Αρχική > βιβλία > Βιβλία ανοιχτά, Βιβλιοθήκες γεμάτες…

Βιβλία ανοιχτά, Βιβλιοθήκες γεμάτες…

clip_image001

A good book has no ending 

R.D. Cumming

Γιατί όταν βλέπουμε έναν άνθρωπο να έχει ανοιχτό βιβλίο, νιώθουμε έναν σεβασμό; Πού ακριβώς βρίσκεται αυτός / αυτή  που διαβάζει; Γιατί το φως στις βιβλιοθήκες είναι πάντα πιο φωτεινό; Γιατί οι άνθρωποι των βιβλιοθηκών έχουν μια διάχυτη ευγένεια σε κάθε κίνησή τους; Τι ακριβώς γεύονται; Το ανακαλύπτουν μέσα στα βιβλία ή είναι αρκετό το διαρκές άγγιγμα των βιβλίων που κάνουν; Οι άνθρωποι των βιβλιοθηκών πώς φαντάζονται τον κόσμο; Γιατί οι άνθρωποι που διαβάζουν μοιάζουν μεταξύ τους όπου γης και όπου χρόνου; Ποια ακριβώς είναι η ουσία του διαβάσματος;

Και ακόμα, αν η πολιτική δεν μπορεί να αλλάξει (να κάνει καλύτερο) τον κόσμο, μήπως ο κόσμος του βιβλίου είναι ο καλύτερος δρόμος προς τούτο; Υπάρχει η δημοκρατία των Γραμμάτων; Πρέπει να την επινοήσουμε και πώς; Το ανοιχτό βιβλίο, η γεμάτη βιβλιοθήκη είναι το μονοπάτι γι’ αυτή τη δημοκρατία;

In books lies the soul of the whole Past Time: the articulate audible voice of the Past, when the body and material substance of it has altogether vanished like a dream. 

Thomas Carlyle

Επιμέλεια: Νίκου Τσούλια

Το τελευταίο θρόισμα του «γερο-Χαρτ»

Βασίλης Πης, ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ 11.3.10

Το μόνο μειονέκτημα που θα έχει στο μέλλον το ηλεκτρονικό βιβλίο είναι ότι δεν θα μπορείς να σχίσεις μια σελίδα, να υπογραμμίσεις με «αναλογικό» μελάνι λέξεις και φράσεις, να τσακίσεις τη σελίδα πριν κοιμηθείς και να ακούσεις το θρόισμα του χαρτιού, του «γερο-Χαρτ», όταν αλλάζεις σελίδα.

Δεν είμαι από τους θιασώτες της συγκατοίκησης (αυτό ζούμε τώρα) ψηφιακής γραφής και χαρτιού. Μέσα σε είκοσι, το πολύ τριάντα χρόνια ο «γερο-Χαρτ» θα πεθάνει. Μην ξεχνάμε ότι με την εφεύρεση της τυπογραφίας το χειρόγραφο σε διάρκεια τριάντα ετών έγινε σπάνιο είδος και συλλεκτικό αντικείμενο.

Η γνωστική ικανότητα δεν θα αντικατασταθεί από την πληροφορική δεξιότητα. Η προσπάθεια να αρθρώσει δομημένο και κριτικό λόγο η νέα γενιά δεν θα αποτύχει. Ποιος μπορεί να αποδείξει ότι η πληροφορική δεξιότητα δεν θα παρέχει κριτική σκέψη στο μέλλον; Μη βγάζουμε γρήγορα συμπεράσματα. Η σημερινή αέναη ροή δεδομένων και πληροφοριών, η απέραντη «φλυαρία» του κενού, ήδη παρουσιάζει σημάδια κόπωσης, αλλά ούτε και θα μειώσει την ανθρώπινη επινόηση και εφευρετικότητα. Μην καταδικάζετε σε θάνατο τη λογοτεχνία. Μπορεί να γραφτούν διαμάντια στο μέλλον, που θα ζήλευε κάθε επίδοξος «αναλογικός» συγγραφέας.

Αν η «αφήγηση είναι μια ενστικτώδης προσπάθεια να διαχειριστείς το μυστήριο, το χάος, την αναστάτωση», όπως γράφει ο Γκράχαμ Σουίφτ, αν τα μελλοντικά ψηφιακά βιβλία που θα διαβάζουμε μας «ξυπνούν με μια γροθιά στο κρανίο», όπως γράφει ο Φραντς Κάφκα, αν η «αναλογική» λογοτεχνία βάζει τους ήρωές της να κάνουν όσα δεν μπορούμε εμείς, αν είναι ένα «υπνωτικό αποτελεσματικό», όπως γράφει ο Γκαρθία Γκουάλ, ποιος μπορεί να αποδείξει ότι η ψηφιακή λογοτεχνία δεν θα δημιουργήσει στο μέλλον καινούριους φανταστικούς χώρους, όπου μέσα από αυτούς θα γνωρίσουμε καλύτερα την πραγματικότητα;

Αν ένα μυθιστόρημα, σύμφωνα με τον Χάρολντ Μπλουμ, για να θεωρείται αυθεντικό οφείλει να διαθέτει γνωστική δύναμη που οδηγεί στην αυθυπαρξία του συγγραφέα, σοφία, άψογο και επιδέξιο χειρισμό των μεταφορών, ποιος μας εγγυάται ότι το ψηφιακό μυθιστόρημα δεν θα πληροί τους παραπάνω όρους; Αν «όπως όλη η τέχνη είναι η απόδειξη ότι η ζωή δεν μας αρκεί», σύμφωνα με τον Φερνάντο Πεσόα, αν η κύρια λειτουργία της λογοτεχνίας, σύμφωνα με τον Αντόνιο Ταμπούκι, «είναι να συνδιαλέγεται κριτικά με το ανησυχητικό πρόσωπο των καιρών, να προκαλεί και να αφυπνίζει», γιατί να καταδικάσουμε από τώρα τις νέες γενιές ότι θα απολέσουν την κριτική σκέψη, δεν θα αφυπνίζονται και θα βρίσκονται σε διαρκή έλλειψη προσήλωσης;

Αν η γλώσσα είναι υποχρεωμένη να συμπεριλάβει στο μέλλον (αν και έχει ήδη αρχίσει, τουλάχιστον στον κινηματογράφο) τη γλώσσα των επιστημών και των νέων τεχνολογιών, τότε η ψηφιακή γραφή είναι σίγουρο ότι μπορεί τη δουλειά αυτή να την κάνει καλύτερα.

Αν οι συγγραφείς του «αναλογικού» (χάρτινου) βιβλίου δεν μοιράζουν, σύμφωνα με τον ήρωα ποιητή Ικέμ στο μυθιστόρημα του Ατσέμπε Τσινούα, οδηγίες αλλά μοιράζουν πονοκεφάλους, ποιος μας διαβεβαιώνει ότι το ψηφιακό βιβλίο ή η ψηφιακή γραφή γενικότερα δεν θα μοιράζει δυνατότερους πονοκεφάλους και δεν θα μας ταράζει εντονότερα;

Αν σκοπός της λογοτεχνίας είναι μια έξυπνη απόδραση από τη σύγχυση του σημερινού κόσμου ή, σύμφωνα με τον Νάσο Βαγενά, «είναι να μας προσφέρει με την είσοδό μας στον κόσμο του καλλιτεχνικού έργου, που είναι ένας κόσμος αρμονικός, την αίσθηση μιας υπέρτατης ισορροπίας και αρμονίας, μιας κάθαρσης ψυχικής φύσεως την οποία ο άνθρωπος διακαώς αποζητεί, κινούμενος από μια έμφυτη επιθυμία υπέρβασης της ανθρώπινης κατάστασης», με ποιον τρόπο και σε ποιον βαθμό θα μειωθεί με το ψηφιακό βιβλίο η παραπάνω ισορροπία; Μήπως θα μεταμορφωθεί όπως «οι μεταμορφώσεις της μνήμης είναι τόσες πολλές όσες της πεταλούδας»;1

Αν διαβάζουμε βιβλία για να γνωρίσουμε τις ιστορίες των άλλων, να δώσουμε παράταση ζωής, να γνωρίσουμε το παρελθόν και να κάνουμε οικείο το παρόν, να βάλουμε απέναντί μας τους φόβους μας, να καταρρίψουμε όρια και να καταργήσουμε σύνορα, να γνωρίσουμε τον κόσμο των ιδεών, μύθους, να μάθουμε για τις επινοημένες ιστορίες των άλλων, να διαβάσουμε επινοημένα ψέματα που μοιάζουν με αλήθεια και στέκονται ακίνητα σαν σαύρες στον ήλιο, να γνωρίσουμε τις νέες τεχνολογίες, να αποκτήσουμε δομημένη γνώση… να μάθουμε να απορρίπτουμε, ποιος μας βεβαιώνει ότι ο μελλοντικός κόσμος θα αποκλείσει όλα τα παραπάνω;

Το σίγουρο είναι ότι το βιβλίο, αναλογικό ή ψηφιακό, δεν θα μας οδηγήσει στην αρετή – πώς μια καλλιεργημένη Γερμανία έφτασε στο ολοκαύτωμα; Σίγουρο είναι ότι μεταμορφώνει όχι μόνο τον αναγνώστη αλλά και τον ίδιο τον συγγραφέα.

Αν η λογοτεχνία, σύμφωνα με τον Ουμπέρτο Εκο, «μας εκπαιδεύει απέναντι στη μοίρα και τον θάνατο», αν είναι το κλέψιμο από το σώμα της ομορφιάς, αν είναι μια γροθιά στον χρόνο για να τον κάνουμε να σταματήσει -έστω φευγαλέα- ή μια γροθιά στον θάνατο, αν με τη λογοτεχνία εντασσόμαστε σε μια μόνιμη κατάσταση αναστάτωσης, εξερεύνησης και εξέγερσης, τότε με ποιον τρόπο θα τα ακυρώσει όλα αυτά η ψηφιακή γραφή;

Αν οι «χάρτινες» λέξεις σήμερα υποκαθίστανται συχνά από άλλες ισχυρότερες μορφές επικοινωνίας, όπως είναι οι τηλεοπτικές και οι διαδικτυακές εικόνες και ο κινηματογράφος, στο μέλλον η ψηφιακή γραφή, οι λέξεις της επιστήμης και της τεχνολογίας θα είναι οι μόνες που αναπνέουν. Θα αποκτήσουν νέα δυναμική. Αν θέλουμε να εξερευνήσουμε τα άστρα, δεν φτάνει μόνο η εικόνα. Η εξελιγμένη γλώσσα επικοινωνίας με τα νέα δυναμικά της συστήματα θα υπερνικήσει την εικόνα. Μια φράση θα ισοδυναμεί με χίλιες εικόνες.

Στο ψηφιακό βιβλίο θα υπάρχει χώρος για αμφισβήτηση και αμφιβολία, γιατί ο άνθρωπος, σε κάθε εποχή, με κάθε μέσο θα προσπαθεί να μείνει ζωντανός, μπαίνοντας σε δοκιμασίες και αποτολμώντας τα αδύνατα, ακόμα και αν οι απέραντες εκτάσεις του σύμπαντος με τις μακριές και ψυχρές σιωπές, με τις μακρινές φήμες τους, μας προκαλούν πολυχρόνιο δέος.

Οταν όλα τα χάρτινα βιβλία θα έχουν γίνει συλλεκτικά αντικείμενα και σκόνη στο μεγάλο μουσείο της μνήμης, όταν τα αγάλματα των αναγορευμένων κλασικών θα έχουν γίνει μαρμαρόσκονη, η ψηφιακή παράδοση θα καταφέρει να σώσει τις λέξεις για να ηχούν για καιρό στα αυτιά των ανθρώπων και να τους τρυπούν με βελόνα κάπου κάπου τη μνήμη τους.

Αν το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ζητεί την προστασία της ελεύθερης πρόσβασης των χρηστών στο Διαδίκτυο και όταν για πρώτη φορά «δηλώνεται ότι η πρόσβαση στο Διαδίκτυο είναι βασικό εργαλείο για την άσκηση των θεμελιωδών δικαιωμάτων και ελευθεριών»2, τότε σέβομαι το δικαίωμά σου και την ελευθερία σου να γράφεις στο χαρτί, σεβάσου όμως και την επιθυμία μου να γράφω, να διαβάζω στην οθόνη, χωρίς να απορρίπτω το χαρτί.

Ισως θα ήταν προτιμότερο να έρθουμε από τώρα αντιμέτωποι με τους φόβους μας, όπως είναι η μελλοντική συνάντηση με εξωγήινους ή αυτό που ισχυρίζεται ο Μπιλ Γκέιτς, ότι πρέπει να είμαστε έτοιμοι στο μέλλον να αντιμετωπίσουμε τη διαδραστική λειτουργία ηλεκτρονικού υπολογιστή και ανθρώπινου εγκεφάλου.3

Είμαι σίγουρος ότι η νέα γενιά θα βρει τον τρόπο «να αποδράσει από τη νεογλώσσα των μίντια, από αυτήν τη νέα αφηγηματική τάξη η οποία παγιδεύει τη σκέψη επιδιώκοντας να τη χειραγωγήσει, να τη βυθίσει σε ένα εικονικό περιβάλλον, να της φιλτράρει τις προσλήψεις των αισθήσεων, να της ελέγξει τη συμπεριφορά και τις ιδέες».4

1. Ναμπόκοφ.

2. Το θεμελιώδες δικαίωμα της πρόσβασης στο Διαδίκτυο αναγνωρίζει η Ε.Ε. in.gr 24-11-2009 18:18.

3. «Το Βήμα» Κυριακή 6/12/2009, «Το μέλλον των εφημερίδων» του Αναστάση Βιστωνίτη

4. Cristian Salmon «Storytelling», εκδόσεις Πολύτροπον 2008.

Σχολείο

 

imageΜαθήματα επανάστασης

ΤΑ ΝΕΑ 13 Μαρτίου 2012

Τι είναι ο σοσιαλισμός; Είναι εφικτή η οικοδόμηση μιας σοσιαλιστικής κοινωνίας; Ποια είναι η σχέση ατόμου και πρωτοπορίας μέσα σε μια επανάσταση; Πώς μπορεί να λειτουργήσει μια σχεδιασμένη οικονομία σε όφελος της συντριπτικής πλειονότητας του λαού, όπου δεν ενδημεί η γραφειοκρατία; Πώς μπορεί να αλλάξει η φύση της εργασίας ώστε να γίνει δημιουργική για το άτομο και ταυτόχρονα να συμβάλει στην κοινωνία; Ο μεγάλος λατινοαμερικανός επαναστάτης στοχάζεται πάνω στη ζωντανή εμπειρία της κουβανικής επανάστασης και απαντά στα παραπάνω, άκρως επίκαιρα ερωτήματα.

Σχολείο

«Πυρά» κατά της «Θείας Κωμωδίας» του Δάντη από οργάνωση κατά του ρατσισμού

Για αντισημιτισμό, ισλαμοφοβία και ομοφοβία κατηγορείται η «Θεία Κωμωδία» του Δάντη, από οργάνωση κατά του ρατσισμού που συνεργάζεται με τα Ηνωμένα Έθνη.

Αντισημιτικά, ισλαμοφοβικά και ομοφοβικά στοιχεία διακρίνει στην «Θεία Κωμωδία» του Δάντη, οργάνωση που συνεργάζεται υπό την ιδιότητα του ειδικού συμβούλου με το Οικονομικό και Κοινωνικό Συμβούλιο των Ηνωμένων Εθνών, αναπτύσσοντας προγράμματα εκπαίδευσης στο πεδίο των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της καταπολέμησης των φυλετικών ή άλλων διακρίσεων.

Η οργάνωση «Gherush92» ζητά να αφαιρεθεί η «Θεία Κωμωδία», ένα από τα πλέον εμβληματικά έργα της παγκόσμιας γραμματείας, από τα σχολικά προγράμματα στις χώρες όπου διδάσκεται ή να συνοδεύονται τα χωρία που περιλαμβάνονται στα σχολικά εγχειρίδια από ειδικό σχολιασμό.

Η πρόταση προκάλεσε πολλές αντιδράσεις στην Ιταλία, όπου η «Θεία Κωμωδία» αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της σχολικής ύλης. Η οργάνωση, ωστόσο, επιμένει ότι το έργο του Δάντη βρίθει αντισημιτικών, ισλαμοφοβικών και ομοφοβικών στοιχείων. Όπως δηλώνει στο πρακτορείο ειδήσεων Adnkronos η πρόεδρος της οργάνωσης Βαλεντίνα Σερένι, σε πολλές ωδές του ποιήματος γίνεται ευρεία χρήση του όρου «Ιουδαίος», ο οποίος έχει αρνητικό πρόσημο αφού με αυτόν τον όρο περιγράφονται οι άνθρωποι που είναι φιλάργυροι και παραδόπιστοι.

«Μελετώντας την ‘Θεία Κωμωδία’ οι νέοι είναι υποχρεωμένοι, χωρίς να τους δίδονται οι απαραίτητες επεξηγήσεις, να εκτιμούν ένα έργο που δυσφημεί τον εβραϊκό λαό», εξηγούν οι υπεύθυνοι της οργάνωσης που σημειώνουν ακόμη ότι στην 23η ωδή ο Δάντης τιμωρεί με ιδιαίτερο τρόπο τον Καϊάφα: ο αρχιερέας του συμβουλίου, που καταδίκασε τον Ιησού, σταυρώνεται γυμνός στο έδαφος, ενώ οι υπόλοιποι υποκριτές τον ποδοπατούν.

Η ισλαμοφοβία του Φλωρεντινού ποιητή κρύβεται, σύμφωνα με την Gherush92, στην 23η ωδή της Κόλασης. Ο Μωάμεθ βαρύνεται με την κατηγορία του σχίσματος και το Ισλάμ περιγράφεται ως αίρεση. Στον Προφήτη, που περιγράφεται με προσβλητικούς όρους, επιφυλάσσεται μια σκληρή τιμωρία: το σώμα του σκίζεται στα δύο, ώστε τα έντερά του να κρέμονται στα πόδια του. Η οργάνωση υπενθυμίζει ότι τα συγκεκριμένα αποσπάσματα αφαιρέθηκαν από την μετάφραση του έργου στα αραβικά.

Στους ομοφυλόφιλους επιφυλάσσεται, επίσης, μια πολύ σκληρή τιμωρία: οι «σοδομιστές», όπως αναφέρονται οι ομοφυλόφιλοι στο επικό ποίημα του Δάντη, τρέχουν κάτω από μια πύρινη φωτιά, καταδικασμένοι να μην σταματούν ποτέ. Οι ομοφυλόφιλοι εμφανίζονται και πάλι στην 26η ωδή του Καθαρτηρίου μαζί με τους ετεροφυλόφιλους που έχουν υποπέσει στο θανάσιμο αμάρτημα της λαγνείας.

«Δεν ζητάμε να λογοκριθεί το έργο», εξηγεί η Βαλέρια Σερένι. «Θέλουμε μόνο να αναγνωρισθεί με σαφή τρόπο ότι στη «Θεία Κωμωδία» υπάρχουν ρατσιστικά στοιχεία. Η τέχνη δεν μπορεί να απαλλάσσεται από κάθε κριτική. Εβραίοι, άπιστοι, ομοφυλόφιλοι, ειδωλολάτρες έχουν υποστεί διώξεις από τους χριστιανούς, έχουν πέσει θύματα διακρίσεων. Οι ίδιοι οδηγούνται από τον Δάντη στην Κόλαση και το Καθαρτήριο. Αυτό είναι ρατσισμός».

«Σήμερα, ο ρατσισμός θεωρείται αδίκημα, υπάρχουν νόμοι και διεθνείς συμβάσεις που προστατεύουν την πολιτισμική διαφορετικότητα από τις διακρίσεις, τη βία, το μίσος. Επομένως εάν διδάσκουμε αυτά τα χωρία στα σχολεία, παραβιάζουμε τον νόμο. Ζητούμε να παραλειφθούν αυτά τα χωρία από τα σχολικά προγράμματα ή τουλάχιστον να συνοδεύονται από τις απαραίτητες διευκρινίσεις και σχόλια», επισημαίνει η πρόεδρος της οργάνωσης.

Το αντεπιχείρημα, σε όσα υποστηρίζει η οργάνωση, είναι ότι η «Θεία Κωμωδία» πέφτει θύμα μιας αντίληψης που εξετάζει ακόμη και τα αριστουργήματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας και τους εκπροσώπους της κάτω από το πρίσμα της πολιτικής ορθότητας.

Δεν είναι η πρώτη φορά, πάντως, που ανοίγει αυτή η συζήτηση. Σύμφωνα με την «Κορριέρε ντελα Σέρα», όταν το 1996 επιλέγονταν τα πρόσωπα που θα διακοσμούσαν τα μελλοντικά χαρτονομίσματα του ευρώ, απορρίφθηκαν ο «αντισημίτης» Σέξπιρ, ο «μασόνος» Μότσαρτ και ο «ομοφυλόφιλος» Λεονάρντο ντα Βίντσι. Στη θέση τους προτιμήθηκαν γέφυρες που, όπως σημειώνει η ιταλική εφημερίδα, δεν μπορούν να κατηγορηθούν για τίποτα.

http://www.kathimerini.gr με πληροφορίες από ΑΜΠΕ, 14.3.12

Σχολείο

Βραβεία

Αυγή, 11/03/2012

Το βιβλίο δίνει χρόνο. Τον αντλεί εκ βαθέων, τον αποστάζει, τον αποκαθαίρει και τον προσφέρει. Η ηλικία του δημιουργού, όπως και τ’ άλλα γνωρίσματά του, καταφαίνεται μόνο στην ποιότητα του προσφερόμενου χρόνου. Δεν έχει σχέση με τα τυπικά δεδομένα του συγγραφέα.

Ο χρόνος είναι πάντα υποκειμενικός και μετρήσιμος, ανάλογα με το βάθος και την εμπειρία εκείνου που τον εισπράττει. Δεν μοιραζόμαστε όλοι από την ίδια πίττα, δεν βιώνουμε τον ίδιο χρόνο, ούτε μας απομένει ο ίδιος χρόνος να ζήσουμε.

Ένα καλό βιβλίο επανορίζει το χρόνο και τον ανταλλάσσει με τον αναγνώστη του, όπως μπορεί ακόμη και να σπαταλά, να «κλέβει» χρόνο, εάν είναι κακό.

Η βράβευση δηλαδή από την Πολιτεία «πρωτοεμφανιζόμενου συγγραφέα, με ανώτατο όριο την ηλικία των 35», δεν έχει παρά επικοινωνιακό σκοπό και στοχεύει αλλού. Ελάχιστα ενθαρρύνει τον δημιουργό, καθώς υποτιμά το ίδιο το έργο, στηρίζοντας τη συμβατική τάξη του κόσμου με στερεοτυπικούς και ρατσιστικούς όρους. Είναι ποτέ δυνατόν η Τέχνη να ορίζει την προοπτική των πραγμάτων και των ανθρώπων;

Την πραγματική ηλικία του συγγραφέα την πιστοποιεί η ποιότητα του βιβλίου του. Αυτό ενέχει και την ηλικία του. Με τούτο εξάλλου το τεκμήριο χαρακτηρίζεται ως συγγραφέας.

Γοητευτικότερο θα ήταν, εάν ενστερνιζόμασταν παρόμοιες λογικές, να βραβεύεται «ο γεροντότερος» συγγραφέας. Αφού με τη νεανικότητα και το σφρίγος του έργου του, επιμένει να αναγελάει, να περιπαίζει την πραγματικότητα και να την ανατρέπει.

ΑΝΔΡΕΑΣ ΜΗΤΣΟΥ,
Μέλος της Επιτροπής Κρατικών Βραβείων του Υπουργείου Πολιτισμού

Σχολείο

Ο Παπαδιαμάντης «ξαναζεί» στις εκκλησίες της Πόλης

Ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος, οι ηθοποιοί Αγγελος Αντωνόπουλος και Νένα Μεντή και οι συγγραφείς Ζυράννα Ζατέλη, Θωμάς Κοροβίνης, Κώστας Ακρίβος θα διαβάσουν αποσπάσματα από το έργο του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη σε εκκλησίες της Κωνσταντινούπολης.

Ο Παπαδιαμάντης «ξαναζεί» στις εκκλησίες της Πόλης

Ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος, οι ηθοποιοί Αγγελος Αντωνόπουλος και Νένα Μεντή και οι συγγραφείς Ζυράννα Ζατέλη, Θωμάς Κοροβίνης, Κώστας Ακρίβος θα διαβάσουν αποσπάσματα από το έργο του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη σε εκκλησίες της Κωνσταντινούπολης.

Οι εκδηλώσεις αυτές εντάσσονται στο συνέδριο για τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη με τον τίτλο «100+1 χρόνια Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης», που διοργανώνεται στο Ζωγράφειο Λύκειο στην Κωνσταντινούπολη, από την Πέμπτη έως την Κυριακή.

Το έργο και την προσωπικότητα του μεγάλου Σκιαθίτη διηγηματογράφου θα μελετήσουν και θα προσεγγίσουν μαθητές, πανεπιστημιακοί, λογοτέχνες, ηθοποιοί, κληρικοί και δημοσιογράφοι, στο πλαίσιο ενός μαθητικού συνεδρίου που διοργανώνεται από το Ζωγράφειο Λύκειο και τα Εκπαιδευτήρια Μαντουλίδη της Θεσσαλονίκης, υπό την αιγίδα του Οικουμενικού Πατριαρχείου.

Επίσης, στις αίθουσες του Ζωγραφείου θα λειτουργεί έκθεση ζωγραφικής μαθητών με θέμα «100+1 χρόνια Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης». Στο συνέδριο θα λάβουν μέρος περισσότεροι από 150 μαθητές από 12 δημόσια και ιδιωτικά ελληνικά σχολεία και τρία ομογενειακά της Πόλης.

Σχολείο

Τον Οκτώβρη το πρώτο Διεθνές Βραβείο Νίκου Καζαντζάκη

«Διεθνές Βραβείο Νίκου Καζαντζάκη» θεσπίζει η Διεθνής Εταιρεία Φίλων Ν. Καζαντζάκη, με την ευκαιρία της συμπλήρωσης πενήντα χρόνων από τον θάνατο του μεγάλου και του δημοφιλέστερου Ελληνα συγγραφέα στο εξωτερικό, για τη σύνταξη γραπτού έργου ή πρωτότυπης καλλιτεχνικής δημιουργίας, εμπνευσμένων από το έργο του.

Τον Οκτώβρη το πρώτο Διεθνές Βραβείο Νίκου Καζαντζάκη

«Διεθνές Βραβείο Νίκου Καζαντζάκη» θεσπίζει η Διεθνής Εταιρεία Φίλων Ν. Καζαντζάκη, με την ευκαιρία της συμπλήρωσης πενήντα χρόνων από τον θάνατο του μεγάλου και του δημοφιλέστερου Ελληνα συγγραφέα στο εξωτερικό, για τη σύνταξη γραπτού έργου ή πρωτότυπης καλλιτεχνικής δημιουργίας, εμπνευσμένων από το έργο του. Το πρώτο βραβείο θα απονεμηθεί στην Αθήνα τον Οκτώβριο του 2013, έτος της εικοστής πέμπτης επετείου από την ίδρυση της Εταιρείας Φίλων, η οποία φέτος διοργανώνει εκδηλώσεις για την πεντηκοστή επέτειο από τον θάνατο του Καζαντζάκη σε 61 χώρες.

Στον διεθνή διαγωνισμό για το βραβείο Ν. Καζαντζάκη, το οποίο θα απονέμεται κάθε τρία χρόνια στην Αθήνα τον μήνα Οκτώβριο, σε ανάμνηση της ημερομηνίας θανάτου του συγγραφέα, έχουν δικαίωμα συμμετοχής άτομα οιασδήποτε εθνικότητας, ηλικίας ή τόπου διαμονής. Η εργασία τους, ένα γραπτό κείμενο (διδακτορική διατριβή, μελέτη ή έρευνα κ.λπ.) ή μια καλλιτεχνική δημιουργία (ντοκιμαντέρ, ραδιοφωνική ή τηλεοπτική εκπομπή, θεατρική ή ποιητική προσαρμογή -διασκευή, μουσικό έργο, γλυπτική, ζωγραφική κ.λπ.), θα υποβάλλεται σε μία από τις τέσσερις εξής γλώσσες: Αγγλικά, Ισπανικά, Γαλλικά, Ελληνικά. Θα τιμάται εκ περιτροπής είτε το γραπτό κείμενο είτε η καλλιτεχνική δημιουργία.

Σχολείο

Αναστάσης Βιστωνίτης, ΤΟ ΒΗΜΑ 11.3.12

Γιατί ο Διαφωτισμός είναι ακόμη ζωντανός

Η σημασία των ιδεών της Γαλλικής Επανάστασης σήμερα, σε μια εποχή όπου η αναζήτηση της αλήθειας παρουσιάζεται επιτακτική

Γιατί ο Διαφωτισμός είναι ακόμη ζωντανός

Εδώ και σχεδόν τρεις δεκαετίες παρατηρείται το φαινόμενο να αμφισβητούνται ανοιχτά οι ιδέες του Διαφωτισμού. Παλαιότερα αυτό θα το θεωρούσε κανείς σχεδόν αδιανόητο. Αλλά η πτώση του Τείχους του Βερολίνου και η δυσπιστία έναντι των μεγάλων ιδεολογικών συστημάτων σε συνδυασμό με τις προκλήσεις της λεγόμενης παγκοσμιοποίησης επανέφεραν στο προσκήνιο το ερώτημα: παραμένει άραγε ο Διαφωτισμός ο συνδετικός ιστός των νεότερων δημοκρατιών ή είναι απλώς ένας ευρωκεντρικός μύθος που διαστρεβλώνει το περιεχόμενο της Ιστορίας;

Η αμφισβήτηση εντάθηκε εξαιτίας της ανάπτυξης του μεταμοντερνισμού που οδήγησε στην επικράτηση του σχετικισμού και στη μερική ή ολική απόρριψη – ακόμη και στην κατασυκοφάντηση – των αξιών που επικράτησαν με τη Γαλλική Επανάσταση.

Ο Τσβετάν Τόντοροφ, ιστορικός των ιδεών και βασικός εκπρόσωπος της Θεωρίας της Λογοτεχνίας στη Γαλλία, έγραψε το δοκίμιο Προς υπεράσπιση του Διαφωτισμού όχι για να επιστρέψει στο παρελθόν, τον 18ο αιώνα και την εποχή των Φώτων, αλλά για να εξετάσει με θετική και κριτική ματιά το περιεχόμενο και τις αξίες του Διαφωτισμού στα σημερινά πλαίσια προβάλλοντας εκ νέου μια από τις θεμελιώδεις αξίες του: το κύρος της αλήθειας.

Οι ιδέες του Διαφωτισμού, τονίζει, θα πρέπει να αναζητηθούν στο βάθος του χρόνου, στον κόσμο της αρχαιότητας. Εχουν επομένως πανανθρώπινη αξία, γι’ αυτό και δεν είναι μόνον ευρωπαϊκή υπόθεση. Εν τούτοις, στην Ευρώπη θεμελιώθηκαν και καθιερώθηκαν, θέμα στο οποίο αφιερώνει και το τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου του. Και μπορεί μεν ο Διαφωτισμός να ανήκει στο παρελθόν, αλλά η παρελθοντολογία αντίκειται στο περιεχόμενό του, αλλιώς δεν θα μπορούσε να απαλλάξει μεγάλο μέρος της ανθρωπότητας από τον σκοταδισμό, τις αυθαιρεσίες της εξουσίας και τον φανατισμό. Αφού όμως τα παραπάνω αναχρονιστικά φαινόμενα επανέρχονται σήμερα, αταβιστικά σχεδόν, είναι καθήκον μας να κρατήσουμε ζωντανό το πνεύμα του Διαφωτισμού.

Οι βασικοί εκπρόσωποι του Διαφωτισμού τον 18ο αιώνα οραματίζονταν την ενηλικίωση της ανθρωπότητας, που προϋποθέτει τη χειραφέτηση, την αυτονομία και την απελευθέρωση της γνώσης. Η ενηλικίωση αυτή ωστόσο παραμένει το μεγάλο ζητούμενο και ενδεχομένως να μην επέλθει ποτέ, συμπεραίνει ο Τόντοροφ. Ωστόσο η αναζήτηση της αλήθειας παρουσιάζεται επιτακτική και σήμερα. «Αυτή φαίνεται να είναι η αποστολή του είδους μας» γράφει. «Να επωμίζεται αυτό το καθήκον κάθε μέρα γνωρίζοντας ότι δεν τελειώνει ποτέ».

Σχολείο

Encyclopedia Britannica halts print publication after 244 years

The paper edition of the encyclopedia ends its centuries-long run, but is it a victim or beneficiary of the digital age?

Tom McCarthy. guardian.co.uk, Tuesday 13 March 2012

Encyclopedia Britannica

Seven million sets later, Encyclopedia Britannica will no longer publish volumes in print. Photograph: Robert Mullan / Alamy/Alamy

Its legacy winds back through centuries and across continents, past the birth of America to the waning days of the Enlightenment. It is a record of humanity’s achievements in war and peace, art and science, exploration and discovery. It has been taken to represent the sum of all human knowledge.

And now it’s going out of print.

The Encyclopedia Britannica has announced that after 244 years, dozens of editions and more than 7m sets sold, no new editions will be put to paper. The 32 volumes of the 2010 installment, it turns out, were the last. Future editions will live exclusively online.

For some readers the news will provoke malaise at the wayward course of this misguided age. Others will wonder, in the era of Wikipedia, what took the dinosaur so long to die. Neither view quite captures the company or the crossroads.

Jorge Cauz, president of Encyclopedia Britannica, Inc, suggested that the encyclopedia was already something of a relic within the company itself, which has long since moved its main business away from its trademark publication and into online educational tools.

"The company has changed from a reference provider to an instructional solutions provider," Cauz said. He projects that only 15% of the company’s revenue this year will come from its namesake publication, mostly through subscriptions and app purchases. "The vast majority" of the remaining 85% of revenue is expected to come from educational products and services, said Cauz, who declined to provide dollar amounts but said the company was profitable.

Encyclopedia Britannica, Inc, is owned by the Swiss banking magnate Jacqui Safra. The company’s websites, which include Merriam-Webster dictionaries, attracted more than 450 million users over the course of 2011, according to internal numbers.

If the company’s move over the last decade into the education market is an impressive example of corporate versatility, the competitive difficulties the encyclopedia faces are easy to grasp.

Wikipedia English has 3.9m articles. The comprehensive Britannica has about 120,000. Wikipedia is free. The DVD Britannica, which includes two dictionaries and a thesaurus, costs $30 on Amazon. Individuals will also be able to sign up for an annual $70 subscription (universities will be charged about $1 per student).

Cauz said the product was worth the price.

"We may not be as big as Wikipedia. but we have a scholarly voice, an editorial process, and fact-based, well-written articles," Cauz said. "All of these things we believe are very, very important, and provide an alternative that we want to offer to as many people as possible. We believe that there are 1.2 to 1.5bn inquiries for which we have the best answer."

Asked whether the decision to end the publication’s monumental run had not caused a backlash inside the company, Cauz said the opposite was true.

"The transition has not been that difficult," he said. "Everyone understands we needed to change. As opposed to newspapers, we felt the impact of digital many years ago – we had a lot of time for reflection. Everyone is very invigorated.

"We are the only company that I know of, so far, that made the transition from traditional media to the digital sphere, and managed to be profitable and to grow."

But what of the kids who will no longer grow up in the beneficent shadow of the physical volumes, or be guided in their learning by happy chance, as when they go looking for "kookaburra" and accidentally encounter "komodo dragon" on an adjacent page?

"I understand that for some the end of the Britannica print set may be perceived as an unwelcome goodbye to a dear, reliable and trustworthy friend that brought them the joy of discovery in the quest for knowledge," Cauz wrote in a company announcement. The product will improve, however, when it finally leaves the space constraints and black-and-white finality of print behind, he said.

"Today our digital database is much larger than what we can fit in the print set. And it is up to date because we can revise it within minutes anytime we need to, and we do it many times each day."

Σχολείο

Λαμπρινή Κουζέλη, ΤΟ ΒΗΜΑ 11.3.12

Τα βιβλία της απελευθέρωσης

Η καταγραφή των τίτλων που εκδόθηκαν λίγο πριν και λίγο μετά την ίδρυση του ελληνικού κράτους.

image

Χαλκογραφημένη παράσταση από το εξώφυλλο του τόμου «Αριθμητικής στοιχειώδη μαθήματα, προς χρήσιν των παιδίων της Ελλάδος», Εν Μελίτη, Από την εξ Αμερικής Τυπογραφίαν, 1830

«Ποιος έλληνας πολίτης έχει δικαίωμα ψήφου; Η ιδιοκτησία αποτελεί κρίσιμο παράγοντα; Και αν ναι, τότε μήπως πρέπει η κυβέρνηση να δώσει στους μη έχοντας ιδιοκτησία τα μέσα να αποκτήσουν;» ερωτά στις 14 Φεβρουαρίου 1830 τη Γερουσία ο πρώτος κυβερνήτης του ανεξάρτητου ελληνικού κράτους Ιωάννης Καποδίστριας. Τα ερωτήματα περιλαμβάνονται αναλυτικά, μαζί με την απάντηση της Γερουσίας, σε οκτασέλιδο φυλλάδιο τυπωμένο την ίδια χρονιά από την Εθνική Τυπογραφία, πιθανότατα στο Ναύπλιο.

Οποιος επιθυμεί να διαβάσει το κείμενο μπορεί να ανατρέξει σε ένα από τα τέσσερα αντίτυπα που εντοπίζονται στη Βιβλιοθήκη της Βουλής, στα Γενικά Αρχεία του Κράτους και στη Δημόσια Βιβλιοθήκη της Χίου. Αυτά μαθαίνουμε από τον δεύτερο τόμο της Ελληνικής Βιβλιογραφίας του 19ου αιώνα (1819-1832) που μόλις κυκλοφόρησε από τα κατάλοιπα του άοκνου βιβλιογράφου Φίλιππου Ηλιού (1931-2004). Ο όγκος της πληροφορίας που περικλείεται κωδικοποιημένη στα 1.412 λήμματα που περιλαμβάνει ο τόμος προκαλεί ίλιγγο: για την πολιτική και την κοινωνική ιστορία, για την ιστορία των θεσμών, των ιδεών, της εκπαίδευσης, των επιστημών και προπάντων του βιβλίου.

Τα ιστορικά ενδιαφέροντα του Φίλιππου Ηλιού, γιου του πολιτικού της Αριστεράς Ηλία Ηλιού, εντοπίζονται από νωρίς στον χώρο των ιδεών, των νοοτροπιών και των κοινωνικών μορφωμάτων. Εκείνο που τον χαρακτηρίζει ως ερευνητή είναι η βούληση για εποπτεία όλης της ύλης. «Δεν του αρκούσαν οι δειγματοληψίες, ήθελε να ξέρει και το παραμικρό τεκμήριο της Ιστορίας» εξηγεί ο ιστορικός Σπύρος Ασδραχάς, παλαιός φίλος και συνοδοιπόρος του. «Ετσι έφθασε να συγκεντρώσει έναν τεράστιο αμητό, προϊόν του οποίου είναι κατά κύριο λόγο το βιβλιογραφικό του έργο».

Η ποσοτική ιστορία την οποία γνωρίζει ο Ηλιού στη Γαλλία του προσφέρει τη μέθοδο για να τιθασεύσει το υλικό που συλλέγει. Ο πρώτος τόμος κυκλοφορεί την άνοιξη του 1998 και εισάγει ένα νέο παράδειγμα στην ελληνική βιβλιογραφία. Με πηγές την τρίτομη Ελληνική Βιβλιογραφία 1800-1863 (1939-1957) του Δ. Σ. Γκίνη και του Β. Γ. Μέξα, τις μεταγενέστερες προσθήκες και το υλικό νέας έρευνας, ο Ηλιού αποθησαυρίζει τις αυτοτελείς εκδόσεις που απευθύνονται σε ελληνόφωνους και ελληνόγλωσσους πληθυσμούς κομίζοντας εντυπωσιακό πλήθος στοιχείων.

Στην αναλυτική καταγραφή τίτλων και περιεχομένων, σύμφωνα με το παράδειγμα του θεμελιωτή της ελληνικής βιβλιογραφίας Εμίλ Λεγκράν, προστίθενται πληροφορίες για τα τιράζ και τις επανεκδόσεις, για προαγγελίες και βιβλιοκρισίες, για τους συνδρομητές, για τη διασπορά των αντιτύπων σε βιβλιοθήκες της ημεδαπής και της αλλοδαπής, φωτομηχανικές ανατυπώσεις των εξωφύλλων σε σμίκρυνση που εκφράζουν την αισθητική και τις τυπογραφικές δυνατότητες των εκδοτών, στατιστικοί πίνακες, ποικίλα ευρετήρια και ερμηνεία των ευρημάτων. Η βιβλιογραφία του αποτελεί μια περιεκτική ιστορία του ελληνικού βιβλίου και ταυτόχρονα προσφέρει την ερευνητική υποδομή για μια κοινωνική ιστορία της ανάγνωσης.

Αυτό το πρότυπο ακολούθησε ο δεύτερος τόμος, που προέρχεται από την επεξεργασία των καταλοίπων του Ηλιού στο Εργαστήρι Βιβλιογραφίας «Φίλιππος Ηλιού» του Μουσείου Μπενάκη, με την επιμέλεια της Πόπης Πολέμη, παλαιάς συνεργάτιδος του Ηλιού, και τη συνεργασία των Αναστασίας Μυλωνοπούλου και Ειρήνης Ριζάκη. Ξεφυλλίζοντάς τον ο τόμος αφηγείται με ενάργεια την ταραχή του πολέμου, τις μετακινήσεις, τις ιδεολογικές ζυμώσεις, τις μεταβολές και τη νέα συνείδηση που διαμορφώνεται στα κρίσιμα χρόνια του Αγώνα και της ίδρυσης του ελληνικού κράτους.

Την περίοδο αυτή η παραγωγή περιορίζεται και ο χάρτης του κόσμου του βιβλίου ανατρέπεται. Νέα γεωγραφία και νέα εκδοτικά κέντρα, νέο τιτλολόγιο, νέοι συντελεστές, νέο αναγνωστικό κοινό. Η βουτιά της εκδοτικής παραγωγής από τους 104 τίτλους το 1819 στους 38 το 1821 και στους 28 το 1822 – τη χαμηλότερη τιμή της περιόδου – μαρτυρεί τον αναβρασμό της Επανάστασης, που ανακόπτει την εκδοτική ανάπτυξη των προεπαναστατικών χρόνων.

Στα χρόνια που ακολουθούν ο λαός που αγωνίζεται για την ελευθερία και την αυτοδιάθεσή του ενδιαφέρεται για πολιτικά συστήματα και νόμους και αναζητεί υποδείγματα. Το 1821 μεταφράζεται το γαλλικό Σύνταγμα του 1814 και το 1824 τυπώνεται στο Μεσολόγγι μετάφραση του βρετανικού και του αμερικανικού Συντάγματος.

Λίγο αργότερα το νεοσύστατο κράτος χρειάζεται σχολικά εγχειρίδια. Το Εγχειρίδιον διά τ’ αλληλοδιδακτικά σχολεία του Γάλλου Λουί-Σαρλ Σαραζέν μεταφράζεται το 1830 με την έγκριση της κυβέρνησης, τυπώνεται σε 550 αντίτυπα και διανέμεται δωρεάν στα σχολεία, ενώ βρετανοί ιεραπόστολοι εφοδιάζουν από τη Μάλτα και το Λονδίνο τους έλληνες μαθητές με μεταφράσεις διδακτικών αναγνωσμάτων.

Η εκδοτική παραγωγή αυξάνεται σταδιακά και φθάνει το 1830 τους 139 τίτλους, με το εκπαιδευτικό βιβλίο να παίρνει το προβάδισμα από το θρησκευτικό των προεπαναστατικών χρόνων. Η λαϊκή λογοτεχνική βιβλιοθήκη υποχωρεί και η λόγια λογοτεχνία αναβαθμίζεται, με εξέχουσες περιπτώσεις τις Ωδές του Κάλβου και τον Υμνο του Σολωμού, ενώ οι μεταφράσεις αυξάνονται, πρώτα από την αγγλική γλώσσα και ακολούθως από τη γαλλική.

Τα εντυπωσιακά τιράζ των βενετικών εκδόσεων του 1823 του Ψαλτηρίου (50.000 αντίτυπα), της Οκτωήχου (100.000 αντίτυπα) και της Χρησίμου παιδαγωγίας (150.000) αποτελούν μεμονωμένες περιπτώσεις. Τα περισσότερα βιβλία τυπώνονται σε 1.000 αντίτυπα και τα έντυπα της περιόδου παραμένουν, όπως τα προηγούμενα χρόνια, ολιγοσέλιδα. Το 44% της παραγωγής δεν υπερβαίνει καν τις 48 σελίδες.

Τυπογραφεία σε 28 νέες πόλεις

Ριζικά διαπιστώνουμε ότι μεταβάλλεται την περίοδο αυτή ο εκδοτικός χάρτης. Η Βενετία, που στην προεπαναστατική εικοσαετία τύπωνε το 52% των τόμων, υποχωρεί σε ποσοστό 16,7%, αντιστοίχως και η Βιέννη. Τυπογραφεία πρωτοεμφανίζονται στην Αθήνα, στην Αίγινα, στο Ναύπλιο, στην Κόρινθο, στο Μεσολόγγι, σε συνολικά 28 πόλεις στις απελευθερωμένες περιοχές που παράγουν το 45,4% του ελληνικού βιβλίου, φτωχού συνήθως σε τυπογραφικά στοιχεία και εικονογράφηση.

Γύρω από τα νέα εκδοτικά κέντρα αναπτύσσεται μια νεωτερική φιλελεύθερη λογιοσύνη. Ανθρωποι με ποικίλες γεωγραφικές και κοινωνικές προελεύσεις που έχουν περιπλανηθεί στην Ανατολή και έχουν σπουδάσει στη Δύση, φορείς της νέας «εθνικής συνείδησης», καταφθάνουν στο νέο κράτος, στελεχώνουν τη διοίκηση, την εκπαίδευση και τον Τύπο και «διακονούν με ποικίλα μέσα εκείνην που ο Κοραής ωραία αποκαλεί "Επιστήμη της Ελευθερίας"».

Πολλά βιβλία κυκλοφορούν και την περίοδο αυτή με τη μέθοδο της συνδρομής και δημοσιεύουν καταλόγους με στοιχεία των συνδρομητών τους που επιτρέπουν να γίνουν εκτιμήσεις για το αναγνωστικό κοινό. Κατάλογο 930.000 γνωστών συνδρομητών ελληνικών βιβλίων για την περίοδο 1749-1922 κατέλιπε ο Φίλιππος Ηλιού, ο οποίος κατέληξε στο συμπέρασμα ότι την περίοδο 1819-1832 το αναγνωστικό κοινό διευρύνεται και «οι περιοχές του νεότευκτου κράτους γίνονται το μεγάλο κέντρο ζήτησης και κατανάλωσης του ελληνικού βιβλίου».

Ολα αυτά τα στοιχεία αντλούμε διατρέχοντας τον 800σέλιδο καλαίσθητο τόμο. Ποια η χρηστικότητά του όταν η σύνολη Ελληνική Βιβλιογραφία του 19ου αιώνα φιλοξενείται στον ιστότοπο του Μουσείου Μπενάκη από το 2008; θα αναρωτηθεί ο αναγνώστης. Η έντυπη έκδοση, που κυκλοφορεί με CD του εξαντλημένου πρώτου τόμου, «επιτρέπει τη συνολική εποπτεία», όπως επισημαίνει στην εισαγωγή της η Πόπη Πολέμη – και όπως διαπιστώνουμε από την ανάγνωση.

Σε κάθε περίπτωση, έντυπα και ηλεκτρονικά, καρπός μόχθου όχι ενός αλλά πολλών ανθρώπων, τέτοια έργα στοιχειοθετούν μια υποδομή από καιρό χρειαζούμενη για να παρακολουθήσουμε πώς η ελληνική εκδοτική παραγωγή εκτινάσσεται στους 9.000 τίτλους ετησίως σήμερα και συρρικνώνεται, με ό,τι καλό ή κακό συνεπάγεται αυτό, από τις 52 πόλεις της περιόδου 1819-1832 στην τελεία του αθηναϊκού κέντρου.

Σχολείο

Δ. Ν. Μαρωνίτης, ΤΟ ΒΗΜΑ 11.3.12

Με ανοιχτά χαρτιά

Για συνοπτικό, εκατόν τριάντα σελίδων, βιβλιάριο πρόκειται, αφτιασίδωτο, ωφέλιμο και διαβαστερό. Κυκλοφόρησε τον Νοέμβριο της περασμένης χρονιάς – στα χέρια μου έφτασε στα μέσα του φετινού Γενάρη. Επιγράφεται Ο κύκλος του βιβλίου και υπογράφεται Ο συγγραφέας, ο επιμελητής-τυπογράφος, ο εκδότης, ο κριτικός, ο αναγνώστης. Απογράφει έντεκα εισηγήσεις, που αντιστοιχούν (με αλφαβητική σειρά) στους: Νάσο Βαγενά, Ρέα Γαλανάκη, Γιάννη Δάλλα, Αιμίλιο Καλιακάτσο, Δημοσθένη Κούρτοβικ, Πέτρο Μάρκαρη, Σπύρο Μολφέτα, Νώντα Παπαγεωργίου, Σάκη Σερέφα, Μαρία Στεφανοπούλου, Πέτρο Τατσόπουλο. Οι εισηγήσεις ακούστηκαν (μαζί με κάποιες παραλειπόμενες στον έντυπο τόμο) σε ομόθεμο Επιστημονικό Συμπόσιο, που πραγματοποιήθηκε στις 3 και 4 Απριλίου του 2009, στο πλαίσιο ομόλογων συμποσίων της Εταιρείας Σπουδών της Σχολής Μωραΐτη, με ακαταπόνητο υπεύθυνο του προγράμματος τον Βασίλη Κρεμμυδά. Εδώ μια πρώτη, φυγόκεντρη ίσως, αναδρομή.

Δεν είμαι βέβαιος πότε και πώς άρχισαν να λειτουργούν στην Εταιρεία Μωραΐτη προφορικά συμπόσια, αποτυπωμένα ύστερα σε τόμους Πρακτικών. Ψάχνοντας πάντως στην, άτακτη έτσι κι αλλιώς, βιβλιοθήκη μου διαπίστωσα πως λειτουργούσαν ήδη συστηματικά (στο παραδοσιακό κτίριο της οδού Σίνα) από το 1980. Απόδειξη ο έντυπος «Κύκλος Σεφέρη» εκείνης της χρονιάς, που τον ακολούθησε το 1983 ο «Κύκλος Καβάφη». Τα μαθήματα πάντως και οι διαλέξεις ξεκίνησαν νωρίτερα: από το φθινόπωρο του 1974, αμέσως μετά την πτώση της χούντας. Την ευθύνη του σχετικού προγράμματος την είχε τότε, αν θυμάμαι καλά, ο ανεκτίμητος Κωστής Σκαλιόρας.

Μ’ αυτά και μ’ αυτά θέλω να πω πως είναι καιρός να συνταχθεί ένα κανονικό και πλήρες χρονικό της συμποσιακής και εκδοτικής αυτής ιστορίας, που συμπλήρωσε κοντά σαράντα χρόνια δραστήριας παιδείας, χωρίς, όσο ξέρω, να έχει προκύψει στο μεταξύ καμιά επίσημη επιβράβευση. Για να μη μιλάμε ωστόσο στον αέρα, το προκείμενο βιβλιάριο προσφέρει ευτυχώς, τυπωμένον στα αυτιά του εξωφύλλου, έναν ενδεικτικό κατάλογο συμποσίων και Πρακτικών (αρχίζοντας από το 1995) με αύξοντα αριθμό 26, συν 3 της σειράς «Εν έτει» και ένα στη σειρά «Νέοι ερευνητές». Σύνολο δηλαδή: 40. Για να φανούν το εύρος, το βάθος και ο τρόπος της παιδευτικής αυτής προσφοράς, αντιγράφω, σχεδόν στην τύχη, πέντε τίτλους: «Μαρξισμός: μια επανεκτίμηση», «Διονύσιος Σολωμός: κανόνας νεοελληνικού πνευματικού βίου;», «Ο έξω-ελληνισμός: Κωνσταντινούπολη και Σμύρνη 1800-1922», «Ευρώπη και νέος ελληνισμός», «Ο διάλογος ψυχανάλυσης και κοινωνικού δεσμού».

Επιστρέφω τώρα στο δικό μας βιβλιάριο, που σχηματίζει τον «Κύκλο του βιβλίου» στο γνωστό χτες, στο αμφίβολο σήμερα και στο άδηλο αύριο. Ο χώρος και ο χρόνος δεν με παίρνουν για ειδικές εκτιμήσεις των έντεκα εισηγήσεων, που λένε τα εύκολα και τα δύσκολα του θέματος με το όνομά τους. Αντ’ αυτού προσφεύγω σε γενικές διαπιστώσεις, εν είδει αναπόδεικτων αφορισμών.

Το βιβλίο υπήρξε ή έγινε καθ’ οδόν αόριστο φετίχ, που συνήθως το παίζουν οι βιβλιόφιλοι και εκείνο με τη σειρά του τους περιπαίζει. Τον πρώτο λόγο στην προκειμένη περίπτωση τον έχει ο συγγραφέας, τον τελευταίο ο εκπρόσωπος ή απρόσωπος εκδότης (ξενόγλωσσα παραδείγματα για τον αυθαίρετο ρόλο του παρατίθενται με χιούμορ στην εισήγηση του Πέτρου Μάρκαρη). Ο αναγνώστης παραμένει κατά κανόνα φάντασμα ταυτοπροσωπίας η ετεροπροσωπίας του συγγραφέα, όταν δεν μεταβάλλεται σε κερδοφόρο καταναλωτή. Η έξωθεν κριτική (εφήμερη ή δοκιμιακή) θεωρείται μάλλον αναγκαίο κακό, φορέας κάποτε αξιολογικών παρεξηγήσεων. Ως παράδειγμα βιβλίου προβάλλεται (ή υποβάλλεται) το πεζογράφημα (προπαντός το μυθιστόρημα), ενώ αποσιωπάται, σχεδόν εντελώς, η βιβλική τύχη της ποίησης, και αγνοείται παντελώς η πρακτική της μετάφρασης. Συμπερασματικά: ο προκείμενος «Κύκλος του βιβλίου» προσφέρει, ευθαρσώς και ανιδιοτελώς, προβλέψιμα αλλά και απρόβλεπτα στοιχεία, τα οποία κατά την εκτίμησή μου εντοπίζονται στις μαστορικές εισηγήσεις του, τελειομανούς και φανατικού, εκδότη-τυπογράφου Αιμίλιου Καλιακάτσου και της φερέγγυας επιμελήτριας των εκδόσεων του ΜΙΕΤ Μαρίας Στεφανοπούλου. Από όπου και το επόμενο απόσπασμα από το διεξοδικό (εξομολογητικό, θα έλεγα) κείμενό της, που φέρει τον απρόβλεπτο τίτλο «Από τον αναγνώστη των χειρογράφων στην ανάγνωση βιβλίων»:

«Η προσωπική ανάγνωση είναι πάντοτε μια νέα, πρώτη, πρωτότυπη γραφή του υπάρχοντος κειμένου. Είναι μια σχέση πολύ παλιά, εδραιωμένη σε βάθος χρόνου, πρωταρχική και αρχετυπική, όσο παλιά είναι η ανακάλυψη της τυπογραφίας […]. Η ανάγνωση είναι πρωτίστως σχέση, ζωντανή σχέση. Και η σχέση αυτή είναι πάνω από όλα επιθυμία και συνομιλία».

Με την ευκαιρία θυμίζω σχετική ομολογία του Σεφέρη, που έλεγε ότι θα προτιμούσε να είναι τυπογράφος, αν δεν συνέβαινε να γίνει ποιητής.

Σχολείο

imageΗ «Κιβωτός» των βιβλίων

Αλέκα Κυφιώτη, ΤΑ ΝΕΑ 10.3.12

Ο Μπρούστερ Καλ είναι ένας ανήσυχος άνθρωπος. Αφού πούλησε την εταιρεία του στο Amazon, ίδρυσε το Διαδικτυακό Αρχείο, που ταξινομεί ιστοσελίδες από όλο τον κόσμο. Και πάλι δεν έμεινε όμως ικανοποιημένος. Γι’ αυτό, σαν σύγχρονος Νώε, δημιούργησε ένα αρχείο – αποθήκη όπου διασώζει όλα τα έντυπα που πέφτουν στα χέρια του

Είναι ήδη 500.000, αλλά με την ταχύτητα που συγκεντρώνονται, κατηγοριοποιούνται και αποθηκεύονται σε κοντέινερ πλοίων σύντομα θα φτάσουν τα 10 εκατομμύρια. Ο λόγος για βιβλία και περιοδικά τα οποία ένας ευαίσθητος και επίμονος Αμερικανός, o Μπρούστερ Καλ, περισυλλέγει και αποθηκεύει επειδή… δεν εμπιστεύεται την ψηφιακή τους αποθήκευση στο Διαδίκτυο. «Πρέπει να διαφυλάσσουμε το παρελθόν καθώς ανακαλύπτουμε ένα νέο μέλλον», δήλωσε πρόσφατα στους «New York Times». «Δεν γνωρίζουμε ποια θα είναι η επανάσταση του Διαδικτύου και γι’ αυτό καλό είναι να έχουμε έναν εναλλακτικό τρόπο φύλαξης. Αν η Βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας είχε κάνει αντίγραφα και τα είχε στείλει στην Κίνα και την Ινδία, δεν θα είχαμε χάσει διά παντός θησαυρούς ανεκτίμητους για τον πολιτισμό της ανθρωπότητας».

Η ιστορία ξεκίνησε όταν το 1999 ο απόφοιτος του Τεχνολογικού Ινστιτούτου της Μασαχουσέτης (ΜΙΤ) πούλησε τη σούπερ κερδοφόρα εταιρεία του λήψης δεδομένων στην Amazon.com και στη συνέχεια ίδρυσε το Διαδικτυακό Αρχείο (Internet Archive). Πρόκειται για έναν μη κερδοσκοπικό οργανισμό ο οποίος ασχολείται με τη διαφύλαξη ιστοσελίδων – 150 εκατομμύρια μέχρι σήμερα – και την ευρεία διάδοσή τους. Η ιδέα τού κατέβηκε καθώς, μεταξύ άλλων, μετέφερε στο Αρχείο 2 εκατομμύρια βιβλία. Τότε ήρθε στην επιφάνεια η μεγάλη αγάπη του αλλά και η αξία που έχει γι’ αυτόν οτιδήποτε είναι τυπωμένο σε χαρτί, γεγονός εμφανές και σε προσωπικό επίπεδο. Το όνομα του γιου του, για παράδειγμα, είναι Κάσλον. Εχει δηλαδή το όνομα του διάσημου τυπογράφου του 18ου αιώνα Ουίλιαμ Κάσλον, ο οποίος εφηύρε τη γραμματοσειρά που χρησιμοποιήθηκε στην πρώτη έντυπη έκδοση της αμερικανικής Διακήρυξης της Ανεξαρτησίας. Ούτε ο ίδιος, λοιπόν, ούτε ο γιος του άντεχαν να στέλνουν στην ανακύκλωση τα βιβλία που σκάναραν. «Τι θα συμβεί αν βελτιωθεί η ποιότητα της ψηφιοποίησης και θα πρέπει να αντιγράψουμε ξανά τα βιβλία;» σκέφτηκαν. Κι έτσι ξεκίνησε η ιδέα της αποθήκευσης των βιβλίων και των περιοδικών. Η ιδέα διαδόθηκε γρήγορα και βρήκε πολλούς υποστηρικτές. Βιβλιοθήκες απ’ όλο τον κόσμο που δεν έχουν πλέον τη δυνατότητα αποθήκευσης, αλλά και ιδιώτες που κληρονόμησαν κάποιες σπουδαίες ιδιωτικές βιβλιοθήκες έσπευσαν να προσφέρουν τα βιβλία τους.

Η «Κιβωτός» του 51χρονου… Νώε βρίσκεται έξω από το Σαν Φρανσίσκο, στο Ρίτσμοντ. Εκεί έχουν τοποθετηθεί 15 μέτρα κοντέινερ πλοίων ενωμένα ανά δύο και μια ολόκληρη εγκατάσταση γραφείων, η οποία διαχειρίζεται το τιτάνιο έργο. Ενα έργο που μέχρι στιγμής έχει στοιχίσει στον εμπνευστή του 3 εκατομμύρια δολάρια. Κάθε εβδομάδα φθάνουν περίπου 20.000 νέοι τόμοι, οι περισσότεροι δωρεές από πανεπιστήμια και βιβλιοθήκες.

Τα βιβλία πάντως πριν καταλήξουν στην τελική τους θέση θα ταξιδέψουν μέχρι την Κίνα. Οι Κινέζοι προθυμοποιήθηκαν να φτιάξουν μια πανομοιότυπη ψηφιακή βιβλιοθήκη για ασφάλεια. Μετά τα σκαναρίσματα θα στείλουν πίσω στο Ρίτσμοντ τα βιβλία.

Σχολείο

Πώς και γιατί ευημερούν οι βιβλιοθήκες

ΤΟΥ ΕΥΓΕΝΙΟΥ ΑΡΑΝΙΤΣΗ, ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, 28.8.11

Απόψεις σαν αυτές που στοιχειοθετούνταν στα αμέτρητα δοκίμια και άρθρα με θέμα «το τέλος του βιβλίου» ήταν σταγόνα στον ωκεανό σε σύγκριση με το εύρος και την ένταση των συζητήσεων που έθεταν το ζήτημα της απόσυρσης της ανάγνωσης από το προσκήνιο ενόψει του απείρως ελκυστικού και πολύπλευρου δήθεν πλέγματος δυνατοτήτων που πρόσφεραν τα ταμπλό και τα κυκλώματα της ψηφιακής επικοινωνίας -στο εξής, τα πάντα θα ήταν, υποτίθεται, παιχνίδι, ανακατασκευή ή συναρμολόγηση, εγκυκλοπαιδικές ξεναγήσεις και δενδρώδεις διακλαδώσεις παραπομπών- με μια λέξη: hypertext.

Η σελίδα παραχωρούσε τη θέση της στην οθόνη, όπου θα την τιμούσαν μετά θάνατον διατηρώντας το όνομά της για τους λεγόμενους ιστότοπους.

Ετσι, κάθε απόπειρα διαπραγμάτευσης αυτού του θέματος εδώ, είναι περιττή και εξεζητημένη, αφού πρόκειται για κοινοτοπία ολκής· ακόμη και το να υποθέσεις πως η ανάγνωση της σελίδας κινητοποιεί την τάξη του συμβολικού, ενώ η ανάγνωση της οθόνης είναι καθαρή σάρωση σε όφελος αυτής της γενικής παραίσθησης επικοινωνίας που κυβερνάται απολυταρχικά απ’ το φαντασιακό μας -ακόμη και να πεις ότι η «ανάγνωση» της ηλεκτρονικής σελίδας υποβαθμίζεται απεριόριστα υποκύπτοντας στον εκμηδενισμό της φυσικής και a priori ρωμαλέας αντιπαλότητας λόγου/εικόνας, ή ότι εδώ δεν διαβάζεις αλλά ασκείσαι στον χειρισμό της ροής των πληροφοριών, σου στερεί το δικαίωμα να απολαύσεις την ελάχιστη έστω πρωτοτυπία.

Καλώς ή κακώς, η δυναμική της νέας πραγματικότητας μοιάζει ακαταμάχητη. Εχει κιόλας επιβάλει τις αρνητικές της επιδεξιότητες στους κάτω των 25 ετών (ή μήπως 35;), για τους οποίους, αίφνης, η σάρωση και ομαδοποίηση δεδομένων είναι η ίδια η εμπειρία της ηλεκτρονικής σελίδας και, κατ’ επέκτασιν, αναδρομικά, της τυπωμένης (π.χ. των σχολικών βιβλίων, αυτών που καίγονται πανηγυρικά τον Ιούνιο). Συλλαμβάνεται δηλαδή η σελίδα ως εικόνα ενός συστήματος ενδείξεων μάλλον παρά ως γραμμική αλληλουχία γλωσσικών συμβόλων, καθώς αυτά υποβιβάζονται σε σκηνικές οδηγίες ή οπτικά ίχνη απ’ τις φωνές που ακούν οι τρελοί και που ο Τέσλα, από θέση τυφλού προφήτη, τις κατέγραφε στα βραχέα.

Ανοίγοντας ένα βιβλίο στην τύχη, αφού η τύχη είναι ο μόνος τρόπος ν’ ανοίξεις ένα βιβλίο, τα παιδιά, θα το παρατηρήσατε, αποφεύγουν πλέον να εστιάσουν το βλέμμα στην επάνω αριστερή γωνία του κειμένου, στην αρχή της πρώτης αράδας (= χάσιμο χρόνου), και σημαδεύουν στο κέντρο της σελίδας, όπως θα έκαναν με μιαν οθόνη.

Περιττεύει να υπογραμμίσω ότι το κέντρο αυτό είναι το σημείο φυγής προς το οποίο κινούνται όλες οι μορφωτικές εξειδικεύσεις προκειμένου να απορροφηθούν στη χοάνη της διαδραστικής αφομοίωσης των φασμάτων του αιώνα που έρχεται – τα pixels απορροφώνται από την πελώρια μαύρη τρύπα του ίδιου εκείνου άγχους που μας διώχνει απ’ κάθε γαλήνια συνείδηση του παρόντος ως τέτοιου. Ενώ το κέντρο της σελίδας ήταν κάποτε ακίνητο σαν ουδέτερος άξονας, σήμερα εγγράφεται στο αναγνωστικό πλαίσιο ως πυκνωτής κειμένου και μοχλός επιτάχυνσης μιας εποπτικής περιδίνησης των εξακτινώσεων του ματιού που λεηλατεί εντυπώσεις.

Σε πείσμα της αδιάφορης αοριστίας υπό τη σκέπη της οποίας αποσταθεροποιείται η σχέση ματιού και κειμένου, το κέντρο αυτό κάνει να συγκλίνουν και να αποκλίνουν εναλλάξ όλα τα προσαγωγά ανύσματα, όλες οι απροσδιόριστες κατευθύνσεις και σκοπιμότητες των νευρωσικών μας λειτουργιών, προκαλώντας την ψευδαίσθηση ότι εκεί πέρα επικρέμαται ίσως κάποιου είδους απτό νόημα. (Κατ’ εξοχήν η οθόνη απαιτεί ένα βλέμμα απτικό, όχι συνειδησιακό.)

Τα γνωρίζαμε αυτά, όμως οι συγγραφείς και ποιητές δουλεύαμε ακόμη, υπογείως, υπέρ του έργου και του βιβλίου, αυτού που άνθισε κατά τη μεταπολίτευση, σε μια τελευταία αναλαμπή, σαν το φώσφορο πριν εκπνεύσει, και που το είχαμε θεωρήσει διαβατήριο προς τις εκπλήξεις της Δύσης, μιας χώρας για την οποία πιστεύαμε ότι είχε θεμελιωθεί τον μεσαίωνα πάνω στις διά χειρός αντιγραφές της αρχαίας φιλοσοφίας και ποίησης απ’ τους μοναχούς. Δεχόμενοι έστω να ενσωματώσουμε στο έργο (ή στο «έργο») τα χνάρια των απαντήσεων στις πιέσεις της καινούργιας κατάστασης, πάντως υπηρετούσαμε την ιδέα του έργου, φαινομενικά αμέριμνοι.

Κατ’ ουσίαν είμαστε μπερδεμένοι, όσο και φορτωμένοι, με την αγωνία μιας πιο πρόσφατης, και επώδυνα αντιφατικής κληρονομιάς εκ δυσμών, που μας προειδοποιούσε για το λυκόφως της λογοτεχνίας, όπως ήταν π.χ. το «ακατανόητο» έργο του Εγγονόπουλου ή τα σπαράγματα του ύστερου Καρούζου, όπου το δυτικό μερίδιο στις δοκιμασίες μιας ερμητικής και αμετάδοτης τέχνης φάνταζε κάθε άλλο παρά υποκείμενο στους νόμους της μοναστικής συλλογικότητας. Μας καλούσαν να γίνουμε δυτικοί συγγραφείς μόνον και μόνον για να προσυπογράψουμε το συμπέρασμα ότι η δυτική κουλτούρα, από ηθική και διαμεσολαβητική άποψη, έπνεε τα λοίσθια. Και αφού τα προκεχωρημένα φυλάκιά της βρίσκονταν ήδη εγκατεστημένα στην οδό Σόλωνος, ήταν σκέτη αφέλεια να αναρωτιόμαστε αν τα βιβλιοπωλεία θα έδιναν αύριο τη θέση τους στα fast food.

Με δύο λόγια, στην Ελλάδα κηδέψαμε το έργο κρυφά. Μαζί κηδέψαμε κρυφά και το βιβλίο ως εκδοτικό γεγονός -δηλαδή κρυφά απ’ τον εαυτό μας. Εκ των υστέρων, έμοιαζε προφανές ότι τα κουφέτα απ’ τον γάμο των εκδοτών με το μάρκετινγκ ήταν απλώς κόλλυβα κι ότι οι διθυραμβικές παρουσιάσεις τίτλων σε σημαιοστολισμένα βιβλιοπωλεία δεν κολάκευαν τίποτα διαφορετικό απ’ την νεκρώσιμη ατμόσφαιρα που επέβαλλε η ρουτίνα των δημοσίων σχέσεων. Η έννοια έργο, απέχοντας τώρα έναν ολόκληρο αιώνα απ’ τα καταστροφικά πειράματα του Τζαρά στο Καμπαρέ Βολτέρ, ήταν πια ένα τετριμμένο μετείκασμα άνευ πρωτοτύπου. Οι πολλοί άρχισαν να ξεφυλλίζουν το έργο σαν ύλη περιοδικού ή να το κρατούν υπό τύπον αξεσουάρ πολιτιστικής ενημέρωσης, ενώ οι λίγοι επιτρέψαμε στην επιτάφια ακολουθία να γίνει ιδιωτικά, στο περιθώριο των σελίδων, διά μέσου μιας ατέρμονης συστοιχίας ερωτημάτων.

Ετσι, και κατά πάσα πιθανότητα χωρίς να το συνειδητοποιούν, όσοι απ’ τη γενιά μου αποπειράθηκαν να φτιάξουν κάτι που έμελλε να αποδειχτεί ενδιαφέρον, δηλαδή οι συγγραφείς για τους οποίους αξίζει τουλάχιστον τον κόπο να συζητάμε, ανέπτυξαν απέναντι στο υποτιθέμενο «τελικό» λογοτεχνικό αντικείμενο -στο βιβλίο ως μανδύα του έργου- μια περίπλοκη σχέση αγάπης/μίσους με αλλόκοτα επακόλουθα, ενίοτε κωμικοτραγικά, οπωσδήποτε όμως εύγλωττα, εφόσον μιλούσαν, με πολύ παραστατικό τρόπο, για το διπλό αδιέξοδο της εποχής, δυτικό και ελληνικό.

Συνιστούσαν οι ίδιοι, με σάρκα και οστά, την απόληξη μιας ουδέποτε τελεσιδικούσας σύγχυσης ανάμεσα (απαριθμώ, επί τούτου, αντίστροφα): γ) στη σχετικά έγκαιρη συνειδητοποίηση ότι ήταν πλέον το κείμενο, όχι το έργο, που λογοδοτούσε για τον άνθρωπο, και δη σε βάρος του· β) στη διαιωνιζόμενη, ενστικτώδη, θρησκευτική τάση για απόδοση τιμών στο έργο, άρα και στο ανέφικτο πένθος γι’ αυτό -και α) στην αρχέγονη δυσπιστία προς τις εκδοτικές χειρονομίες ως ιερόσυλες αμφισβητήσεις των ποικίλων κρυφών σχολειών, όπου πρυτάνευε η αρετή του ερασιτέχνη.

Αντιλαμβανόμουν, λοιπόν, γύρω μου, ότι αν οι πιο αξιόλογοι συγγραφείς επεδίωκαν φυσιολογικά να εκδώσουν τα βιβλία τους, το απέφευγαν συνάμα μ’ ένα σωρό ελιγμούς και προσχήματα, κάτι σαν σπασμός ή λοξή μετατόπιση πέριξ ενός σταθεροποιητικού άλλοθι που η θέση του είχε μείνει κενή. Ενώ εξακολουθούσαν να επιθυμούν, ρομαντικά, τη λογοτεχνική τους ενσάρκωση, ένας βαθύτερος ενδοιασμός, μια βαθύτερη, ακαθόριστη απειλή τούς θύμιζε πως η έκδοση του βιβλίου, κάτω απ’ αυτές τις συνθήκες, ισοδυναμούσε με προσποίηση και δίσταζαν να δώσουν το πράσινο φως, γιατί το ερώτημα παρέμενε: πράσινο φως σε τι;

Ακριβώς! διότι: – ποιον αφορούσε το έργο; Ποιοι θα το «καταλάβαιναν»; Σε ποια ιστορικά συμφραζόμενα ανήκε, αφού η Ιστορία είχε ακινητοποιηθεί στην είσοδο των νέων τεχνολογιών τής εντός εισαγωγικών μεταμοντέρνας επικοινωνίας; Η ζωηρή και απρόσμενη αυτοπεποίθηση της γενιάς του ’70, αναιτιολόγητη έστω αλλά τόσο γόνιμη!, όλη αυτή η δημιουργική ευφορία που συνεπήρε, εκ του μηδενός, όσους μετείχαν στην επιθανάτια δόξα του βιβλίου ως δοκιμασμένου αντίδοτου στην κτηνώδη ηλιθιότητα της τηλεόρασης, είχε κατεδαφιστεί και ανάμεσα στους συγγραφείς άρχισαν να μετρούν εκείνοι, λίγοι αλλά εμφανείς, αν και όχι επιφανείς, που κατανοούσαν ότι αν το βιβλίο, και μαζί του το έργο, επρόκειτο να αντισταθεί στη νοοτροπία των ψηφιακών επιτευγμάτων διατηρούμενο σαν κάτι μουσειακό ή σαν είδος πολυτελείας, δεν θα κατόρθωνε να μείνει άμοιρο των αμφιταλαντευόμενων και αποσαρθρωτικών χειρονομιών που αυτό το πεπρωμένο σκηνοθετούσε.

Ξετύλιξα τις παραπάνω σκέψεις με σκοπό να δείξω την απώλεια της οποίας υπεραναπλήρωση αποτελεί, κατά την άποψή μου, ο πολλαπλασιασμός των θεσμών του βιβλίου, των παρουσιάσεων, των βραβείων, των ενθέτων του Τύπου, των περιοδικών, των ιστοσελίδων, των βιβλιοθηκών σε κάθε κωμόπολη και χωριό, των εκθέσεων, των εκπομπών, των συνεδρίων, των οργανισμών, των μεταφράσεων, των καταλόγων με τα «ευπώλητα» κ.λπ. κ.λπ. -παροξυσμική πιστοποίηση του ότι δήθεν το βιβλίο υπάρχει ακόμη και χαίρει άκρας υγείας. Με τη σειρά του, ο παροξυσμός διοχετεύεται την επομένη το πρωί στο πολιτισμικό μας hangover, ενισχύοντας την ένοχη μελαγχολία που καλύπτει τον κόσμο μας, ριζωμένη στην εξαφάνιση εκείνου του μαγικού αντικειμένου -του βιβλίου- όπου ο προαναφερθείς κόσμος είχε εναποθέσει ζηλότυπα το παρελθόν του. Αντίο, παρελθόν!

Οπότε, σ’ έναν κόσμο δίχως αίσθηση του πραγματικού χρόνου, ο συγγραφέας, επιλεγμένος με βάση τις αυξομειώσεις της φωτογένειας, δικαιούται πραγματικά τον τίτλο του άντρα της χρονιάς.

Σχολείο

Ανθρωποι και βιβλία

Κ. ΣΧΙΝΑ, ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ – 03/10/2008

Μπορεί κανείς να ανασυστήσει τη βιογραφία ενός προσώπου μέσα από τα βιβλία που τον είχαν ελκύσει; Ισως, όταν πρόκειται για τη βιογραφία του Οσκαρ Ουάιλντ, για τον οποίο μέγιστη επίδραση και εμπειρία ζωής ήταν το διάβασμα. Ο Thomas Wright στο βιβλίο του «Books maketh the man» τονίζει, ήδη από την αρχή, ότι η πρώτη ανάγνωση των αγαπημένων του συγγραφέων υπήρξε, για τον νεαρό Οσκαρ, «το ίδιο σημαντική όσο και η πρώτη συνάντηση με φίλους και εραστές». Και ίσως γι’ αυτό, αργότερα, θα χρησιμοποιούσε τα βιβλία ως δέλεαρ, προκειμένου να αποπλανήσει τους νεαρούς άνδρες που τον ενδιέφεραν.

Ο Γουάιλντ διάβαζε πολύ. Στα έντεκά του χρόνια μελετούσε Βολτέρο στο πρωτότυπο και ήξερε σχεδόν απ’ έξω την Αγία Γραφή· στην εφηβεία του λάτρευε τα γαλλικά μυθιστορήματα και έτρεφε πραγματικό πάθος για τον Μπαλζάκ. Αποφοίτησε από το Πανεπιστήμιο ως δεινός κλασικιστής, και λέγεται ότι διάβαζε τα αρχαία ελληνικά σαν να ήταν η μητρική του γλώσσα. Αργότερα, ανακάλυψε τον Γουόλτερ Πέιτερ, βυθίστηκε στον Φλομπέρ και ενδιαφέρθηκε για τα έργα του καρδινάλιου Νιούμαν. Στη φυλακή τού Ρέντινγκ, στα χρόνια της μεγάλης δοκιμασίας, σώθηκε χάρη στον Δάντη: η ποίησή του Φλωρεντινού αποτέλεσε «ασπίδα προστασίας για το πνεύμα του», έλεγε ο ίδιος. Στο κελί του, ανακάλυψε τους νεότερους συγγραφείς: τον Τόμας Χάρντι και τον Τζορτζ Μέρεντιθ. Και στο παρισινό ξενοδοχείο όπου άφησε την τελευταία του πνοή, το Νοέμβριο του 1900, ήταν επίσης περιτριγυρισμένος από βιβλία.

Σε ένα θερμό Επίμετρο, ο Τόμας Ράιτ ομολογεί το πάθος του για τον Ουάιλντ. Στην εφηβεία του είχε διαβάσει κοντά είκοσι φορές το «Πορτρέτο του Ντόριαν Γκρέι». Φοιτητής πια, έβαλε στόχο να διαβάσει κάθε βιβλίο που είχε πιάσει στα χέρια του ο Ουάιλντ. Ρίχτηκε με τα μούτρα στον Πλάτωνα, τον Κιτς, τον Σέξπιρ, τον Φλομπέρ, τους αρχαίους τραγικούς, τον Δάντη, τον Πέιτερ, τον Ροσέτι, τον Ράσκιν (ελπίζοντας ίσως ότι θα ταυτιστεί με το ίνδαλμά του;). Φοίτησε στο Κολέγιο Μόντλιν της Οξφόρδης, όπου φυλάσσονται χειρόγραφα των νεανικών επιστολών του συγγραφέα, και ξόδεψε και τις 5.000 λίρες του πρώτου και μόνου λογοτεχνικού βραβείου που απέσπασε, για να αγοράσει το αντίτυπο των «Δοκιμίων και Μελετών» του Σουίνμπορν, στο κιτρινισμένο εσώφυλλο του οποίου υπήρχε η εγγραφή «Οσκαρ Ουάιλντ, Κολέγιο Μόντλιν, Ιούλιος 1877».
Εργο πάθους και αφοσίωσης, η βιογραφία του Ουάιλντ υπερασπίζεται την αμφισβητούμενη άποψη ότι τα βιβλία διαμορφώνουν χαρακτήρες, δημιουργούν προσωπικότητες. Οσοι εξακολουθούν να τη συμμερίζονται θα βρουν το βιβλίο τουλάχιστον συγκινητικό.

Σχολείο

Ανταλλαγή ιδεών

Του Μιχάλη Μητσού, ΤΑ ΝΕΑ 29.6.10

«Ο σκοπός των βιβλίων είναι να καταπολεµούν τη µοναξιά»: η φράση αυτή του Ντέιβιντ Φόστερ Ουάλας βρίσκεται στην αρχή µιας συνέντευξης που έδωσε στον συγγραφέα Ντέιβιντ Λίπσκι και κυκλοφόρησε πρόσφατα µε τη µορφή βιβλίου.

Μ’ έναν µαγικό τρόπο, όποιος διαβάζει αυτό το βιβλίο µε τη βοήθεια του ηλεκτρονικού αναγνώστη Κindle της Αmazon διαπιστώνει ότι η συγκεκριµένη φράση είναι υπογραµµισµένη. Οχι επειδή επέλεξε να το κάνει ο συγγραφέας ή ο εκδοτικός οίκος, αλλά επειδή ξεχώρισαν αυτή τη φράση πολλοί αναγνώστες. Η Αmazon αποκαλεί αυτή τη λειτουργία «δηµοφιλή αποσπάσµατα». Με λίγα λόγια, παρατηρεί ο Στίβεν Τζόνσον στους Νιου Γιορκ Τάιµς, όταν κλείνουµε την τηλεόραση και καθόµαστε στον καναπέ να διαβάσουµε, διαπιστώνουµε ότι ξεφυλλίζουν µαζί µας το ίδιο βιβλίο και κάποιοι – όχι και τόσο – αόρατοι αναγνώστες. Σε λίγο καιρό ίσως να µπορούµε και να τους συναντάµε και να ανταλλάσσουµε απόψεις µαζί τους. Η εκτίµηση του Ουάλας δικαιώνεται, αν και µε διαφορετικό τρόπο από εκείνον που φανταζόταν.

Είναι αλήθεια ότι µπορεί κανείς να απενεργοποιήσει τη συγκεκριµένη λειτουργία. Οπως φυσικά µπορεί να διαβάσει το βιβλίο του στην παραδοσιακή, χάρτινη µορφή του, φροντίζοντας να επικρατεί γύρω του απόλυτη ησυχία.
Για να συνεχίσει να προοδεύει η κοινωνία όπως συµβαίνει από την εποχή του Γουτεµβέργιου, η ανάγνωση πρέπει να είναι µοναχική και ήσυχη, υποστηρίζει ο Νίκολας Καρ στο νέο του βιβλίο « Ρηχά νερά » (Shallows). Οι νέες µορφές των µέσων επικοινωνίας αλλοιώνουν τον τρόπο µε τον οποίο λειτουργεί ο εγκέφαλος. Η υποχώρηση του «γραµµικού, λογοτεχνικού νου», που ήταν ανέκαθεν στο επίκεντρο της τέχνης, της επιστήµης και της κοινωνίας, θα έχει ολέθριες επιπτώσεις στον πολιτισµό µας.

Είναι τα πράγµατα τόσο άσχηµα;
Οχι αναγκαστικά, αντιλέγει ο αρθρογράφος των Νιου Γιορκ Τάιµς. Σε τελευταία ανάλυση, η ανταλλαγή ιδεών είναι µια πιο γόνιµη διαδικασία από τον µοναχικό στοχασµό. Πολλές από τις µεγάλες ιδέες που συνέβαλαν τους τελευταίους αιώνες στην πρόοδο του πολιτισµού προέκυψαν από την αντιπαράθεση διαφορετικών προσεγγίσεων και ευαισθησιών. Και οι περισσότερες τεχνολογικές και επιστηµονικές καινοτοµίες προέκυψαν σε πολύβουα αστικά κέντρα. Οχι πως η µοναξιά είναι εχθρός της προόδου – κάθε άλλο. Οι καλές ιδέες όµως γεννιούνται συχνά και στα δίκτυα.

Η ηλεκτρική διέγερση της οθόνης µειώνει την ικανότητά µας να συγκεντρωθούµε; Μάλλον, έτσι τουλάχιστον λένε οι επιστηµονικές έρευνες. Η επέκταση των ηλεκτρονικών αναγνωστών µάς κάνει να διαβάζουµε λιγότερα µακροσκελή κείµενα; Πιθανότατα. Από την άλλη πλευρά, όµως, διαβάζουµε και γράφουµε περισσότερο απ’ ό,τι την εποχή που µεσουρανούσε η τηλεόραση. Και η ταχύτητα µε την οποία παρακολουθούµε τη διαδροµή µιας ιδέας ή ανακαλύπτουµε νέες πλευρές ενός προβλήµατος έχει αυξηθεί µε γεωµετρική πρόοδο. Ο απολογισµός είναι θετικός.

Σχολείο

Βλέπω τα βιβλία σαν ενιαία αντικείμενα

Μισέλ Φάις, ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ 25.9.10

Ο Νάσος Δετζώρτζης μού μιλούσε, σχεδόν μυθικά, για τους αδελφούς Ταρουσόπουλους στο Φάληρο· ο Κάρολος Τσίζεκ αποκαλυπτικά για το τυπογραφείο του Νικολαΐδη στη Θεσσαλονίκη και πολλοί για τον χαρισματικό Φιλιππόβλαχο και το φιλόξενο στέκι των Κειμένων του στη Μαυρομιχάλη.

Ανέκαθεν με γοήτευαν οι άνθρωποι που φρόντιζαν το κέλυφος των κειμένων, που σχεδίαζαν την εικόνα του λόγου. Σήμερα, που τα βιβλία μιας χρήσεως έχουν εδραιωθεί στη συνείδηση του μέσου αναγνώστη, κάποιοι επιμένουν ακόμη στη χειροτεχνική τυπογραφία ή καλλιέπεια των βιβλίων. Βέβαια υπάρχουν κι αυτοί που διασταυρώνουν δεξιοτεχνικά την παραδοσιακή τυπογραφία με το σύγχρονο ψηφιακό βλέμμα (κάποιοι μάλιστα εξ αυτών δημιουργώντας σχολή ή τεχνοτροπία). Υπάρχουν και οι νεότεροι, που με γούστο και επαγγελματισμό -είτε εργάζονται σε εκδοτικούς οίκους είτε αυτόνομα- εκφράζονται μέσα από μια πιο διεθνή και αδέσμευτη εικαστική γλώσσα. Ειδική κατηγορία αποτελούν οι εικονογράφοι -συνήθως ζωγράφοι-, που μεταφέρουν την αμιγώς εικαστική εμπειρία τους στο «τελάρο» του βιβλίου.

Η παρούσα σειρά φιλοδοξεί να χαρτογραφήσει τάσεις και διαθέσεις του σχεδιασμού αλλά και της εικονογράφησης βιβλίου, όπως αυτές αποτυπώνονται στη βιβλιαγορά μας. Δεκαοχτώ πρόσωπα απαντούν σε άτυπα ερωτήματα, όπως: Η εικόνα προοικονομεί το κείμενο; Το ερμηνεύει; Το σχολιάζει; Ενίοτε αυτονομείται από αυτό; Τελικώς ένα εξώφυλλο λογοδοτεί στον αναγνώστη ή στο κείμενο; Μήπως ύστερα από μια μακρά εικονολατρία εξωφύλλων επιστρέφουμε σε πιο άδειες και σιωπηλές επιφάνειες;

Δεκαοχτώ πρόσωπα που, έτσι κι αλλιώς, αδράχνουν το βλέμμα μας στους πάγκους των βιβλιοπωλείων και διαμορφώνουν την όψη της ανάγνωσης, ανοίγουν σε κοινή θέα το δημιουργικό εργαστήρι τους.

Από τη φύση τους, εξώφυλλα και εσωτερικά βιβλίων απαιτούν διαφορετική προσέγγιση. Τα μεν εξώφυλλα λειτουργούν κυρίως βάσει της εικόνας (οπτικής ή τυπογραφικής), τα δε εσωτερικά βάσει της αναγνωσιμότητας του κειμένου. Ο ρόλος του εξωφύλλου είναι μάλλον ο ρόλος που παίζει μια βιτρίνα: Προ(σ)καλεί τον αναγνώστη. Απαξ και κερδίσει το μάτι (και στη συνέχεια την περιέργεια) του καταναλωτή, έχει γίνει το πρώτο βήμα. Από κει και πέρα, το αν θα τον οδηγήσει στην αγορά ή στην απόρριψη του βιβλίου εξαρτάται από το ίδιο το περιεχόμενό του (το πόσο, κατ’ αρχάς, τον ενδιαφέρει, αλλά και το πόσο καλά είναι στημένο, μεταφρασμένο, επιμελημένο, ευανάγνωστο κ.λπ.). Θα ‘πρεπε να εξαιρέσουμε τα βιβλία που κάποιος τα αγοράζει μη λαμβάνοντας υπόψη την αισθητική τους, απλώς και μόνον επειδή τον ενδιαφέρει η θεματολογία τους – θα τ’ αγόραζε ούτως ή άλλως.

Don’t judge a cover just by looking at the book.

Το εξώφυλλο προϊδεάζει για το τι θα διαβάσει κάποιος χρησιμοποιώντας εικόνες σχετικές με το θέμα του, αλλά πολύ συχνά λειτουργεί και αυτόνομα. Οπως ανέφερα παραπάνω, πρόκειται για μια βιτρίνα. Οι βιτρίνες οφείλουν κατά κάποιον τρόπο να εκθέτουν τα προϊόντα που θα βρει κάποιος μέσα στο μαγαζί, αλλά μπορούν να αντιμετωπιστούν και πιο ελεύθερα: να αποδώσουν την ατμόσφαιρα του μαγαζιού χρησιμοποιώντας διάφορα μέσα. Με αυτή τη σκέψη, οι εκδόσεις ΟΞΥ λειτούργησαν με άξονα το ότι όσο πιο ευφάνταστο και δουλεμένο είναι ένα εξώφυλλο και, πιο συνολικά, ένα βιβλίο τόσο πιο πολλές πιθανότητες έχει να αντιμετωπιστεί περισσότερο σαν ένα «cult» αντικείμενο παρά σαν ένα ακόμα προϊόν που μόνος σκοπός του είναι να μεταδώσει το περιεχόμενό του. Με άλλα λόγια, θεωρήσαμε, τόσο εγώ όσο και ο Νίκος Χατζόπουλος (ο έτερος της ομάδας) ότι κάποιος μπορεί να έχει στη βιβλιοθήκη του πολλά βιβλία που απλώς του αρέσουν αισθητικά, αλλά δεν τον ενδιαφέρει το περιεχόμενό τους.

Κατά καιρούς οι αισθητικές τάσεις αντιμετώπισης των εξωφύλλων επηρεάζονται από μόδες. Πιστεύω ότι σήμερα δεν υπάρχει κάποια κυρίαρχη τάση. Ο κάθε αισθητικός επιμελητής επιστρατεύει διάφορα μέσα και αισθητικές για να στήσει ένα βιβλίο ή ένα εξώφυλλο. Η αγορά είναι μεγάλη και μπορεί να απορροφήσει πολλών ειδών αισθητικές προσεγγίσεις.

Το πώς προσεγγίζει ο γραφίστας το κάθε βιβλίο είναι ασφαλώς αποτέλεσμα παραγόντων, όπως η σύγχρονη με αυτόν επικοινωνία, η διαφήμιση, η μόδα, η τεχνολογία κ.λπ. Δεν θα μπορούσε το 2010 ένα βιβλίο με αισθητική του ’80 να έχει την ίδια τύχη με ένα άλλο που αναφέρεται πιο πολύ στις σύγχρονες αισθητικές τάσεις. Είναι χαρακτηριστικό της αγοράς ότι έχει ανάγκη ανανέωσης και φρεσκάδας και απ’ αυτόν τον κανόνα δεν θα μπορούσαν να εξαιρούνται και τα βιβλία.

Η σύγχρονη εκδοτική αγορά τα έχει δει όλα: εξώφυλλα με σκέτη τυπογραφία, με εικαστική τυπογραφία, με φωτογραφία, ζωγραφική, graphic design, με χαρακτική, κοπτικά, περίεργα σχήματα… Το ίδιο ισχύει και για τα εσωτερικά των εκδόσεων. Είναι σαν το μόνο στοιχείο που συνδέει όλα αυτά τα αντικείμενα μεταξύ τους κάτω από την έννοια «βιβλίο», να είναι ότι σε όλες τις περιπτώσεις έχουμε να κάνουμε με μια σειρά τυπωμένων και βιβλιοδετημένων σελίδων. Από κει και πέρα, τα πάντα είναι ανοικτά όσον αφορά την εικόνα του κάθε αντικειμένου.

Αν περιοριστούμε στο πώς αντιμετωπίζεται ένα σχετικά συμβατικό βιβλίο (εξώφυλλο τετράχρωμο, εσωτερικό μονόχρωμο), νομίζω ότι η σύγχρονη τάση κλίνει πιο πολύ προς μια πιο «γυμνή» αντιμετώπιση, επικεντρωμένη στην ουσία του βιβλίου και όχι τόσο στην εικόνα του. Θεωρώ ότι αυτό είναι αναμενόμενο μετά την υπερπληθώρα εικόνων που μας περιβάλλουν και που, άμεσα ή έμμεσα, μας επιβάλλονται. Από την άλλη, πιστεύω ότι μια τυπογραφική σύνθεση δεν διαφέρει σε τίποτε από μια εικαστική, στο επίπεδο που τον ρόλο των συνθετικών στοιχείων και της φόρμας της αναλαμβάνουν τα γράμματα και τα σύμβολα.

Προσωπικά, βλέπω τα βιβλία σαν ενιαία αντικείμενα (εξώφυλλο και εσωτερικό σαν ένα σώμα) και μάλλον τείνω προς μια πιο εικαστική (με την ευρεία έννοια) αντιμετώπισή τους.

Πάρις Κούτσικος (εκδόσεις Οξύ)

 

clip_image001[5]

  1. Δεν υπάρχουν σχόλια.
  1. 11/09/2014 στο 5:31 ΜΜ

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: