Αρχική > πολιτική > Πολιτική ατζέντα 10.2.12

Πολιτική ατζέντα 10.2.12

 

clip_image002[4]

Φωτογραφία από πίνακα της Νίκης Ελευθεριάδη

Όταν η πολιτική συναντιέται με την ιστορία, όταν στην πολιτική ανακύπτουν γεγονότα τομές, όταν δημιουργούνται ασυνέχειες και οπισθοδρομήσεις στην κοινωνική εξέλιξη, τότε οι συζητήσεις φουντώνουν, οι αναζητήσεις ξεχειλίζουν, οι διεργασίες γίνονται με ταχύ ρυθμό, τότε όλοι καλούμαστε στην έννοια της ευθύνης με συγκεκριμένο τρόπο.

Επιμέλεια: Νίκου Τσούλια

Μνημονιακός πολιτισμός

Η ελευθερία των συμβάσεων και η αυτοδέσμευση των συμβαλλομένων

Του Θανάση Διαμαντόπουλου, ΤΑ ΝΕΑ 7.2.12

Η γνωστή τραγική κατάληξη της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης, την οποία οι δυνάμεις της Αντάντ μετά το 1918 επέβαλαν (μαζί με τους ταπεινωτικούς όρους των Συνθηκών των Βερσαλλιών) στην ηττημένη Γερμανία, δίδαξε στην ανθρωπότητα τρία πράγματα.

Πρώτον, ότι θεσμοί επιβαλλόμενοι και επείσακτοι, τα λεγόμενα «θεσμικά μοσχεύματα», σπανίως πετυχαίνουν και «πιάνουν» στις χώρες υποδοχής, ακόμη και όταν είναι προοδευτικοί, ορθολογικοί και κινούνται προς την κατεύθυνση του ιστορικού ρεύματος.

Δεύτερον, ότι – οι ήδη εύτρωτοι εκ μόνου του γεγονότος της ξενόφερτης εισαγωγής τους – μεταλαμπαδευόμενοι θεσμοί καθίστανται ακόμη πιο αναποτελεσματικοί και ευάλωτοι, όταν η κοινωνία υποδοχής βιώνει την επιβολή τους ως ταπείνωση.

Τρίτον, ότι η κοινωνική δυσφορία μπορεί να οδηγήσει σε τραγωδία, όταν στην ταπείνωση προστίθεται και αναποτελεσματικότητα που οδηγεί σε εκτεταμένη ανέχεια (χαρακτηριστικό: η Δημοκρατία της Βαϊμάρης, με τα όποια προβλήματά της, «ψιλοπορεύτηκε» μέχρι την οικονομική κρίση του 1929).

Υπό το φως αυτού του ιστορικού διδάγματος, επομένως, άνετα μπορεί κανείς να κατανοήσει την αντιδημοφιλία στην πατρίδα μας του μνημονιακού μηχανισμού. Σε συνδυασμό με την υφιστάμενη ύφεση – την οποία αυτός ασφαλώς διευρύνει και επιτείνει – καθώς και την έπαρση, ίσως δε και την τιμωρητική διάθεση διαφόρων ανιστόρητων τεχνοκρατών ή πολιτικών παραγόντων εμπλεκομένων στην εφαρμογή του, ευεξήγητα βιώνεται ως τερατούργημα από την ελληνική κοινωνία. Μήπως, ωστόσο, μια τέτοια προσέγγιση μας κρύβει το δάσος (της προοπτικής) πίσω από τα δέντρα (της δυστυχίας); Και ποιο είναι εν προκειμένω το δάσος;

Ισως το ότι η χώρα μας, επειδή ουσιαστικά δεν βίωσε φεουδαρχία και επομένως δεν έζησε την εποποιία της αστικής ανόρθωσης, δεν αφομοίωσε τα βασικότερα κεκτημένα του αστικού πολιτισμού, στα οποία στηρίχτηκε η δυναμική και ο δυναμισμός του.

Αυτά, δε, είναι κυρίως δύο: αφενός η ηγεμόνευση της αντίληψης περί της δεσμευτικότητας των υποσχέσεων (δηλαδή της τήρησης των δεσμεύσεων) και της εξυπηρέτησης των υποχρεώσεων. Πράγματι, το περίφημο ρωμαϊκό «οι συμβάσεις είναι τηρητέες» ή «pacta sunt servanda», από το οποίο άντλησε ο αστικός πολιτισμός και η αστική ηθική, δεν είναι μόνο ένας ηθικός κανόνας. Θεμελιώνοντας το αξιόπιστο των συναλλαγών και των πιστωτικών δραστηριοτήτων δημιουργεί δανειοληπτική ικανότητα και γίνεται η βάση της ανάπτυξης. Μετατρέπει την υπόσχεση σε χρήμα, μεταφέρει στο σήμερα – με δυναμική αναπτυξιακή μάλιστα – το χρήμα που θα παραχθεί αύριο. Σ’ αυτή, την ελάχιστα αφομοιωμένη παρ’ ημίν αρχή, την «πίστη» με όλες τις σημασίες του όρου, βασίστηκε η παρελθούσα ευημερία μας και σ’ αυτή θα βασιστεί κάποια στιγμή η μελλοντική, όταν καμφθεί η παγκόσμια ύφεση. (Εφόσον, βέβαια, δεν έχει κατισχύσει στη χώρα μας η τριτοκοσμική ιδεολογία τού «δεν χρωστάω, δεν πληρώνω». Την οποία προβάλλουν χαζοχαρούμενα κυρίως όσοι χρωστάνε. Τουλάχιστον της Μιχαλούς).

Το δεύτερο, δε, στοιχείο του αστικού πολιτισμού, που επίσης βρίσκουμε στο Μνημόνιο, είναι η ελεύθερη αναζήτηση αμοιβαία επωφελών συγκλίσεων μεταξύ των ανθρώπων, ιδίως των συναλλασσομένων. Η κορυφαία δε εκδήλωση αυτής της ελεύθερης αναζήτησης συγκλίσεων είναι, ίσως, η απόλυτη ελαστικότητα της αγοράς εργασίας. Αυτής, για παράδειγμα, που θα επιτρέψει σε μια μητέρα φαρμακοποιό να προσλάβει, μέχρι να ετοιμάσει τα παιδιά της, για ένα δίωρο το πρωί (νόμιμα και με την αναλογούσα ασφάλιση: και αυτά αστικές κατακτήσεις υπήρξαν) έναν φοιτητή ως βοηθό.

Το ότι η ελευθερία των συμβάσεων και η αυτοδέσμευση των συμβαλλομένων παράγει ανισότητες, λόγω των οικονομικών συσχετισμών δύναμης, είναι προφανές. Υπήρξε, όμως, ποτέ άλλο σύστημα, πλην του βασιζόμενου σε αυτές τις αρχές, που να παρήγαγε περισσότερο και περισσότερο διαχεόμενο πλούτο;

Συμπέρασμα: Μήπως πίσω από τις – δημιουργούς ύφεσης και ανέχειας – κακοτεχνίες του, τις ανεπάρκειες των εμπνευστών ή εφαρμοστών του και τον πόνο που φέρνει, το Μνημόνιο έχει και ένα θετικό; Οτι, δηλαδή, αποκαθιστά τις σχέσεις της κοινωνίας μας με τον πυρήνα του αστικού πολιτισμού, την αξιοπιστία, με την οποία για λόγους ιστορικούς – που στην πορεία έγιναν λόγοι νοοτροπιακοί – είχαμε πάντα χαλαρές και μόνο επιδερμικές επαφές; Προβληματισμός ο οποίος, βέβαια, δεν πρέπει να αναστείλει τις προσπάθειες για εκρίζωση των όποιων παραλογισμών και κακοτεχνιών του…

Ο Θανάσης Διαμαντόπουλος είναι καθηγητής Πολιτικών Θεσμών και Συγκριτικής Πολιτικής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο

Σχολείο

Σπύρος Μοσκόβου, ΤΟ ΒΗΜΑ 5.2.12

Γιούργκεν Χάμπερμας: SOS για την Ευρώπη

Ο γερμανός φιλόσοφος διεκδικεί με το νέο βιβλίο του έναν νέο ενιαίο ευρωπαϊκό χώρο, περισσότερο πολιτικό και ανθρωπιστικό

Γιούργκεν Χάμπερμας: SOS  για την  Ευρώπη

«Θα έπρεπε να αντιληφθούμε την Ευρωπαϊκή Ενωση ως ένα αποφασιστικό βήμα στον δρόμο προς μια πολιτικά συγκροτημένη παγκόσμια κοινωνία». Η εκτίμηση αυτή δεν προέρχεται από κάποιον παλιό μύστη της ευρωπαϊκής ιδέας, ούτε από κάποιον μεγαλόστομο συντάκτη επετειακών λόγων στις Βρυξέλλες. Ανήκει στον μεγαλύτερο εν ζωή γερμανό φιλόσοφο και κοινωνιολόγο Γιούργκεν Χάμπερμας και δίνει το στίγμα του δοκιμίου του για την κατάσταση της Ευρώπης σήμερα, το οποίο κυκλοφόρησε τον περασμένο Νοέμβριο.

Σε μια στιγμή γενικευμένων αμφιβολιών για το μέλλον του ευρωπαϊκού εγχειρήματος, σε μια περίοδο κλυδωνισμών και αβεβαιοτήτων, ο Χάμπερμας καταθέτει την εμπιστοσύνη του στην Ευρώπη με αφοπλιστική βεβαιότητα. Η παρέμβασή του στη σχετική δημόσια συζήτηση έχει ένα συγκεκριμένο πρότυπο, το έργο του Ιμάνουελ Καντ Για την αιώνια ειρήνη, που εκδόθηκε το 1795 και έθετε για πρώτη φορά τόσο επιτακτικά την παγκόσμια ειρήνη ως βασική αποστολή της πολιτικής.

Η αφορμή του Χάμπερμας είναι οι αφόρητες παλινωδίες και ολιγωρίες των ευρωπαίων ηγετών – με πρώτη την καγκελάριο Ανγκελα Μέρκελ – στην έγκαιρη και αποτελεσματική αντιμετώπιση του ελληνικού δράματος και της ευρύτερης κρίσης χρέους στην ευρωζώνη.

Η ετυμηγορία του είναι ξεκάθαρη: «Η Μέρκελ επί εβδομάδες αγωνιζόταν σαν λομπίστας για τα εθνικά συμφέροντα του οικονομικά ισχυρότερου κράτους-μέλους. Επικαλούμενη το πρότυπο της γερμανικής δημοσιονομικής πειθαρχίας, είχε παρεμποδίσει μια κοινή δράση της Ενωσης που θα θωράκιζε εγκαίρως την πιστοληπτική αξιοπιστία της Ελλάδας απέναντι στην κερδοσκοπία που πόνταρε στην πτώχευση… Τελικά η καγκελάριος κάμφθηκε, χωρίς μάλιστα να βγάλει κιχ, και ανακοίνωσε στις 8 Μαΐου μαζί με τον Σαρκοζί τη σύσταση του Μηχανισμού Στήριξης για το ευρώ. Είχε προηγηθεί ένα τελευταίο χρηματιστηριακό σοκ και το ψυχικό μασάζ που της έκαναν όλοι μαζί, ο πρόεδρος των ΗΠΑ, το ΔΝΤ και η ΕΚΤ». Ο Χάμπερμας διερωτάται αν τα απολιθωμένα πρόσωπα της Μέρκελ και του Σαρκοζί σε εκείνη τη συνέντευξη Τύπου της 8ης Μαΐου ήταν το εικονογραφικό ντοκουμέντο της αποτυχίας ενός οράματος που καθόρισε επί μισόν αιώνα την ευρωπαϊκή μεταπολεμική ιστορία.

Η συνηγορία του γεννημένου το 1929 Χάμπερμας υπέρ της Ευρώπης πρέπει να κατανοηθεί και ως καταπίστευμα της γενιάς του προς τους νεότερους, ως παραίνεση για να διευρυνθεί και να εδραιωθεί ακόμη περισσότερο το οικοδόμημα της ειρήνης και της ευημερίας που χτίστηκε μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Γι’ αυτό και ο γηραιός φιλόσοφος στο δοκίμιό του παρακάμπτει γρήγορα τις επίκαιρες αφορμές και με τη δύναμη ενός ουτοπικού ρεαλισμού διαγράφει το όραμα της Ευρώπης τού αύριο.

Ο Χάμπερμας υποστηρίζει ότι η ΕΕ πρέπει να διευρυνθεί, γιατί όσο περισσότερες χώρες συμμετέχουν σε αυτήν τόσο ευρύτερου βεληνεκούς και μεγαλύτερης συναίνεσης θα είναι και οι αποφάσεις που θα λαμβάνουν. Είναι πεπεισμένος ότι το μέλλον δεν ανήκει στα έθνη με την κλασική έννοια του όρου, αλλά στα έθνη των πολιτών που θα συμμετέχουν σε μια υπερεθνική δημοκρατία, μια εξέλιξη που βρίσκεται ήδη εν προόδω στην ΕΕ. Θεωρεί μάλιστα τη σύσταση μιας τέτοιας υπερεθνικής δημοκρατίας το πρώτο βήμα για μια μελλοντική δημοκρατικά συγκροτημένη παγκόσμια κοινωνία. Προϋπόθεση για μια τέτοιου είδους δημοκρατία είναι η διαμόρφωση με τη βοήθεια των ΜΜΕ μιας δημόσιας σφαίρας υπερεθνικής σε αντικατάσταση της κλειστής εθνικής.

Ορισμένοι κριτικοί επισήμαναν ήδη, παρά τον σεβασμό τους προς τον Χάμπερμας, ότι, σαν τους παλιούς ρομαντικούς, βλέπει στον δρόμο ένα κούτσουρο και μέσω αυτού ονειρεύεται το ειδυλλιακό δάσος με τις νεράιδες και τα αγαθά πνεύματα. Αλλοι απορώντας τονίζουν ότι το ευρωπαϊκό όραμα του Χάμπερμας προϋποθέτει ένα υψηλό επίπεδο αφαίρεσης από τα σημερινά προβλήματα και τις πραγματικές ανάγκες των πολιτών της ευρωζώνης. Και σε κάθε περίπτωση θα περίμεναν μια πιο προσγειωμένη ανάλυση από έναν διανοούμενο που πριν από 30 χρόνια είχε γράψει το ανεπανάληπτο έργο Προβλήματα νομιμοποίησης στον ύστερο καπιταλισμό.

Είναι μάλλον ζήτημα προοπτικής. Σε μια περίοδο πολλών φοβιών και κηρυγμάτων ευρωσκεπτικισμού και επανεθνικοποίησης ένα μοναχικό κήρυγμα αισιοδοξίας και φιλοευρωπαϊσμού εκπλήσσει. Ο χρόνος θα δείξει αν το δοκίμιο του Χάμπερμας θα έχει την τύχη του καντιανού προτύπου του που εν πολλοίς ενέπνευσε τη χάρτα των Ηνωμένων Εθνών.

Πάντως ήδη σήμερα ηχεί σαν υπόμνηση για περισσότερη δημοκρατία και λιγότερη γραφειοκρατία, για περισσότερη πολιτική και λιγότερη οικονομία. Από αυτή την άποψη δεν είναι τυχαία όσα έγραψε ο Γιούργκεν Χάμπερμας σε άρθρο του στην εφημερίδα «Frankfurter Allgemeine» μόλις μία εβδομάδα προτού κυκλοφορήσει το βιβλίο του: «Η γρήγορη υπαναχώρηση του Γιώργου Παπανδρέου στο ζήτημα του δημοψηφίσματος αποκάλυψε το κυνικό περιεχόμενο του ελληνικού δράματος: λιγότερη δημοκρατία είναι καλύτερη για τις αγορές. Σήμερα η κεντρική δημοκρατική διένεξη μεταξύ ιδιωτικού πλούτου και δημόσιας πενίας έχει μεταφερθεί στις απρόσιτες μυστικές συνομιλίες μεταξύ των ευρωπαϊκών κρατών και των εκπροσώπων των τραπεζών. Η προσφορά Παπανδρέου έγκειται στο ότι έστω και για μία μόνο τρομερή στιγμή επανέφερε αυτή τη διένεξη στο φως της αρένας, εκεί όπου οι παθητικά θιγόμενοι μπορούν να μετατραπούν σε ενεργητικά ενεχόμενους πολίτες. Ειδικά μάλιστα όταν έχει να επιλέξει κανείς, όπως στην περίπτωση της Ελλάδας, μεταξύ Σκύλλας και Χάρυβδης, μια τέτοια απόφαση δεν επιτρέπεται να λαμβάνεται ερήμην του λαού. Δεν είναι μόνο ζήτημα δημοκρατίας, είναι και ζήτημα αξιοπρέπειας».

Το βιβλίο του Γιούργκεν Χάμπερμας θα κυκλοφορήσει στα τέλη Φεβρουαρίου από τις εκδόσεις Πατάκη, με τίτλο «Για ένα σύνταγμα της Ευρώπης», σε μετάφραση Σώτης Τριανταφύλλου.

* O κ. Σπύρος Μοσκόβου είναι διευθυντής του ελληνικού προγράμματος της Deutsche Welle.

 Σχολείο

Ούτε δεξιά ούτε αριστερά;

Του Μιχάλη Μητσού, ΤΑ ΝΕΑ 6.2.12

Σε άρθρο τους που δημοσιεύτηκε στη χθεσινή «Καθημερινή», ο Νίκος Αλιβιζάτος και ο Λουκάς Τσούκαλης αναφέρονται στην ανάγκη να δημιουργηθεί ένας νέος πολιτικός φορέας «που θα συσπειρώσει μεταρρυθμιστικές και φιλοευρωπαϊκές δυνάμεις από το ΠΑΣΟΚ, τη ΝΔ και την ανανεωτική Αριστερά». Ο φορέας αυτός, τονίζουν, θα μπορούσε «να θέσει στο περιθώριο το ένα ή και τα δύο μεγάλα κόμματα που οδήγησαν τη χώρα στον γκρεμό».

Το εγχείρημα είναι δύσκολο, αλλά χωρίς αμφιβολία ενδιαφέρον. Στη χώρα μας έχει κατεπείγοντα χαρακτήρα, καθώς βρισκόμαστε κυριολεκτικά στο χείλος του γκρεμού, ανάλογες συζητήσεις όμως γίνονται σε όλο τον κόσμο. Ενα εξαμηνιαίο περιοδικό «κοινωνικής λογοτεχνίας» της Ιταλίας, η «Νέα λογοτεχνική επιθεώρηση», άνοιξε στο τελευταίο του τεύχος μια συζήτηση για τους νέους χάρτες της πολιτικής, και συγκεκριμένα για τα κινήματα που δηλώνουν «ούτε δεξιά ούτε αριστερά». Τέτοια κινήματα είναι οι Πειρατές στις σκανδιναβικές χώρες, το «Καταλάβετε τη Γουόλ Στριτ» και οι παραφυάδες του στην Ευρώπη, ενώ θα μπορούσε να περιλάβει κανείς υπό μία έννοια σ’ αυτά και την Αραβική Ανοιξη. Εχουν κοινά σημεία, όπως είναι η δυσαρέσκεια από τις ιδέες που κυκλοφορούν και η αντίδραση στον κρατικό αυταρχισμό, έχουν ασφαλώς και μεγάλες διαφορές. Ενας από τους βασικούς τους στόχους είναι η κινητοποίηση των νέων. Μπορούν όμως πραγματικά να ξεφύγουν από τους καρτεσιανούς άξονες της δυτικής δημοκρατίας;

Σε μια δημοσκόπηση που έγινε την περασμένη εβδομάδα στην Ιταλία, το 57% απάντησε ότι σημασία έχουν οι ικανότητες ενός ηγέτη, και το αν είναι αριστερός ή δεξιός είναι δευτερεύον. Στην πραγματικότητα υπάρχουν δύο τρόποι να μην είσαι ούτε δεξιός ούτε αριστερός: ένας δεξιός κι ένας αριστερός. Οι οπαδοί του Πέπε Γκρίλλο στην Ιταλία ανήκουν χωρίς αμφιβολία στην πρώτη περίπτωση, ενώ οι Αγανακτισμένοι της Ισπανίας στη δεύτερη. Ο Νορμπέρτο Μπόμπιο, που υπερασπίστηκε αυτή τη διάκριση μέχρι το τέλος της ζωής του, θα σημείωνε σε αυτή την περίπτωση ότι «όποιος λέει πως δεν ανήκει ούτε στο ένα στρατόπεδο ούτε στο άλλο απλώς δεν θέλει να γνωστοποιήσει σε ποιο στρατόπεδο ανήκει». Ενας από τους πιο γνωστούς μαθητές του ιταλού φιλόσοφου, ο Μικελάντζελο Μποβέρο, συμπληρώνει ότι «η διάκριση αυτή είναι απαραίτητη, καθώς Δεξιά και Αριστερά δεν συνιστούν έννοιες που αναφέρονται στην ταυτότητα, αλλά στη σχέση με τους άλλους. Δεν σου ζητούν να απαντήσεις στο ερώτημα "Ποιος είσαι;" αλλά στο ερώτημα "Πού τοποθετείσαι σε σχέση με τους άλλους;". Αν δεν το δηλώσεις εσύ, θα το κάνουν οι σχέσεις σου, η γλώσσα σου, τα ΟΧΙ σου».

Θα μπορούσαμε να προσθέσουμε ότι τέτοια ΟΧΙ (στη στήριξη του Παπαδήμου, για παράδειγμα, ή στην αποποινικοποίηση των μαλακών ναρκωτικών) αποκαλύπτουν συχνά τον συντηρητικό χαρακτήρα ενός κόμματος που δηλώνει αριστερό. Κατά τον ίδιο τρόπο, η ανατροπή την οποία προτείνουν οι δύο έλληνες καθηγητές δεν μπορεί παρά να είναι βαθύτατα αριστερή.

Σχολείο

«Ο σοσιαλισμός δεν έλυσε τα οικονομικά προβλήματα»

Ο 85χρονος Φιντέλ Κάστρο παρουσίασε τα απομνημονεύματά του

ΝΑΤΑΣΑ ΜΠΑΣΤΕΑ, ΤΑ ΝΕΑ 6.2.12

imageΤους δύο τόμους των απομνημονευμάτων του με τίτλο «Αντάρτης του χρόνου» παρουσίασε ο κουβανός ιστορικός ηγέτης Φιντέλ Κάστρο, σε μια σπάνια δημόσια εμφάνισή του, η οποία διήρκεσε έξι ώρες. Σε αυτούς τους δύο τόμους που περιλαμβάνουν τις συζητήσεις του με τη δημοσιογράφο Κατιούσκα Μπλάνκο, περιγράφεται η ζωή του από τα παιδικά του χρόνια στο Μαγιαρί, ως γιου του παράνομου δεσμού ενός επιχειρηματία και μιας υπηρέτριας, έως τον Δεκέμβριο του 1958, λίγο πριν από την ανατροπή του δικτάτορα Μπατίστα και τον θρίαμβο της επανάστασης της οποίας ηγήθηκε μαζί με τον Τσε Γκεβάρα.

«Πρέπει να αδράξω τη στιγμή, διότι η μνήμη ξεθωριάζει…», δήλωσε ο 85χρονος Κάστρο, που είχε να εμφανιστεί δημόσια από τον περσινό Απρίλιο, στο κλείσιμο των εργασιών του συνεδρίου του κουβανικού ΚΚ. Κρατώντας στα χέρια του το βιβλίο «Guerrillero del tiempo», ο κουβανός ηγέτης δήλωσε «διατεθειμένος να κάνω ό,τι είναι δυνατόν για να μεταδώσω αυτά που θυμάμαι καλά. Εκφράζω όλες τις ιδέες που είχα και όλα τα συναισθήματά μου. Εχω επίγνωση της σημασίας που έχει να λεχθούν όλα αυτά, να μεταδοθούν προκειμένου να είναι χρήσιμα», ανέφερε, σύμφωνα με την εφημερίδα «Granma», καθώς η τηλεόραση μετέδωσε τις εικόνες από την εκδήλωση της Παρασκευής χωρίς ήχο.

Στις συζητήσεις του με την Κατιούσκα Μπλάνκο, που εκτείνονται σε χίλιες σελίδες, ο Κάστρο εκμυστηρεύεται ότι προτιμά «τα παλιά ρολόγια, τα παλιά γυαλιά, τις παλιές μπότες, αλλά όσον αφορά την πολιτική προτιμώ ό,τι είναι νέο». Στην εκδήλωση εξέφρασε τη βαθιά του αντίθεση με την ιδιωτική εκπαίδευση και επαίνεσε τους λατινοαμερικανούς φοιτητές σε πολλές χώρες της περιοχής «που αντιδρούν και διεκδικούν το δικαίωμά τους στη δημόσια εκπαίδευση». Εξέφρασε επίσης την ανησυχία του για την κατάσταση στη Βενεζουέλα και ανέφερε ότι οι κουβανοί ηγέτες έκαναν λάθος όταν πίστευαν πως απλώς η εφαρμογή του σοσιαλισμού θα έλυνε όλα τα οικονομικά προβλήματα της χώρας του. Διευκρίνισε ότι παρακολουθεί με ενδιαφέρον όλες τις εξελίξεις, διαβάζει «τουλάχιστον 100 άρθρα καθημερινά, στις εφημερίδες» και κατέληξε λέγοντας: «Καθήκον μας είναι να πολεμήσουμε μέχρι το ύστατο λεπτό για την πατρίδα, τον πλανήτη και την ανθρωπότητα».

Στους δύο τόμους, η Μπλάνκο, συγγραφέας της πρώτης επίσημης βιογραφίας του Κάστρο και της οικογένειάς του, παρουσιάζει τα απομνημονεύματά του υπό μορφή ερωταπαντήσεων που θυμίζουν το βιβλίο «100 ώρες με τον Φιντέλ», στο οποίο ο Κάστρο συζητά με τον γάλλο δημοσιογράφο Ιγνάσιο Ραμονέ και είχε δημοσιευθεί στα τέλη του 2006, λίγο καιρό αφότου παρέδωσε την εξουσία στον αδελφό του Ραούλ λόγω των προβλημάτων υγείας που αντιμετώπιζε.

Σχολείο

ΕΕ – ΔΝΤ: Να φτωχύνουν οι Ελληνες!

Γ. Δελαστίκ ΕΘΝΟΣ 6.2.12

Τα παραμύθια τελείωσαν. Οι μάσκες έπεσαν. Ακόμη και οι τελευταίοι αφελείς Ελληνες που νόμιζαν ότι η τρόικα είχε έρθει εδώ για να διορθώσει το υπερβολικό δημόσιο χρέος και τα υπερβάλλοντα ελλείμματα του προϋπολογισμού, έχουν αντιληφθεί πλέον ότι εντελώς άλλη είναι η αποστολή της. Να φτωχύνουν δραστικά ή και δραματικά τους Ελληνες, όλους τους Ελληνες και πρωτίστως τους εργαζόμενους και τους συνταξιούχους θέλουν η ΕΕ και το ΔΝΤ. Αυτή είναι η αποστολή που τους έχει αναθέσει το Βερολίνο και ακριβώς αυτήν την αποστολή εκτελούν με εξαιρετική επιτυχία!

Οι Γερμανοί θέλουν να κάνουν την Ελλάδα φτωχή επαρχία της γερμανικής Ευρώπης, του Τέταρτου Γερμανικού Ράιχ. Το ίδιο άλλωστε επιδιώκουν να κάνουν και την Ισπανία, την Πορτογαλία, την Ιταλία, την Ιρλανδία, ενώ στην κατάσταση αυτή έχουν ήδη περιέλθει οι εξαθλιωμένες «ανατολικές επαρχίες του Ράιχ» – δηλαδή οι Βαλτικές και οι χώρες της Κεντρικής Ευρώπης, συνοδευόμενες από τους Βαλκάνιους της Ρουμανίας, Βουλγαρίας, Κροατίας…

Το Βερολίνο επιδιώκει κατ’ αρχάς να γυρίσει τον χρόνο μισόν αιώνα πίσω, στη δεκαετία του 1960 και στα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 1970. Τότε που οι Ελληνες, οι Ιταλοί, οι Ισπανοί συνέρρεαν κατά εκατομμύρια στη Γερμανία, για να κάνουν τις κατώτερες δουλειές σε όλους τους τομείς που ήταν απαραίτητες για να αναπτυχθεί η γερμανική οικονομία.

Αν οι Γερμανοί πετύχουν να πετάξουν τους υπόλοιπους Ευρωπαίους μισόν αιώνα πίσω, δεν θα είναι και τόσο δύσκολο ακόμη ένα πηδηματάκι προς τα πίσω: προς μια οικονομική επανέκδοση της δεκαετίας του 1940, όταν το Τρίτο Ράιχ προσπαθούσε και αποτύγχανε να επιβάλει μέσω της στρατιωτικής βίας τη γερμανική ηγεμονία σε όλη την Ευρώπη… Τώρα που βρισκόμαστε ακόμη σε σχετικά αρχικά στάδια της γερμανικής οικονομικής επέλασης, τα σχέδια του Βερολίνου μπορούν να αποκρουστούν – και μάλιστα με λιγότερα εκατομμύρια οικονομικά θύματα.

Η χώρα μας καλείται να παίξει ιδιαίτερο ρόλο σε αυτήν την υπόθεση που αφορά ολόκληρη την Ευρώπη. Αν αυτός ο ρόλος θα είναι θετικός ή αρνητικός θα εξαρτηθεί από τη στάση της ελληνικής πολιτικής ηγεσίας, η οποία μέχρι τώρα κάθε άλλο παρά δείχνει να έχει το πολιτικό ανάστημα και το σθένος που απαιτείται για να σηκώσει τέτοιο βάρος.

Οι ευθύνες τους απέναντι στον λαό μας και στην ιστορία είναι πολύ μεγάλες. Οι Γερμανοί απαιτούν μέσω τρόικας όχι μόνο να μειωθούν οι μισθοί και οι συντάξεις των Ελλήνων τόσο ώστε να γυρίσουμε συγκριτικά μισόν αιώνα πίσω, αλλά και να περικοπούν δραστικά οι δαπάνες για την υγεία, την παιδεία και την άμυνα της χώρας. Να ξαναγίνουν δηλαδή άθλια τα νοσοκομεία, να συρρικνωθεί η προληπτική ιατρική, να πεθαίνουν χωρίς φάρμακα οι βαριά ασθενείς. Να κλείσουν χιλιάδες σχολεία, να ξαναγίνουν οι τάξεις των γυμνασίων με 40 και 50 παιδιά, να κλείσουν πανεπιστημιακές σχολές και ΤΕΙ κατά δεκάδες.

Οσο για την άμυνα, όταν λένε να μειωθούν οι αμυντικές δαπάνες, δεν εννοούν βεβαίως να αγοράζουμε λιγότερα γερμανικά τανκς ή πολεμικά αεροπλάνα και πολεμοφόδια ή πυραύλους και φρεγάτες. Εννοούν απλούστατα να μην πληρώνονται επαρκώς οι πιλότοι της πολεμικής αεροπορίας, να μην υπάρχουν σε επαρκή αριθμό αξιωματικοί για τη στελέχωση των μονάδων, να μην είναι σε θέση εν κατακλείδι οι ελληνικές ένοπλες δυνάμεις να αντισταθούν ούτε καν υποτυπωδώς σε τουρκική επίθεση.

Στο πλαίσιο αυτό οι ρυθμίσεις στο Αιγαίο, στα νησιά, στο Κυπριακό, στην Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη κ.λπ. θα γίνουν υπό το πρίσμα μιας εκ των προτέρων ηττημένης Ελλάδας, η οποία δεν θα έχει άλλη επιλογή από την απεμπόλιση των δικαιωμάτων της και τη δουλόφρονα υποταγή στις απαιτήσεις του Ράιχ και οποιουδήποτε επιβουλεύεται ελληνικά εδάφη, φυσικό πλούτο, κυριαρχικά ή διαχειριστικά δικαιώματα της χώρας μας.

Κάποτε οι Ελληνες πολιτικοί ηγέτες έλεγαν στον κόσμο -αμφιβάλλουμε, πάντως, αν το πίστευαν ποτέ οι ίδιοι- ότι η ΕΕ θα διασφάλιζε την εδαφική ακεραιότητα της Ελλάδας. Η ζωή αποδεικνύει το εντελώς αντίθετο – ότι οι σημερινές απαιτήσεις της ΕΕ όχι μόνο εξαθλιώνουν τον ελληνικό λαό, αλλά και ενισχύουν τις επιβουλές εναντίον της χώρας μας.

«Νέο 1938»
Η Ελλάδα πρώτο θύμα του Δ’ Ράιχ

Η ΤΣΕΧΟΣΛΟΒΑΚΙΑ, ο διαμελισμός της οποίας συνομολογήθηκε από τους Αγγλους και τον Αδόλφο Χίτλερ στις 30 Σεπτεμβρίου 1938, υπήρξε το πρώτο θύμα του Τρίτου Ράιχ , στις παραμονές του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Η Ελλάδα είναι φανερό ότι έχει επιλεγεί ως πρώτο θύμα του Τέταρτου Ράιχ καλούμενη να παίξει αντίστοιχο με την Τσεχοσλοβακία ρόλο εβδομήντα και πλέον χρόνια αργότερα. Οπως όμως το 1938 η κατάληψη και διάλυση της Τσεχοσλοβακίας αποδείχθηκε ανίκανη να κορέσει την όρεξη του Βερολίνου για πανευρωπαϊκή ηγεμονία, παρά τις ψευδαισθήσεις περί του αντιθέτου που έτρεφαν Λονδίνο και Παρίσι, έτσι και η καταβρόχθιση της Ελλάδας σήμερα αποκλείεται να κορέσει το πάθος της Μέρκελ για μια Ευρώπη υποτελή στη Γερμανία.

Σχολείο

Δημήτρης Α. Σωτηρόπουλος, ΤΟ ΒΗΜΑ 5.2.12

Η ανάγκη για έναν νέο δημοκρατικό πατριωτισμό

Το τέλος του ελληνικού μοντέλου οικονομικής ανάπτυξης και η επίδρασή του στην πολιτική φυσιογνωμία της μεταπολίτευσης. Μια πειστική κοινωνιολογική προσέγγιση

Η ανάγκη  για έναν νέο δημοκρατικό πατριωτισμό

Στιγμιότυπο από τις εκδηλώσεις διαμαρτυρίας το περασμένο καλοκαίρι στο Σύνταγμα. Σύμφωνα με τον Γιώργο Σιακαντάρη η πολιτική κρίση που εκδηλώνεται με απόρριψη των αντιπροσωπευτικών θεσμών, ανομία και χρήση βίας είναι αποτέλεσμα μιας βαθύτερης πολιτισμικής κρίσης (REUTERS/John Kolesidis)

Μετά το πρώτο μνημόνιο (Μάιος 2010) εμφανίστηκε και σταδιακά απέκτησε απήχηση στην ελληνική κοινωνία ένα ρεύμα σκέψης που διέγνωσε εσφαλμένα την ελληνική κρίση ως εκδήλωση της αναπόφευκτης εξέλιξης του καπιταλισμού και του κοινοβουλευτισμού γενικά. Εστιάζοντας σε τέτοιες αιτίες, λίγοι, αλλά προβεβλημένοι από ορισμένα μέσα ενημέρωσης, διανοούμενοι παραμέρισαν τις σημαντικότερες αιτίες της κρίσης, δηλαδή τη σύμπτωση της διεθνούς οικονομικής κρίσης με την εξάντληση του ελληνικού «μοντέλου» οικονομικής ανάπτυξης, καθώς και την αλληλεπίδραση του εκλογικού συστήματος της Μεταπολίτευσης με τη διχαστική πολιτική κουλτούρα και το πελατειακό κράτος της τελευταίας τριακονταπενταετίας.

Με το πρόσφατο βιβλίο του ο γνωστός κοινωνιολόγος, βιβλιοκριτικός και επιφυλλιδογράφος Γιώργος Σιακαντάρης επιχειρεί μια απάντηση σε όσους είναι έτοιμοι με ελαφριά καρδιά να απεμπολήσουν τον κοινοβουλευτισμό. Η άποψή του συνοψίζεται στο ότι «όταν το αίτημα της άμεσης δημοκρατίας αντιμετωπίζει τους θεσμούς σαν βαρίδια για την άσκηση πολιτικής, τότε έχουμε να κάνουμε με μια θρυαλλίδα» που απειλεί να ανατινάξει τη δημοκρατία, ενώ ταυτόχρονα «δεν υπάρχει καμία κοινοβουλευτική δημοκρατία εκεί που δεν ευδοκιμούν οι καρποί της κοινωνικής δικαιοσύνης».


Απούσες αξίες

Το πρώτο μέρος του βιβλίου αποτελεί μια αρκετά εκτεταμένη ιστορία των πολιτικών ιδεών από την Αρχαιότητα ως τις μέρες μας. Ο συγγραφέας έχει διαβάσει με κριτική ματιά τους πάντες, από τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη ως τον Ζίζεκ και τον Μπαντιού. Παραδόξως, δεν αναφέρει τους Ρολς και Ντουόρκιν. Το διεθνώς σημαντικό έργο τους στη χώρα μας έχει πέσει θύμα της υποβάθμισης του Διαφωτισμού, την οποία ο Σιακαντάρης εύλογα επικρίνει.

Στο δεύτερο μέρος του βιβλίου υποστηρίζει ότι η πολιτική κρίση που εκδηλώνεται με απόρριψη των αντιπροσωπευτικών θεσμών, ανομία, χρήση βίας κατά των πολιτικών και εμπόδια στη λειτουργία της ελεύθερης αγοράς, είναι αποτέλεσμα μιας βαθύτερης πολιτισμικής κρίσης. Απουσιάζουν από την Ελλάδα οι αξίες οι οποίες χαρακτηρίζουν άλλες αναπτυγμένες κοινωνίες. Κατά τον συγγραφέα εδώ δεν έχουν εμπεδωθεί ο αυτοπεριορισμός στην κοινωνική συμπεριφορά, η κοινωνική κοσμιότητα και το πνεύμα του «επιχειρείν», που στις άλλες αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες συνόδευσαν τον μετασχηματισμό της αριστοκρατικής τάξης σε τάξη επιχειρηματιών και κρατικών αξιωματούχων.

Διαφωτισμός

Η θέση περί απουσίας εγχώριας αστικής τάξης, γνωστή από παλαιότερες έρευνες ελλήνων ιστορικών και κοινωνιολόγων, για τον Σιακαντάρη έχει σημασία ως προς τη διαδικασία ενσωμάτωσης δυτικών αξιών στην κοινωνία μας. Η απουσία των αστών από το πρώιμο νεοελληνικό κράτος δεν συνετέλεσε μόνο στην έλλειψη των παραπάνω πολιτιστικών συμφραζομένων της νεωτερικότητας. Αφησε επίσης τρία κενά στην εμπέδωση του Διαφωτισμού: λείπουν η κοινή λογική στη διαχείριση των δημόσιων οικονομικών, η αποδοχή των οικουμενικών αξιών του Διαφωτισμού και η αυτονομία στον τρόπο με τον οποίο σκέπτονται οι πολίτες: «Πουθενά αλλού δεν υπάρχουν τόσοι πολλοί που χαίρονται να μη σκέπτονται μόνοι τους, αλλά να βάζουν άλλους να σκέπτονται γι’ αυτούς».

Επ’ αυτών η νεοελληνική ιστοριογραφία και η συγκριτική πολιτική ανάλυση ίσως είχαν επιφυλάξεις. Πάντως ο Σιακαντάρης δικαίως υπερασπίζεται τις αυτονόητες κατακτήσεις του Διαφωτισμού και δεν προσχωρεί στον εύκολο κυνισμό των επικριτών της δυτικής δημοκρατίας. Αντίθετα, εκδηλώνει γλαφυρά έναν αναγκαίο, νέο δημοκρατικό πατριωτισμό: «Ας ελπίσουμε πως η επόμενη μέρα της καταιγίδας απαξίωσης της πολιτικής στη σημερινή Ελλάδα δεν θα είναι γκρίζα. Αξίζει αυτός ο τόπος και ένα πολιτικό ουράνιο τόξο».

Ο κ. Δημήτρης Α. Σωτηρόπουλος είναι αναπληρωτής καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Σχολείο

 

Τα πρόσωπα της πολιτικής είναι εντελώς διαβλητά

Ο Τίτος Πατρίκιος και ο Μένης Κουμανταρέας διαπιστώνουν μια διάχυτη κοινωνική αδιαφορία

Της Ολγας Σελλα

Η ιδέα είναι δανεική από ένα εκτός εμπορίου βιβλίο των εκδόσεων «Αγρα», όπου συνομιλούν δύο ιερά τέρατα της παγκόσμιας αστυνομικής λογοτεχνίας: ο Ιαν Φλέμινγκ και ο Ζορζ Σιμενόν. Τι θα έλεγαν αν βρίσκονταν σε μια κοινή συνέντευξη δύο ιερά τέρατα της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας; Απευθύναμε την πρόσκληση στον πεζογράφο Μένη Κουμανταρέα και στον ποιητή Τίτο Πατρίκιο και δέχθηκαν με μεγάλη προθυμία. Εμπειροι και οι δύο σε συνεντεύξεις, με έναν βαθύ σεβασμό και ακόμη βαθύτερη εκτίμηση ο ένας για τον άλλον, προσαρμόστηκαν αμέσως στο αίτημά μου. Και ήταν για όλους μια διαφορετική εμπειρία.

– Πόσα χρόνια γνωρίζεστε;

Μ. Κ.: Πρωτοσυναντηθήκαμε, πριν από τη δικτατορία, σε εκδήλωση στο Παγκράτι που είχε κάνει μια οργάνωση που λεγόταν, νομίζω, ΕΠΟΙΖΩ και μάλλον ήταν του δήμου. Ημασταν οι δυο μας.

Τ. Π.: Εγώ ήξερα για τον Μένη πολύ πριν, γιατί κατά κάποιον τρόπο ήμασταν εξ αγχιστείας συγγενείς. Μία από τις αδελφές του πατέρα μου είχε παντρευτεί έναν αξιωματικό του ναυτικού και πάρα πολύ όμορφο άνδρα, που λεγόταν Βάσος Κουμανταρέας.

Μ. Κ.: Ηταν ξάδελφος του πατέρα μου.

Τ. Π.: Και άκουγα από τη θεία μου ότι ο ανιψιός του Βάσου, ένα νέο παιδί, γράφει πολύ ωραία.

Μ. Κ.: Να πω και από πού αλλού μπορεί να με ξέρεις; Από τη Ρένα (σ. σ.: την ιστορικό Ρένα Σταυρίδη, σύζυγο του Τίτου Πατρίκιου). Η Ρένα ήταν στο ίδιο σχολείο με μένα αλλά σε πολύ μικρότερη τάξη. Εγώ ήξερα τον Τίτο ως ποιητή της ήττας, αλλά όταν διάβασα προσεκτικά τα ποιήματά του κάθε άλλο παρά ήττα είναι…

Θυμούνται κι άλλες συναντήσεις, μετά από εκείνη την πρώτη, σε λογοτεχνικές εκδηλώσεις, σε ταξίδια Ελλήνων λογοτεχνών στο εξωτερικό. Ανασύρονται μνήμες ξεχασμένες, τρυφερές, αποσιωπημένες.

Ο ένας για τον αλλον

– Θέλω ο καθένας σας να περιγράψει τον άλλον ως λογοτέχνη, αλλά και ως άνθρωπο.

Τ. Π.: Να ξεκινήσω εγώ, που είμαι ελαφρώς πιο ηλικιωμένος;

«Ελαφρότατα», λέει με το λεπτό του χιούμορ ο Μένης Κουμανταρέας.

Τ. Π.: Με τον Μένη, ενώ δεν έχουμε κάνει στενή παρέα έχουμε έναν πολύ ισχυρό δεσμό. Αυτό δε που μου κάνει εντύπωση είναι ότι όταν συναντιόμαστε και κουβεντιάζουμε, είναι σαν να έχουμε κουβεντιάσει την προηγούμενη μέρα. Συμπίπτουμε. Που δείχνει ότι οι πορείες μας είναι παράλληλες και έχουν ομοιότητες. Πριν από μερικά χρόνια, μας ζήτησαν να δημοσιεύσουμε τις αντίστοιχες εμπειρίες μας από τα γεγονότα του Δεκέμβρη του ’44. Εγώ ως μαθητής του ΕΛΑΣ και ο Μένης ως συλληφθείς όμηρος από τον ΕΛΑΣ. Από κει και πέρα εκείνο που μου αρέσει στον Μένη, πάρα πολύ, και γι’ αυτό μπορώ και επικοινωνώ, είναι το άνοιγμα που έχει. Δεν είναι κλεισμένος ούτε στον εαυτό του ούτε σε μια κλειστή, επαρχιώτικη αντίληψη για τη λογοτεχνία, αλλά και για τη ζωή. Εχουμε πολλές ομοιότητες στη διαπαιδαγώγηση και στη μόρφωση τη σχολική. Εκείνος πήγαινε στο τότε Μπερζάν, που έγινε Σχολή Μωραΐτη, εγώ πήγαινα στην Αναργύρειο και μετά στη Βαρβάκειο. Η πρώτη ξένη κουλτούρα που γνωρίσαμε και οι δύο ήταν η αγγλική – η βασική ξένη γλώσσα στην Αναργύρειο ήταν τα αγγλικά και η πρώτη μετάφραση που επιχείρησα για το δικό μου κέφι, τη δεκαετία του ’40, ήταν ένα βιβλίο του Τομ Σόγιερ από τα αγγλικά. Αλλά περισσότερο απ’ όλα, στον Μένη μου αρέσει η δουλειά του, το λογοτεχνικό του έργο, γιατί πέρα από την αναγνωστική απόλαυση που δίνει, φτιάχνει όλη τη ζωή, τον χώρο, την κοινωνία, την ευαισθησία αυτών των δεκαετιών που πέρασαν. Τώρα που ξαναδιάβασα τη «Βιοτεχνία υαλικών» τα ξανάζησα αυτά. Φτιάχνει έναν ολόκληρο κόσμο που είναι ταυτοχρόνως ο πραγματικός κόσμος της εποχής και ο ξαναπλασμένος κόσμος από τη λογοτεχνία.

Η εκδότρια του «Κέδρου» Κάτια Λεμπέση παρεμβαίνει λέγοντας ότι «οι νέοι, οι σημερινοί αναγνώστες της “Βιοτεχνίας υαλικών” θεωρούν ότι είναι πολύ επίκαιρο βιβλίο και μιλάει ακόμα και για τη σημερινή κοινωνία μας».

Μ. Κ.: Η ποίηση του Τίτου βγαίνει μέσα από καθημερινά πράγματα, αλλά μεταμορφώνεται, ιδίως στις τελευταίες συλλογές του, σε φιλοσοφία. Είναι στάση ζωής και φιλοσοφικής ενατένισης. Είπα πριν για την ποίηση της ήττας, παρασυρόμενος ίσως από κείμενα κριτικών. Τον θεωρούσα ποιητή της ήττας, αλλά δεν είναι. Μέσα σε μια απαισιοδοξία που οποιοσδήποτε γράφει και σέβεται τον εαυτό του έχει, είναι αισιόδοξος. Ως άνθρωπος είναι ευγενής, πολύ σπουδαίο πράγμα, δεν το συναντάς πολύ συχνά και σε σπουδαίους λογοτέχνες, και μάλιστα συνομήλικούς μου. Εχει τρόπους, έχει αγωγή. Ξέρει να λέει πολύ ωραία ανέκδοτα, που το ζηλεύω κιόλας. Και μάλιστα, επειδή στο μυθιστόρημα που γράφω, κάποιος πρέπει να πει ένα ανέκδοτο, θα του ζητήσω να μου αφηγηθεί ένα κάπως παρωχημένο…

Και φυσικά ο Τίτος Πατρίκιος δεν έχασε την ευκαιρία.

«Αυτό που λέγατε για την ευγένεια, έχω την εντύπωση ότι αυτό είναι θέμα της αστικής σας καταγωγής», παίρνει τη σκυτάλη η Κάτια Λεμπέση: «Θέμα που μάλλον έχει απαξιωθεί – εννοώ το θέμα της αστικής παιδείας και κουλτούρας, αλλά νομίζω ότι είναι εξαιρετικά σημαντικό. Σήμερα όμως είναι πολύ λάθος τάχα για λόγους επαναστατικότητας και προοδευτικότητας να γίνονται οι άνθρωποι αγενείς. Η αστική ευγένεια προσθέτει».

Μ. Κ.: Εχει δίκιο η Κάτια, ισχύει και για τον Τίτο και για μένα. Ομως, γνωρίζω και μερικούς λαϊκούς ανθρώπους που είναι βαθύτατα ευγενείς. Μπορεί να μην κρατάνε πάντα τους τύπους, αλλά ξέρουν να είναι βαθύτατα ευγενείς. Οπως ξέρω και αστούς που κρατάνε τους τύπους, αλλά είναι βαθύτατα αγενείς και αμόρφωτοι.

Σαράντα χρόνια προβάλλεται η ποσότητα. Είδατε κάποιο αίτημα για ποιότητα;

– Πιστεύετε ότι στη σημερινή κοινωνία πολλαπλασιάζονται οι συμπεριφορές αδιαφορίας, αγένειας και βάναυσης συμπεριφοράς μεταξύ των ανθρώπων;

Μ. Κ.: Πέρα από τη μη ευγένεια υπάρχει κάτι χειρότερο: μια διάχυτη αδιαφορία. Το βλέπει κανείς και στα πρόσωπα των νέων. Δεν ενδιαφέρονται. Δεν ξέρω από πού προέρχεται. Τίτο, τι λες εσύ;

Τ. Π.: Οχι ότι θέλω να κολακέψω τους νέους, ούτε ότι έχω πρόβλημα να μην ασκώ κριτική. Θα έλεγα ότι είναι έτσι, αλλά ταυτοχρόνως βλέπω και νέους γεμάτους ενδιαφέροντα, δραστηριότητα, εργατικότητα και επιθυμία να αντεπεξέλθουν. Δεν μπορώ να κάνω στατιστικούς υπολογισμούς, αλλά βλέπω και τέτοιους νέους.

Μ. Κ.: Ασφαλώς, υπάρχουν παιδιά-διαμάντια, όπως υπήρχαν σε όλες τις εποχές.

Συζητώντας για τις αιτίες της συμπεριφοράς των σύγχρονων ανθρώπων, ο Τίτος Πατρίκιος φτάνει στον Μάη του ’68. «Μας έδειξε πολλά νέα πράγματα εκείνη η εποχή, αλλά έφερε και πολλές ελευθεριότητες, διότι η ελευθεριότητα είναι συμπεριφορά που δεν σέβεται την ελευθερία του άλλου».

Μ. Κ.: Υπάρχει ένα χάσμα ανάμεσα σε μας και τη νεολαία. Και ασφαλώς είμαστε υπόλογοι κι εμείς. Ας βάλω τον εαυτό μου πρώτο: η ανικανότητά μου και η απομάκρυνσή μου από τις νέες τεχνολογίες με κάνει να αισθάνομαι ότι σε λίγο καιρό δεν θα μπορώ να κάνω απλές συναλλαγές. Γι’ αυτό πάντα έλεγα ότι οι άνθρωποι δεν πρέπει να ζουν πάρα πολύ. Γιατί δεν μπορούν να επικοινωνήσουν με την εποχή μας.

– Δεν υπάρχει και ανάγκη να βλέπουμε ζωντανές μπροστά μας τις φάσεις της ζωής και της εμπειρίας; Ο Εμμανουήλ Κριαράς είναι 105 και ασφαλώς δεν επικοινωνεί μέσω ιnternet, αλλά έχει σημασία;

Τ. Π.: Ναι, σωστά. Υπό τον όρο ότι διατηρούν οι μεγάλης ηλικίας άνθρωποι τη διαύγειά τους και την επαφή με την πραγματικότητα.

Μ. Κ.: Η επαφή με την πραγματικότητα δεν είναι το κομπιούτερ. Είναι άλλο πράγμα. Είναι ο αέρας που φυσάει έξω, τα χνώτα των ανθρώπων, η κοινωνική κατάσταση, τα ρεύματα που περνάνε. Εγώ είμαι προφυλαγμένος γιατί κάνω πολλή παρέα με νεότερους και συχνά κάθομαι και ακούω τι λένε. Εξάλλου περισσότερο μου αρέσει να ακούω παρά να μιλάω.

Τ. Π.: Γι’ αυτό κι εγώ έχω υιοθετήσει κι ελπίζω να την εφαρμόζω, τη φράση από εκείνη τη συγκλονιστική αυτοβιογραφία του «Τότε που ζούσαμε»: «Οσο μπορώ να κάνω καινούργιους φίλους, παραμένω νέος». Κι εγώ έχω καινούργιους φίλους, κι άμα είναι καινούργιοι, είναι νεότεροι.

Μ. Κ.: Εγώ θυμάμαι κάτι άλλο, αλλά πολύ κοντινό: «Θυμώνω στους φίλους μου που πεθαίνουν», του Ασημάκη Πανσέληνου από το ίδιο βιβλίο.

Η κουβέντα περνάει γρήγορα στη σύγχρονη επικαιρότητα. Ο Μένης Κουμανταρέας εντοπίζει, χωρίς περιστροφές, «ανικανότητα στους πολιτικούς να αντιμετωπίσουν τα προβλήματα. Πρόκειται περί ανίκανων ανθρώπων, γι’ αυτό και οι πολίτες τούς απαξιώνουν».

Τ. Π.: Θυμάμαι μια συνέντευξη του Μπερλιγκουέρ, που είχε δώσει το 1981. Τη διάβασα πρόσφατα, γιατί αναδημοσιεύτηκε στη La Republica. Ελεγε ότι «όταν ένα κόμμα ή ένα συνδικάτο ή ένας οργανισμός τοπικής αυτοδιοίκησης γίνεται διαχειριστής οικονομικών, αυτομάτως διαφθείρεται. Και για κανένα λόγο δεν πρέπει τα κόμματα, οι δήμοι και τα συνδικάτα να διαχειρίζονται λεφτά». Και ξαφνικά μου τα φώτισε όλα. Και προχθές ακούω, ότι την προηγούμενη χρονιά, το 2011, στην αποκορύφωση της κρίσης, αυξήθηκαν οι χορηγίες στα κόμματα!

– Εχετε ζήσει πολύ διαφορετικούς τρόπους διαχείρισης της εξουσίας. Νομίζετε ότι έχει εκπέσει εντελώς η πολιτική;

Τ. Π.: Εχουν εκπέσει οι φορείς της.

Μ. Κ.: Τα πρόσωπα είναι διαβλητά. Εντελώς.

Τ. Π.: Και δεν εξαιρώ κανένα πολιτικό κόμμα.

Μ. Κ.: Δεν είναι τυχαία η αγανάκτηση του κόσμου και τα γιούχα που ακούγονται. Γιατί ο κόσμος, ιδίως οι μεγαλύτεροι, είχαν δει άλλες εποχές, είχαν έναν σεβασμό προς τους πολιτικούς. Η εικόνα που είχαν έχει διαλυθεί.

Τ. Π.: Εγώ δεν συμφωνώ με τα γιουχαΐσματα. Θα σας πω ένα περιστατικό. Πέρυσι με είχαν καλέσει σ’ ένα σχολείο. Στο τέλος της εκδήλωσης μια μαθήτρια με ρώτησε: «Τι γνώμη έχετε για τα γιαουρτώματα; Δεν είναι κι αυτά μια μορφή αγανάκτησης;». Της απάντησα ότι συμφωνώ απολύτως, κι ότι μπορεί να ρίξει και σε μένα αν διαφωνεί με όσα λέω. Υπό έναν όρο: με ανοιχτό το πρόσωπο. Οχι με καλυμμένο. Με ανάληψη της ευθύνης σ’ αυτό που κάνετε.

Η κρίση ήταν πολύ περισσότερο παρούσα σ’ αυτή τη συζήτηση απ’ ό, τι η λογοτεχνία. Με μια ματιά λοξή, λογοτεχνική. Ανάμεσα σε ιστορίες με παλιούς φίλους, σε ανέκδοτα, σε παραπομπές σε διαβάσματα.

Μ. Κ. Θα έλεγα ότι από μιαν άποψη η κρίση μάς συνεφέρνει απέναντι στην αλόγιστη σπατάλη χρημάτων και στην αλόγιστη χρησιμοποίηση πλαστικού χρήματος.

Τ. Π. Περάσαμε 40 χρόνια με προβολή της ποσότητας. Είδατε ένα αίτημα αυτά τα χρόνια να αφορά την ποιότητα;

Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 6.2.2012

Σχολείο

Γιάννης Πρετεντέρης, ΤΟ ΒΗΜΑ 5.2.12

Αλλάξαμε και βουλιάξαμε!

Παρακολουθώντας τον Γ. Παπανδρέου να εκφωνεί στην ΚΟ του ΠαΣοΚ άλλον έναν πανηγυρικό της πρωθυπουργίας του, θυμήθηκα εκείνο το ωραίο σύνθημα που κυκλοφορούσε προεκλογικά: αλλάζουμε ή βουλιάζουμε. Αναρωτήθηκα λοιπόν. Ωραία, αλλάξαμε. Τότε γιατί βουλιάξαμε;

Πολύ φοβούμαι ότι η απορία δεν είναι μόνο δική μου. Και ότι ο βασικός πρωταγωνιστής μιας διετίας που απεδείχθη καταστροφική για τον τόπο χρωστάει μια πραγματική και πειστική απάντηση.

Οχι τόσο για τον εαυτό του. Οσο για την παράταξη στην ηγεσία της οποίας έκλεισε μία οκταετία. Και για τα τρία εκατομμύρια ψηφοφόρους που τον έστειλαν στο Μέγαρο Μαξίμου.

Διότι, πέρα από την αερολογία των κομματικών συναθροίσεων, υπάρχει ένα αντικειμενικό και αδιαμφισβήτητο γεγονός. Ο Παπανδρέου παρέδωσε τη χώρα σε πολύ χειρότερη κατάσταση από αυτή στην οποία την παρέλαβε – γι’ αυτό άλλωστε και κατέρρευσε η διακυβέρνησή του.

Η παταγώδης αποτυχία χρειάζεται μια εξήγηση, μια ερμηνεία. Ούτε πανηγυρικούς ούτε χειροκροτήματα. Δεν μπορείς να ισχυρίζεσαι ότι έσωσες μια χώρα η οποία έχει περιέλθει σε κατάσταση κοινωνικής καταστροφής.

Ολα τα άλλα δεν είναι παρά υπεκφυγές. Τα συμφέροντα, τα μέσα ενημέρωσης, οι τράπεζες και όλοι οι Βελζεβούληδες που πολέμησαν έναν πρωθυπουργό επειδή, λέει, δεν ήταν μαριονέτα. Τέτοιες υπεκφυγές μπορεί να τον βοήθησαν στο παρελθόν, αλλά τώρα πια κανείς δεν τις καταπίνει αμάσητες.

Αλλωστε, ακόμη και αν ο Παπανδρέου ή οι στενοί συνεργάτες του αρνούνται να κοιταχτούν τον καθρέφτη, το ΠαΣοΚ είναι υποχρεωμένο να το κάνει. Οχι μόνο για λόγους πολιτικής εντιμότητας. Αλλά και για λόγους κομματικής επιβίωσης.

Είναι δυνατόν να εμφανιστούν ενώπιον των ψηφοφόρων λέγοντας «ψηφίστε μας επειδή σώσαμε τον τόπο»; Είναι δυνατόν να πολιτευθούν αμέριμνοι, αυτάρεσκοι και αναπολόγητοι; Είναι δυνατόν να αναρτήσουν το δόγμα «όλα καλώς καμωμένα»;

Οι ερωτήσεις είναι ρητορικές. Οι απαντήσεις περισσεύουν.

Το ΠαΣοΚ του επόμενου αρχηγού πρέπει κατ’ αρχήν να εξηγηθεί με τον εαυτό του. Να λύσει τους λογαριασμούς του με τη «μαύρη διετία». Να φύγει από τη λογική της συνενοχής που κάποιοι επιτήδειοι θα επιχειρήσουν να του καλλιεργήσουν.

Και να ανοίξει πανιά στη θάλασσα της σκληρής πραγματικότητας που το περιβάλλει.

Αλλωστε, ακόμη κι αν θέλουν να προσπεράσουν ή να ξεχάσουν το γεγονός ότι βούλιαξε η χώρα, θα τους το θυμίσει ανυπερθέτως η κάλπη σε μερικές εβδομάδες.

Σχολείο

Πηδούν στο νερό επειδή βρέχει

Του Μιχάλη Μητσού, ΤΑ ΝΕΑ 2.2.12

Το κλίμα στην Ευρώπη δεν είναι καλό για την Ελλάδα, αυτό δεν είναι δα κανένα μυστικό. Οι Ευρωπαίοι έχουν κουραστεί με την αδυναμία μας να κάνουμε οποιαδήποτε μεταρρύθμιση, να εφαρμόσουμε οποιονδήποτε νόμο, να εκπληρώσουμε οποιαδήποτε υπόσχεση έχουμε δώσει. Και έχουν εξοργιστεί με τη διαφαινόμενη πεποίθησή μας ότι είναι καταδικασμένοι να μας σώσουν. Ενας διπλωμάτης στις Βρυξέλλες είπε την περασμένη Δευτέρα στον ανταποκριτή της «Λιμπερασιόν» Ζαν Κατρμέρ ότι «αν η μετάδοση της κρίσης δεν απειλούσε την Ισπανία και την Ιταλία, θα είχαμε ήδη αφήσει την Ελλάδα να πέσει. Μόλις κρίνουμε όμως ότι αυτές οι χώρες είναι ασφαλείς, δεν αποκλείεται να εγκαταλείψουμε την Ελλάδα στην τύχη της».

Η πρόσφατη Σύνοδος Κορυφής ήταν έτσι πιο επικίνδυνη απ’ ό,τι νομίζαμε. Και κάπου εκεί ήρθε να μας σώσει η… Ανγκελα Μέρκελ με την πρότασή της περί επιτρόπου. Σύμφωνα μάλιστα με όσα είπε στον Κατρμέρ μια πηγή που πρόσκειται στον Νικολά Σαρκοζί, η ιδέα δεν ήταν δική της, αλλά του υπουργού Οικονομικών Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, «ο οποίος θέλει για ιδεολογικούς λόγους να χρεοκοπήσει η Ελλάδα και να βγει από την ευρωζώνη». Δεν το πιστεύουμε. Οποιος και αν ήταν πάντως ο εμπνευστής αυτής της ιδέας, το μόνο που κατάφερε ήταν να μεταστραφεί το κλίμα υπέρ της Ελλάδας.

Γιατί διατυπώθηκε αυτή η πρόταση; Ηταν άραγε αναγκαίο κακό; Καθόλου, λέει ο γάλλος οικονομολόγος Ζαν-Φρανσουά Ζαμέ στον ιστότοπο Atlantico.fr. Μία από τις θεμελιώδεις αρχές στις δυτικές δημοκρατίες είναι ότι δεν λαμβάνονται αποφάσεις για δημοσιονομικά θέματα χωρίς να υπάρχει διαβούλευση με τα ενδιαφερόμενα μέρη. Η Γερμανία θέλησε να αποσπάσει από το Συμβούλιο Κορυφής τη δυνατότητα να ελέγχει την εφαρμογή και τον σεβασμό των δημοσιονομικών κανόνων. Εκανε όμως λάθος, γιατί κάθε ευρωπαίος πολίτης έχει την αίσθηση ότι η Γερμανία θέλει να αποφασίζει για τους άλλους. Ηταν μια κίνηση αδέξια, που φόβισε και συνέβαλε στην καλλιέργεια ενός κλίματος γερμανοφοβίας. Αλλωστε δεν ήταν το πρώτο λάθος της Γερμανίας. Και στις αρχές του 2010 είχε πει ότι οι χώρες της ευρωζώνης πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να εκδιώκουν ένα από τα μέλη τους. Ολοι βέβαια ήξεραν ότι εννοούσε την Ελλάδα.

Η Μέρκελ προσπάθησε στις Βρυξέλλες να σβήσει τη φωτιά που άναψε όσο το δυνατόν πιο γρήγορα. Είναι όμως σαφές ότι προσπαθεί να καθησυχάσει την κοινή της γνώμη, που δεν θέλει να αναλάβει άλλες δεσμεύσεις απέναντι στους τεμπέληδες του Νότου. Η αβεβαιότητα έτσι θα συνεχιστεί. «Δεν είμαστε σίγουροι ότι η Ελλάδα θα σωθεί, είναι ένα στοίχημα», λέει πηγή της γαλλικής Προεδρίας στη «Λιμπερασιόν». «Το μόνο βέβαιο είναι ότι το να πηδάς στο νερό για να προφυλαχθείς από τη βροχή δεν είναι το πιο έξυπνο πράγμα που μπορείς να κάνεις».

clip_image002[6]

Κατηγορίες:πολιτική Ετικέτες: , ,
  1. Δεν υπάρχουν σχόλια.
  1. No trackbacks yet.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: