καν να υπάρχει ενδιάμεσο στάδιο, κάτι σαν καθαρτήριο. Και αν, ο μη γένοιτο, βρεθούμε στην κόλαση, προσωπικά – και όχι μόνο, ελπίζω – δεν θεωρώ ότι θα έχει και μεγάλη σημασία αν τα καζάνια θα έχουν μαύρο, φαιό ή κόκκινο χρώμα.

Σε όσους είναι επικίνδυνοι για τη δημοκρατία μας, εκτός από τα «λεβεντόπαιδα με τα μαύρα μπλουζάκια», θα πρέπει να συνυπολογίσει κανείς:

l «Ανατρεπτικά» γκρουπούσκουλα και «αντισυστημικούς» νεομπολσεβίκους, που προπαγανδίζουν την ανυπακοή στους νόμους, υποθάλπουν τον πολιτικό και οικονομικό τσαμπουκά («δεν πληρώνω» κτλ.), ευνοούν την αυτοδικία, περιφρονούν βαθιά – σε τελική ανάλυση – τον κοινοβουλευτισμό και τις δημοκρατικές ελευθερίες. Για «κοινοβουλευτικό κρετινισμό» (sic) μιλούσε ο Λένιν. «Μεγάλη αναταραχή, έξοχη κατάσταση» έλεγε ο Μάο, του οποίου τη σκέψη ρητά έχει δηλώσει ότι θαυμάζει ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης.

l Δημαγωγούς ή ολιγόνοες πολιτικάντηδες που εκτοξεύουν κατά ριπάς αρλούμπες και ασυναρτησίες, περί ψεκασμών, διεθνών συνωμοσιών, μασόνων και εβραίων, πετρελαίων που κάποιοι τα κρύβουν κ.ο.κ. Σε άλλες εποχές, ίσως απλώς να γελάγαμε με αυτούς, να τους βλέπαμε σαν το πολιτικό αντίστοιχο του Λιακόπουλου. Σήμερα όμως, ποντάροντας στα ζόρια που περνάνε οι πολίτες αλλά και στην πάντα υπαρκτή στην «καθ’ ημάς Ανατολή» ροπή προς τον ανορθολογισμό, ακόμη κι αυτοί μαζεύουν ψηφαλάκια και αποκτούν οπαδούς.

l Ελαφρολαϊκούς διασκεδαστές που, αν και ισχυρίζονται ότι στα «τσαντίρια» τους κάνουν απλώς σάτιρα, λειτουργούν ωστόσο σαν λαϊκοί ιεροκήρυκες άλλων εποχών. Κολακεύουν με τον πιο ευτελή τρόπο τους ακροατές τους, διαβεβαιώνοντάς τους ουσιαστικά ότι εκείνοι δεν φταίνε σε τίποτε, ότι είναι θύματα και μόνο θύματα (οι τυφλοί της Ζακύνθου και αυτοί που έπαιρναν επί εικοσαετία τις συντάξεις των πεθαμένων γονιών τους ήταν, προφανώς, Ολλανδοί, Γερμανοί και Φινλανδοί). Παράλληλα, προωθούν την άποψη πως η πολιτική, γενικώς και αδιακρίτως, είναι μια τεράστια κομπίνα και λαμογιά, πως το Κοινοβούλιο δεν είναι τίποτε περισσότερο από ένα «μπ…λο», που όσο πιο γρήγορα «το κλείσουμε», ή ίσως και το «κάψουμε», τόσο το καλύτερο.

Μακριά από μένα κάθε σκέψη ή απόπειρα να εξωραΐσω καταστάσεις. Ασφαλώς και η δημοκρατία μας πάσχει από δυσλειτουργίες και στρεβλώσεις, με ευθύνη – κυρίως, αλλά όχι μόνο – αυτών που κατά καιρούς κυβέρνησαν. Κι αυτοί όμως, ούτε ευθύνονται όλοι εξίσου για τη σημερινή κατάσταση, ούτε ήταν όλοι ίδιοι. Αλλο ο Κωνσταντίνος Καραμανλής που παρέδωσε στους επόμενους σχεδόν μηδενικό δημόσιο χρέος, και άλλο το ξεσάλωμα (με δανεικά) της δεκαετίας του 1980. Αλλο η περίοδος Σημίτη και άλλο οι «αχθοφόροι μεγάλων ονομάτων» που κλήθηκαν να διαχειριστούν τις τύχες της χώρας, και μάλιστα σε δύσκολες εποχές, με… τα γνωστά αποτελέσματα.

Και κάτι ακόμη. Οταν η πολιτική αντιπαράθεση αρχίσει να διεξάγεται με τραμπουκισμούς και με γιαούρτια, με καδρόνια και με γροθιές, καλό θα είναι κάποιοι «αντισυστημικοί» να μην ξεχνούν ότι η Ιστορία διδάσκει πως αυτοί που τελικά επικρατούν είναι οι ακροδεξιοί και οι φασίστες, κατά τεκμήριο πιο ικανοί στη χρήση του καδρονιού και της γροθιάς. Κάθε φορά, λοιπόν, που κάποιος αγανακτεί με τις (αδιαμφισβήτητες) ελλείψεις και με τα τρωτά της κοινοβουλευτικής μας δημοκρατίας, ας θυμάται πως συνήθως τις «Βαϊμάρες» δεν τις ακολουθεί ούτε η «άμεση δημοκρατία» ούτε η «πλέρια δημοκρατία της βάσης», ούτε τα «σοβιέτ» ή άλλα ηχηρά παρόμοια. Τις ακολουθούν οι Χίτλερ και οι Μουσολίνι, οι Φράνκο και οι Σαλαζάρ, οι Μεταξάδες και οι Παπαδόπουλοι.

Και μιας και άρχισα με μια ρήση, ας κλείσω με μιαν άλλη, την οποία επίσης καλό θα είναι να τη θυμόμαστε στους χαλεπούς όσο και «πονηρούς» καιρούς που ζούμε: «Ο σοσιαλισμός χωρίς τη δημοκρατία δεν αξίζει τίποτε. Η δημοκρατία, ακόμα και όταν δεν είναι σοσιαλιστική, αξίζει πολλά».

Ο κ. Ανδρέας Παππάς είναι επιμελητής εκδόσεων και μεταφραστής.

clip_image001

Lysov Yuri, Volga River View

  1. Δεν υπάρχουν σχόλια.
  1. No trackbacks yet.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: