Αρχική > λογοτεχνία > Των Γραμμάτων η φωνή

Των Γραμμάτων η φωνή

«Ανίδεοι και χορτάτοι», (Γιώργος Σεφέρης)

ΤΑ ΝΕΑ 7.4.12

image
Τώρα που όλοι επιτέλους συμφωνούμε ότι έκλεισε οριστικά ο κύκλος της Μεταπολίτευσης, αφού τον κλείναμε και τον ξανανοίγαμε κάθε τόσο εδώ και 25 χρόνια, μπορούμε να ρωτήσουμε ποιον ρόλο έπαιξε η λογοτεχνία στην πορεία προς τη χρεοκοπία, χρεοκοπία που επίσης συμφωνούμε ότι δεν είναι μόνον οικονομική. Στάθηκε άραγε η λογοτεχνία μας απέναντι στη μεταπολιτευτική κουλτούρα ως ένας πόλος κριτικής συνείδησης, που ανέτεμνε με τα δικά της εργαλεία την καινούργια πραγματικότητα, επισήμαινε, προέβλεπε, προειδοποιούσε, κλόνιζε τους κυρίαρχους μύθους της περιόδου; Ή μήπως αφομοιώθηκε από αυτή την κουλτούρα κι έγινε ένα από τα συμπτώματα της παθογένειάς της;

Η εικόνα που προκύπτει αναδρομικά είναι τόσο ξεκάθαρη ώστε δεν γίνεται να καθυστερήσουμε την απάντηση για λόγους τακτικής. Με λίγες εξαιρέσεις, από εκείνες που υπάρχουν πάντα και παντού, η μεταπολιτευτική λογοτεχνία βρέθηκε πολύ κατώτερη των περιστάσεων. Στην καλύτερη περίπτωση έμεινε σε μονότονες, άχαρες, αβαθείς και κακεντρεχείς αναπαραστάσεις του «νεοβάρβαρου» μικροαστού, που κατέληξαν να κάνουν την ασχήμια από κοινωνικό φαινόμενο αισθητική επιλογή της. Στη χειρότερη περίπτωση, που ήταν και η πιο συχνή, παραδόθηκε ηδονικά στο τραγούδι των σειρήνων, στη στριγκή λαγνεία του lifestyle, με το φτενό πρόσχημα της «ρεαλιστικής» καταγραφής βιωμάτων αυτοβιογραφικού χαρακτήρα.

Στο μεγαλύτερο διάστημα της Μεταπολίτευσης δέσποσε επικοινωνιακά η λογοτεχνία της γενιάς του ’80 και της επόμενης, δηλαδή συγγραφέων που οι περισσότεροι είναι σήμερα ανάμεσα στα 40 και τα 55. Η λογοτεχνία αυτή πέρασε από έναν ανέμελο, λοίδορο κι εγωπαθή αμοραλισμό σε μια ψυχαναλίζουσα ενδοσκόπηση, που αναπαρήγε αδιάκοπα τα ίδια στερεότυπα, διογκώνοντας τα ιδιωτικά τρικυμίσματα ώς εκεί που δεν πήγαινε άλλο. Και στην πρώτη και στη δεύτερη φάση της, ένα ήταν το βασικό χαρακτηριστικό της: οι ήρωές της παρέμεναν ψυχικά και πνευματικά νήπια, την ίδια στιγμή που ήταν παραμεστωμένοι, βουλιμικοί καταναλωτές των πάντων, από σεξ μέχρι επώνυμες μάρκες προϊόντων και ταξίδια ανά την υφήλιο, που και αυτά δεν ήταν παρά τροφές που καταπίνονταν αμάσητες, μόνο και μόνο για να κάνουν εντυπωσιακότερο τον κατάλογο των «εμπειριών».

Σπάνια μαθαίναμε πώς έβγαζαν το ψωμί τους, αλλά και όταν το μαθαίναμε δεν είχε σημασία, γιατί η δουλειά τους δεν επηρέαζε σχεδόν καθόλου τη ζωή τους και τη στάση τους. Το σημαντικότερο είναι ότι αυτά τα πορτρέτα δεν βγήκαν από κάποια λοξή ματιά πάνω στην πραγματικότητα που απεικόνιζαν. Οι δημιουργοί τους ήταν απόλυτα ταυτισμένοι με τους κεντρικούς χαρακτήρες τους, ήταν οι κεντρικοί χαρακτήρες τους, και οι όποιες πινελιές αυτοσαρκασμού χρησίμευαν ως άλλοθι (είμαι ένας αναίσθητος παλιοεγωιστής, αλλά δέστε με πόση παρρησία και προπαντός με πόση χάρη το λέω). Η περιλάλητη, υπερτιμημένη και παρεξηγημένη ειρωνεία αυτής της λογοτεχνίας δεν ήταν κριτική, ήταν απλώς επίδειξη κοκεταρίας.

 

Ο αντίλογος του Τσίρκα

 

Οι «Ακυβέρνητες πολιτείες» (1961) ήταν ο αντίλογος του Στρατή Τσίρκα στο «Αλεξανδρινό κουαρτέτο». Η μυθιστορηματική τετραλογία του Ντάρελ άρχισε να γράφεται στην Κύπρο (1957) και ολοκληρώθηκε στη Νότια Γαλλία, τελευταίο σταθμό της ζωής του συγγραφέα. Πρόκειται για ένα έργο που περιλαμβάνεται στα 100 καλύτερα μυθιστορήματα της Modern Library. Το έργο ξεχάστηκε στην Αγγλία, ενώ εκθειάστηκε στο εξωτερικό. Η ποιητική πρόζα, η αυτοαναφορικότητα, η πολυπρισματική αφήγηση, οι διαρκείς πειραματισμοί, το παιχνίδι των ρόλων και των μεταμφιέσεων δεν ενθουσίαζαν πια το – κουρασμένο από τους τζοϊσικούς πειραματισμούς – αγγλικό κοινό. Ωστόσο με την επανακυκλοφορία του ίσως επανεκτιμηθεί.

Καθόλου τυχαία δεν έγραψε σε μια επιστολή του ο Τσίρκας «… σκάω από λύσσα, γιατί αυτά ήταν τα θέματά μου. Είναι της παρακμής ο άθλιος, αλλά έχει πολύ ταλέντο».

Ο Τσίρκας ήταν πάνω απ’ όλα πολιτικό ον και αυτό διαπερνούσε τις «Πολιτείες» του. Τους ένωναν όμως κοινοί τόποι δράσης, δυνατοί χαρακτήρες, με τους οποίους ταυτίστηκαν (ο Ντάρελ με τον νεαρό συγγραφέα Ντάρλι, ο Τσίρκας με τον αγωνιστή Σιμωνίδη), άνθρωποι που συγκρούονται με τη μοίρα και την Ιστορία και το πάθος τους. Ο Ντάρελ στέκεται έντονα ερωτικός, ο Τσίρκας σταθερά πολιτικός. Του πρώτου τού καταλογίζουν μια αποικιοκρατική ιδεολογία και οριενταλιστικό εξωτισμό, του δεύτερου στρατευμένη ιδεολογική ματιά.

Χάδια στ’ αφτιά στάχτη στα μάτια

Καθώς ο δημόσιος χώρος εξοβελιζόταν με γοργούς ρυθμούς από τη λογοτεχνία της περιόδου προς όφελος είτε της «ψυχικής ενδοχώρας» είτε φανταστικών κόσμων είτε ενός νοσταλγικά χρωματισμένου ιστορικού παρελθόντος, βρήκε καταφύγιο στην αστυνομική λογοτεχνία. Το αστυνομικό μυθιστόρημα υπήρξε πράγματι για ένα διάστημα ο αυθεντικότερος λογοτεχνικός εκφραστής μιας κριτικής στάσης απέναντι στη μεταπολιτευτική κοινωνία. Γρήγορα όμως παγιδεύτηκε από την επιτυχία του (που ήρθε κυρίως πάνω στα φτερά της δημοτικότητας του είδους στο εξωτερικό): έγινε μόδα, με συνέπεια να κατακλυστεί και αυτό από στερεότυπα και από έναν αφ’ υψηλού, αλλά ρηχό σχολιασμό με εντελώς προβλέψιμο περιεχόμενο.

Παρά το αντικομφορμιστικό και αντιιδεολογικό (ή «μεταϊδεολογικό») πνεύμα από το οποίο υποτίθεται ότι εμφορούνταν η μεταπολιτευτική λογοτεχνία, πολύ σπάνια αμφισβήτησε τα κυρίαρχα ιδεολογήματα αυτής της περιόδου, αριστερά ή εθνικιστικά, και όποτε συνέβη αυτό οι τολμητίες συγγραφείς δεν ανήκαν στα κύρια ρεύματά της. Προσέχοντας να μη προκαλέσει ένα κοινό που χόρευε στους ρυθμούς μιας μεταμοντέρνας καταναλωτικής φρενίτιδας κι ενός άκρατου ατομικισμού, αλλά ήθελε να πιστεύει ότι ήταν «προοδευτικό» και «πατριωτικό», απέφυγε επιμελώς να θίξει τους μύθους του. Σε αρκετές περιπτώσεις μάλιστα τους ευλόγησε. Έχουμε ξεχάσει ότι όχι λίγοι προβεβλημένοι «προοδευτικοί» συγγραφείς μας ανέβασαν αίφνης εθνικιστικό πυρετό, μαζί με τις μάζες, τη δεκαετία του ’90.

Από την άλλη, δεν έχουμε ξεχάσει τις υστερικές αντιδράσεις που προκάλεσαν οι λίγοι συγγραφείς οι οποίοι τόλμησαν να πουν σχεδόν αυτονόητες αλήθειες, αλλά ανακηρυγμένες σε ταμπού από την Αριστερά ή την «εθνοπατριωτική» Δεξιά. Τη δεκαετία του ’80 η Άλκη Ζέη στοχοποιήθηκε από το ιδεολογικά πανίσχυρο τότε ΚΚΕ για ένα βιβλίο, την «Αρραβωνιαστικιά του Αχιλλέα», που ψέλλιζε κάτι για σταλινισμό, χωρίς μάλιστα ν’ αμφισβητεί κατά τ’ άλλα τη μυθολογία της ελληνικής Αριστεράς. Τη δεκαετία του ’90 ο Θανάσης Βαλτινός επέσυρε τη μήνιν σύμπασας τώρα της Αριστεράς για το «Ορθοκωστά» του, τη δεκαετία του 2000 ο Βασίλης Γκουρογιάννης προγράφτηκε από τους «ελληνόψυχους» για το «Κόκκινο στην Πράσινη Γραμμή». Και οι αντιδράσεις αυτές στηρίζονταν ή ήταν ανεκτές από ένα πολύ μεγάλο μέρος της κοινής γνώμης.

Ενόψει τέτοιων διαθέσεων του πλατιού κοινού, με το οποίο φλέρταρε πάντοτε η μεταπολιτευτική λογοτεχνία, ανέλαβε να γίνει δραγουμάνος τους το ιστορικό μυθιστόρημα, η μεγάλη και διαρκής μόδα των τελευταίων δύο δεκαετιών. Σε άλλες χώρες το σύγχρονο ιστορικό μυθιστόρημα χαρακτηρίζεται από αναθεωρητική ματιά: μεταθέτει την έμφαση από την πρότυπη εξιστόρηση του παρελθόντος σε αγνοημένες πλευρές του, προτείνοντας μια διαφορετική ανάγνωση του ιστορικού δράματος. Σ’ εμάς, κάνει το αντίθετο. Είτε εικονογραφεί τις καθεστωτικές εκδοχές της Ιστορίας, διανθίζοντάς τες ίσως με κάποια δευτερεύουσας σημασίας ευρήματα από έρευνα των πηγών, είτε διαχειρίζεται με τον πιο ανώδυνο τρόπο ορισμένα καθοσιωμένα πλέον νεότερα αιτήματα, όπως π.χ. η διαπολιτισμική ή διεθνοτική συνύπαρξη, φροντίζοντας να τα προβάλλει σ’ ένα κλειστό παρελθόν και στην εικόνα ενός Άλλου που δεν ενοχλεί πια το κοινό αίσθημα (π.χ. οι Τούρκοι, ελέω και των τουρκικών σίριαλ). Πώς λοιπόν να μην είναι τόσο δημοφιλές;

Η λογοτεχνική κριτική έπαιξε τον ρόλο της στην κατίσχυση αυτής της λογοτεχνίας. Μένοντας προσηλωμένη στο επιμέρους, αποφεύγοντας αλλεργικά τις σφαιρικές θεωρήσεις και υπερτονίζοντας την αισθητική αυτονομία του λογοτεχνικού κειμένου, αποθέωσε την ομφαλοσκοπία, τη ναρκισσιστική καλλιγραφία, τον εστέτ μιζεραμπιλισμό, τις αυτιστικές ονειροδρομίες. Είναι χαρακτηριστική η συχνή, δήθεν ρεαλιστική δήλωση επιφανών εκπροσώπων της ότι αρκεί να έχουμε κάθε χρόνο δυο-τρία καλά μυθιστορήματα για να είμαστε ευχαριστημένοι από τη σοδειά. Καλά με ποιους όρους, με ποια προοπτική;

Η άξια λογοτεχνία βλέπει τον κόσμο χωρίς τα γυαλιά κοινόχρηστων μύθων, δοξασιών και συνηθειών. Αν είναι καθρέφτης μιας κοινωνίας, δεν είναι με την έννοια ότι της γυρίζει την εικόνα που θέλει να έχει για τον εαυτό της. Αλλά η λογοτεχνία της Μεταπολίτευσης λειτούργησε, δυστυχώς, σαν τον καθρέφτη της ματαιόδοξης βασίλισσας στη «Χιονάτη».

Σχολείο

Λόρενς Ντάρελ: εκατό χρόνια από τη γέννηση ενός «κυνικού φιλέλληνα»
Η πολιτική μεταστροφή του Λαυρέντη Δουρέλλη

Γράφει ο Θεόδωρος Γρηγοριάδης, TA NEA 7.4.12

image

Γεννημένος το 1912 στη βρετανοκρατούμενη Ινδία, στο Παντζάμπ, από γονείς επίσης γεννημένους εκεί, ο Ντάρελ αγάπησε και υιοθέτησε μικρότερες πατρίδες. Εζησε στο Παρίσι, στην Κέρκυρα, στην Αθήνα, στο Κάιρο, στην Αλεξάνδρεια, στη Ρόδο, στο Μπουένος Αϊρες, στο Βελιγράδι, στην Κερύνεια, στη Λευκωσία και στη Νιμ. Με μια «θιβετιανή» αντίληψη της ζωής, ο εκπατρισμένος Βρετανός μίσησε τον αγγλικό τρόπο ζωής που τον χαρακτήριζε «αγγλικό θάνατο», σαν «αυτοψία». Αναζήτησε πρωτίστως την ευρωπαϊκή ταυτότητα, κάτι που τότε επιδίωκαν πολλοί άγγλοι συγγραφείς και βίωσε τη λογοτεχνική του επιφοίτηση λουσμένος στο φως και στα νερά της ελληνικής Μεσογείου.

«Στιγματίστηκα έντονα από την Ελλάδα, την αρχαία και τη σύγχρονη. Για να με κατανοήσετε πρέπει πρώτα να εκτιμήσετε την Ελλάδα». Στην Ελλάδα έγινε συγγραφέας και μιλούσε καλά ελληνικά. Θα δικαιωνόταν – κατά τον Γιώργο Σαββίδη – ακόμη και ο εξελληνισμός του ονόματός του: Λαυρέντης Δουρέλλης. Μπολιασμένος με το γονίδιο της περιπλάνησης, ο Λάρι κατέφυγε πρώτα στο Παρίσι του μοντερνισμού, στις αρχές της δεκαετίας του ’30 και μετά στην Κέρκυρα όπου έφερε και τους οικονομικά αδύνατους συγγενείς του. Εκεί έζησαν λιτά σε ένα κλίμα που προσομοίαζε με εκείνο της Ινδίας. Στο χωριουδάκι Καλάμι, μακριά από την πόλη, ο εκπατρισμένος Ντάρελ έγραψε και το πρώτο του σημαντικό μυθιστόρημα, «Το μαύρο βιβλίο» (1938), επηρεασμένο από τον «Τροπικό του Καρκίνου» (1934) του Χένρι Μίλερ. Οι δυο τους συνάντησαν στην Ελλάδα ό,τι καλύτερο πνευματικά είχε να επιδείξει τότε ο τόπος μας. Γνώρισαν τον Γιώργο Κατσίμπαλη, στο Μαρούσι, ακούγοντάς τον να απαγγέλλει ποιήματα του Σεφέρη στα αγγλικά. Η αρχή της πιο σημαντικής λογοτεχνικής ελληνοαγγλικής παρέας είχε γίνει. Η παρέα συμπεριελάμβανε τον ζωγράφο Χατζηκυριάκο-Γκίκα, τον ποιητή Αντωνίου, τον γιατρό Θεόδωρο Στεφανίδη, την Ιωάννα Τσάτσου. Οταν ο Στεφανίδης μετέφρασε στα αγγλικά τον «Ερωτόκριτο» ο Ντάρελ θα έγραφε τον πρόλογο. Κοντά τους θα προσέρχονταν και άλλοι πνευματικοί άνθρωποι. Ο ποιητής Μπέρναντ Σπένσερ μαζί με τον Ντάρελ και τον Νάνο Βαλαωρίτη θα μετέφραζαν πρώτη φορά τον Σεφέρη στα αγγλικά.

Φυσικά η Ελλάδα των Ντάρελ και Μίλερ ήταν ένα κατασκεύασμα των δικών τους ιδεοληψιών: άπλετο φως, ταπεινή ζωή, σεμνοί άνθρωποι, συνέχεια της παράδοσης και της ιστορίας. Και οι δύο πάντως, έσκυβαν περισσότερο στην καθημερινότητα της χώρας και αφουγκράζονταν τον λαό και την παράδοση διαμορφώνοντας τον νέο φιλελληνισμό που, στα τέλη της δεκαετίας του ’30, συνομιλούσε διαδραστικά με τη δική μας Γενιά του ’30. Ο Εντμουντ Κήλυ σημειώνει χαρακτηριστικά ότι ο Ντάρελ καταθέτει στη δεκαετία του ’30 την πιο αποτελεσματική απόπειρα της αγγλικής ποίησης να αμφισβητήσει τη μεταβυρωνική οπτική για την Ελλάδα, που πρόβαλε ο λογοτεχνικός φιλελληνισμός του 19ου αιώνα. Με τα ποιήματά του «έδωσε μια νέα προοπτική και έναν νέο τρόπο αποτύπωσης της χώρας που βασιζόταν σε αυτό που έβλεπε και που μετέτρεπε σε λόγο σύγχρονο, λυρικό ή άλλο».

Ο Λόρενς Ντάρελ έφυγε από την Κέρκυρα το 1940, φοβούμενος τον πόλεμο. Από το νησί θα κουβαλούσε μέσα του ένα άγραφο βιβλίο, τη «Σπηλιά του Πρόσπερου» (1945), που θα γραφόταν στην Αλεξάνδρεια, όταν θα φυγαδευόταν εκεί μέσω Κρήτης. Σε αυτό το βιβλίο διέσωζε στη μνήμη τις ομορφιές ενός νησιού, μιας «Εδέμ» που έβγαινε μέσα από την ποίηση του Σαίξπηρ: το νησί του Πρόσπερου. Η αγάπη του βρετανού συγγραφέα για τα ελληνικά νησιά καταγράφηκε και στα άλλα έργα του. Στη Ρόδο θα γράψει τη «Θαλάσσια Αφροδίτη» (1953) και πολύ αργότερα «Τα ελληνικά νησιά» (1978) που υμνολογούν το ελληνικό φως, «το γυμνό μάτι του Θεού». Οπως ο Τζον Φάουλς και παλαιότερα ο Εντουαρντ Λίαρ, έτσι και ο Ντάρελ θα προσδώσει μια μυθολογική καθημερινότητα στα νησιά, θα τα καταστήσει τόπους απόδρασης από την κουρασμένη, «συναχωμένη», Δύση. Οι κριτικοί μίλησαν για «islomania» του Ντάρελ, δηλαδή για τη «νησομανία» του. Ο Ντάρελ προώθησε την Ελλάδα ως έναν τόπο πνευματικής αναπτέρωσης και αυτό παρέσυρε τα μετέπειτα χρόνια και άλλους συγγραφείς και ταξιδιώτες, όπως ο Πάτρικ Λι Φέρμορ, που αναζητούσαν τη μεσογειακή Ανατολή. Τα μισά και παραπάνω από τα 280 ποιήματά του έχουν ελληνικό θέμα.

Ο Ντάρελ μετακόμισε το ’40 από την Αθήνα στην Καλαμάτα για να διευθύνει ένα αγγλόφωνο σχολείο. Μετά τη γερμανική εισβολή κατέφυγαν οικογενειακώς με καΐκι στην Κρήτη όπου συναντήθηκε με τον Σεφέρη, κάτω από πολύ δύσκολες συνθήκες επιβίωσης. Στη συνέχεια βρέθηκε, μαζί με τη γυναίκα και την κόρη του, στην Αίγυπτο. Στην Αλεξάνδρεια, έχοντας οδηγό τα βιβλία του Φόρστερ και τα ποιήματα του Καβάφη, προσπάθησε να ξαναβιώσει την πόλη. Εκεί, ο Ντάρελ υπηρέτησε στο Γραφείο Τύπου της Βρετανικής Στρατιωτικής Διοίκησης και ήταν περιζήτητος στα σαλόνια, στις φιλολογικές παρέες, μα κυρίως στις συντροφιές των αλεξανδρινών γυναικών, κράμα φυλών και αινιγματικής ομορφιάς. Στην Αλεξάνδρεια συνάντησε και τη δεύτερη γυναίκα του, την Εύα Κοέν, στην οποία αφιέρωσε την «Ιουστίνη».

Τέσσερα χρόνια αργότερα ο Ντάρελ μετακομίζει στη Ρόδο όπου υπηρέτησε ως Υπεύθυνος Πληροφοριών, εκδίδοντας μια εφημερίδα στα ελληνικά, ιταλικά και τουρκικά, όταν το νησί απελευθερώθηκε από τους Ιταλούς και βρισκόταν υπό βρετανική κατοχή. Στο μεταξύ στην Αθήνα είχαν ξεσπάσει τα Δεκεμβριανά, ο Ντάρελ όμως διέθετε περιορισμένο πολιτικό ένστικτο για να κατανοήσει τι ακριβώς συνέβαινε πέρα από τα Δωδεκάνησα. Τότε είναι που αρχίζει να μεταστρέφεται ιδεολογικά, καθώς η αφοσίωσή του στις υπηρεσίες της πατρίδας του αρχίζει να ρίχνει σκιές στο φιλελληνικό παρελθόν. Οταν η Ρόδος ενσωματώνεται στην Ελλάδα, αυτός φεύγει στο Βελιγράδι όπου ολοκληρώνει το βιβλίο της Ρόδου. Στο μεταξύ οι πολιτικές του απόψεις, αντικομμουνιστικές και συντηρητικές, τον αποξενώνουν από τους έλληνες φίλους του.

Η καθοριστική μεταστροφή των πολιτικών του πεποιθήσεων γίνεται όμως όταν περνά στην Κύπρο το 1953-56. Ο Σεφέρης, του οποίου μετέφρασε μια ανθολογία ποιημάτων όσο ήταν στη Ρόδο, ήταν ο πρώτος που το αντιλήφθηκε και ανησύχησε. Ως διευθυντής της Υπηρεσίας Πληροφοριών στην Κύπρο ο Ντάρελ τήρησε καθαρά φιλοβρετανική στάση και έγινε στόχος επιθέσεων, «τρομοκρατικών», όπως τα περιγράφει στο βιβλίο του «Πικρολέμονα» (1957), ένα μυθιστόρημα που, όταν εκδόθηκε, εξόργισε τον κύκλο του και σήμανε το τέλος των επισκέψεών του στο νησί και στην Ελλάδα. Παρ’ όλα αυτά ο Ντάρελ συνέβαλε στην αναγνώριση του Σεφέρη στο εξωτερικό αν και η ψύχρα ανάμεσά τους παρέμενε για χρόνια μετά. Ο Σεφέρης τον αποκάλεσε «ανθυποkipling» και «κυνικό φιλέλληνα». Με τα «Πικρολέμονα» ο Ντάρελ προκάλεσε τη συγγραφή δύο σημαντικών ελληνικών βιβλίων. Ο Ρόδης Ρούφος, που υπηρετούσε ως υποπρόξενος στο νησί το 1954, έγραψε το 1960 κατευθείαν στα αγγλικά τη «Χάλκινη εποχή», αλλά από την αγγλική έκδοση αφαιρέθηκε το κεφάλαιο όπου κρινόταν το βιβλίο του Ντάρελ. Αργότερα ο Κώστας Μόντης, με τις «Κλειστές πόρτες» (1964), έδωσε μια ολοφάνερη απάντηση στα «Πικρολέμονα».

Ο Ντάρελ θα πεθάνει εντέλει στη Γαλλία, σε ηλικία 78 ετών, από εγκεφαλικό στο σπίτι του το 1990. Παντρεμένος τέσσερις φορές είχε αποκτήσει τέσσερις κόρες, αλλά τα τελευταία χρόνια της ζωής του επισκιάστηκαν από την αυτοκτονία της κόρης του Σαπφούς (από την Εύα Κοέν) το 1975, που παρουσίαζε ψυχολογικά προβλήματα και άφησε ημερολόγια όπου κατηγορούσε τον πατέρα της για ερωτική κακοποίηση. Τίποτε δεν μπορεί να στηρίξει τα επιχειρήματά της, αλλά η ιστορία αυτή θα παραμείνει ένα αναπόδεικτο σκοτεινό αίνιγμα.

Κατηγορίες:λογοτεχνία Ετικέτες: ,
  1. Δεν υπάρχουν σχόλια.
  1. No trackbacks yet.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: