Αρχική > φιλοσοφία > Άρθρα Φιλοσοφίας 17.3.12

Άρθρα Φιλοσοφίας 17.3.12

Διονύσης Καββαθάς, TO BHMA 4.3.12

Ο πλανήτης Φουκώ

Ο ιστορικός Πωλ Βεν φίλος του γάλλου φιλοσόφου, παρουσιάζει τις κοινές τους απόψεις για το έργο και την αποστολή της ιστοριογραφίας

Ο πλανήτης Φουκώ

Ο Μισέλ Φουκώ στο γραφείο του. Ο Πωλ Βεν φέρνει στο φως ορισμένες προσωπικές πλευρές και στιγμές του φίλου του φιλοσόφου, ο οποίος «δεν ήταν όπως όλος ο κόσμος».

Στο εναρκτήριο μάθημά του στο Κολέγιο της Γαλλίας (1976), ο ιστορικός της ρωμαϊκής αρχαιότητας Πωλ Βεν ανακοινώνει ότι το πρόγραμμα που θα ακολουθήσει στις ιστορικές του έρευνες συνίσταται στην αντιστροφή της αριστοτελικής άποψης ότι δεν υπάρχει επιστήμη για το συμβεβηκός (Μετά τα Φυσικά). Ο Βεν όμως θα αμφισβητήσει ακόμη και τις γενικεύσεις, τα καθόλου των ιστορικών της σχολής των Annales (Mαρκ Μπλοχ και Λυσιέν Φεμπρ), ερχόμενος σε ρήξη με αυτή τη γαλλική παράδοση ιστοριογραφίας, επειδή οι εκπρόσωποί της θεωρούν ότι ανακαλύπτουν διαχρονικά στην Ιστορία καθολικές μορφές κοινωνικού ορθολογισμού αλλά και κοινωνικών συγκρούσεων.

Στον αντίποδα αυτής της παράδοσης βρίσκεται ο Μισέλ Φουκώ, με τον οποίο ο κατά τέσσερα χρόνια νεότερός του Βεν συνδέθηκε φιλικά και επιστημονικά ως τον θάνατο του πρώτου (1984). Αμφότεροι, αντί να αναζητούν στην Ιστορία τις αιώνιες αλήθειες του Είναι και του Ανθρώπου, ωθούν την ερμηνευτική δραστηριότητα στα άκρα, ώσπου να αναδειχθούν οι έσχατες διαφορές, οι ασυνέχειες και η μοναδικότητα των κοινωνικών μορφωμάτων και των ιστορικών συμβάντων. Η Ιστορία δεν λέει την αλήθεια, σκέπτεται πάνω στις αλήθειες των άλλων, χωρίς να προϋποθέτει ότι υπάρχει μια υπεριστορική αλήθεια των πραγμάτων ή κάποια απόλυτη μεταγλώσσα.

Σαν ψάρια μέσα στη γυάλα

Διαβάζοντας προσεκτικά την πρόσφατη μελέτη του Βεν (2008), καθίσταται προφανές ότι ο γάλλος ιστορικός, μιλώντας για τον Φουκώ, παρουσιάζει ταυτόχρονα και τις δικές του απόψεις για το έργο και την αποστολή της ιστοριογραφίας. Κοινός τους στόχος ήταν να καταπολεμήσουν αυτό που ο Νίτσε ονόμαζε ασυνείδητη και κυρίαρχη ιδιοσυγκρασία των φιλοσόφων: την έλλειψη ιστορικής αίσθησης, «το μίσος τους προς την ίδια την ιδέα του γίγνεσθαι, τον αιγυπτιανισμό τους».

Τόσο οι ιστορικοί όσο και οι φιλόσοφοι μετατρέπουν σε μούμια αυτό με το οποίο καταπιάνονται. Αντί λοιπόν να αναζητεί τη «Λογική στην Ιστορία», ο νομιναλιστής και, κατά δική του ομολογία, «σκεπτικιστής» Φουκώ αποδομεί – ως ο καλύτερος μαθητής του Νίτσε – όλες τις ιστορικές σταθερές, την πίστη σε φυσικά αντικείμενα και έτσι τις υποτιθέμενες υπεριστορικές ουσίες, φέρνοντας στο φως τη γενεαλογία τους.

Παράδειγμα: δεν υπάρχει κάποιο αιώνιο φυσικό αντικείμενο ονόματι «σεξουαλικότητα» (ή «τρέλα») που διατρέχει σε παραλλαγές τον ιστορικό μας χρόνο. Η νεωτερική σεξουαλικότητα είναι παράγωγο του λόγου και των πρακτικών της νεοσύστατης βιοπολιτικής εξουσίας πάνω στο σώμα και σε καμία περίπτωση μια παραλλαγμένη ή εξελιγμένη εκδοχή των αφροδισίων και των ερωτικών πρακτικών που ίσχυαν στην ελληνική ή στη ρωμαϊκή αρχαιότητα.

Με τον όρο λόγος (discours) ο Φουκώ δεν εννοεί κάποια μεταφυσική δομή ορθολογικότητας (Λόγος) με την ιδεαλιστική έννοια του Εγελου, ή κάποια ιδεολογία κατά τη μαρξιστική εκδοχή, ή το καντιανό υπερβατολογικό, ή το απωθημένο του Φρόιντ, ή το υπόρρητο του Χούσερλ, αλλά εκείνο το ιστορικό και «θετικό» σύστημα κανόνων που σε μια συγκεκριμένη εποχή επιτρέπει ή υπαγορεύει στους ανθρώπους να λένε και να κάνουν πράγματα, να διαχωρίζουν το αληθές από την πλάνη.

Κατά τον Βεν, που ακολουθεί κατά πόδας τον Φουκώ, τα υποκείμενα είναι σε μεγάλο βαθμό εγκλωβισμένα στα συστήματα και στους μηχανισμούς εξουσίας «σαν ψάρια μέσα στη γυάλα», χωρίς τη θέλησή τους και χωρίς να έχουν απόλυτη συνείδηση των λόγων και των πράξεών τους. Για να μπορέσουν οι ιστορικοί να δουν ό,τι τα υποκείμενα δεν βλέπουν, είναι αναγκαίες νέες έννοιες, όπως η διάταξη (dispositif), η πρακτική, το πρόγραμμα, το αρχείο, το ιστορικό a priori κ.ά.

Προσωρινά μόνο βγαίνουμε έξω από τη «γυάλα» για να σκεφτούμε τα όριά της, αλλά αμέσως μετά ξαναπηδούμε μέσα της για να μπορέσουμε να ζήσουμε. Ο Βεν, ως καλός μαθητής του Νίτσε και αυτός, υποστηρίζει ότι η αλήθεια και η ζωή είναι έννοιες ασυμβίβαστες. Πρόκειται για έναν «διχασμό» στην προσωπικότητα του ιστορικού, χωρίς τον οποίο τόσο η σκέψη όσο και η ζωή είναι αδύνατες. Ας θυμηθούμε τον Βαλερύ που έγραφε παρωδώντας τον Καρτέσιο: «Αλλοτε σκέφτομαι, άλλοτε υπάρχω».

Ομοφυλόφιλος και σαμουράι

Οι φίλοι Βεν και Φουκώ βρίσκονταν στο ίδιο μήκος επιστημονικού κύματος, όμως ο Φουκώ διέφερε ριζικά ως προς το στυλ ζωής, το στυλ γραφής («χειριζόταν την πένα σαν σπαθί»), τις ατυχείς πολιτικές του επενδύσεις (η ιρανική επανάσταση) και κυρίως τις σεξουαλικές του προτιμήσεις. Ο Φουκώ είχε απονείμει στον Βεν τον τίτλο του επίτιμου ομοφυλόφιλου, ψέγοντάς τον: «Eνας άνδρας σαν εσένα, ανοιχτός, διαβασμένος, να προτιμά τις γυναίκες;». Στο τέλος του βιβλίου του, σε ένα κεφάλαιο με τίτλο «Πορτρέτο του σαμουράι», ο Βεν φέρνει στο φως ορισμένες προσωπικές πλευρές και στιγμές του φίλου του, ο οποίος, κατά κοινή ομολογία, «δεν ήταν όπως όλος ο κόσμος».

Ο Φουκώ ήταν ομοφυλόφιλος με υψηλή συχνότητα τυχαίων επαφών («ένας αντρειωμένος πούστης χωρίς πρόβλημα», κατά δική του ομολογία), επισκέπτης των χαμάμ για γκέι και των περίφημων dark rooms, ιδίως κατά την περίοδο της παραμονής του στην Καλιφόρνια. Από τα νεανικά του χρόνια στο λύκειο κατανάλωνε αφειδώς ναρκωτικά από το ιατρείο του χειρουργού πατέρα του, ενώ αργότερα συνέχισε να παίρνει όπιο και LSD μόνο περιστασιακά, αφού το γράψιμο αποτελούσε το μεγαλύτερo πάθος του. Αντί να ονειρεύεται με ναρκωτικά, προτιμούσε μάλλον να γράφει βιβλία, τα οποία, κατά τον Βεν, δεν διακρίνονταν με απόλυτη σαφήνεια από τη «λογοτεχνική και καλλιτεχνική δημιουργία», και με τα οποία ταξίδευε σε άλλες εποχές, σε άλλους πλανήτες – όχι για να βρει εκεί την αμετάβλητη αλήθεια των πραγμάτων, αλλά για να συναντήσει το Aλλο, το διαφορετικό.

Ο κ. Διονύσης Καββαθάς είναι επίκουρος καθηγητής Φιλοσοφίας και Αισθητικής των Μέσων στο Πάντειο Πανεπιστήμιο.

 Σχολείο

Η αλήθεια ως υπαρξιακό λάθος;

Δημοσθένης Κούρτοβικ

Οταν ο Νίτσε διακήρυξε ότι ο Θεός πέθανε, έβαλε αυτή τη γνωμάτευσή του στο στόμα ενός τρελού. Γιατί στην ψυχή ενός τρελού θα συνυπήρχαν με τη μεγαλύτερη δυνατή ένταση τα δύο διαμετρικά αντίθετα συναισθήματα που μπορεί να γεννήσει μια τέτοια είδηση: από τη μια απόγνωση, για την απώλεια ενός υπέρτατου προστάτη και την εγκατάλειψη του ανθρώπου στη μοναξιά του σύμπαντος, από την άλλη αγαλλίαση, γιατί ο άνθρωπος θα ήταν πια απαλλαγμένος από την υποταγή σε έναν Κύριο και θα μπορούσε να ξανοιχτεί σε πλατύτερους ορίζοντες, να ανακαλύψει και να αξιοποιήσει ένα σωρό κατεσταλμένες πριν δυνατότητές του.

Σήμερα είναι πασιφανές: το δεύτερο συναίσθημα βρίσκεται σε πλήρη υποχώρηση, αν όχι στα πρόθυρα της εξαφάνισης, ενώ το πρώτο ριζώνει ολοένα βαθύτερα στην ψυχή των ανθρώπων. Το πρόγραμμα του Διαφωτισμού, που έδωσε καινούργιο περιεχόμενο στην αποστολική ρήση «Η αλήθεια θα σας απελευθερώσει», διαψεύστηκε, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά την επαγγελία της ευτυχίας μέσα από την απελευθερωτική επίδραση της επιστημονικής αλήθειας. Φαίνεται πως οι περισσότεροι άνθρωποι, για να μην πούμε όλοι, δεν αντέχουν μια τέτοιου είδους ελευθερία. Εχουν ανάγκη από την πίστη στο υπερβατικό, στο απόλυτο, σε κάτι που να τους ξεπερνάει, να τους δεσμεύει, ακόμα και να τους υποτάσσει.

Το κενό που άφησε η παρακμή της θρησκείας, προπαντός της χριστιανικής θρησκείας, επιχειρήθηκε να καλυφθεί με καινούργια συστήματα πίστης, από τα οποία άλλα είχαν τη μορφή ορθολογικών φιλοσοφικών θεωριών με επιστημονικές αξιώσεις ή αφετηρίες, όπως ο μαρξισμός, ο φροϋδισμός και η ανθρωπολογία του Λεβί-Στρως, και άλλα ήταν ανορθολογικά δόγματα (αστρολογία, αποκρυφισμός, ανατολικές θρησκείες), που όσο πιο παράδοξο και αεριώδες λεξιλόγιο χρησιμοποιούσαν τόσο πιο ελκυστικά γίνονταν για τον δυτικό άνθρωπο.

Στις τέσσερις από τις πέντε διαδοχικές διαλέξεις του από το 1974, που οδήγησαν σε αυτό το μικρό, αλλά τόσο μεστό βιβλίο, ο Τζορτζ Στάινερ, ένας από τους πιο πολυσύνθετους λόγιους της εποχής μας, θα λέγαμε ένας αναγεννησιακός τύπος, καταγίνεται με αυτές τις «μεταθρησκείες», τη δομή και τη λειτουργία τους. Δείχνει μεγάλο σεβασμό για τον Μαρξ, τον Φρόυντ και τον Λεβί-Στρως (όχι όμως και για τους αστρολόγους, τα μέντιουμ ή τους γκουρού, πράγμα για το οποίο θέλω να ελπίζω ότι δεν θα τον επέπλητταν πολλοί σοβαροί άνθρωποι), αλλά επισημαίνει τα θρησκευτικά χαρακτηριστικά των συστημάτων τους: τα απαρασάλευτα κεντρικά δόγματα, τις αιρέσεις, που αντιμετωπίζονται με ακόμα μεγαλύτερη εχθρότητα από ό,τι οι αντίπαλες ιδεολογίες, την πεποίθηση ότι υπήρξε μια αρχική παραδείσια κατάσταση του ανθρώπου, από την οποία αυτός εξέπεσε με τη μία ή την άλλη μορφή προπατορικού αμαρτήματος, την προφητεία για ένα τέλος της Ιστορίας, είτε ευφρόσυνο, όπως στον Μαρξ, είτε σκοτεινό, όπως στον Φρόυντ και τον Λεβί-Στρως.

Ακριβώς αυτά τα θρησκευτικά χαρακτηριστικά, ενταγμένα όμως σε ορθολογικά συστήματα σκέψης που απορρίπτουν το υπερβατικό στοιχείο, δικαιολογούν τους όρους «υποκατάστατα θρησκείας» και «μεταθρησκείες». Ο Στάινερ κάνει λόγο και για μυθολογίες, γιατί τα σχήματα αυτά αφηγούνται την ανθρώπινη περιπέτεια χρησιμοποιώντας μεταφορές μάλλον παρά αποδείξιμες αλήθειες. Το σοβαρότερο είναι ότι, όπως παρατηρεί ο Στάινερ ήδη το 1974 και σήμερα έχει γίνει ακόμα φανερότερο, απέτυχαν μακροπρόθεσμα ως θρησκευτικά υποκατάστατα: η διάψευση πολλών προβλέψεών τους έσπειρε τον σπόρο της δυσπιστίας και τελικά της απιστίας. Ο διφυής χαρακτήρας τους αποδείχτηκε μοιραίος γι’ αυτά: η επιστημονική πλευρά τους υπονόμευσε τη θρησκευτική.

Και η ίδια η επιστήμη, η κύρια υπεύθυνη για τον θάνατο του Θεού; Γι’ αυτήν έγινε ακόμα γρηγορότερα φανερό ότι δεν μπορούσε να διατηρήσει το θρησκευτικό ή ημιθρησκευτικό status που της επιφύλασσαν τα πιο ενθουσιώδη ρεύματα του Διαφωτισμού. Πρώτον, επειδή οι αλήθειες της βρίσκονται υπό συνεχή αίρεση. Δεύτερον, επειδή οι τεχνολογικές εφαρμογές τους μπορεί να είναι απάνθρωπες και, μακροπρόθεσμα, ολέθριες. Και τρίτον – αυτό είναι το σημαντικότερο για το θέμα μας – επειδή δεν είναι πάντοτε απελευθερωτικές. Θα δώσω δύο παραδείγματα που μου φαίνονται λίγο πιο πρόσφορα από εκείνα του Στάινερ, αλλά δεν ήταν γνωστά την εποχή των διαλέξεών του. Πόσο απελευθερωτική είναι η ανακάλυψη ότι οι χιμπαντζήδες, οι κοντινότεροι συγγενείς μας, δεν είναι τα ειρηνικά, «δημοκρατικά» οργανωμένα, παιχνιδιάρικα ζώα που πιστεύαμε, βλέποντάς τα σαν παρήγορη ένδειξη για την αρχέγονη αθωότητα του ανθρώπου, αλλά ότι συχνά συμπεριφέρονται βίαια, κατακτητικά, φονικά, ακόμα και γενοκτονικά; Και πόσο απελευθερωτικό είναι το πόρισμα της κοινωνιοβιολογίας (αν τελικά αληθεύει) ότι είμαστε δέσμιοι της μοίρας που μας όρισαν τα γονίδιά μας, ότι δεν είμαστε παρά μηχανές που χρησιμεύουν στη διαιώνισή τους;

Μπροστά σε αυτή την πραγματικότητα, θα μπορούσε κανείς να ρωτήσει – και αυτό κάνουν πολλοί άνθρωποι στην εποχή μας – μήπως η δυτική αντίληψη για την αλήθεια είναι τελικά εχθρική για τον άνθρωπο και μήπως άλλοι, περισσότερο διαισθητικοί, περισσότερο ενορατικοί τρόποι προσέγγισης της αλήθειας, που διακρίνουν άλλους πολιτισμούς, διαθέτουν μια βαθύτερη σοφία. Και σε αυτό επίσης ο Νίτσε στάθηκε πρωτοπόρος και το διατύπωσε με τη ριζοσπαστικότερη δυνατή μορφή. Κάθε αλήθεια, είπε, που απειλεί τη ζωή δεν είναι αλήθεια• είναι ένα λάθος.

Ο Στάινερ, στην πέμπτη και τελευταία της σειράς των διαλέξεών του για τη νοσταλγία του απόλυτου, παραδέχεται, όπως είδαμε, ότι η επιστημονική αλήθεια δεν είναι απαραίτητα απελευθερωτική. Λαμβάνει υπόψη του τις ενστάσεις π.χ. της Σχολής της Φρανκφούρτης για την ίδια την έννοια της αλήθειας, κατανοεί την επιθυμία για άλλους δρόμους αναζήτησης της αλήθειας, προπαντός μιας αλήθειας περισσότερο επικεντρωμένης στον άνθρωπο. Αλλά η απάντησή του είναι σκληρή. Το κυνήγι της αλήθειας μέσω της ορθολογικής έρευνας και χωρίς κανέναν υπολογισμό του κόστους είναι, λέει, κάτι σαν γενετικό πεπρωμένο του δυτικού ανθρώπου, ένα προϊόν της ιστορίας του εγκεφαλικού φλοιού του. Ο Στάινερ επικαλείται έναν από τους πλατωνικούς διαλόγους, όπου, στο τέλος μιας δύσκολης λογικής απόδειξης, οι ακροατές βγάζουν μια θριαμβευτική ιαχή, παρόμοια με του θηρευτή που καταφέρνει να καταβάλει ένα ζόρικο θήραμα: αυτή είναι η σχέση του δυτικού ανθρώπου με την αλήθεια.

Κατά τη γνώμη του Στάινερ, η αλήθεια έχει μέλλον, πράγμα που δεν είναι σαφές αν ισχύει και για τον άνθρωπο. «Ομως», καταλήγει, «δεν γίνεται να μην έχω άποψη για το ποιο από τα δύο είναι το σημαντικότερο».

Αυτό κι αν προδίνει ίμερο για το Απόλυτο!

Σχολείο

Σεξ και φιλοσοφία

Του Μιχάλη Μητσού, TA NEA 11.10.11

Ρώτησαν κάποτε τον Ντεριντά τι θα ήθελε να μάθει για τους φιλοσόφους που δεν το ήξερε ήδη. «Θα ήθελα να μάθω τη σεξουαλική τους δραστηριότητα», απάντησε. «Δεν ξέρουμε τίποτα για τη σεξουαλική δραστηριότητα των φιλοσόφων».

Ο λόγος είναι ότι κάποτε οι φιλόσοφοι δεν έπρεπε να έχουν τέτοια δραστηριότητα. Στο κείμενό του με τίτλο «Φαίδων», ο Πλάτων χαρακτηρίζει το σώμα «φυλακή της ψυχής». Και η δυαδική αντίθεση σώμα – ψυχή εξακολουθεί να καταλαμβάνει περίοπτη θέση στον μονοθεϊστικό μας πολιτισμό, όπου το σώμα θεωρείται εμπόδιο, αν όχι εχθρός, στην κατάκτηση της ευτυχίας. Αντιδρώντας σε αυτό το σχήμα, ο γάλλος καλλιτέχνης Πασκάλ Λιεβρ άρχισε το 2008 να αγοράζει ανδρικά εσώρουχα και να κεντά πάνω τους τα ονόματα φιλοσόφων. Στη συνέχεια ζήτησε από μοντέλα να ποζάρουν, κρατώντας στο ένα χέρι ένα βιβλίο του συγγραφέα που αναγράφεται στο εσώρουχό τους και στο άλλο το όργανό τους. Ο στόχος του ήταν να αποδείξει ότι, ναι, μπορείς να ερεθιστείς διαβάζοντας φιλοσοφία.

Οι φωτογραφίες των μοντέλων παρουσιάστηκαν στην Γκαλερί Flatland της Ουτρέχτης. Κι αμέσως άρχισαν τα τηλεφωνήματα από άνδρες που ήθελαν να αγοράσουν τα συγκεκριμένα εσώρουχα. Στην αρχή ο Λιεβρ δίστασε, τα κίνητρά του ήταν συμβολικά. Κι ούτε ήθελε να βγάζει φιλοσόφους κατά παραγγελία. Ο Πλάτων, ας πούμε, δεν «γράφει» στα εσώρουχα. Πολύ καταλληλότεροι είναι ο Φρόυντ, ο Φουκώ, ο Ντελέζ και κυρίως ο Νίτσε. «Για μένα», λέει ο γάλλος καλλιτέχνης στη «Λιμπερασιόν», «όλα αρχίζουν με τον Νίτσε και την εξής δήλωσή του στο "Τάδε έφη Ζαρατούστρα": "Είμαι εξ ολοκλήρου σώμα και τίποτε άλλο• η ψυχή δεν είναι παρά μια λέξη για ένα τμήμα του σώματος". Ο Νίτσε είναι ο φιλόσοφος της ρήξης, ο άνθρωπος που αποδόμησε τη μεταφυσική και έθεσε τέρμα στον διαχωρισμό του σώματος από την ψυχή ή το πνεύμα».

Το 2010, ο Λιεβρ οργάνωσε μια φιλοσοφική επίδειξη μόδας στο Μπομπούρ, με τη συμμετοχή δέκα ανδρών που φορούσαν τα κλασικά άσπρα σλιπάκια όπου ήταν γραμμένες γνωστές φράσεις φιλοσόφων. «Ξεκίνησα με τον Ντεκάρτ, για τον οποίο το σώμα είναι ένας μηχανισμός που πρέπει να του λαδώνεις τα γρανάζια και να του γεμίζεις το ντεπόζιτο προκειμένου να λειτουργεί. Δεν είμαστε και τόσο μακριά από την Τζούντιθ Μπάτλερ, που θεωρεί το σώμα μια συσκευασία της οποίας διαλέγεις το στυλ (αρσενικό ή θηλυκό)…». Η επόμενη φιλοσοφική επίδειξη θα γίνει στις 18 Νοεμβρίου στις Βρυξέλλες. Δώδεκα εθελοντές που στρατολογήθηκαν από το facebook θα παρελάσουν στον κεντρικό σιδηροδρομικό σταθμό φορώντας μόνο ένα σλιπάκι, ένα ζευγάρι ψηλά τακούνια και κρατώντας μια ταμπέλα με μια φιλοσοφική φράση. «Τα τακούνια έχουν στόχο να κλονίσουν τη φιλοσοφία», εξηγεί ο καλλιτέχνης.

Στο μεταξύ, και επειδή είναι άφραγκος, άρχισε να πουλάει τα συλλεκτικά εσώρουχα (www.dessousphilosophiques.com). Κοστίζουν 40 ευρώ, κυκλοφορούν σε μικρό και μεσαίο μέγεθος και αν τα φορέσουμε διαβάζοντας το σχετικό βιβλίο θα εμπλουτίσουμε το πείραμα.

Σχολείο

Τζον Χολογουέι: Η εξέγερση του πράττειν κατά της εργασίας

Πώς το γέλιο πολεμά τον καπιταλισμό

Γράφει ο Γιώργος Σιακαντάρης, ΤΑ ΝΕΑ 17.9.11

Ο ιρλανδός καθηγητής Τζον Χολογουέι αποτελεί μια πολύ σημαντική μορφή ενός θεωρητικού ρεύματος, το οποίο με ποικίλες αποχρώσεις επεξεργάζεται μια αμφισβήτηση του καπιταλισμού, η οποία περνά πέρα και μακριά από τη διεκδίκηση της κρατικής εξουσίας. Αυτό το ρεύμα ξεφεύγει από τους παραδοσιακούς διαχωρισμούς μεταξύ ριζοσπαστικής και μεταρρυθμιστικής Αριστεράς.

Στους προδρόμους του μπορούμε να σημειώσουμε τις επεξεργασίες του Γκέοργκ Λούκατς, του Βάλτερ Μπένγιαμιν, αλλά και σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό του Ερνστ Μπλοχ. Σημερινοί του συνοδοιπόροι, αν και με βαθιές αποχρώσεις, είναι οι Ραούλ Βανεγκέμ, Χάρι Κλίβερ και Αντόνιο Νέγκρι. Ο Χολογουέι έχει συνδέσει το όνομά του με τη θεωρητική και πολιτική υποστήριξη του κινήματος των Ζαπατίστας και σήμερα διδάσκει στο Αυτόνομο Λαϊκό Πανεπιστήμιο στο Μεξικό.

Η επαναστατική αντικατάσταση ενός συστήματος από ένα άλλο, μας λέει εδώ, είναι όχι μόνο ανέφικτη αλλά και ανεπιθύμητη. Κατά την άποψή του, η ριζική αλλαγή του κόσμου δεν επιτυγχάνεται με μια επανάσταση για την κατάληψη της εξουσίας. Η μοναδική σωστή επανάσταση, λέει, είναι η, μέσα από καθημερινές ενέργειές μας, άρνηση να οικοδομούμε τον καπιταλισμό. Στάση που δεν έχει να κάνει με την προσπάθειά μας να καταστρέψουμε τον καπιταλισμό, αλλά με την άρνηση να συνεχίζουμε να τον δημιουργούμε.

Υπάρχουν βιβλία που από την αρχή ως το τέλος τους προκαλούν μια γεύση διαφωνίας και ρήξης, ταυτόχρονα όμως καταφέρνουν να κρατούν τον γευση-ανα-γνώστη τους σε μια θέση κριτικού διαλόγου με τον συγγραφέα. Ενα τέτοιο βιβλίο είναι αυτό του Χολογουέι. Οσοι θεωρούν πως είναι πιο κοντά στον Διαφωτισμό, στον εκσυγχρονισμό, στον φιλελευθερισμό, στην ιδεολογία της προόδου, αλλά και όσοι τάσσονται υπέρ της κατάληψης της εξουσίας ως προϋπόθεση για τον ριζοσπαστικό μετασχηματισμό της κοινωνίας, θα βρουν σ’ αυτό το βιβλίο πολλά σημεία για να διαφωνήσουν. Παράλληλα όμως, όλοι θα βρουν και πολλά σημεία για να ευχαριστήσουν τον συγγραφέα, γιατί με την κριτική του αναδεικνύει θέματα που η οποιαδήποτε μονομερής ανάγνωση της πραγματικότητας δεν είναι σε θέση να ανακαλύψει. Αλλωστε η ώθηση να κάνει ένα βήμα παραπέρα και όχι η συμφωνία με τα συμπεράσματα είναι αυτό που πρέπει να αναζητεί ο αναγνώστης από ένα βιβλίο.

Ο συγγραφέας θεωρεί λοιπόν πως μπορούμε να δημιουργήσουμε ρωγμές στον καπιταλισμό με ενέργειες και δράσεις που βρίσκονται έξω από τη λογική της αφηρημένης εργασίας, αυτής της εργασίας που η αξία της βρίσκεται μόνο στην ανταλλαγή της με κάποιο χρηματικό ισοδύναμο. Ρωγμές στον καπιταλισμό επιφέρουν εκείνες οι πράξεις οι οποίες ακυρώνουν τη μετατροπή του ελεύθερου και δημιουργικού πράττειν σε εργασία, επιστρέφοντας σ’ αυτό. Τελικά οι ρωγμές είναι η εξέγερση του πράττειν κατά της εργασίας. Λέγοντας εργασία εννοεί την ανθρώπινη πρακτική που είναι αδιάφορη προς το συγκεκριμένο προϊόν και ενδιαφέρεται μόνο για την πώλησή του στην αγορά. Πράττειν είναι η συγκεκριμένη υποκειμενική εργασία, που παράγει αξίες χρήσης ανεξάρτητες από την προώθησή τους στην αγορά.

Εμπλεος ρομαντικού πνεύματος, ο Χολογουέι βλέπει πως ενέργειες που δεν έχουν οικονομικό όφελος και δεν επιτρέπουν στο χρήμα να προσδιορίζει τις δραστηριότητές μας, είναι ενέργειες που δημιουργούν ρωγμές στον καπιταλισμό. Παράδειγμα το να διαβάζουμε ένα βιβλίο χωρίς να έχουμε κάποιον λόγο, το να καλλιεργούμε έναν κήπο για δική μας ευχαρίστηση, το να γλεντάμε με τους φίλους, αλλά και ενέργειες όπως οι καταλήψεις άδειων κτιρίων, οι διαμαρτυρίες κατά της ασυδοσίας του κεφαλαίου, η κατάληψη και η επαναλειτουργία κατειλημμένων εργοστασίων, η αντίθεση στην κατασκευή αυτοκινητόδρομων που καταστρέφουν τη γεωργική γη. Μόνο η προσωπική βία, οι κλοπές και οι φθορές δεν προκαλούν ρωγμές, αλλά αντιθέτως διευκολύνουν την καπιταλιστική αντίδραση.

Ο Χολογουέι προχωρά υποστηρίζοντας πως η ριζοσπαστική Αριστερά οδηγείται στην αποτυχία επειδή λειτουργεί ως αντίδραση και αντίσταση στην ημερήσια διάταξη που θέτει ο καπιταλισμός, ενώ η αποτυχία της κομμουνιστικής Αριστεράς οφείλεται στο γεγονός ότι στο στόχαστρό της έβαλε το κεφάλαιο και όχι την εργασία αυτή καθαυτή. Η όλη Αριστερά απέτυχε, υποστηρίζει, επειδή αντί να αμφισβητήσει την εργασία, αμφισβήτησε μόνο την υπαγωγή της εργασίας στο κεφάλαιο.

Το έργο αυτό έχει ξεπηδήσει από το περίφημο «Ας αλλάξουμε τον κόσμο χωρίς να καταλάβουμε την εξουσία», το οποίο επίσης έχει εκδοθεί από τον Σαββάλα (2006) και μεταφραστεί και αυτό με εξαιρετικό τρόπο από την κόρη του συγγραφέα Αννα Χολογουέι. Η μεταφράστρια αποδίδει με άριστο τρόπο στα ελληνικά δύσκολους μαρξικούς και φιλοσοφικούς όρους, αλλά και διευκολύνει τον αναγνώστη παραπέμποντάς τον στην ελληνική μετάφραση συγκεκριμένων βιβλιογραφικών παραπομπών. Νομίζω όμως πως είναι καλύτερα να αναφερόμαστε σε «οργανική σύνθεση» και όχι «σύσταση» του κεφαλαίου και σε «προσωπεία» αντί «προσωπίδα».

Η μείζων αντικαπιταλιστική ενέργεια είναι τελικά, σύμφωνα με τον Χολογουέι, η επιστροφή στην ελεύθερη δημιουργική πράξη, η υπαγωγή της οποίας στην αφηρημένη εργασία δημιουργεί καθημερινά τον καπιταλισμό. Πολύς ρομαντισμός, αλλά και πρωτογενής αναρχισμός, κυρίως όμως μια βαθύτατη πίστη στη χαμένη αξιοπρέπεια του ανθρώπου. Αν όμως πάει κανείς απροετοίμαστος στη συνάντησή του με αυτόν τον ρομαντισμό, βιβλία όπως αυτό του Χολογουέι κινδυνεύουν να λειτουργήσουν σαν εκείνα τα εξωτικά, τροπικά φυτά που καταβροχθίζουν τα έντομα που αναζητούν σ’ αυτά τη γύρη της γνώσης. Γιατί οι ουτοπικές ρωγμές του Χολογουέι, ανάλογα με την ερμηνεία του καθενός, μπορούν να προέρχονται είτε από τις λεηλασίες στο Λονδίνο είτε από τους Λοντονίστας, οι οποίοι βγήκαν να καθαρίσουν την πόλη.

Σχολείο

Ένας ρατσιστικός μύθος

Άννα Φραγκουδάκη, ΤΑ ΝΕΑ, 27.8.11

#Για τον δολοφόνο της Νορβηγίας, εκτός σχέσεών του με ομοϊδεάτες σε διάφορες χώρες και στην Ελλάδα, γράφτηκε επίσης ότι είναι «φιλέλλην». Δεν είναι έτσι. Οι απόψεις για την ελληνική αρχαιότητα που περιέχει το παραλήρημα υπέρ της σφαγής που έγραψε ανήκουν σε έναν παλιό ρατσιστικό μύθο γερμανικής προέλευσης. Αφορά τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό και σήμερα έχει λιγοστούς οπαδούς ακροδεξιούς και ρατσιστές σε διάφορες χώρες και στην Ελλάδα.

#Η ιστορική εκδοχή για τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό, κυρίαρχη αιώνες και μέχρι σήμερα, περιγράφει (με πηγή τους αρχαίους Ελληνες) τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό να πηγάζει από αλληλεπιδράσεις ανατολικές (αιγυπτιακές, σημιτικές και φοινικικές). Στις αρχές του 19ου αιώνα εμφανίστηκε ένας αναιρετικός μύθος. Τότε το πρωσικό καθεστώς βρίσκεται σε κρίση. Εχει υποστεί ήττες από τον Ναπολέοντα και ψάχνει την ιδεολογική συνοχή που θα δυναμώσει τους Γερμανούς. Ψάχνει ένα ιδεώδες που θα το ισχυροποιήσει.

#Το ιδεώδες θα είναι η φυλετική ανωτερότητα. Διανοούμενοι περιγράφουν τον γερμανικό λαό ανώτερο επειδή «αυθεντικό και καθαρό» από επιμειξίες, τον γερμανικό πολιτισμό «αυθεντικό και καθαρό» από κατώτερα μείγματα, τη γερμανική γλώσσα με το ίδιο σκεπτικό ανώτερη, ενώ τον γαλλικό π.χ. πολιτισμό κατώτερο επειδή «ανάμεικτο» και τη γαλλική γλώσσα ανάμεικτη και «νόθα». Ψάχνοντας το ιδεώδες, στρέφονται στον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό που έχει στην Ευρώπη από αρκετούς αιώνες υψηλότατο κύρος.

#Για να οικειοποιηθούν όμως τους αρχαίους Ελληνες, θα κατασκευάσουν μια δική τους περιγραφή της ελληνικής αρχαιότητας που ταιριάζει στον ρατσιστικό τους μύθο. Θα περιγράψουν τους Δωριείς σαν λαό «αυθεντικό» (χωρίς επιμειξίες) που έχτισε έναν πολιτισμό «αυθεντικό» (χωρίς πολιτισμικά μείγματα). Τέλος, για να τους ταιριάξει πλήρως, η εκδοχή περιέχει και την «υπόθεση» ότι ο βόρειος αυτός λαός, οι Δωριείς, κατέβηκε «ενδεχομένως» από τη Γερμανία.

#Ενας ανάμεσα στους πολλούς ρατσιστικός μύθος για ανώτερους λαούς με προσόν τη φυλετική καθαρότητα και ανώτερους πολιτισμούς που παρθενογεννώνται και εξελίσσονται χωρίς ποτέ καμιά αλληλεπίδραση με κανένα. Μύθος καθ’ όλα ταιριαστός με τις λοιπές ιδέες και αποτρόπαιες πράξεις του νορβηγού εγκληματία.

Σχολείο

Neuroscience and philosophy must work together

Theories of consciousness are challenged by recent research into the impact of brain function on the sense of self

Barry Smith, guardian.co.uk, Sunday 4 March 2012

The brain

The brain is made up of a series of interlocking systems. Photograph: Sebastian Kaulitzki / Alamy/Alamy

Human beings are part of nature. They are made of flesh and blood, brain and bone; but for much of the time they are also conscious. The puzzling thing is how the intricate sequences of nerve cells and tissue that make up a person’s brain and body can generate the special subjective feel of conscious experience.

Consciousness creates, in each of us, an inner life where we think and feel; a realm where we experience the sights, sounds, feels, tastes and smells that inform us of the world around us.

To many philosophers the central problem of consciousness is, how can the facts of conscious mental life be part of the world of facts described by the natural sciences?

The 17th-century philosopher, René Descartes, thought they couldn’t and argued that, in addition to our physical makeup, creatures like us had a non-material mind, or soul, in which thinking took place. For Descartes, only humans were subjects of experience. Animals were mere mechanisms. When they squealed with what we mistakenly took to be pain, it was just air escaping from their lungs.

Today we take other animals to be conscious; although we are not sure how far down the phylogenetic scale consciousness extends. Most problematically of all, if consciousness was immaterial, how could the immaterial soul move the physical body, or feel pain in response to physical injury?

The difficulty of understanding such material-immaterial interactions is the reason most contemporary philosophers reject Descartes’ mind-body dualism. Surely it is the brain that is responsible for controlling the body, so it must be the brain that gives rise to consciousness and decision-making. So how does consciousness arise in the brain? Science still has no answer.

To a large extent consciousness has been dethroned from the central role it used to occupy in the study of our mental lives. Freud persuaded us that there is more going on mentally than we are consciously aware of, and that sometimes others can know more about what we are thinking and feeling than we do. Now we are also learning more and more from neuroscience and neurobiology about how much of what we do is the result of unconscious processes and mechanisms. And we are discovering that there are different levels of consciousness, different kinds of awareness, and that much of our thinking and decision-making can go on without it. So a more pressing question might be, what is consciousness for? Is it just a mere mental accompaniment to what is going to happen anyway? In that case it may be our sense of self and self-control that is most in need of revision.

It’s also worth remembering that the only convincing example of consciousness we have is our own. Are the people around me really conscious in the way I am, or could they be zombies who act like humans?

Conscious awareness is bound up with our sense of self, but our sense of self is bound up with awareness of the body. The sense of agency and ownership of our limbs is very much part of who we are and how we operate in the world. But it can also go missing after brain injury. In rare cases of brain lesion people can experience sensations in their own hand but not think the hand or the experience belongs to them.

Wittgenstein once said that no one could have an experience and wonder whose experience it was. An experience I feel has to be my experience and it is conceptually impossible to think otherwise. However, when something goes awry in the injured brain the conceptually impossible becomes possible for certain patients. So the nature of consciousness and how we experience it depends on the proper functioning of the brain. We can be aware in moving our bodies that it is our own body we are moving, and we may still have a feeling of being the agent of that movement, but it may not be our conscious decisions that initiate those movements.

The sense of ourselves as consciously deciding everything we do is surely an illusion: but a persistent one. Equally, the idea that consciousness is unified and must be that way comes under increasing pressure in contemporary neuroscience. There are levels of consciousness and perhaps splits in conscious awareness. Can we have consciousness and lack awareness of it? Do we always know what our experience is like, and is experience always as it seems? Much recent experimental evidence from neuroscience suggests that this may not be the case. So it is a fruitful time for philosophers and neuroscientists to work together, to revise previous models and provide new accounts of how we perceive things and why our experience patterns in the way it does.

There may be no single answer to what consciousness is, but we may still be able to find ways to explain what is going on in the brain. This would help resolve why our conscious experience takes the shape and form it does, and elucidate what happens to consciousness when one of the interacting systems that make possible the self-knowing mind breaks down. These phenomena provide vital clues about the neural correlates of consciousness and are a step on the road to understanding why things work as they do.

Getting at the elusive nature of our own experience and freeing ourselves from faulty interpretations is a tricky business. Many disciplines are needed if we are to make a real breakthrough.

• Professor Barry Smith will take part in a panel discussion, organised by the Guardian, on the nature of consciousness – and whether science will ever be able to explain it – at the Royal Institution in London on Wednesday at 7pm

• Follow Comment is free on Twitter @commentisfree

Σχολείο

Consciousness: why bother?

It allows us to share our experiences with others, giving us a better understanding of ourselves and the world
Chris Frith will take part in a debate about the nature of consciousness at the Royal Institution on Wednesday 7 March

Chris Frith, guardian.co.uk, Friday 2 March 2012

1943 film I Walked With a Zombie

Some philosophers argue that being conscious is irrelevant to our behaviour and gives us no advantage over a ‘zombie’. Photograph: Ronald Grant Archive

The collection of abilities and experiences that we call the mind emerges from the brain, so the study of the brain can provide important information about the mind. For most of the 20th century, mind-brain relationships could only be explored in people with damaged brains, typically caused by strokes or head injuries. Such damage can result in loss of consciousness, and in extreme cases coma, but more interestingly it can also result in changes in the content of consciousness.

There can be loss of some aspects of sensory experience despite the sense organs remaining intact, and there can be novel and unusual sensory experiences such as hallucinations. For example, damage to the colour area in the visual part of the brain can result in loss of colour experience, even though the colour receptors in the eye are working normally. Furthermore, abnormal activity in this area can lead to hallucinations of colour.

Studies of patients with brain damage reveal how much can be achieved without awareness. Patients with damage to the right side of the brain ("spatial neglect") can successfully pick out the better of two objects (eg. an intact rather than a damaged house) while reporting that they cannot see any difference between them. Patients with damage to visual areas of the brain ("visual agnosia") can’t recognise objects from their shape, but will adjust their hand to the shape of the object when picking it up. In these cases, information of which the patient is unaware is nevertheless sufficient to achieve a successful action.

These unconscious processes are not unique to patients with damaged brains. They can also be observed in people with intact brains. But here more subtle experiments are needed to reveal how much is going on without awareness. With the development of brain scanners in the 1990s, it became possible to observe brain activity in experiments where stimuli are presented very briefly, and where people report that they "cannot see anything".

For example, when two similar pictures are presented in rapid succession, people typically fail to detect the differences between them ("change blindness"). Nevertheless, these undetected changes elicit distinct activity in the brain.

In some situations our conscious experience is not simply absent – it is misleading. In "choice blindness" people are asked to choose which they prefer of two kinds of jam. They are then given the jam again and asked to explain why they preferred it. By trickery, on some occasions they are actually presented with the jam they had just rejected. In most cases people are unaware of the switch and then proceed to justify the "conscious" choice that they actually never made.

As in this example, we often think we are aware of what we are doing, but our introspection can be false. People can learn to solve complex problems without having any insight into how they are reaching the solution. Nevertheless, they are happy to make up some explanation for their skill.

Given that we can do so much without consciousness and given that what consciousness we have need not relate to reality, what is its value? According to some philosophers it has no value. They suggest that being conscious of what we are doing is irrelevant to our behaviour and gives us no advantage over a "zombie".

I believe that consciousness does have value. This value arises because we are able to share our conscious experiences with others. I believe that, by talking to others about our actions, we can get a better understanding of how and why we do things.

My research group has demonstrated such a value for conscious experience for people performing simple signal-detection tasks in the lab. Two people, through talking to each about their conscious experience, can achieve better performance than either of them working on their own.

In one such task a display of coloured dots is presented very briefly and two people are each asked to decide whether there were more red or green dots. If they disagree, they then have to come up with a joint answer. Remarkably, this joint answer is more accurate even than the single answer of the better observer of the pair.

We have showed that this advantage only appears when the partners freely discussed what they had seen and came up with a scheme for sharing their confidence in their sensory experience. Furthermore, the advantage still holds when the partners are not told whether their answers were right or wrong.

So, simply by sharing their conscious experiences, people can arrive at a more accurate view of the world.

Our consciousness is not a prison cell where we live, isolated from other minds, but a doorway into a social world where we can work together to achieve a better understanding of ourselves and the world around us.

Chris Frith is professor emeritus at the Wellcome Trust Centre for Neuroimaging at University College London and a fellow of All Souls College, Oxford

Further reading

Frith C.D. (2007) Making up the mind, Wiley-Blackwell.

Cortical colour blindness
Zeki, S. (1990) A century of cerebral achromatopsia. Brain, 113 (part 6), 1721-1777.

Bouvier, S., Engel, S.A. (2006) Behavioral Deficits and Cortical Damage Loci in Cerebral Achromatopsia. Cerebral Cortex 16(2): 183-191.

Sacks, Oliver. "The Case of the Colorblind Painter", in An Anthropologist on Mars. New York: Random House, 1995.

Hallucinations of colour etc. (Charles Bonnet syndrome)
ffytche, D.H., et al (1998) The anatomy of conscious vision: an fMRI study of visual hallucinations. Nature Neuroscience 1(8): 738-742.

Spatial neglect
Driver, J., and Mattingley, J.B. (1998) Parietal neglect and visual awareness. Nat Neurosci 1, 17-22.

Marshall, J.C., and Halligan, P.W. (1988) Blindsight and insight in visuo-spatial neglect. Nature 336, 766-767.

Visual agnosia
Goodale, M. A. et al (1991) A neurological dissociation between perceiving objects and grasping them. Nature 349, 154.

Goodale, M. A., Milner, A. D. (2004) Sight Unseen: An Exploration of Conscious and Unconscious Vision. Oxford: Oxford University Press.

Value of consciousness
Bahrami, B., et al (2010). Optimally interacting minds. Science, 329 (5995), 1081-1085.

  1. Δεν υπάρχουν σχόλια.
  1. No trackbacks yet.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: