Αρχική > πολιτική > Με το βλέμμα στα Βαλκάνια

Με το βλέμμα στα Βαλκάνια

clip_image001

Παρθένης Κωνσταντίνος (1878/1879 – 1967), Χορός, πριν το 1920

 

ΑΥΓΗ 12/08/2012

Του ΝΙΚΟΥ ΜΑΥΡΕΛΟΥ*

Kitromilides P.M. – Tabaki A., Greek-Bulgarian relations in the age of national identity formation, Institute for Neohellenic Research-National Hellenic research foundations, p. 338

Ο συλλογικός αυτός τόμος αποτελεί σημαντική συμβολή στην ανίχνευση των εθνικών ταυτοτήτων στα Βαλκάνια την εποχή της διαμόρφωσης των εθνικών κρατών τον 19ο αιώνα, με αναφορές ωστόσο κυρίως στην προετοιμασία αλλά και λιγότερο στα μεθεόρτια των αλλαγών. Το ενδιαφέρον είναι ότι οι συγγραφείς των μελετών δεν είναι μόνο Έλληνες, αλλά και ερευνητές άλλων εθνοτήτων, κυρίως Βούλγαροι.

Για ακόμα μια φορά καθίσταται εμφανές ότι η διαμόρφωση της Βουλγαρικής εθνικής ταυτότητας τον 19ο αιώνα (από το μέσο και μετά) δεν υπήρξε κάτι το αυτονόητο ούτε σχεδιασμένο από πριν. Η κοινή μοίρα των χριστιανικών λαών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας τους ένωσε υπό τη σκέπη της θρησκευτικής ταυτότητας του Ορθόδοξου Χριστιανού ως κληρονόμου του Βυζαντίου, της πολυπολιτισμικής Ορθόδοξης Χριστιανικής Αυτοκρατορίας. Η lingua franca ήταν η Ελληνική (52-61), όχι για κάποιον εθνικό λόγο (με την έννοια που η λέξη απέκτησε τον 19ο αιώνα), αλλά εξαιτίας της χρήσης της από το θρησκευτικό κέντρο εξουσίας, το Πατριαρχείο. Μετά το 1453 οι υπόδουλοι Χριστιανοί συνέχισαν να επικοινωνούν στα Ελληνικά στις εμπορικές, διακοινοτικές, διοικητικές, πνευματικές, επίσημες θρησκευτικές επαφές τους. Η διάδοση της πνευματικής παραγωγής και το τυπωμένο βιβλίο ως όχημά της πέρασε στα χέρια ελλήνων εκδοτών και διακινητών, αφήνοντας στο περιθώριο τις άλλες γλώσσες, για λόγους όμως πρακτικούς. Κατά τον Ταχιάο, αυτό οφειλόταν στην έλλειψη πνευματικής και εκδοτικής παραγωγής από τους Βούλγαρους στη γλώσσα τους ως τον 18ο αιώνα (15).

Όπως πολύ συστηματικά επισημαίνει ο Detrez, ενώ υπήρχε, λοιπόν, μια κοινή ταυτότητα θρησκευτική (Οθωμανοί Ορθόδοξοι Χριστιανοί) με μια κοινή χρήση του όρου «Ρωμιός» και κοινή γλώσσα την Ελληνική, αυτή δεν εξελίχθηκε σε κράτος (69), όπως το ονειρευόταν ο Ρήγας ή φαίνεται (έστω και με σημάδια διάσπασης) στην Αυτοβιογραφία του Partenij Pavlović (83-107). Η ιδέα μεταμόρφωσης του «πρωτο-έθνους» αυτού (68) σε Βαλκανικό κράτος με κοινή την ελληνική γλώσσα και ισότητα λαών εγκαταλείφθηκε σιγά-σιγά από τις αρχές του 19ου αιώνα και κυρίως μετά τη δημιουργία του ελληνικού κράτους και στη συνέχεια και των άλλων κρατών της Βαλκανικής. Είναι γεγονός ότι για τους Βούλγαρους, μα και για άλλους βαλκανικούς λαούς, η ελληνική γλώσσα ήταν αυτονόητο μέσο επικοινωνίας των λογίων και ο ελληνικός πολιτισμός θεωρήθηκε ανώτερος λόγω της γλώσσας και του αυξημένου αριθμού Ελλήνων μορφωμένων, ενώ συχνά αυτοαποκαλούνταν Έλληνες και οι ίδιοι οι Βούλγαροι λόγω χρήσης της γλώσσας (29).

Το 18ο αιώνα η ελληνική αριστοκρατία και η τάξη των αστών και των εμπόρων ή των αξιωματούχων του οθωμανικού κράτους επέβαλλε τη γλώσσα και τις συνήθειές της ως ανώτερες, διαμορφώνοντας και την εκπαίδευση, και βαθμιαία άρχισε να προκαλεί αντιδράσεις από το δεύτερο μισό του αιώνα, όπως εκείνη του Βούλγαρου Παϊσίου, μοναχού στη Μονή Χιλανδαρίου (1762). Παρόλο που ακόμα και το 1815 διατυπώνεται η θεωρία της ενότητας των Ορθοδόξων και γίνεται αποδεκτή η ύπαρξη διαφορετικών γλωσσικών ομάδων (105), στην ουσία η αρχή του τέλους έχει ήδη ξεκινήσει για τη διάλυση αυτής της πρωτο-εθνικής ταυτότητας (106). Τη δεκαετία του 1840 μάλιστα, με περιπτώσεις όπως ο Bozveli, διαπιστώνουμε την ανάπτυξη μιας ελληνοφοβίας (122), και σε θρησκευτικό επίπεδο, με την προώθηση του θέματος της δημιουργίας Αυτοκέφαλης Βουλγαρικής Εκκλησίας, και σε εθνικό επίπεδο με τη στροφή προς την κατεύθυνση του πανσλαβιστικού ιδεώδους ταυτότητας και τη στροφή προς τη Ρωσία (123-125 και αλλού). Αλλά και στην Ελλάδα η δεκαετία αυτή είναι η αρχή της διαμόρφωσης της Μεγάλης Ιδέας, από το 1844, με την εκφώνηση του γνωστού λόγου από τον Κωλέττη, και μετά.

Η εικόνα των Βούλγαρων σε κείμενα Ελλήνων λογίων, όπως ο Ζαμπέλιος και ο Παπαρρηγόπουλος (133-145), αλλά ακόμα και ο Θρακιώτης Κουμανούδης (147-160), ωθεί τους γείτονές μας να απομακρυνθούν περισσότερο από την ιδέα ενός κράτους κοινού, αλλά και να γίνουν περισσότερο εχθρικοί. Φυσικά, ανάλογες ιδέες προηγήθηκαν ή ακολούθησαν και εκ μέρους των Βούλγαρων, γεγονός που αναδεικνύει την τάση των λαών να δημιουργήσουν την ιστορία τους με περισσότερο ή λιγότερο βασισμένα στην πραγματικότητα ιστορικά σχήματα, όπως το Ελληνοχριστιανικό ή το Πανσλαβικό, τα οποία έχουμε την ευκαιρία να ανιχνεύσουμε στις μελέτες του τόμου και στην πλούσια βιβλιογραφία που μας προσφέρουν. Οι λόγοι της διάσπασης είναι πολύ περισσότερο πολιτικοί και κοινωνικοί, παρά θρησκευτικοί. Οι ακρότητες που συνεχίστηκαν οδήγησαν στους Βαλκανικούς Πολέμους και αποτυπώνονται στο έργο της Π. Δέλτα (297-311), το οποίο γράφεται κυρίως για εκπαιδευτικούς σκοπούς και με «θέση» που δικαιολογείται από την εποχή του και τα δεδομένα της.

Εξαιρετικά χρήσιμες για τη σχέση των δύο λαών είναι οι μελέτες του δεύτερου μισού του βιβλίου. Εκεί διαπιστώνουμε τη μεγάλη σημασία των επαφών σε γλωσσικό, λογοτεχνικό και γενικότερα πνευματικό επίπεδο, με τη συγκριτολογική μεθοδολογία να έχει τον πρώτο ρόλο. Για παράδειγμα είναι πολύ ωραία η έκπληξη του αναγνώστη που δε γνωρίζει τη βουλγαρική παραγωγή να διαπιστώσει το βαθμό στον οποίο επέδρασε το έργο του Αθ. Χριστόπουλου, ή να διαπιστώσει πώς ο Ν. Σ. Πίκκολος, ενστερνίζεται και χρησιμοποιεί την ελληνική ταυτότητα, αφήνοντάς μας μια εξαιρετική παραγωγή μεταφράσεων και πρωτότυπων κειμένων στη γλώσσα μας.

Η αξιέπαινη προσπάθεια του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών με την επιμέλεια του Π. Μ. Κιτρομηλίδη και της Α. Ταμπάκη προσφέρει ακόμα ένα σημαντικό εργαλείο μελέτης και μάλιστα στην αγγλική και τη γαλλική γλώσσα, ώστε να είναι προσιτό σε ευρύτερο αναγνωστικό κοινό εκτός των δύο χωρών στις οποίες αναφέρεται.

Σχολείο

Cornelia Papacostea-Danielopolu, Οι ελληνικές κοινότητες στη Ρουμανία τον 19ο αιώνα, μτφ. Ν. Διαμαντόπουλος, Ινστιτούτο Νεοελληνικών Ερευνών – Ε.Ι.Ε., σ. 223

Ο τόμος αυτός αποτελεί καρπό έρευνας της ακούραστης νεοελληνίστριας ιστορικού και τελευταία της μονογραφία, που δημοσιεύτηκε στα Ρουμανικά το 1995. Θα λέγαμε ότι είναι η απόληξη ενός μεγάλου έργου που ανέλαβε η μελετήτρια και σχετίζεται με την επισήμανση του ρόλου των Ελλήνων στη Ρουμανία τον 18ο και τον 19ο αιώνα. Απέδειξε στην πράξη και με αδιάσειστα τεκμήρια τον σημαντικό ρόλο των Ελλήνων στον πνευματικό κυρίως, αλλά και στον κοινωνικό και οικονομικό, τομέα, που άρχισε από τα μέσα του 19ου αιώνα να φθίνει και εν τέλει να περιορίζεται σημαντικά στο τέλος του.

Η εν λόγω μελέτη διερευνά, με καθαρά ιστορική μεθοδολογία, την παρουσία της σε ελληνική γλώσσα πνευματικής παραγωγής και της ζωής των ελληνικών κοινοτήτων σε διάφορα αστικά κέντρα της Ρουμανίας. Το πρώτο κεφάλαιο αφιερώνεται στο Βουκουρέστι και το δεύτερο στις υπόλοιπες πόλεις. Οι τομείς της πνευματικής δραστηρικότητας, οι οποίοι ανιχνεύονται μέσα από τις ιστορικές πηγές και μαρτυρίες, είναι η συγκρότηση των κοινοτήτων (πρόσωπα, επαγγέλματα, οικονομική κατάσταση, κοινωνική θέση, σχέσεις με Ρουμάνους, τόπος καταγωγής κλπ.), η Εκκλησία και ο ρόλος των λειτουργών της ή των ενοριών ως κοινωνικά μορφώματα, τα σχολεία και το ελληνόφωνο εκπαιδευτικό σύστημα, η γενικότερη πολιτισμική ζωή (γραμματειακή παραγωγή, εταιρείες, σύλλογοι, θέατρα, διαγωνισμοί κλπ.), τα τυπογραφεία και οι εκδόσεις τους (με ένα εξαιρετικό βιβλιογραφικό επίμετρο που εκπονήθηκε από τη Σοφία Ματθαίου και ακολουθεί τη μελέτη), τις ελληνικές μεταφράσεις ξένων έργων που εκπονήθηκαν στη Ρουμανία και, τέλος, τις σημαντικές και εξέχουσες προσωπικότητες.

Από την όλη μελέτη που απαριθμεί τα πεπραγμένα των συλλογικών οργάνων (Εκκλησία, εταιρείες, εκδότες, τύπος κλπ.), αλλά και από τον κατάλογο εκδόσεων του επιμέτρου καταλαβαίνει κανείς εύκολα πόσο σημαντική υπήρξε η παρουσία του γλωσσικού οργάνου και κυρίως πόσο κυριάρχησε στο εκπαιδευτικό σύστημα της Ρουμανίας (όπως και σε άλλα σημεία των Βαλκανίων), μέσω της Ελληνικής ως lingua franca και της ευμάρειας των Ελλήνων. Ακόμα και μετά το 1830 οι Έλληνες, λοιπόν, αποδεικνύουν ότι το όχημα της πολιτισμικής παρουσίας είναι η κοινή γλώσσα, που ξεκίνησε να επιβάλλεται τον 18ο αιώνα από την πριγκιπική αυλή, αλλά ο τρόπος και τα μέσα επιβολής οφείλονται στην οικονομική ευμάρεια και στη δυνατότητα να δημιουργούνται σχολεία, να τυπώνονται εφημερίδες και βιβλία, ακριβώς λόγω της οικονομικής δυνατότητας.

Το γεγονός της ισχυρής αυτής παρουσίας που ξεκινά δυναμικά και φθίνει σιγά σιγά, αναδεικνύει τη σταδιακή εξαφάνιση ενός κοινού βαλκανικού πολιτισμικού και κοινωνικού ορίζοντα, ένα είδος ταυτότητας που συρρικνώνεται μαζί με τη διαδραστική όσμωση που τη διατηρούσε ως τότε, όσο αναπτύσσονται τα κράτη-έθνη της Χερσονήσου του Αίμου. Ο ανά χείρας τόμος αποδεικνύει τόσο την άνθιση όσο και τη φθορά του κόσμου αυτού, με τρόπο ξεκάθαρο και μεθοδολογία συνεπή στην ιστορική επιστήμη. Χάρη στην επίπονη προσπάθεια της επιμελήτριας Α. Ταμπάκη το υλικό συλλέχθηκε, ενοποιήθηκε ως προς τα τεχνικά στοιχεία και μεταφράστηκε, για να καταστεί ευκολότερα προσβάσιμο. Ταυτόχρονα, ο Πρόλογος του Π. Κιτρομηλίδη και η παρουσίαση του έργου της συγγραφέως από την Α. Ταμπάκη, μαζί με την προσθήκη του Επιμέτρου και του Ευρετηρίου, καθιστούν το έργο ένα απαραίτητο εργαλείο για τους ενδιαφερόμενους ερευνητές.

 

*Ο Νίκος Μαυρέλος διδάσκει Νεοελληνική φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Θράκης

Σχολείο

 

Ταξίδια στα Βαλκάνια (2)

 

ΤΗΣ ΑΓΓΕΛΙΚΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΚΟΠΟΥΛΟΥ, ΑΥΓΗ 12.8.12

Εβλιγιά Τσελεμπή (1611-1684): Θεόπνευστα ταξίδια

2. Ντόλιανη: το «στρατόπεδο των εμπόρων», δεκαετία του 1660

Όπως είναι γνωστό, η ισλαμική οργάνωση του χώρου συνυφαίνεται εξαρχής με το ανατολικό εμπόριο μεγάλων αποστάσεων –ακόμα περισσότερο, η αγορά προβλήθηκε και ως πεδίο του «ιερού πολέμου». Παρά την ανακάλυψη του νέου κόσμου, η οικονομική και γεωπολιτική αυτή διάσταση των εμπορικών σχέσεων μεταξύ Ανατολής-Δύσης όχι μόνο έπαψε να υφίσταται˙ αντίθετα, επιτάθηκε. Ειδικότερα, με την οθωμανική επέκταση –τη «νεκρανάσταση ολόκληρου του Ισλάμ» κατά τον Φ. Μπρωντέλ–, η ισλαμική λογική τόσο της εκμετάλλευσης της γης όσο και του εμπορίου κυριαρχεί και στη συμβολή των δύο Ηπείρων.

Αυτή η εξέλιξη επέφερε γενικές και τοπικές προσαρμογές και ανατροπές στη Βαλκανική Χερσόνησο: Οι υστερο-μεσαιωνικές διασπαστικές τάσεις εξέλιπαν, ο χώρος ενοποιήθηκε πολιτικά και εντάχθηκε στο διεθνές εμπορικό δίκτυο. Με την κυριαρχία τής θετικής πολιτικο-θρησκευτικής αντίληψης και πρακτικής απέναντι στους εμπόρους και το χρήμα από τους Οθωμανούς κυρίαρχους (όχι χωρίς επιφυλάξεις που επέβαλλαν οι κρατικές ανάγκες ούτε χωρίς ηθικούς περιορισμούς της κατανάλωσης που εξασφάλιζαν την κοινωνική αναπαραγωγή), περιθωριοποιήθηκαν προγενέστερες κοινωνικές διακρίσεις και αρνητικές στάσεις της Ορθόδοξης εκκλησίας. Συνακόλουθα, δημιουργήθηκαν κατάλληλες υποδομές για την αποτελεσματικότερη και ασφαλέστερη διακίνηση εμπόρων και εμπορευμάτων: κλειστές αγορές (μπεζεστένι) στις παλαιές και σε νέες πόλεις, πανδοχεία (καραβανσεράγια, χάνια), βρύσες, πτωχοκομεία, άσυλα, φρούρια, συντήρηση και φύλαξη των οδικών αξόνων (δερβένια).

Την ισλαμική λογική για την αξία του εμπορίου μάς δίνει ο οθωμανός υπάλληλος και μέλος του ισλαμικού ιερατείου Εβλιγιά Τσελεμπή, περιγράφοντας στο Bιβλίο των ταξιδιών (Seyahatname) το πανηγύρι της Ντόλιανης ως «στρατόπεδο εμπόρων». Πρόκειται για μια περιφερόμενη εποχιακά υπερ-αγορά της οποίας οι απαιτήσεις υπερβαίνουν ακόμα και τις ενισχυμένες υποδομές της οθωμανικής πόλης. Μετακινείται, λοιπόν, σ’ ένα ευρύτατο υπαίθριο χώρο, όπου έχουν χτιστεί, επί τούτου, καταλύματα, μαγαζιά και χώροι διαμονής των αρχών. Το «μεγάλο χάνι» της Δόλιανης, ένα από τα σπουδαιότερα της Βαλκανικής, στο δρόμο από τη Στρώμνιτσα προς το Πετρίτσι στις βόρειες υπώρειες του Μπέλες (σημ. ΝΔ Βουλγαρία), είναι ένα τυπικό οικιστικό κύτταρο της ισλαμικής(;) Ανατολής, ένα είδος (μη) οικισμού, που σφύζει από ζωή 40 μέρες το χρόνο: πανηγύρι-εμπόριο-γιορτή.

Ως κύτταρο του οδικού παρά του οικιστικού δικτύου, το «στρατόπεδο των εμπόρων» φαντάζει ως σημείο των κινούμενων ιμάντων πάνω στους οποίους έμποροι-επιχειρηματίες –όχι απλώς γυρολόγοι– δια-μετακομίζουν είδη πολυτελείας, πρώτες ύλες, σκλάβους και ό,τι άλλο περνάει από το νου. Μαζί τους, πλήθος κόσμου κινητοποιείται και επικοινωνεί, ανταλλάσσει πληροφορίες και διασκεδάζει. Ολόκληρο το κτιριακό συγκρότημα, η γη όπου στήνονται σκηνές και τα οφέλη που προκύπτουν από νοίκια, τέλη κ.λπ. ανήκουν σ’ ένα ιερό/ευαγές ίδρυμα (βακούφι).

Πόσο εύγλωττη είναι αυτή η εικόνα της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, ως πεδίο του λεγόμενου «εμπορικού καπιταλισμού», αλλά και πόσα ζητήματα ανακύπτουν, όταν θελήσει κανείς να απαντήσει στο ερώτημα της ενσωμάτωσής της στο «καπιταλιστικό κοσμοσύστημα»!

*Η Αγγελική Κωνσταντακοπούλου διδάσκει Βαλκανική ιστορία στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων

Το πανηγύρι της Ντόλιανης (Dolyān Panāyūrι)

Είναι ένας τόπος σταθμεύσεως στα όρια του καζά της Στρώμνιτσας του σαντζακίου –. Βρίσκεται σε έναν τόπο εκτεταμένο και επίπεδο με εύφορα λιβάδια, πολλά δένδρα, άφθονες βοσκές και κατάφυτο από κρίνους. Είναι σαν ένα κάστρο, σαν ένα μεγάλο χάνι με πύλες από τις τέσσερεις μεριές, με πολλά ανώγεια και κατώγεια πέτρινα δωμάτια. Είναι ένας τόπος πανηγυριού, που ευημερεί και ακμάζει. Στους δρόμους του, που έχουν κατασκευασθή σαν το καρό του σκακιού, δεξιά και αριστερά βρίσκονται περισσότερα από χίλια καταστήματα, σκεπασμένα από πάνω ως κάτω με κεραμίδια. Το έχτισε ο – και είναι βακούφι τού -.

Επάνω στις πύλες του υπάρχουν μεγάλα σεράγια. Τις μέρες που γίνεται το παζάρι οι αξιωματούχοι, οι καδήδες και οι σερντάρηδες μένουν στα σεράγια αυτά με στρατιώτες και διοικούν. Υπάρχουν ασφαλή δωμάτια και αποθήκες, όπου τοποθετείται η σουλτανική δεκάτη που εισπράττουν οι εμίνηδες από το παζάρι.

Μια φορά το χρόνο, την εποχή των κερασιών, συγκεντρώνονται στο πανηγύρι αυτό με τα άφθονα εμπορεύματά τους εκατό χιλιάδες άνθρωποι από την οθωμανική αυτοκρατορία (Rūm), την Αραβία, την Περσία, τις Ινδίες, τη Σαμαρκάνδη, το Μπαλχ, τη Μπουχάρα, την Αίγυπτο, τη Συρία, το Ιράκ και ολόκληρη τη μακρινή Δύση και γενικά από τις τέσσερεις άκρες του κόσμου όλοι οι έμποροι της ξηράς και της θάλασσας.

Εκτός από αυτούς που μπαίνουν στην αγορά του παζαριού, στις πεδιάδες έξω στήνονται πολλές χιλιάδες σκηνές διαφόρων ειδών, παράγκες και ελεεινές καλύβες από κουρελόπανα και από τραχιά υφάσματα. Στήνεται ένα στρατόπεδο εμπόρων του παζαριού, που είναι σαν το στρατόπεδο του Μεγάλου Αλεξάνδρου ή του Καϊχοσρόη ή του Δαρείου. Ο κάμπος αυτός γεμίζει με μιαν ανθρωποθάλασσα. Πολλές εκατοντάδες χιλιάδες φορτώματα εμπορεύματα βγαίνουν στη μέση και πουλιούνται και χιλιάδες φορτώματα εμπορεύματα αγοράζονται. Βρίσκει κανείς ακόμη και του πουλιού το γάλα και του ανθρώπου και του λιονταριού. Του πουλιού το γάλα είναι το αυγό, του ανθρώπου το γάλα είναι το γάλα της γυναίκας και του λιονταριού το γάλα είναι το κρασί το αδιάντροπο. Κι αυτά ακόμη βρίσκονται. Επίσης από τα είδη αυγών μπορεί να βρη κανείς αυγό στρουθοκάμηλου και μικρό πουλί του ανθρώπου και τρυφερό αρνάκι του ανθρώπου˙ και τρυφερά παιδάκια μπορεί να βρει κανείς.

Τις ημέρες εκείνες του παζαριού έρχονται από όλα τα χωριά και τις κωμοπόλεις και τις πόλεις όλες οι συντεχνίες των τροφίμων και των ποτών, των αρτοποιών, των μαγείρων και των βυρσοδεψών. Με τα εμπορεύματά τους χιλιάδες καταστήματα σχηματίζουν ένα στρατόπεδο Çemāpūr [;]. Οι άνθρωποι σπρώχνουν ο ένας τον άλλο με τους ώμους τους˙ σαράντα μέρες και σαράντα νύχτες διαρκεί με μεγάλη ζέση το ευχάριστο παζάρι.

Πουλιέται κάθε είδους εμπόρευμα. Ακόμη και γυναίκες πουλούν φανερά τα κρυφά τους εμπορεύματα. Πολλές χιλιάδες άνθρωποι αποκτούν τα πλούτη του Κροίσου. Πολλές χιλιάδες άνθρωποι με τις διασκεδάσεις και τις ασωτείες τους βρίσκονται σε ανάγκη και ενός άσπρου και ενός σπόρου και ενός ρούχου!

Ακόμη στη μεγάλη αυτή γιορτή γίνεται χωριστά παζάρι αρνιών. Εκατοντάδες χιλιάδες αρνιά και κατσίκια πουλιούνται. Χιλιάδες άλογα και μουλάρια πουλιούνται στο αλογοπάζαρο. Μόνο που, επειδή δεν υπάρχουν στη Ρούμελη καμήλες, δεν υπάρχει καμηλοπάζαρο. Υπάρχει παζάρι για αγελάδες και βουβάλια.

Υπάρχει και ανθρωποπάζαρο. Πουλιούνται χιλιάδες ηλιόλαμπροι, φεγγαροπρόσωποι ωραίοι νέοι και ωραίες νέες, κορίτσια, παιδιά. Στήνεται χωριστά παζάρι αράπηδων μαύρων Αβυσσηνών. Αμέσως έρχονται 40-50 χιλιάδες άνθρωποι και αγοράζουν μαύρους αράπηδες. Γιατί στις χώρες αυτές οι μαύροι και οι μαύρες είναι δούλοι πολύ ευπρόσδεκτοι.

Υπάρχουν αγορές όπου μένουν όλες οι συντεχνίες, η κάθε μια σε χωριστή περιοχή. Στα καταστήματα και στα πάμπολλα πέτρινα και σκεπασμένα με κεραμίδια σπίτια του τόπου αυτού, που μοιάζει με κάστρο, μένουν μεγαλέμποροι που έχουν πολλές εκατοντάδες χιλιάδες γρόσια.

Η πρόσοψη κάθε μικρού καταστήματος μοιάζει με κατάφορτο με στολίδια και μαργαριτοποίκιλτο κινέζικο ναό ειδώλων, καθώς τοποθετούν σε κοινή θέα κάθε λογής υφάσματα μεταξωτά, αραχνοΰφαντα, πορφύρες, βελούδα, ατλάζια, κατηφέδες, χρυσοκέντητα μεταξωτά˙ ρουμπίνια, σάπφειρους, σμαράγδια, διαμάντια, λίθους της Κεϋλάνης, χρυσόλιθους, περουζέδες, μαργαριτάρια, σάρδιους της Υεμένης, μάτια της θερμότητας, μάτια της γάτας, μάτια του ψαριού και χιλιάδες άλλα είδη πολύτιμα και τυχερά πετράδια. Πουλιέται κάθε είδους σπάνιο και ακριβό εμπόρευμα. Γιατί με το να είναι αυτό το οχυρωμένο σαν κάστρο χάνι του παζαριού ένας τόπος ασφαλής, ο καθένας βγάζει στην πρόσοψη του καταστήματός του τα ανεκτίμητα εμπορεύματά του.

Το μεγαλύτερο όμως μέρος των μεγαλεμπόρων αυτών πουλούν στα καταστήματά τους που βρίσκονται στην ανοιχτή αγορά του υπαίθριου πανηγυριού και στις σκηνές τους. Στο χώρο αυτό τον ανοιχτό και σαν λαβύρινθο στήνονται χιλιάδες καταστήματα, χιλιάδες σκηνές και περίπτερα. Βρίσκονται σε σειρές 20-30 χιλιάδες σκηνές διαφόρων ειδών και από τη μιαν άκρη ως την άλλη τέντες από κιλίμια και χράμια. Ο χλοερός αυτός χώρος με τις σκηνές μοιάζει με κήπο από κρίνους. Εκεί γίνονται οι αγοραπωλησίες.

Εκτός από τα ηγεμονικά μαγειρεία σε χίλια ίσως μέρη ψήνουν ολόκληρα αρνιά και αρνάκια. Υπάρχουν ακόμη περισσότερα από χίλια καφενεία, καταστήματα που πουλούν μποζά και κρασοπουλειά. Αλλά όταν κανείς μεθά άσχημα ξεπερνώντας τα όρια και ζητά καβγάδες και διαπληκτισμούς, αμέσως ο μολάς της πόλης των Σερρών και ο τσορμπατζής των γενιτσάρων της, ο εμίνης και ο βοεβόδας της και ο επίτροπός της, όλοι σπεύδουν εκεί, συλλαμβάνουν τους ταραχοποιούς και τους τιμωρούν με ραβδισμούς και πρόστιμο. Είναι ένας τόπος πολύ ασφαλής.

Και όσοι ταχυδακτυλουργοί και ακροβάτες υπάρχουν επάνω στην επιφάνεια της γης, βρίσκονται στις πλατείες και τις σκηνές. Άλλοι είναι θαυματοποιοί, άλλοι παίζουν με φιάλες, άλλοι είναι σχοινοβάτες, άλλοι είναι χαρτοπαίχτες, άλλοι παίζουν με σκιές, άλλοι με δοχεία, άλλοι με μαχαίρια, άλλοι επιδεικνύουν τη δύναμή τους, άλλοι παίζουν με σκοινιά, άλλοι παίζουν με φλόγες, άλλοι έχουν κουκλοθέατρο ή θέατρο σκιών, άλλοι κάνουν αγυρτίες, άλλοι κάνουν τούμπες, άλλοι παίζουν με δίσκους, ποτήρια, μπουκάλια, φωτιές, πέτρες, φιάλες, κούπες, στεφάνια, σπαθιά, άλλοι παίζουν με αρκούδες, μαϊμούδες, κατσίκια ή γαϊδούρια, άλλοι παίζουν με ρόπαλα, λάσα, φίδια, τράπουλες, πουλιά, αναμμένα κάρβουνα, χαρτιά, καθρέφτες, πιάτα, μπάλες. Με λίγα λόγια οι φημισμένοι ταχυδακτυλουργοί όλου του κόσμου και όλοι οι αγύρτες και οι παλιάνθρωποι βρίσκονται στη μεγάλη αυτή ανθρωποσύναξη.

Σε όλες τις σκηνές και τις ανοιχτές αγορές υπάρχουν κάθε χώρας τραγουδιστές, κιθαριστές, χορευτές, μουσικοί, γελωτοποιοί, κωμικοί, παραμυθάδες, ραψωδοί, παλαιστές, αθλητές, τοξότες, γενναίοι και όμορφοι νέοι, τίμια, αγαπημένα αγόρια της εποχής τους, και τραγουδίστριες ακόμη, όλοι βρίσκονται στο ευχάριστο αυτό παζάρι. Γίνεται μια μεγάλη γιορτή.

Αν πεθάνης χωρίς να το έχεις δει αυτό, ή χωρίς να έχεις δει το κόψιμο του Νείλου στην Αίγυπτο, ή χωρίς να έχεις δει τους ετήσιους εορτασμούς των γενεθλίων του σεΐχη Σεΐντ Αχμέτ του Βεδουΐνου και του σεΐχη Ιμπραχίμ Ντασουκή στην Αίγυπτο, πεθαίνοντας να μην πης: «Η ζωή μου τελείωσε στον κόσμο αυτό˙ πολλά πράγματα είδα». Οι μέρες της μεγάλης αυτής ανθρωποσύναξης είναι, όσο και οι νύχτες της, σαν μια ευτυχισμένη πρωτοχρονιά [22 Μαρτίου] ενός βασιλιά των Χορασμίων [=περσική φυλή].

Με λίγα λόγια στο εργαστήρι του παζαριού αυτού ο καθένας δουλεύει και κερδίζει όσα του είναι γραφτό. Άλλοι χάνουν την περιουσία τους και το κεφάλι τους. Αυτοί που απομένουν έπειτα από την όμοια με Κουρμπάν Μπαϊράμι μέρα, ο καθένας πηγαίνει στη δική του πατρίδα και δεν μένει κανείς άνθρωπος ή γιος ανθρώπου στον τόπο αυτό της γιορτής˙ ο τόπος γίνεται σαν μύλος που του έκοψαν το νερό. Νουθετείται κανείς με τη σκέψη: «Άραγε στην έκταση αυτή δεν υπάρχει άνθρωπος ή γιος ανθρώπου;». Σαν να είναι ο κόσμος αυτός ένα εργαστήρι ονείρων. Αμέσως ο φιλόσοφος του θεϊσμού αντιλαμβάνεται στον τόπο αυτό την κατάσταση του εφήμερου κόσμου και αποτραβιέται από τη ματαιότητα των εγκοσμίων. Είναι ένας τόπος με περίεργα και παράξενα θεάματα. Έτσι συμβαίνει στην οικουμένη.

Πηγή: Βασίλη Δημητριάδη, Η Κεντρική και Δυτική Μακεδονία κατά τον Εβλιγιά Τσελεμπή (Εισαγωγή-μετάφραση-σχόλια), Θεσσαλονίκη 1973, 342-9.

clip_image001[5]

Brueghel Jan II, μιμητής, Τοπίο με χωρικούς που χορεύουν, π. 1600 – 1625

Κατηγορίες:πολιτική Ετικέτες: , ,
  1. Δεν υπάρχουν σχόλια.
  1. No trackbacks yet.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: