Αρχική > λογοτεχνία > Οι συγγραφείς είναι εδώ…

Οι συγγραφείς είναι εδώ…

Κουζέλη Λαμπρινή, ΤΟ ΒΗΜΑ 15.8.12

Οι συγγραφείς εκθέτουν τον εαυτό τους

Ντοστογέφσκι, Κάφκα, Πεσόα και Ρολάν Μπαρτ σε προσωπικά κείμενα, όνειρα και στοχασμούς νέας κυκλοφορίας

Οι συγγραφείς εκθέτουν τον εαυτό τους

Ο Φραντς Κάφκα, σε νεανική φωτογραφία

Δεν συγκαταλέγονται στα τυπικά «αναγνώσματα παραλίας» των ημερών. Δεν είναι ανθρώπινες τοιχογραφίες χορταστικές σε όγκο και χειμαρρώδεις στην αφήγηση. Δεν είναι τόμοι με τους οποίους ξεχνιόμαστε αλλά οι οποίοι, ενώ μας επιτρέπουν να ρίξουμε κλεφτές ματιές στην ψυχή και στον νου αγαπημένων συγγραφέων, μας προκαλούν να κοιτάξουμε κατάματα το Εγώ και την ανθρώπινη κατάσταση χωρίς μυθοπλαστικά στολίδια.

Στους τόμους με τις αυτοβιογραφικές σημειώσεις, τις ημερολογιακές εγγραφές, τους στοχασμούς, τους αφορισμούς και τα όνειρά τους, οι συγγραφείς αποκαλύπτουν τον εαυτό τους. Η ιδιοσυγκρασία και τα πολλαπλά πρόσωπα κάθε συγγραφέα, οι αρετές, οι εμμονές, οι δυσλειτουργίες, η ποιητική τους, όλα αντανακλώνται καθαρότατα στον καθρέφτη του «προσωπικού λόγου».

Πότε στο πρώτο πρόσωπο της εξομολόγησης, πότε στο δεύτερο πρόσωπο της παραίνεσης προς εαυτόν, πότε στο τρίτο πρόσωπο του αφορισμού, τα κείμενα αυτά είναι συνήθως αποσπασματικά και σπανίως διαβάζονται γραμμικά. Η ανάγνωσή τους άλλοτε μας ανακουφίζει, άλλοτε μας οδηγεί σε επώδυνους προβληματισμούς. Αποδίδουν πάντως, σε συμπυκνωμένη μορφή, τα χαρακτηριστικά της γραφής συγγραφέων που αγαπούμε, με συγκίνηση και χιούμορ και επιπλέον με μια δόση «έξαψης της κλειδαρότρυπας».

Ρωσικά αποφθέγματα

Ατενίζοντας τον Φιοντόρ Ντοστογέφσκι ψηλά στο βάθρο του απαράμιλλου ανατόμου της ανθρώπινης ψυχής ξεχνούμε τα πάθη του, την εξορία, τη φυλακή, την ένδεια, την ασθένεια, τις ατέλειές του. Ο τόμος «Εγώ, ο Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι. Εκμυστηρεύσεις και στοχασμοί» (μετάφραση Πάνος Σταθόγιαννης, Printa, 2011), με αποσπάσματα από επιστολές και από το ημερολόγιο του κορυφαίου ρώσου συγγραφέα αποκαλύπτει τη σκοτεινή πλευρά του αλλά και τη μεγαλοφυΐα του με τη μορφή αποφθεγμάτων:

Άνια, αγαπημένη, φίλη, σύζυγε, συγχώρησέ με, μη με πεις παλιάνθρωπο! Είμαι εγκληματίας, έπαιξα κι έχασα όλα όσα μου έστειλες, όλα, ως την τελευταία δεκάρα. Χτες τα έλαβα και αμέσως πήγα και τα έπαιξα.

Ο άνθρωπος αποτελεί αίνιγμα. Πρέπει να τον ερμηνεύσεις και, αν χρειαστεί να τον ερμηνεύεις μια ζωή, μην πεις ότι έχασες τον καιρό σου. Εγώ ασχολούμαι με αυτό το αίνιγμα, επειδή θέλω να γίνω άνθρωπος.

Για την επινόηση δραματικών χαρακτήρων τα δέκα χρόνια είναι λίγα.

Ο Όμηρος (ένας άνθρωπος θρύλος, ίσως σαν τον Χριστό που ενσαρκώθηκε από τον Θεό και στάλθηκε στη γη) μπορεί να συγκριθεί μόνο με τον Χριστό και όχι με τον Γκαίτε.

Σε πολύ μεγάλο βαθμό η έμπνευση εξαρτάται και από το τι καιρό κάνει έξω.

Στη δυστυχία η αλήθεια φαίνεται πεντακάθαρα.

Το πιο σημαντικό: Μη μας τρομοκρατείτε με αριθμούς.


Εξπρεσιονιστικά όνειρα

Ο Φραντς Κάφκα ονειρεύεται μέχρις εξαντλήσεως. Βλέπει όνειρα τρελά, που τα καταγράφει στο ημερολόγιό του και στις επιστολές που απευθύνει στον Μαξ Μπροντ, στην αδερφή του, στην πρώτη του αρραβωνιαστικιά Φελίτσε Μπάουερ, στη Μίλενα Γεσένκα. Ο γάλλος φιλόσοφος και ψυχαναλυτής Φελίξ Γκουαταρί καταγράφει όνειρα του Κάφκα και υποδεικνύει συνδέσεις με τα κείμενά του στον τόμο: «65 όνειρα του Φραντς Κάφκα και άλλα κείμενα» (μετάφραση Ευγενία Γραμματικοπούλου, Πατάκης, 2012). Πηγές έμπνευσης ή εργαλεία γραφής, τα όνειρα αυτά είναι γραμμένα με το αναγνωρίσιμο ύφος της καφκικής αγωνίας:

Ένας ταχυδρόμος μού έφερνε δύο δικά σου [της Φελίτσε] συστημένα γράμματα, ένα σε κάθε χέρι. Θεέ μου, ήταν γράμματα μαγικά! Μπορούσα να βγάζω από τους φακέλους όσα γραμμένα φύλλα ήθελα, δεν άδειαζαν ποτέ. Βρισκόμουν στη μέση μιας σκάλας και ένα ήθελα να βγάλω ό,τι απέμενε μες στους φακέλους, έπρεπε να… πετάξω στα σκαλοπάτια ό,τι είχα ήδη διαβάσει. Ολόκληρη η σκάλα είχε καλυφθεί από επάνω έως κάτω με ένα παχύ στρώμα από αυτές τις διαβασμένες σελίδες.

[Κάπου στο Βερολίνο] ανηφόριζε απότομα ένας τοίχος, που ο πατέρας μου τον σκαρφάλωσε σχεδόν χορεύοντας, τα πόδια του πετούσαν, τόσο εύκολη του ήταν η ανάβαση. Εγώ ανέβαινα με τρομακτικό κόπο, στα τέσσερα, γλιστρώντας κάθε τόσο προς τα κάτω, σαν ο τοίχος να είχε γίνει πιο απότομος κάτω από το δικό μου σώμα. Οδυνηρό ήταν ακόμα ότι ο τοίχος ήταν σκεπασμένος με ανθρώπινες ακαθαρσίες, έτσι ώστε κομμάτια από αυτές είχαν κολλήσει επάνω μου.


Ανατρεπτικές νουθεσίες

Έχει χαρακτηριστεί «μυστηριώδες φάντασμα του πορτογαλικού μεσημεριού». Ο Φερνάντο Πεσσόα, ο συγγραφέας με τα 72 πρόσωπα (ετερώνυμα) έχει αφήσει ανεξάντλητα γραπτά στοχαστικού χαρακτήρα. Στον τόμο «Ο ερημίτης του Μαύρου Βουνού. Συμβουλές, αξιώματα και τρόποι του καλώς ονειρεύεσθαι» (μετάφραση Μαρία Παπαδήμα, Νεφέλη, 2012) ευθέως ή διά του στόματος του Ερημίτη διατυπώνει αφορισμούς για τη ζωή, νουθετεί και συστήνει τρόπους για να ονειρευόμαστε ορθά:

Μην αγαπήσεις ούτε σαν πράξη ούτε σαν πρόθεση. Κάθε αγάπη είναι μια μορφή οδύνης, γιατί σημαίνει ότι θέλω να δώσω αυτό που δεν μπορώ να πάρω.

Αν μπορείς, προσευχήσου στον Θεό. Για να προσευχηθείς, δεν είναι απαραίτητο να πιστεύεις σε Αυτόν.

Το να ζεις σε μια γλυκιά και ρευστή κατάσταση άγνοιας των πραγμάτων και του εαυτού σου είναι ο μοναδικός τρόπος ζωής που ταιριάζει σε έναν σοφό και που τον ζεσταίνει.

Ζήσε τη ζωή σου. Μην αφήνεις να σε ζει αυτή. Στην αλήθεια και στο ψέμα, στην απόλαυση και στη δυστυχία, να είσαι το ίδιο σου το είναι. Αυτό μπορείς να το κάνεις μόνο ονειρευόμενος, γιατί η πραγματική ζωή σου είναι αυτή που δεν είναι δική σου αλλά των άλλων.

Δίνω καλές συμβουλές είναι προσβάλλω την ικανότητα του σφάλλειν που έδωσε στους άλλους ο Θεός.

Παρ’ όλα αυτά, ο ίδιος έχει αρκετές συμβουλές για τις κακοπαντρεμένες, τις οποίες διδάσκει πώς να απατούν τον σύζυγό τους με τη φαντασία τους: «Να είστε κοκότες, γεμάτες από όλους τους τρόπους διαστροφών, χωρίς να απατάτε τον σύζυγό σας, ούτε καν με το βλέμμα. Να απατάτε τον σύζυγό σας εντός σας, προδίδοντάς τον ως και στους εναγκαλισμούς σας – τι ηδονή αν μπορείτε να το κατορθώσετε».

Στοχασμοί σε τόνους ελεγειακούς

Ο Ρολάν Μπαρτ, ο γάλλος θεωρητικός που αποδελτίωσε τον έρωτα στα «Αποσπάσματα του ερωτικού λόγου», στο «Ημερολόγιο πένθους 26 Οκτωβρίου 1977-15 Σεπτεμβρίου 1979» (επιμέλεια Nathalie Léger, μετάφραση Κατερίνα Σχινά, Πατάκης, 2012) καταγράφει τις σκέψεις και τα συναισθήματά του μετά τον θάνατο της μητέρας του. Οι εγγραφές, λιτές και συντομότατες, είναι σπαράγματα ελεγειακών στοχασμών ενός παρατηρητή, του Μπαρτ που παρατηρεί τον πενθούντα εαυτό του. Η γλώσσα του αλλού είναι αινιγματική, κρυπτική, «τεχνική», αποστασιοποιημένη. Αλλού ανατέμνει την εμπειρία του πένθους με αυθεντική συγκίνηση:

Όπως ο έρωτας, έτσι και το πένθος πλήττει τον κόσμο και όσα ανήκουν σ’ αυτόν, με την εξωπραγματικότητα, τη φορτικότητά του. Αντιστέκομαι στον κόσμο, υποφέρω εξαιτίας όσων μου ζητάει, εξαιτίας της απαίτησής του. Ο κόσμος με καταθλίβει.

Σε ποιον θα μπορούσα να θέσω αυτή την ερώτηση (ελπίζοντας σε απάντηση); Το να μπορεί κανείς να ζει χωρίς κάποιον που αγαπούσε σημαίνει ότι τον αγαπούσε λιγότερο από όσο πίστευε;

Σχολείο

Κουζέλη Λαμπρινή, ΤΟ ΒΗΜΑ 14.8.12

Οι συγγραφείς μιλούν για την κοινωνία και τον κόσμο

Λογοτέχνες και διανοητές καταθέτουν τις απόψεις τους σε τόμους συνεντεύξεων

 

Οι συγγραφείς μιλούν για την κοινωνία και τον κόσμο

Ο νομπελίστυας ποιητής μας Οδυσσέας Ελύτης

Τόμοι με συνεντεύξεις συγγραφέων κυκλοφόρησαν αρκετοί το τελευταίο διάστημα. Σε αυτούς νομπελίστες από τον Έρνεστ Χέμινγκγουεϊ και τον Σολ Μπέλοου ως τον Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες και τον Ορχάν Παμούκ, εμβληματικοί συγγραφείς όπως ο Έζρα Πάουντ, ο Τ. Σ. Έλιοτ και ο Χόρχε Λουίς Μπόρχες, σύγχρονοι καταξιωμένοι λογοτέχνες από κάθε ήπειρο όπως ο Άμος Οζ, ο Πολ Όστερ και ο Μάρτιν Βάλζερ, νεαροί ταλαντούχοι πεζογράφοι όπως ο Σαντιάγο Ρονκαλιόλο και ο Ντάνιελ Κέλμαν μιλούν για τον βίο και το έργο τους, για τα διαβάσματά τους, για την έμπνευση, για το ύφος και την τεχνική, για θέματα και χαρακτήρες, για καλές και κακές κριτικές.

Ανάμεσα όμως στις κουβέντες για τον εαυτό τους, για την τέχνη και τους τρόπους της, οι συγγραφείς μιλούν για τον κόσμο μας. Εκφράζουν απόψεις και παρατηρήσεις, εκθέτουν προβληματισμούς, διατυπώνουν λύσεις ή ελπίδες με ευαισθησία, χιούμορ, κατανόηση. Πολλές συνεντεύξεις είναι συνδεδεμένες με την επικαιρότητα της εποχής τους και λειτουργούν ως τεκμήρια που μαρτυρούν την ιστορία και την ιδιαιτερότητα ενός τόπου και ενός χρόνου, τις ανησυχίες ενός λαού ή μιας εποχής. Εντυπωσιακή παραμένει η θαυμαστή οξυδέρκεια πολλών απαντήσεων – που κάποτε, από τη χρονική απόσταση του παρόντος, φαίνονται προφητικές. Σταχυολογήσαμε μερικές, από τους τόμους συνεντεύξεων που κυκλοφορούν.

Τεχνοκρατία και παγκοσμιοποίηση (προφητικά;)

Επανειλημμένα μου δόθηκε η ευκαιρία, χωρίς να είμαι καθόλου μελλοντολόγος, να εκφράσω τους φόβους μου ή μάλλον τη βεβαιότητά μου για τον καινούργιο Μεσαίωνα που μας έρχεται [η συνέντευξη είναι του 1977] και που δεν οφείλεται μόνο στην τεχνοκρατία, αλλά γενικά στην αποβλακωτική ομαδοποίηση των ανθρώπων που σημειώνεται στις ημέρες μας και στην καθυπόταξή τους σε δοσμένες, ανεξέλεγκτες αρχές. Είναι κάτι που ίσως διαρκέσει πολύ. Οπωσδήποτε, όμως, όχι επ’ άπειρον. Δεν είναι δυνατόν. Οι "λευκοφόροι" [οι "λευκοφόροι την διάνοιαν", οι αθώοι] θα επανέλθουν. Διαφορετικά η ζωή δεν θα είχε κανένα νόημα.

Οδυσσέας Ελύτης (1911-1996), έλληνας νομπελίστας ποιητής

Στον τόμο: Οδυσσέας Ελύτης, «Συν τοις άλλοις. 37 συνεντεύξεις», Ύψιλον, 2011

Πόλεμοι και χρέος

Μέσα στα τελευταία είκοσι χρόνια [η συνέντευξη είναι του 1962], ο κόσμος έχει συσσωρεύσει υστερία – αγωνία για τυχόν τρίτο πόλεμο, γραφειοκρατική τυραννία και υστερία από το χαρτομάνι. Η τεράστια και αδιαμφισβήτητη απώλεια ελευθεριών, όπως ίσχυαν το 1900, είναι ένα αναντίρρητο γεγονός. Έχουμε δει την αποτελεσματικότητα τυραννικών καθεστώτων να αυξάνεται με γεωμετρική πρόοδο. Αυτό αποτελεί λόγο συνεχούς ανησυχίας. Οι πόλεμοι γίνονται για να δημιουργείται χρέος. Υποθέτω πως υπάρχει η δυνατότητα αποστολής διαστημικών δορυφόρων καθώς και άλλοι τρόποι για να δημιουργείται χρέος.

Έζρα Πάουντ (1885-1972), αμερικανός συγγραφέας

Στον τόμο: Φίλιπ Γκούρεβιτς (επιμ.), «Η τέχνη της γραφής ΙΙ. 7 μεγάλοι συγγραφείς αποκαλύπτουν τα μυστικά της τέχνης τους στο "Paris Review"», μετάφραση Μαρίνα Τουλγαρίδου, Τόπος, 2011

Θρησκεία και λογοτεχνία

Η θρησκεία είναι πρώτη λογοτεχνία της ανθρωπότητας. Ας πάρουμε το Ευαγγέλιο των Χριστουγέννων: στη φάτνη το βρέφος, η Παναγία, ο Ιωσήφ, οι βοσκοί, τα αστέρια. Είναι η πιο υψηλή λογοτεχνία που μπορεί να υπάρξει ποτέ, έτσι δεν είναι; Κι αυτό που η θρησκεία και η λογοτεχνία έχουν κοινό είναι -πιστεύω εγώ- ότι για να υπάρξουν πρέπει να πιστέψεις σε αυτές. Στα μαθηματικά δεν χρειάζεται να πιστεύει κανείς, αλλά στη θρησκεία και στη λογοτεχνία ναι. Για μένα το να πιστεύω σε κάτι προϋποθέτει μια ικανότητα, είναι σαν αυτό που λέμε «μουσικό αυτί». Δεν έχουν όλοι μουσικό αυτί, άλλος έχει καλύτερο, άλλος χειρότερο. Φυσικά πρέπει, μπορεί κανείς να εξασκήσει, να εκπαιδεύσει το μουσικό του αυτί.

Μάρτιν Βάλζερ (1927), γερμανός συγγραφέας

Στον τόμο: Ανταίος Χρυσοστομίδης, «Οι κεραίες της εποχής μου. Ταξιδεύοντας με 33 διάσημους συγγραφείς σ’ ένα δωμάτιο», Καστανιώτης, 2012

Ατομικά δικαιώματα και μειονότητες

Χρειάζεται να εστιάζουμε στη διαδικασία της ενσωμάτωσης προς όφελος ολόκληρης της κοινωνίας. Η εκκίνηση για εμένα προσωπικά είναι τα ανθρώπινα και πολιτικά δικαιώματα. Αυτά ισχύουν για όλους, όχι οι κουλτούρες. Η απόδοση υπηκοότητας, για παράδειγμα, που συνεπάγεται ορισμένες υποχρεώσεις: εκπαίδευση και εκμάθηση της γλώσσας. Από την άλλη, οφείλουμε να αποδεχτούμε το Ισλάμ ως ευρωπαϊκή θρησκεία και να μην το αντιμετωπίζουμε σαν κουλτούρα ή ξένη θρησκεία. Κάτι τέτοιο σημαίνει ότι αποδεχόμαστε, για παράδειγμα, την ανέγερση τζαμιών. Αλλά μόνο επειδή η θρησκευτική έκφραση ανήκει στα ατομικά -και όχι στα συλλογικά- δικαιώματα. Δεν υπάρχει ανάγκη να δημιουργήσουμε καινούργιους νόμους που θα αναφέρονται ειδικά στο Ισλάμ. Δεν έχουμε ανάγκη από μειονότητες, που διαιρούν την κοινωνία σε πολίτες δύο τάξεων ή δύο ταχυτήτων.

Ολιβιέ Ρουά (1949), γάλλος μελετητής του πολιτικού Ισλάμ

Στον τόμο: Δημήτρης Δουλγερίδης, «Δεύτερη ανάγνωση. Οι συνεντεύξεις, εκτός από το έργο τους», Πόλις, 2012

Σεξ και ελευθερίες

Ο κόσμος σοκάρεται ακόμη άμα του μιλάς για διάφορες μορφές σεξουαλικότητας. Κι έχει ενδιαφέρον να σοκάρεις του ανθρώπους. Μπορείς πολύ εύκολα και γρήγορα να τους σοκάρεις. Όταν τα δυο αγόρια στο «Ωραίο μου πλυντήριο» [1985] φιλιούνται, φαντάζομαι πως πρέπει να ήταν μια σοκαριστική στιγμή για ορισμένους οι οποίοι δεν περίμεναν να δουν άντρες να φιλιούνται. Τώρα πια όμως βλέπεις τέτοια πράγματα κατά κόρον στην τηλεόραση. Αυτό που με ενδιαφέρει να δείξω όμως δεν είναι το φιλί. Αλλά τι απαγορευόταν τότε και τώρα πια επιτρέπεται. Ποιο είναι το τίμημα που πληρώσαμε γι’ αυτή την αλλαγή, πώς λειτουργεί όλη αυτή η διαδικασία. Όταν μεγάλωνα οι άνθρωποι δεν είχαν τις σεξουαλικές σχέσεις που επιθυμούσαν. Τώρα αποδεικνύεται πως μπορείς να έχεις όσο σεξ θέλεις. Μήπως όμως μένουν σήμερα έξω από τις σχέσεις η τρυφερότητα, η στοργή, η συνέχεια, η ασφάλεια; Για να κερδίζεις μερικά πράγματα, συνήθως θυσιάζεις κάποια άλλα. Ως συγγραφέα αυτό που με ενδιαφέρει περισσότερο είναι τα πράγματα που θυσιάσαμε γι’ αυτές τις ελευθερίες.

Χανίφ Κιουρέισι (1954), βρετανός συγγραφέας πακιστανικής καταγωγής

Στον τόμο: Ανταίος Χρυσοστομίδης, «Οι κεραίες της εποχής μου. Ταξιδεύοντας με 33 διάσημους συγγραφείς σ’ ένα δωμάτιο», Καστανιώτης, 2012

Τέχνη και σύγχυση στη σύγχρονη πόλη

Ο όγκος των εκτιμήσεων που καλείται κανείς να κάνει [στη σύγχρονη πόλη] εξαρτάται από τη δεκτικότητα του παρατηρητή. Αν κάποιος είναι πολύ δεκτικός, τότε ο αριθμός των απόψεων που πρέπει να διαμορφώσει φτάνει σε τρομακτικά ύψη. Τι πιστεύετε για το τάδε, για το δείνα, για το Βιετνάμ, για την πολεοδομία, για τους δρόμους ταχείας κυκλοφορίας, για την αποκομιδή των απορριμμάτων, για τη δημοκρατία, για τον Πλάτωνα, για την ποπ αρτ, για το κοινωνικό κράτος, για τον αναλφαβητισμό σε μια «κοινωνία των μαζών»; Αναρωτιέμαι αν θα υπάρξει ποτέ αρκετή ηρεμία στον σύγχρονο κόσμο ώστε οι συνθήκες να επιτρέψουν στους Γουόρντσγουορθ του καιρού μας να αναθυμηθούν οτιδήποτε. Νιώθω ότι η τέχνη συνδέεται κατά κάποιον τρόπο με την επίτευξη της ακινησίας στην καρδιά του χάους. Μιας ακινησίας που χαρακτηρίζει επίσης την προσευχή και το μάτι του κυκλώνα. Πιστεύω πως η τέχνη σχετίζεται με την αιχμαλώτιση της προσοχής εν μέσω πανδαιμόνιου.

Σολ Μπέλοου (1915-2005), καναδο-αμερικανός νομπελίστας συγγραφέας

Στον τόμο: Φίλιπ Γκούρεβιτς (επιμ.), «Η τέχνη της γραφής. 10 κορυφαίοι συγγραφείς αποκαλύπτουν τα μυστικά της τέχνης τους στο "Paris Review"», μετάφραση Μαρίνα Τουλγαρίδου, Τόπος, 2010

Σχολείο

 

Φράνσις Σκοτ Φιτζέραλντ: Ενα «βλάσφημο» θαύμα της Παναγίας

«Το Βήμα» παρουσιάζει στην ελληνική γλώσσα το για δεκαετίες χαμένο διήγημα του αμερικανού συγγραφέα «Ευχαριστώ για τη φωτιά», 76 χρόνια μετά την απόρριψή του από το περιοδικό «The New Yorker»

ΤΟ ΒΗΜΑ  12/08/2012

Φράνσις Σκοτ Φιτζέραλντ: Ενα «βλάσφημο» θαύμα της Παναγίας

Ο Φράνσις Σκοτ Φιτζέρλαντ, η σύζυγός του Ζέλντα και η κόρη τους Σκότι σε εκδρομή με αυτοκίνητο, κάπου στην Ιταλία. Ο Φιτζέρλαντ έζησε στην Ευρώπη μεταξύ 1924 και 1931

Η κυρία Χάνσον ήταν μια όμορφη, μα κάπως ταλαιπωρημένη γυναίκα γύρω στα 40, που πουλούσε κορσέδες και ζωνάρια, ταξιδεύοντας έξω από το Σικάγο. Για πολλά χρόνια η περιοχή της οριζόταν από το Τολέδο, τη Λίμα, το Σπρίνγκφιλντ, το Κολόμπους, την Ινδιανάπολη και το Φορτ Γουέιν και η μετάθεσή της στην περιφέρεια Αϊοβα – Κάνσας – Μιζούρι αποτελούσε προαγωγή, καθώς η εταιρεία της είχε επεκταθεί πιο δυναμικά στα δυτικά του Οχάιο.

Στ’ ανατολικά έπιανε την κουβέντα με τους πελάτες και συχνά είχε προσφορές για ένα ποτό ή ένα τσιγάρο στο γραφείο κάποιου αγοραστή, όταν τέλειωνε η δουλειά. Σύντομα όμως κατάλαβε ότι στην καινούργια περιφέρεια τα πράγματα ήταν διαφορετικά. Οχι μόνο δεν τη ρωτούσαν ποτέ αν ήθελε να καπνίσει, αλλά αρκετές φορές, στη δική της ερώτηση, αν είχε κανείς αντίρρηση να ανάψει τσιγάρο, της απαντούσαν μισοαπολογητικά ότι «δεν είναι ότι ενοχλούμαι εγώ, αλλά επηρεάζει αρνητικά τους εργαζομένους».

«Α, φυσικά, καταλαβαίνω».

Το κάπνισμα σήμαινε πολλά γι’ αυτήν ώρες-ώρες. Δούλευε πολύ σκληρά και το τσιγάρο μπορούσε να την ξεκουράσει και να τη χαλαρώσει ψυχολογικά. Ηταν χήρα και δεν είχε στενούς συγγενείς ώστε να τους γράφει τα απογεύματα και τα μάτια της δεν άντεχαν πάνω από μία ταινία την εβδομάδα, επομένως το κάπνισμα κατέληξε να είναι ένα απαραίτητο σημείο στίξης στη μακροσκελή πρόταση μιας ημέρας στον δρόμο.

Η τελευταία εβδομάδα του πρώτου ταξιδιού της με το νέο δρομολόγιο τη βρήκε στην πόλη του Κάνσας. Ηταν μέσα Αυγούστου και ένιωθε λίγη μοναξιά ανάμεσα σε όλες εκείνες τις νέες επαφές, έτσι λοιπόν χάρηκε όταν βρήκε στη ρεσεψιόν μιας εταιρείας κάποια γυναίκα που γνώριζε από το Σικάγο. Κάθησε μαζί της μέχρι να τη φωνάξουν και στην πορεία της συζήτησης έμαθε μερικά πράγματα για τον άνδρα που επρόκειτο να δει.

«Θα τον πειράξει αν καπνίσω;».

«Τι; Θεέ μου, ναι!» είπε η φίλη της. «Εχει δώσει λεφτά για να στηρίξει τον αντικαπνιστικό νόμο».

«Α. Καλά, σου είμαι ευγνώμων για τη συμβουλή – κάτι παραπάνω από ευγνώμων».

«Καλύτερα να προσέχεις με δαύτο παντού εδώ γύρω» είπε η φίλη της. «Κυρίως με τους άνδρες άνω των 50. Οσους δεν πήγαν στον πόλεμο. Ενας κύριος μου έλεγε ότι κανείς από όσους πήγαν στον πόλεμο δεν θα είχε ποτέ πρόβλημα με όποιον καπνίζει».

Αλλά στην αμέσως επόμενη στάση της έπεσε πάνω στην εξαίρεση. Φαινόταν μια χαρά νεαρός, αλλά τα μάτια του είχαν στυλωθεί με τέτοια έκπληξη πάνω στο τσιγάρο που χτυπούσε στο νύχι του αντίχειρά της, ώστε η κυρία Χάνσον αναγκάστηκε να το κρύψει. Ανταμείφθηκε όμως όταν ο νεαρός της ζήτησε να γευματίσουν μαζί το μεσημέρι, ενώ μέσα σε μία ώρα είχε στα χέρια της και μια άκρως αξιόλογη παραγγελία.

Υστερα ο νεαρός επέμεινε να την πάει με το αυτοκίνητο στο επόμενο ραντεβού της, μολονότι εκείνη σκόπευε να βρει κάποιο ξενοδοχείο κάπου εκεί κοντά και να τραβήξει μερικές τζούρες στην τουαλέτα. Ηταν μια από εκείνες τις ημέρες που είναι γεμάτες αναμονή – όλοι ήταν απασχολημένοι, όλοι αργούσαν, και όταν εντέλει εμφανίζονταν οι πελάτες, είτε ανήκαν σ’ εκείνη την κατηγορία των ανδρών με τα μακρόστενα πρόσωπα που καθόλου δεν τους αρέσουν οι μικρές αδυναμίες των άλλων ανθρώπων, είτε ήταν γυναίκες, θέλοντας ή μη αφοσιωμένες στις ιδέες αυτών των ανδρών.

Είχε να καπνίσει από το πρωί και ξαφνικά συνειδητοποίησε ότι αυτός ήταν ο λόγος για εκείνη την ακαθόριστη δυσαρέσκεια που ένιωθε στο τέλος κάθε επίσκεψης, ανεξάρτητα από το πόσο επιτυχής είχε αποδειχθεί από επαγγελματικής απόψεως. Ελεγε, «πιστεύουμε ότι καλύπτουμε ένα διαφορετικό κομμάτι της αγοράς.

Ολα βεβαίως από λάστιχο και καναβάτσο είναι φτιαγμένα, αλλά ο δικός μας τρόπος κατασκευής διαφέρει. Η αύξηση της διαφήμισης κατά 30% σε εθνικό επίπεδο μέσα σ’ έναν χρόνο μιλά από μόνη της».

Και από μέσα της σκεφτόταν: Αν μπορούσα να τραβήξω έστω τρεις τζουρίτσες, θα πουλούσα ακόμα και παλιομοδίτικες μπαλένες.

Είχε να επισκεφθεί άλλο ένα κατάστημα τώρα, αλλά είχε ακόμα κανένα μισάωρο για το ραντεβού. Ηταν ακριβώς η ευκαιρία να πάει στο ξενοδοχείο της αλλά, καθώς δεν υπήρχε κανένα ταξί εκεί γύρω, άρχισε να περπατάει σκεπτόμενη: Μάλλον πρέπει να κόψω το τσιγάρο. Κοντεύω να πάθω εθισμό με δαύτο.

Μπροστά της είδε τον καθεδρικό ναό. Εδειχνε πολύ ψηλός, και ξαφνικά της ήρθε μια λαμπρή ιδέα: αφού ανέβαινε τόσο θυμίαμα στους πυργίσκους εκεί ψηλά προς τον Θεό, λίγος καπνός εκεί στον πρόδομο δεν θα έκανε μεγάλη διαφορά. Καθόλου δεν θα τον πείραζε τον Υψιστο αν μια καταπονημένη γυναίκα τραβούσε μερικές τζούρες στον πρόδομο.

Μολαταύτα, αν και δεν ήταν καθολική, η σκέψη αυτή την ενόχλησε. Ηταν άραγε τόσο σημαντικό να καπνίσει, από τη στιγμή που θα μπορούσε να ενοχλήσει τόσο κόσμο; Και όμως. Δεν θα τον ενοχλήσει, συλλογιζόταν επίμονα. Στην εποχή Του, δεν είχαν καν ανακαλύψει το ταμπάκο…

Μπήκε στην εκκλησία∙ ο πρόδομος ήταν σκοτεινός. Ψαχούλεψε μέσα στην τσάντα της για να βρει σπίρτα, αλλά δεν βρήκε τίποτα. Θα πάω ν’ ανάψω από κανένα κερί, σκέφτηκε.

Μονάχα μια κηλίδα φωτός στη γωνία έσπαγε το σκοτάδι στο κεντρικό κλίτος του κυρίως ναού. Προχώρησε στον διάδρομο προς εκείνη τη λευκή θαμπάδα και είδε ότι δεν προερχόταν από τα κεριά και ότι, σε κάθε περίπτωση, σύντομα θα χανόταν – ένας γέρος ετοιμαζόταν να σβήσει την τελευταία λάμπα λαδιού.

«Τούτα ‘δώ είναι τάματα» είπε. «Τη νύχτα τα σβήνουμε. Πιστεύουμε πως έχει μεγαλύτερη σημασία για τον κόσμο που μας τα φέρνει να τα έχουμε και την επόμενη μέρα παρά να καίνε όλη νύχτα».

«Κατάλαβα».

Ο γέρος έσβησε και την τελευταία λάμπα. Τώρα δεν είχε απομείνει κανένα φως στον καθεδρικό, εκτός από έναν ηλεκτρικό πολυέλαιο που ήταν κρεμασμένος ψηλά και τη μονίμως αναμμένη λάμπα μπροστά από το Ιερό.

«Καληνύχτα» είπε ο νεωκόρος.

«Καληνύχτα».

«Υποθέτω ότι ήρθες να προσευχηθείς».

«Ναι, γι’ αυτό ήρθα».

Εκείνος έφυγε και μπήκε στο σκευοφυλάκιο. Η κυρία Χάνσον γονάτισε για να προσευχηθεί.

Είχε πολύ καιρό να προσευχηθεί. Καλά-καλά δεν ήξερε ούτε και για ποιο πράγμα να προσευχηθεί, κι έτσι προσευχήθηκε για τον εργοδότη της και για τους πελάτες της στο Ντε Μόιν και την πόλη του Κάνσας. Οταν τέλειωσε τις προσευχές της, σηκώθηκε. Μια εικόνα της Παναγίας την κοιτούσε από μια κόγχη, δυο μέτρα πάνω από το κεφάλι της.

Εστρεψε και εκείνη το βλέμμα της προς τα ‘κεί. Επειτα σηκώθηκε ξανά όρθια και έγειρε νωχελικά προς τα πίσω στη γωνία του στασιδιού. Στη φαντασία της, η Παρθένος Μαρία κατέβηκε, όπως στο θεατρικό έργο «Το θαύμα», και πήρε τη θέση της, άρχισε να πουλάει κορσέδες και ζωνάρια για λογαριασμό της ώσπου κουράστηκε, όπως ακριβώς και η ίδια. Υστερα, για μερικά λεπτά, η κυρία Χάνσον μάλλον αποκοιμήθηκε.

Ξύπνησε με την αίσθηση ότι κάτι είχε αλλάξει και σιγά-σιγά αντιλήφθηκε ότι στον αέρα υπήρχε μια γνώριμη μυρωδιά που δεν ήταν θυμίαμα και ότι την έτσουζαν τα δάχτυλά της. Κατόπιν συνειδητοποίησε ότι το τσιγάρο που κρατούσε στο χέρι της ήταν αναμμένο – έκαιγε.

Πολύ γλαρωμένη ακόμα για να σκεφτεί, τράβηξε μια τζούρα για να μη σβήσει η καύτρα. Υστερα ύψωσε το βλέμμα της προς την κόγχη της Παναγίας, κάπου εκεί στο μισοσκόταδο.

«Ευχαριστώ για τη φωτιά» είπε.

Αλλά δεν της φάνηκε αρκετό και έτσι έπεσε στα γόνατα, με τον καπνό του τσιγάρου ανάμεσα στα δάχτυλά της να στροβιλίζεται ανεβαίνοντας ψηλά.

«Ευχαριστώ πολύ για τη φωτιά» είπε.

Είχε κριθεί ακατάλληλο
Ο Φράνσις Σκοτ Φιτζέραλντ, ένας από τους μεγάλους συγγραφείς της «Χαμένης Γενιάς» της αμερικανικής λογοτεχνίας, όπως τη βάφτισε η Γερτρούδη Στάιν, έκρυβε κάτω από το πάντα φινετσάτο κοστούμι του μια καρδιά μελαγχολική. Το 1936, τέσσερα χρόνια προτού αυτή η καρδιά τον προδώσει οριστικά, είχε προσφέρει στο έγκριτο περιοδικό «The New Yorker» ένα διήγημα 1.173 λέξεων με τον τίτλο «Thank You For The Light» («Ευχαριστώ για τη φωτιά»). Το έντυπο απέρριψε τότε (που ο ίδιος ήταν ήδη διάσημος και αυτοκαταστροφικός) το διήγημα του ανθρώπου που το 1925 είχε εκδώσει το κλασικό πλέον μυθιστόρημα «Ο υπέροχος Γκάτσμπι».

«Φοβούμαστε ότι είναι εντελώς απίθανο να δημοσιευθεί αυτό το διήγημα του Φιτζέραλντ. Μας φαίνεται τόσο παράξενο και ασυνήθιστο για να το έχει γράψει αυτός και σίγουρα υπέρ το δέον φανταστικό. Θα δίναμε πολλά, βεβαίως, για να έχουμε στις σελίδες μας μια ιστορία του Σκοτ Φιτζέραλντ και ευελπιστούμε ότι θα μας στείλετε κάτι που θα φαίνεται πιο ταιριαστό. Ευχαριστούμε, σε κάθε περίπτωση, που το θέσατε υπ’ όψιν μας» έγραφε η απαντητική επιστολή του περιοδικού.

Τα εγγόνια του συγγραφέα βρήκαν αυτή την ιστορία ανάμεσα σε κάποια έγγραφά του και στη συνέχεια την παρέδωσαν στον μελετητή του έργου και επιμελητή του, Τζέιμς Γουέστ. Η Ντέμπορα Τρέισμαν, υπεύθυνη λογοτεχνίας του αμερικανικού περιοδικού, εικάζει σήμερα ότι το διήγημα απορρίφθηκε εξαιτίας της ασεβούς μεταχείρισης που επεφύλαξε τότε ο συγγραφέας στην Παρθένο Μαρία, η οποία εν προκειμένω κάνει το «θαύμα» της. Η τελευταία όμως «έχει υποστεί πολύ χειρότερα πράγματα έκτοτε απ’ ό,τι στα χέρια του Φιτζέραλντ».

Η Τρέισμαν υποστηρίζει ότι σήμερα μπορούμε να διαβάσουμε το διήγημα ως ένα «υπέροχο μικρό προσχέδιο» και να το δούμε ως μια «λεπτομέρεια λογοτεχνικού ενδιαφέροντος». Εβδομήντα έξι ολόκληρα χρόνια μετά, το «New Yorker» το δημοσίευσε στο τεύχος του που κυκλοφόρησε τη Δευτέρα 6 Αυγούστου 2012.

Η μετάφραση είναι του συντάκτη μας Γρηγόρη Μπέκου.Ευχαριστούμε τη μεταφράστρια Μαργαρίτα Ζαχαριάδου για τις παρατηρήσεις.

Σχολείο

Μπέκος Γρηγόρης, ΤΟ ΒΗΜΑ 12.8.12 

Η λεπτή ηδονή του οίκτου

Ενα αριστοτεχνικό πορτρέτο συναισθηματικού εκβιασμού μέσω ενοχών από τον βιεννέζο συγγραφέα και ανθρωπιστή Στέφαν Τσβάιχ

Η λεπτή ηδονή του οίκτου

Ο Στέφαν Τσβάιχ φωτογραφημένος γύρω στο 1920. Ο αυστριακός συγγραφέας υπήρξε «σελέμπριτι» της εποχής του

«Δουλεύω επίσης σε ένα δύσκολο αλλά όχι πολύ μεγάλο ψυχολογικό μυθιστόρημα, που […] θα αποδεικνύει ότι η αδυναμία, ο "μισο-οίκτος", που δεν φτάνει μέχρι την τελική θυσία, είναι πιο καταστροφικός από τη βία» έγραφε στις 15 Νοεμβρίου 1937 ο βιεννέζος συγγραφέας Στέφαν Τσβάιχ προς τον φίλο του Ζίγκμουντ Φρόιντ, σε μία από τις αμέτρητες επιστολές που αντάλλαξαν στη διάρκεια της τριαντάχρονης αλληλογραφίας τους.

Πράγματι, το 1938, λίγο προτού ξεσπάσει ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος, κυκλοφόρησε το μοναδικό του μυθιστόρημα, Επικίνδυνος οίκτος (ο πρωτότυπος τίτλος ήταν Ungeduld des Herzens, που σημαίνει «Ανυπομονησία της καρδιάς»), το οποίο συνιστούσε «μια επιστροφή στον κόσμο» του θεμελιωτή της ψυχανάλυσης ο οποίος και «διεύρυνε την ειλικρίνεια του σύμπαντος» κατά τον Τσβάιχ.

Ο τελευταίος, γόνος εύπορης εβραϊκής οικογένειας και αυθεντικός κοσμοπολίτης, ένας από τους πλέον δημοφιλείς και πολυμεταφρασμένους συγγραφείς (γι’ αυτό τον ζήλευε ελαφρώς ο Τόμας Μαν) από τις δεκαετίες του 1920 και του 1930, έγραψε αυτό το βιβλίο την περίοδο που είχε διαφύγει στο Λονδίνο, φοβούμενος τη ναζιστική έκρηξη που έμελλε να σαρώσει την Ευρώπη. Ηδη από το 1933 η χιτλερική νεολαία έκαιγε τα βιβλία του, ενώ το 1935 η όπερα «Σιωπηλή γυναίκα» του Ρίχαρντ Στράους κατέβηκε ύστερα από δύο μόνο παραστάσεις επειδή εκείνος είχε γράψει το λιμπρέτο της.

Η ιστορία μας αρχίζει με ένα αρχοντικό δείπνο το 1913 και τελειώνει το 1914 με τη δολοφονία του αρχιδούκα Φραγκίσκου Φερδινάνδου της Αυστρίας στο Σαράγεβο, τη σπίθα, θα λέγαμε, που άναψε τη φωτιά του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Η επιλογή του Τσβάιχ, βεβαίως, δεν είναι τυχαία καθώς ο ανώνυμος αφηγητής, στον οποίο (υποτίθεται ότι) αφηγείται ο ήρωάς μας – στο προοίμιο του μυθιστορήματος – τη βασική ιστορία έπειτα από πολλά χρόνια, ως διακριθείς στον Μεγάλο Πόλεμο, μάς λέει ότι όλα αυτά τα άκουσε σε ένα δείπνο το 1938, όπου συζητούσαν την ενδεχόμενη διολίσθηση σε μια νέα παγκόσμια πολεμική σύρραξη.

Η μελαγχολική και κάπως «προφητική» σύνδεση για τον ζόφο που καταπλάκωσε την Ευρώπη στο πρώτο μισό του περασμένου αιώνα είναι προφανής. Ο Τσβάιχ, ένας ανθρωπιστής και ιδεολόγος ευρωπαϊστής, ένας πασιφιστής που ωστόσο σιχαινόταν την πολιτική (πολλοί τον κατηγόρησαν επειδή δεν αποκήρυξε δημόσια τον ναζισμό) «υπήρξε άνθρωπος των γραμμάτων εν γένει, όχι τόσο ως συγγραφέας όσο ως "φωνή" – για μερικούς η φωνή της Ευρώπης», όπως σημειώνει η Τζόαν Ακοτσέλα στην εξαίρετη εισαγωγή της πρόσφατης αμερικανικής έκδοσης του βιβλίου (New York Review of Books, 2006) που είναι «το πρώτο εκτενές μυθιστορηματικό πορτρέτο συναισθηματικού εκβιασμού μέσω ενοχών».

Με ένα βαλς και λίγο κρασί

Ο εικοσιπεντάχρονος Αντον Χοφμίλερ είναι ένας πειθαρχημένος υπίλαρχος του αυστροουγγρικού ιππικού που υπηρετεί στη συνοριοφυλακή μιας κωμόπολης στην ουγγρική μεθόριο. Είναι το καλό παιδί, έχει ταπεινή καταγωγή αλλά και ορισμένα από τα (λανθάνοντα) χαρακτηριστικά του αριβίστα που συναντούμε στα μεγάλα ρεαλιστικά μυθιστορήματα του 19ου αιώνα. Ο αναγνώστης έχει την αίσθηση ότι δεν πέρασε τα περισσότερα χρόνια της ζωής του σε στρατόπεδα αλλά στο κατηχητικό: είναι, αυτό που λέμε, ένα ηθικό στοιχείο.

Κάποια ημέρα λαμβάνει μια πραγματικά ξεχωριστή πρόσκληση: ο πιο πλούσιος άνθρωπος της περιοχής, ο αυτοδημιούργητος εβραίος «φεουδάρχης» Λάγιος φον Κεκεσφάλβα (η ενδιαφέρουσα ιστορία του συνιστά και μια αυτόνομη νουβέλα, είδος στο οποίο διέπρεψε ο συγγραφέας) του ανοίγει τον επιβλητικό πύργο του και τον υποδέχεται στη μακρόστενη τραπεζαρία του όπου τον περιμένουν όλα τα καλά του Θεού.

Ο Χοφμίλερ παραδίδεται (με ένα βαλς και λίγο κρασί παραπάνω) στη σαγηνευτική παραζάλη αυτής της πρωτόγνωρης αριστοκρατικής ατμόσφαιρας. Αφού έχει χορέψει την όμορφη Ιλόνα, ανιψιά του οικοδεσπότη του, σκέφτεται ότι είναι μεγάλη αγένεια να μη ζητήσει και από την κόρη του, Εντιθ, που είναι δεκαεπτά ή δεκαοκτώ ετών, να του χαρίσει έναν χορό. Ετσι λοιπόν την πλησιάζει και της το προτείνει ευγενικά. «Κι έξαφνα ξεσπάει ένας άγριος πρωτόγονος λυγμός σαν πνιγμένη κραυγή» γράφει ο Τσβάιχ για την αντίδραση της παράλυτης κοπέλας.

Μετά το ατυχές περιστατικό η καρδιά του νεαρού είναι «φλογισμένη από ντροπή» καθώς «μου φαινόταν σαν να ‘χα μαστιγώσει ένα μικρό παιδί». Για να επανορθώσει, αφού της στείλει ένα ακριβό μπουκέτο λουλούδια, τίθεται ολοκληρωτικά στις συναισθηματικές υπηρεσίες τής εύθραυστης μα ταυτοχρόνως μακιαβελικής Εντιθ, που ξέρει να εκμεταλλεύεται το πρόβλημά της και πασχίζει να τον κρατήσει κοντά της. Η σκηνή που είναι ξαπλωμένη στο κρεβάτι της και κυριολεκτικώς τον αρπάζει φιλώντας τον απεγνωσμένα στο στόμα είναι από τις κορυφαίες στιγμές αυτού του εκπληκτικού μυθιστορήματος που σφυγμομετρά την ένταση και τις αντίρροπες δυνάμεις που μπορεί να φωλιάζουν στο ίδιο ανθρώπινο συναίσθημα.

Συναισθηματικό δηλητήριο

Είναι αξιοσημείωτη η ευκαμψία του «υλικού» που εξορύσσει ο Τσβάιχ από τον εσώτερο κόσμο των ηρώων του: μας πείθει ότι η ιστορία του θα μας ενδιέφερε είτε ήταν 50 είτε 1.000 σελίδες. Μέχρι λοιπόν να καταλάβει ο Χοφμίλερ σε τι φουρτούνες τον πέταξε αυτή «η λεπτή ηδονή του οίκτου» του, την οποία παρομοιάζει με δηλητήριο, η σφόδρα ερωτευμένη Εντιθ του έχει σπρώξει το δαχτυλίδι των αρραβώνων στο δάχτυλο με το ζόρι.

Δεν υπάρχει βέβαια «πιο αβάσταχτο βασανιστήριο για έναν άντρα απ’ το ν’ αγαπιέται χωρίς τη θέλησή του», γι’ αυτό και η ιστορία δεν έχει ευτυχή κατάληξη – όπως συμβαίνει συνήθως στα έργα του υστερορομαντικού συγγραφέα (να γιατί μια καλή μουσική υπόκρουση για τον Τσβάιχ ήταν ο Γκούσταβ Μάλερ). Ο δαιμόνιος γιατρός Κόντορ (μια εκδοχή του Φρόιντ κατά τα φαινόμενα) που προσπαθεί να αντιμετωπίσει την ανίατη περίπτωση της Εντιθ στο μυθιστόρημα αποφαίνεται ότι τελικώς υπάρχουν «δύο είδη οίκτου» και ότι μάλλον ο ήρωας επέλεξε αυτόν που δεν έπρεπε.

Η μετάφραση της Μιμίκας Κρανάκη (με την οποία πρωτοκυκλοφόρησε το βιβλίο στα ελληνικά το 1945 από τις Εκδόσεις των Φίλων υπό τον τίτλο Ανυπόμονη καρδιά) παραμένει χυμώδης, μία ακόμη απόδειξη ότι υπάρχουν και μεταφράσεις που δεν «γερνούν».

clip_image002

  1. Δεν υπάρχουν σχόλια.
  1. No trackbacks yet.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: