Αρχική > πανεπιστήμιο > Διαλεχτή αρθρογραφία για το πανεπιστήμιο

Διαλεχτή αρθρογραφία για το πανεπιστήμιο

Μαρία Ρεπούση, ΤΟ ΒΗΜΑ 18.12.11

Νόµος – πλαίσιο: και τώρα τι κάνουµε;

clip_image002

Με τον νέο νόµο για τα ΑΕΙ, πολλοί από τους πανεπιστηµιακούς που ζητούσαµε µεταρρυθµίσεις στα ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύµατα διαφωνήσαµε και εκφράσαµε δηµόσια και µε επιχειρήµατα τη διαφωνία µας. Αλλοι από εµάς για το πνεύµα και το γράµµα, άλλοι µόνο για πολλά από τα αλλοπρόσαλλα γράµµατά του. ∆ιαφωνήσαµε επίσης ριζικά µε τους χειρισµούς της πολιτικής ηγεσίας του υπουργείου Παιδείας και υποστηρίξαµε έναν διαφορετικό µεταρρυθµιστικό ρυθµό και τόνο που δηµιουργεί συναινέσεις µέσα στην πανεπιστηµιακή κοινότητα και της δίνει τη δυνατότητα να πάρει µέρος στις µεγάλες αλλαγές που απαιτούν οι επιστηµονικές εξελίξεις αλλά και οι καιροί για τα πανεπιστήµια.

Αντ’ αυτού, για δύο ολόκληρα χρόνια το υπουργείο έριξε στη φωτιά όσο λάδι είχε και, όσο έµεινε αδιάθετο, συνεχίζει να το ρίχνει αφήνοντας στο έλεος της µεταρρύθµισής του τα πανεπιστήµια. Είναι φανερό ότι το παρόν της πολιτικής µε κεφαλαίο το Π ενδιαφέρει περισσότερο από το µέλλον της πανεπιστηµιακής εκπαίδευσης. Είναι επίσης πιθανό ότι µε την πολιτική αυτή κατεδαφίζει το πανεπιστήµιο που ξέρουµε για να κτιστεί σε µια εποχή βαθιάς δηµοσιονοµικής, πολιτικής και κοινωνικής κρίσης ένα άλλο πανεπιστήµιο που είναι στα χαρτιά και δεν υπάρχουν χρήµατα για να οικοδοµηθεί. Ακριβώς µε την ίδια πολιτική ανευθυνότητα που κυβέρνησαν τη χώρα από τη Μεταπολίτευση και µετά. Με την ίδια ανικανότητα που χειρίστηκαν τις τύχες µας τα δύο τελευταία χρόνια. Με τα ίδια υλικά, οι ίδιοι άνθρωποι plus.

Και εµείς οι πανεπιστηµιακοί τι κάνουµε; Πώς θα αποτρέψουµε τα χειρότερα; Κάνοντας εκκλήσεις για τη µη εφαρµογή του; Τροµοκρατώντας όσους πανεπιστηµιακούς δέχθηκαν να είναι µέλη των εφορευτικών επιτροπών για την εκλογή των συµβουλίων διοίκησης; Αρνούµενοι τη συµµετοχή µας στα νέα όργανα της διοίκησης; Καταγγέλλοντας για προ δοσία όσους θελήσουν να θέσουν υποψηφιότητα; Επιλέγοντας πρακτικές που προσβάλλουν τον ακαδηµαϊκό χαρακτήρα της δουλειάς µας; Οχι βέβαια. Αυτή είναι µια καταστροφική πολιτική, η άλλη όψη του νοµίσµατος µε την πολιτική που έχει επιλέξει η πολιτική ηγεσία του υπουργείου Παιδείας. Είναι µια πολιτική που δεν αναιρεί τα σχέδια της κατεδάφισης. Αντίθετα τα διευκολύνει. ∆ιαµορφώνει τις συνθήκες για την άµεση και αµετάκλητη εφαρµογή τους. Ενα πανεπιστήµιο που φιλοξενεί ακραία φαινόµενα εκφοβισµού µελών της πανεπιστηµιακής κοινότητας, που συγκαλύπτει αντιδηµοκρατικές συµπεριφορές, που συµψηφίζει την παρανοµία των αποφάσεων του υπουργείου µε τη δική του παρανοµία είναι ένα ευάλωτο και θνησιγενές πανεπιστήµιο.

Οι πανεπιστηµιακοί οφείλουµε να αντιδράσουµε θετικά για να υπερασπιστούµε το δηµόσιο δηµοκρατικό αλλά και ανοικτό σε µεταρρυθµίσεις πανεπιστήµιο. Να δεχθούµε ότι υπάρχει νόµος που ψηφίστηκε στο ελληνικό Κοινοβούλιο και ότι µε αυτόν τον νόµο θα πορευθούµε διεκδικώντας µε επιχειρήµατα τις τροποποιήσεις εκείνες που θεωρούµε απαραίτητες. Αυτός ο νόµος είναι τώρα ο καµβάς. Να γυρίσουµε τη σελίδα µιας συνολικής άρνησης που είναι αδιέξοδη. Να µην πολιορκούµε τα πρυτανικά σχήµατα ενισχύοντας ακραίες τάσεις. Να πάρουµε µέρος στις εκλογές για τα συµβούλια διοίκησης των ιδρυµάτων και να φροντίσουµε να είναι νόµιµες και όσο πιο µαζικές γίνεται. Να στηρίξουµε τους/τις συναδέλφους που το ακαδηµαϊκό έργο τους και η στάση τους στα πράγµατα µας εµπνέουν εµπιστοσύνη, υπερβαίνοντας κοµµατικές περιχαρακώσεις. Να δηµιουργήσουµε συνθήκες διαλόγου για τα µεγάλα θέµατα που περιµένουν, τον Οργανισµό και τον Εσωτερικό Κανονισµό των Ιδρυµάτων, τον ανασχεδιασµό του πανεπιστηµιακού χάρτη. ∆εν υπάρχει άλλος δρόµος. Ας τον περπατήσουµε µε σύνεση και τόλµη.

Η κυρία Μαρία Ρεπούση είναι αναπληρώτρια καθηγήτρια Ιστορίας στο ΑΠΘ και υπεύθυνη του Τομέα Παιδείας και Ερευνας της Δημοκρατικής Αριστεράς.

Σχολείο

Dani Rodrik

«Καταλάβετε τα αμφιθέατρα»;

ΤΟ ΒΗΜΑ 16/12/2011

ΤΟ ΒΗΜΑ – ΤΗΕ PROJECT SYNDICATE
Στις αρχές Νοεμβρίου μια ομάδα φοιτητών στο πανεπιστήμιο Χάρβαρντ έκανε αποχή και δεν πήγε στις παραδόσεις του δημοφιλούς εισαγωγικού μαθήματος «Οικονομικά 10» που διδάσκει ο συνάδελφος μου, Γκρεγκ Μάνκιου. Ηταν τμήμα μιας οργανωμένης μερίδας νέων που διαμαρτύρονται για τον τρόπο που διδάσκονται τα σύγχρονα Οικονομικά στα μεγαλύτερα ακαδημαϊκά ιδρύματα του κόσμου. Το αντικείμενο αυτό ειχε πάντοτε τους πολέμιούς του, αλλά η οικονομική κρίση που έχει ενσκήψει δίνει νέο υλικό στους εχθρούς του, οι οποίοι τάσσονται εναντιον των «μη ρεαλιστικών θεωριών», όπως λένε, της οικονομικής επιστήμης, επειδή «θεοποιούν τις αγορές» κι αδιαφορούν για τις κοινωνικές ανησυχίες.

Ο Μάνκιου χαρακτήρισε τους διαμαρτυρόμενους σπουδαστές «ανεπαρκώς πληροφορημένους» αφού, όπως ειπε ο ίδιος, «τα οικονομικά δεν διαθέτουν ιδεολογία». Μάλιστα, μνημόνευσε και τον οικονομολόγο Τζον Μέιναρντ Κέινς, λέγοντας πως «τα οικονομικά είναι μια μέθοδος που βοηθάει τους ανθρώπους να σκέφτονται σωστά και να φτάνουν στις ορθές απαντήσεις, χωρίς να εξάγουν συμπεράσματα σχετικά με πολιτικές ή οικονομικές πρακτικές».

Ωστόσο δεν πρέπει να ξεχνάμε πως οι εργασίες σε ένα τυπικό διδακτορικό πρόγραμμα με θέμα τα οικονομικά προσφέρουν μια τεράστια ποικιλία, ακριβώς τέτοιων πολιτικών ή οικονομικών πρακτικών. Μερικοί από τους οικονομολόγους αναλύουν τις ελεύθερες αγορές, ενώ άλλοι όχι. Στην πραγματικότητα, αρκετή από την οικονομική έρευνα έχει αφιερωθεί στο να καταλάβουμε το πώς η κυβερνητική παρέμβαση μπορεί να βελτιώσει την οικονομική απόδοση. Γιαυτό οι οικονομολόγοι αναλύουν κυρίως τα μη-οικονομικα κίνητρα και τις συμπεριφορές που προκύπτουν από τις κοινωνικές συνεργασίες.

Οι οικονομολόγοι συχνά κατηγορούνται για ιδεολογική στενομυαλιά επειδή γίνονται οι εχθροί του εαυτού τους στην απόπειρα τους να εφαρμόσουν τις θεωρίες τους στον πραγματικό κόσμο. Αντι λοιπόν να χρησιμοποιούν το «οπλοστάσιο» με όλες τις οικονομικές προοπτικές που διαθέτουν, πολλοί οικονομολόγοι προτιμούν να δείχνουν υπερβολική εμπιστοσύνη σε συγκεκριμένες «θεραπείες», ειδικά όσες συνάδουν με την προσωπική τους ιδεολογία.

Ας αναλογιστούμε την τρέχουσα οικονομική ύφεση. Η επιστήμη της Μακροοικονομίας διαθέτει τα κατάλληλα εργαλεία ώστε να ερμηνεύσει το πώς η κρίση ενέσκηψε κι αναπτύχθηκε. Όλοι μίλησαν για τις «φούσκες» που έσκασαν, τις ασύμμετρες πληροφορίες, ένα είδος αυτοεκπληρούμενης οικονομικής κρίσης και τα συστημικά ρίσκα. Ωστόσο, πολλοί οικονομολόγοι προτίμησαν αντ’ αυτών να χρησιμοποιήσουν μοντέλα των αγορών που εχουν την ικανότητα να διορθώνουν από μόνα τα λάθη τους, μια πολιτική που κατέληξε σε ανεπαρκή κυβερνητική επίβλεψη των οικονομικών αγορών.

Η διδασκαλία της οικονομικής επιστήμης σε ακαδημαϊκό επίπεδο πάσχει από το ιδιο ακριβώς πρόβλημα: στην προσπάθεια μας να παρουσιάσουμε αστραφτερά και λαμπερά τα «πετράδια στο στέμμα» του επαγγέλματος μας, συχνά ξεχνάμε τις περιπλοκότητες στον πραγματικό κόσμο. Σαν κάποιος να διδάσκει το μάθημα της Φυσικής αγνοώντας το νόμο της βαρύτητας.

Αν δίπλα στις παραδοσιακές διδαχές της επιστήμης των οικονομικών όμως, είχαμε προσθέσει και μια υγιή δόση κοινής λογικής, τότε αυτή θα μπορούσε να μας προετοιμάσει για την ύφεση που ερχόταν και θα απέτρεπε την ανεξέλεγκτη εξάπλωσή της. Το να απαλύνουν οι οικονομολόγοι τις θεωρίες τους και να χαλαρώνουν τις απόλυτες αρχές τους, αναγωρίζοντας τα όριά τους στον αληθινό κόσμο, μπορεί να περάσει το κατάλληλο μήνυμα για την εποχή της κρίσης.

*O Ντάνι Ρόντρικ είναι καθηγητής Διεθνούς Πολιτικής Οικονομίας στο πανεπιστήμιο Χάρβαρντ και συγγραφέας του βιβλίου «The Globalization Paradox: Democracy and the Future of the World Economy».

 Σχολείο

Γρηγόρης Καλφέλης, ΤΟ ΒΗΜΑ 16.12.11

Κυνήγι μαγισσών στα πανεπιστήμια

Ένα απεχθές ιδεολογικό κλίμα, που θυμίζει μεσαιωνικό κυνήγι μαγισσών, αρχίζει να επικρατεί σε πολλά πανεπιστήμια, ενόψει των επικείμενων εκλογών για τα καινούργια Συμβούλια Διοίκησης.

Τι εννοώ; Στο Πανεπιστήμιο της Πάτρας σε τοιχοκολλημένες αφίσες οι πέντε καθηγητές, που έχουν αναλάβει από το νόμο τη διοργάνωση των εκλογών, εμφανίζονται (όπως γινόταν στην άγρια πολιτισμική ατμόσφαιρα του Φαρ Ουέστ) ως καταζητούμενοι και επικίνδυνοι!

Και το ίδιο κλίμα παρανοϊκής αντιπαλότητας καταγράφεται και σε άλλα πανεπιστημιακά ιδρύματα, γιατί κάποιοι στοχοποιούνται ως μισητοί πρωταγωνιστές, επειδή απλώς προωθούν την εφαρμογή των διατάξεων του καινούργιου νόμου, που ψηφίστηκε από μια ευρύτατη πλειοψηφία στην ελληνική Βουλή.

Επίσης, μέσα στο ίδιο συγκρουσιακό κλίμα συνέβη και κάτι άλλο: Στην πρόσφατη σύνοδο των πρυτάνεων σχεδόν «απαγορεύτηκε» η παρουσία του γενικού γραμματέα του Υπουργείου Παιδείας, που είναι και ο ίδιος ακαδημαϊκός δάσκαλος, αφού ορισμένοι Πρυτάνεις απείλησαν να φύγουν αν συμβεί κάτι τέτοιο.

Και τέλος η καταγραφή αυτών των απωθητικών εξελίξεων ολοκληρώνεται με ένα άλλο κακό περιστατικό: Σε πρόσφατη γενική απεργία συνδικαλιστικοί εκπρόσωποι έμπαιναν αυθαίρετα και ετσιθελικά μέσα στις αίθουσες διδασκαλίας για να υπενθυμίσουν στους καθηγητές που έκαναν μάθημα, ότι έπρεπε να απεργήσουν!

Λες και περίμεναν οι ακαδημαϊκοί άνθρωποι την προτροπή μιας πεφωτισμένης πολιτικής ελίτ για να σταθμίσουν, αν έπρεπε να απεργήσουν, όταν υιοθετούνται ορισμένες καλές ή ενδεχόμενα άθλιες κυβερνητικές πρακτικές.

Όλα αυτά τα πραγματικά περιστατικά μας οδηγούν νοητικά και ιδεολογικά σε αυτό που έλεγε η θρυλική μορφή του μαρξισμού Ρόζα Λούξεμπουργκ, δηλαδή, ότι η «ελευθερία είναι μόνο για αυτούς που σκέφτονται διαφορετικά».

Και αυτό, γιατί προφανώς κάποιοι δεν σέβονται ουδόλως τις ελεύθερες συνειδησιακές επιλογές εκείνων, που εμφανώς θέλουν να προωθήσουν την εφαρμογή του καινούργιου νόμου.

Ή για να το πω διαφορετικά: Κάποιοι υιοθετούν απαράδεκτα στο πανεπιστημιακό πεδίο την πιο συντηρητική (ή ακροδεξιά) έννοια της ελευθερίας, με άλλα λόγια «κάνω ό,τι θέλω και όπως το θέλω», υποβοηθούμενοι εμφανώς και από το γενικότερο παρακμιακό κλίμα ανομίας – ή κατάρρευσης αξιών – που επικρατεί στην ελληνική κοινωνία (Simone, «Γιατί η Δύση δεν πηγαίνει προς τα αριστερά»).

Ενόψει όλων αυτών των θλιβερών συμβάντων, θα ήθελα να κάνω ορισμένες σύντομες παρατηρήσεις.

Καταρχήν, από αυτή ακριβώς τη στήλη είχα απορρίψει επανειλημμένα τις μανιχαϊστικές προσεγγίσεις για τον καινούργιο νόμο (δηλαδή ή μαύρο ή άσπρο).

Και είχα υποστηρίξει ότι με τις προωθούμενες θετικές διατάξεις μπορούμε τουλάχιστον να κερδίσουμε το χαμένο στοίχημα της νομιμότητας (μέσα από την κατάργηση του ασύλου ή την εξάλειψη των αιώνιων φοιτητών).

Είχα όμως ασκήσει έντονη κριτική στα «Συμβούλια Διοίκησης», ως θεσμό που μπορεί να μεταφέρει εν δυνάμει μέσα στα πανεπιστήμια τον διεφθαρμένο κομματισμό λ.χ. των Δήμων ή τα συμφέροντα της αγοράς, αφού στα καινούργια όργανα θα συμμετέχουν και εκπρόσωποι της κοινωνίας.

Όμως αυτός ο νόμος ψηφίστηκε με μια ευρύτατη πλειοψηφία από το ελληνικό Κοινοβούλιο και οι ψηφισθέντες νόμοι σε μια δυτική δημοκρατία ανατρέπονται μόνο από καινούργιους νόμους.

Πράγμα που απαιτεί καινούργιους κοινοβουλευτικούς συσχετισμούς και δεν ξέρω αν αυτός είναι ο βαθύτερος σχεδιασμός κάποιων πρυτάνεων, αν δηλαδή σκόπιμα και αδικαιολόγητα δεν εφαρμόζουν τον νέο νόμο, περιμένοντας ένα άλλο κυβερνητικό σχήμα.

Αν αυτό συμβαίνει, τότε κυοφορούνται οι πιο ολέθριες εξελίξεις, γιατί η τριτοβάθμια παιδεία έχει υπονομευθεί θανάσιμα στην πατρίδα μας, επειδή ανέκαθεν συνιστούσε το «μακρύ χέρι» των πολιτικών κομμάτων.

Και σε κάθε περίπτωση η καλλιέργεια μιας «συνείδησης ανομίας» ή μη εφαρμογής των νόμων εκ μέρους ορισμένων πρυτανικών αρχών είναι ότι χειρότερο μπορεί να συμβεί σε μια – ούτως ή άλλως – καταρρέουσα κοινωνία!

Επιπλέον, είναι απαραίτητο να ακυρωθεί άμεσα το παραπάνω πολωμένο κλίμα του Φαρ Ουέστ που επικρατεί σε κάποιες Σχολές και οι εκλογές για τα Συμβούλια να διεξαχθούν μέσα σε συνθήκες θεσμικής ομαλότητας.

Όπου η κάθε πλευρά θα «βλέπει» την άλλη όχι ως εχθρό που πρέπει να εξοντωθεί, αλλά ως φορέα μιας διαφορετικής αντίληψης.

Έτσι, μόνο μπορεί να γίνει η σύνθεση των διαφορετικών θεωρήσεων, ιδίως σε μια εποχή, όπου περικόπτονται αλύπητα οι προϋπολογισμοί των ιδρυμάτων.

Ποιο είναι το συμπέρασμα; Οι εκλογές για τα Συμβούλια Διοίκησης πρέπει να γίνουν μέσα σε συνθήκες θεσμικής ομαλότητας.

Έτσι μόνο θα αποκατασταθεί το κύρος του ακαδημαϊκού καθηγητή, που έχει υπονομευθεί ανυπόφορα!

Ο κ. Γρηγόρης Καλφέλης είναι Καθηγητής της Νομικής Σχολής του ΑΠΘ

Σχολείο

Τι θα κερδίσουν κοινωνία και πανεπιστήμια;

Του Θ. ΠΑΠΑΘΕΟΔΩΡΟΥ
Πρύτανης του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου

Το σχέδιο νόμου για την ανώτατη εκπαίδευση αναμένεται να εισαχθεί προς συζήτηση στην ολομέλεια της Βουλής, εν μέσω κρίσιμων οικονομικών και πολιτικών γεγονότων για τη χώρα και την Ευρώπη.

Στο διάστημα που προηγήθηκε, δημοσιεύτηκαν δεκάδες σχετικά άρθρα, ενώ δεν έλειψαν οι υπερβολές και οι αφορισμοί εναντίον όσων αμφισβήτησαν τη διαδικασία και το περιεχόμενο της επιχειρούμενης μεταρρύθμισης, κατατάσσοντάς τους συλλήβδην σε «συντεχνίες βολεμένων πανεπιστημιακών», «εξαρτημένους με ιδιοτελείς προσωπικούς σχεδιασμούς», έως και σε «συνδικαλιστές τύπου ιδιοκτητών ταξί».

Απορίας άξιον μεν το επίπεδο των «επιχειρημάτων», αναμενόμενες δε οι υπερβολές. Σε κάθε περίπτωση, αυτά αποτελούν μια «μικροϊστορία» στην υπόθεση της μεταρρύθμισης της ανώτατης εκπαίδευσης. Νομίζω, ότι πλέον πρέπει να παραμερίσουμε αυτές τις επικοινωνιακές εκδηλώσεις ενός ορισμένου ύφους και ήθους και να δούμε τα πράγματα ψύχραιμα.

Το κυρίαρχο και τελικό διακύβευμα του όλου εγχειρήματος είναι ένα: «τι θα κερδίσουν τα πανεπιστήμια και η κοινωνία από το νόμο που θα ψηφιστεί;»

Είναι δεδομένο ότι ένας νόμος δεν επιφέρει αυτόματα αλλαγές, ούτε μεταμορφώνει διά μαγείας την πραγματικότητα. Αν αποδειχθεί ικανός να διαμορφώσει ευρύτερες ακαδημαϊκές, πολιτικές και κοινωνικές συναινέσεις, τότε θα λειτουργήσει καταλυτικά για την εφαρμογή ενός νέου μοντέλου στο πανεπιστήμιο, στηριζόμενου στη συμβολή της ίδιας της πανεπιστημιακής κοινότητας. Αντίθετα, ένας νόμος που θα βασισθεί σε μία συγκρουσιακή αναμέτρηση δυνάμεων υπουργείου, πανεπιστημίων και- εν τέλει- κοινωνίας είναι εξαρχής καταδικασμένος να κινηθεί στην κατεύθυνση του μηδενικού κέρδους.

Θέλω να πιστεύω ότι δεν υπάρχει πανεπιστημιακός, υπεύθυνος πολιτικός ή εχέφρων πολίτης που να επιθυμεί χαοτικές καταστάσεις στο ελληνικό πανεπιστήμιο. Ιδιαίτερα την κρίσιμη αυτή περίοδο που διανύει η χώρα, ας σκεφθούμε ότι όταν ανατρέπονται όλες οι ισορροπίες, το εκκρεμές του χάους ανασυγκροτεί δυνάμεις και ομαδώσεις σε άλλα, παράξενα, σημεία ισορροπίας, συχνά εκτός κοινωνίας. Επομένως, ο πειραματισμός του μηδενικού κέρδους πρέπει να αποκλειστεί ως επικίνδυνος για το πανεπιστήμιο και την κοινωνία.

Είναι επίσης δεδομένο ότι το υφιστάμενο θεσμικό πλαίσιο χρειάζεται ουσιαστικές αλλαγές, ικανές να ανατρέψουν τις υστερήσεις, τις παθογένειες και τις αγκυλώσεις που παρήγαγαν τα σημερινά προβλήματα. Αυτά, εξαρχής, ορισμένοι τα απέδωσαν στις «κακές» διοικήσεις των ιδρυμάτων, στην «αμαρτωλή» συνδιοίκηση με τους φοιτητές, στην αναξιοκρατία, στις πελατειακού τύπου εξαρτήσεις, στην εξουσιομανία μίας κάστας πανεπιστημιακών με ύποπτα συμφέροντα κλπ. Η αλήθεια είναι ότι τίποτα φαύλο από το υφιστάμενο καθεστώς δεν είναι υπερασπίσιμο. Μπορεί να μην υπάρχει συλλογική ευθύνη για το φαύλο, αλλά υπάρχει, ιδιαίτερα σήμερα, ευθύνη της πανεπιστημιακής κοινότητας για την καταπολέμησή του.

Αλήθεια είναι, επίσης, ότι αν και η κριτική που ασκείται είναι επικοινωνιακά εύληπτη, και χονδροειδώς απλουστευτική, αποδεικνύεται τελικά ανεπαρκής για να συγκαλύψει την επιστημονική παραγωγή των ελληνικών πανεπιστημίων, τα οποία, σε συνθήκες υποχρηματοδότησης και ελλειμματικής ερευνητικής υποστήριξης, έχουν κατακτήσει ανταγωνιστικά, την τελευταία εικοσαετία, μία αναγνωρίσιμη και σε ορισμένους τομείς ισχυρή θέση σε ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο. Επομένως, ο κοινός στόχος σήμερα πρέπει να είναι η ποιοτική και ποσοτική ανάπτυξη αυτής της παραγωγής προς όφελος της παιδείας και της κοινωνίας και όχι η απαξίωσή της.

Στόχος όλων μας πρέπει να είναι να ξαναφέρουμε τους φοιτητές στα αμφιθέατρα και στα εργαστήρια, να δώσουμε μέσα και κίνητρα στους ερευνητές για παραγωγή νέας γνώσης, να εφαρμόσουμε σταθερά διαδικασίες αξιολόγησης, ελέγχου και αξιοκρατίας και να επενδύσουμε στα πανεπιστήμια για την έξοδο από την κρίση. Από μια τέτοια πολιτική θα κερδίσουν το πανεπιστήμιο και η κοινωνία.

Είναι δεδομένο, τέλος, ότι το προς συζήτηση νομοσχέδιο χρήζει σημαντικών αλλαγών για να σηματοδοτήσει μία ουσιαστική μεταρρύθμιση στην ανώτατη εκπαίδευση και να διαμορφώσει συνθήκες σύμπραξης της πανεπιστημιακής κοινότητας. Επιγραμματικά θα αναφέρω την ανάγκη α) διατήρησης του τμήματος ως ακαδημαϊκής μονάδας βάσης, υπεύθυνης για το περιεχόμενο των σπουδών και την ισχύ των πτυχίων, β) ενίσχυσης της έρευνας, γ) απόδοσης αποκλειστικά ελεγκτικών και εποπτικών αρμοδιοτήτων στο Συμβούλιο Ιδρύματος και αποφυγής της διαρχίας στη διοίκηση, δ) εκλογής του πρύτανη από το σώμα της πανεπιστημιακής κοινότητας (σύστημα στάθμισης, αντιπροσώπευσης), ε) εκλογής του κοσμήτορα από τα μέλη ΔΕΠ της οικείας σχολής, στ) απόδοσης αποφασιστικών αρμοδιοτήτων στη σύγκλητο, ζ) σύνδεσης της χρηματοδότησης με τις πραγματικές αναπτυξιακές ανάγκες των Ιδρυμάτων, με βάση την αξιολόγηση και το στρατηγικό σχεδιασμό τους και η) πρόβλεψης ικανής μεταβατικής περιόδου για την υλοποίηση των βασικών ακαδημαϊκών και διοικητικών αλλαγών.

Τις επόμενες μέρες, η ευθύνη για την ορθή νομοθέτηση της μεταρρύθμισης στην ανώτατη εκπαίδευση επαφίεται στην κυβέρνηση και στη Βουλή. Απαιτείται συναίσθηση της δημόσιας οφειλής προς την παιδεία και βούληση υπέρβασης των αντιθέσεων, από την οποία θα εξαρτηθεί τελικά το όφελος για το πανεπιστήμιο και την κοινωνία.

Οσοι, δε, φαντασιώνονται φθινοπωρινές «μπάχαλες» λύσεις-άλλοθι ή επενδύουν υστερόβουλα σε διαλυτικές εντάσεις, θα βρουν συντεταγμένο το πανεπιστήμιο απέναντί τους.

Σχολείο

Το κριτήριο για μια μεταρρύθμιση στα ΑΕΙ

Του ΝΙΚΟΥ ΚΟΤΖΙΑ Συγγραφέα, καθηγητή του Πανεπιστημίου Πειραιώς
ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ

Διαβάζω με προσοχή τη δημόσια συζήτηση που γίνεται για τα ΑΕΙ.

Διαβάζω, επίσης, τις συνεχείς ύβρεις που εκτοξεύει σε βάρος των διδασκόντων η πολιτεία, καθώς και οι αρθρογράφοι του κόμματος του μνημονίου. Η συζήτηση έχει πάρει στραβό δρόμο, όπως στραβά κτιζόντουσαν τα ελληνικά πανεπιστήμια επί υπουργίας πολλών σημερινών μελών της κυβέρνησης, του πρωθυπουργού συμπεριλαμβανομένου.

Ενα ερώτημα είναι κατά πόσο τα πανεπιστήμια που ιδρύθηκαν την τελευταία δεκαετία ήταν πανεπιστήμια με την πλήρη έννοια της λέξης, ανάλογα με εκείνα που ιδρύθηκαν στις αρχές της δεκαετίας του εξήντα (Πάτρα και Ιωάννινα); Είχαν ως ύψιστο κριτήριο δημιουργίας τους την παραγωγή παν-επιστημονικής γνώσης; Και πώς να γίνει αυτό όταν, επί παραδείγματι, το Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου εκτείνεται μεταξύ Σπάρτης, Καλαμάτας, Τρίπολης και Κορίνθου, ενώ εκείνο του Αιγαίου (ένα εξαιρετικό ίδρυμα) «διένεμε» τις σχολές του σε Ρόδο, Σάμο, Χίο, Μυτιλήνη και Σύρο (ναι! Και Σύρο!). Τα πιο πρόσφατα ιδρυθέντα δεν είναι με επάρκεια, παν-επιστημονικοί δημόσιοι χώροι. Χώροι όπου συναντώνται καθημερινά οι πιο διαφορετικές επιστήμες, επιστήμονες και φοιτητές. Τέτοιοι, όπως τους απαίτησε ο Ι. Καντ στην «Διαμάχη των Σχολών» και υλοποίησε ο Χούμπολντ.

Στην Ελλάδα των τελευταίων είκοσι ετών, οι πολιτικοί «ξέχασαν» ότι η έρευνα και η μόρφωση προηγούνται των πελατειακών σχέσεων. Ας κάνουν, λοιπόν, πρώτα επ’ αυτού και άλλων πολλών αυτοκριτική και μετά ας τα βάλουν με εκείνες τις πλευρές των ΑΕΙ που είναι κατώτερες των περιστάσεων και τις οποίες εκείνοι νομοθέτησαν.

Ανάλογο πρόβλημα εντοπίζεται, αν εξετάσει κανείς τη διάταξη πολλαπλών «φτηνών» σχολών. Επί παραδείγματι, μόνο τις δύο τελευταίες δεκαετίες ιδρύθηκαν δεκάδες σχολές σε ΤΕΙ και ΑΕΙ που παράγουν λογιστές και άλλους οικονομολόγους. Το ίδιο συμβαίνει αντίστοιχα με σχολές κοινωνικών επιστημών. Αυτές οι σχολές φτιάχτηκαν διότι το κόστος τους είναι μικρό, ενώ παράγουν «υπερπληθυσμό». Δεν κοστίζουν τόσο όσο σχολές για τη νανοτεχνολογία και τη βιογενετική.

Οσες μεταρρυθμίσεις και αν γίνουν στα διοικητικά, που μάλιστα αυτές που έχουν προγραμματιστεί κάθε άλλο παρά είναι οι καλύτερες, το πρόβλημα ουσίας και προσανατολισμού των ΑΕΙ θα παραμένει. Ο νέος νόμος, δηλαδή, αγνοεί ότι το πρωτεύον δεν είναι η διοίκηση των πανεπιστημίων, αλλά η στρατηγική διασύνδεσης ανάμεσα στα πανεπιστήμια που χρειάζεται η Ελλάδα και στο παραγωγικό πρότυπο του 21ου αιώνα.

Το νομοσχέδιο της κυβέρνησης για τα ΑΕΙ, όπως και εκείνο για τον «Καλλικράτη», έχει αποσυνδεθεί από το τι Ελλάδα καλείται να υπηρετήσει. Γι’ αυτό δεν έχει όραμα. Δεν προσανατολίζει το Πανεπιστήμιο στην ανάπτυξη της κοινωνίας, αλλά στις επιθυμίες της αγοράς. Παραγωγική ανασυγκρότηση και ενίσχυση της αγοράς (συν ιδιωτικά πανεπιστήμια) δεν είναι το ίδιο. Επιπλέον, κάθε άλλο παρά αποτελεί πρόοδο η μείωση της δημοκρατίας εντός των πανεπιστημίων και η κατάργηση των επιστημονικών τμημάτων. Διότι αν λάβουμε σοβαρά υπόψη μας τα επιχειρήματα της κυβέρνησης ενάντια στη δημοκρατική συμμετοχική δομή των ΑΕΙ, τότε πρέπει να καταργήσουμε και τη δημοκρατία γενικά …

Συνολικά, το νομοσχέδιο καταγράφει γραφειοκρατικά προβλήματα με τρόπο διαχειριστικό. Αδυνατεί με αφορμή πραγματικά προβλήματα στα ΑΕΙ να δώσει νέα πνοή στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. Δείχνει να μην κατανοεί ότι τα υπαρκτά προβλήματα δεν δικαιολογούν τον οποιοδήποτε νόμο. Αντίθετα, τα ΑΕΙ χρειάζονται νόμους που δημοκρατικά να τέμνουν την ουσία των προβλημάτων και όχι τη γραφειοκρατική εκδοχή τους.

Σχολείο

Από τον νόµο του 1982 σε εκείνον του 2011

Σ. Δ. Μουλόπουλος, ΤΟ ΒΗΜΑ, 11.9.11

Τα ανώτερα, όπως λέγονται διεθνώς, εκπαιδευτικά (και ερευνητικά βέβαια) Ιδρύµατα (ΑΕΙ) πρέπει συχνά να εκσυγχρονίζουν τον τρόπο λειτουργίας των στη σηµερινή εποχή των ραγδαίων επιστηµονικών και κοινωνικών εξελίξεων.
Στην Ελλάδα η πρώτη θεσµική αλλαγή του παλαιού Νόµου του 1932 έγινε το 1982 από την κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ. Τώρα το ίδιο κόµµα εισάγει έναν νέο νόµο µε ριζικές µεταβολές που αναιρούν πολλές από τις διατάξεις του προηγούµενου.
Είναι ενδιαφέρον να συγκρίνει κανείς τους ειδικούς λόγους που οδήγησαν το ίδιο κόµµα να αναστατώσει δύο φορές την ανώτερη παιδεία προς κατευθύνσεις που, σε πολλά σηµεία, είναι – ή φαίνονται – αντίθετες.

Αλλά αν «έχοµεν χρεία µαρτύρων» για τα ανωτέρω και για την πολιτική στόχευση του Νόµου υπάρχει µια µεταγενέστερη οµιλία ενός εκ των κυρίων συντακτών του, στην οποία µεταξύ άλλων αναφέρονται και τα εξής: «… σκεφθήκαµε… να µπορούµε να προσπελάσουµε τις πιο κρίσιµες ηλικίες για τη δόµηση της κοινωνικής συνείδησης…» και παρακάτω «… το ΠΑΣΟΚ και το υπουργείο Παιδείας είχαν καταφέρει µέσα σε 9 µήνες να σχεδιάσουν και να θεσµοθετήσουν τη διαρθρωτική αλλαγή στα πανεπιστήµια που ξεπερνούσε από τ’ αριστερά κάθε σύνθηµα και διεκδίκηση…» και ακόµη «Ο Νόµος 1268 σφραγίζει µε σαφήνεια µια αποφασιστική τοµή στην ιδεολογική, πολιτική, κοινωνική και πολιτιστική ζωή του τόπου…».

Το κλίµα ήταν τότε κατάλληλο για να ευοδωθούν οι προθέσεις των νοµοθετών. Η µεταδικτατορική ατµόσφαιρα, οι κοινωνικές εξελίξεις, η ανάγκη τροποποιήσεως του παλαιού Νόµου του 1932 και κυρίως η τάση της κοινής γνώµης της εποχής προς (οιανδήποτε;) αλλαγή υπήρξαν το έδαφος, στο οποίο µάταια οι τότε διοικήσεις των πανεπιστηµίων υπεδείκνυαν τα δεινά που έµελλε να προκύψουν και ζητούσαν την αυστηρή εφαρµογή του νόµου του 1982 που δεν επετεύχθη ποτέ*.
Τα αποτελέσµατα της τότε µεταρρύθµισης αναγνωρίζονται από πολλούς σήµερα ως καταστρεπτικά, διότι αν εστόχευε στον «εκδηµοκρατισµό», οδήγησε στην αναρχία. Τώρα από το ίδιο κόµµα παρουσιάζεται ένας νέος νόµος που προηγούµενες κυβερνήσεις δεν ετόλµησαν να φέρουν λόγω των αντιδράσεων, µέσα όµως πάλι σε ένα ειδικό κλίµα. Η απασχόληση των κοµµάτων και της κοινής γνώµης µε τη συνεχώς επιτεινόµενη οικονοµική κρίση είναι σχεδόν αποκλειστική. Κάθε άλλο θέµα θα εθεωρείτο περιορισµένου ενδιαφέροντος, έστω και αν µεσοµακροπρόθεσµα ήταν ιδιαίτερα σηµαντικό. Επιπλέον µία «µεταρρύθµιση» που εντάσσεται στην προσπάθεια αναδιοργανώσεως της χώρας, που θα συνέβαλε στην αντιµετώπιση της οικονοµικής κρίσης, είναι «a priori» ανεκτή από πολλούς.

Παρά ταύτα, έστω και σε ένα ευνοϊκό κλίµα και εν γνώσει των λόγων που ώθησαν στην ψήφιση του παλαιού νόµου, παραµένει ερωτηµατικό γιατί τώρα το ίδιο κόµµα σπεύδει να φέρει τον νέο νόµο: Μήπως υπάρχει και τώρα άλλος πολιτικός ή κοµµατικός στόχος, όπως η περαιτέρω αποδιοργάνωση της ανώτερης παιδείας προς πληρέστερη ισοπέδωση µε τη συνεχιζόµενη εξίσωση της ψήφου των «καθηγητών» όλων των βαθµίδων; Μήπως το ενδεχόµενο παραδόσεως της διοικήσεως σε εξωπανεπιστηµιακούς σηµαίνει την επίσηµη παραδοχή της ανικανότητος των καθηγητών να διοικήσουν τα του οίκου τους και έτσι την απαξίωσή των; Μήπως ο διορισµός των κοσµητόρων από τον ενδεχοµένως εκτός πανεπιστηµίου «πρύτανη» σηµαίνει κατάργηση του θεσµού της αυτοδιοίκησης και έλεγχο από άλλες εξουσίες; Μήπως πρόκειται για εφαρµογή οδηγιών της Ευρωπαϊκής Ενώσεως; Μήπως ο περιορισµός της συµµετοχής φοιτητών σε διάφορα όργανα γίνεται διότι οι οπαδοί του κυβερνώντος κόµµατος δεν έχουν πλέον την πλειοψηφία;
Η επίσηµα προβαλλόµενη αιτιολογία για την πρόταση του νέου Νόµου είναι ουσιαστικά η διόρθωση της καταστάσεως που εδηµιούργησε ο προηγούµενος. Είναι γεγονός ότι παρεµφερές προς το προτεινόµενο οργανωτικό σύστηµα του νέου Νόµου εφαρµόζεται από µακρού σε πολλά ξένα πανεπιστήµια κατ’ αντίθεση προς τον Νόµο 1268/1982 ο οποίος απετέλει παγκόσµια πρωτοτυπία. Η µεταφορά του νέου νόµου στον ελληνικό χώρο είναι βέβαιο ότι θα συναντήσει δυσκολίες, κυρίως λόγω της νοοτροπίας που έχει παγιώσει ο παλαιός, που εθεώρει σωστή την ανοχή των πάντων και την κατάργηση κάθε ουσιαστικού ελέγχου του προσωπικού και των φοιτητών.
Ο νέος Νόµος δεν ασχολείται βέβαια καθόλου, αφήνοντάς το ίσως για τον οργανισµό ή τον κανονισµό, µε την οργάνωση των µικρών λειτουργικών µονάδων εκπαιδεύσεως και έρευνας, τις µικρές divisions των ξένων, που στις περισσότερες σχολές είναι απαραίτητες στη σηµερινή εποχή της συλλογικής συνεργασίας εµπειροτέρων και νεωτέρων µελών του προσωπικού και αποτελούν το κύτταρο της λειτουργίας του Πανεπιστηµίου.

Γι’ αυτό και για άλλα ζητήµατα άµεσης προτεραιότητας για την εφαρµογή του νέου νόµου θα χρειασθεί πολύς χρόνος και έτσι θα µεσολαβήσει µακρά περίοδος αποδιοργανώσεως, οι επιπτώσεις της οποίας στην εκπαιδευτική κυρίως διαδικασία θα είναι σηµαντικές. Για µία ακόµη φορά επιχειρείται µια επαναστατική αναστάτωση των πανεπιστηµίων µε απρόβλεπτη µελλοντική προοπτική.
* Σηµειωτέον ότι οµιλητές στη Βουλή κατά τη συζήτηση του νέου νοµοσχεδίου ανέφεραν ότι για πρώτη φορά ο νέος Νόµος απολύει τους εκλεγµένους πρυτάνεις. Υπενθυµίζεται ότι 10 µήνες µετά τη δηµοσίευση του νόµου του 1982 η τότε κυβέρνηση εψήφισε τον νόµο 1351/1983 µε τον οποίο απέλυε εντός 18 ηµερών (!) τους εκλεγµένους πρυτάνεις.

Ο κ. Σ. Δ. Μουλόπουλος είναι πρώην πρύτανης του Πανεπιστηµίου
Αθηνών.

Σχολείο

Οι καταλήψεις στα ΑΕΙ

Από τον Θεόδωρο Χατζηπαντελή, Καθηγητή του ΑΠΘ

ΕΘΝΟΣ, «E» 14/9/2011

Μια νόμιμη απόφαση ενός συλλογικού οργάνου (π.χ. αποχή από τις εξετάσεις ή απεργία) ο καθένας τη σέβεται και προσπαθεί -αν διαφωνεί- να την ανατρέψει με τους ίδιους τρόπους. Επειδή, όμως, όλοι γνωρίζουν ότι κάτι τέτοιο δεν πρόκειται να γίνει σεβαστό από τους πολλούς ή λίγους φοιτητές, προχωρούν σε κάτι που μπορούν να επιβάλουν με τη βία: κάνουν κατάληψη. Αν ο σύλλογος των καθηγητών ήθελε να μη γίνουν μαθήματα αποφασίζοντας απεργία, θα έπρεπε να κάνει επίσης κατάληψη. Γιατί έτσι μόνο θα κατάφερνε να ισχύσει η απόφασή του, όπως δείχνουν τα ποσοστά απεργίας.

Ομως με τις καταλήψεις δεν είναι αυτό το θέμα. Το γεγονός ότι η πλειοψηφία αποφασίζει να κάνει κάτι που είναι παράνομο, δεν νομιμοποιεί την πράξη που κάνει: η πράξη αυτή συνεχίζει να είναι παράνομη. Δίκαιο δεν παράγει η πλειοψηφία κάποιου συλλόγου. Δίκαιο παράγει η Βουλή και τα δικαστήρια. Τουλάχιστον στις οργανωμένες κοινωνίες. Στις ζούγκλες δίκαιο παράγει η βούληση του ισχυρότερου. Αν ο οποιοσδήποτε σύλλογος (π.χ. των καθηγητών) ή κάποιο συλλογικό όργανο (π.χ. το συμβούλιο ενός τμήματος) αποφασίσει να μη γίνονται πλέον μαθήματα και απλώς να δίνουν εξετάσεις οι φοιτητές (όπως ζητούν φοιτητές για να μη χαθεί το εξάμηνο και δυστυχώς έτσι έχει γίνει στο παρελθόν…) η απόφαση αυτή -έστω και ομόφωνη- δεν μπορεί να εφαρμοστεί. Γιατί είναι παράνομη. Δυστυχώς μαζί με πολλές άλλες παρανοήσεις οι φοιτητικοί σύλλογοι νομίζουν ότι μπορούν να αποφασίσουν ό,τι θέλουν και η απόφασή τους να ισχύει ανεξάρτητα από τη νομιμότητά της. Και ότι αυτοί που την υλοποιούν -οι "αγωνιστές θυρωροί"- θα μείνουν ατιμώρητοι. Για να γίνει καλύτερα κατανοητό, μπορεί ο ενδιαφερόμενος να διαβάσει την απόφαση του δικαστηρίου για την υπόθεση του χτισίματος στη Θράκη.

Παρουσιάζεται επίσης ο εξής παραλογισμός: αυτός που θεωρεί ότι ο νόμος είναι αντισυνταγματικός και θέλει να προστατεύσει τα συνταγματικά δικαιώματα (π.χ. το πρυτανικό συμβούλιο ή ο σύλλογος των καθηγητών), ανέχεται την παρανομία (των καταλήψεων) και δεν προστατεύει τη νομιμότητα. Αλλωστε, κατά τον νόμο δεν έχει πλέον αυτήν την αρμοδιότητα. Θα προσφύγει, άραγε, κανείς για τη μεταφορά της προστασίας του δημόσιου χώρου από τα πανεπιστημιακά σε άλλα όργανα; Ανέχεται απλώς να βιάζονται με την απαγόρευση λειτουργίας του πανεπιστημίου τα δημοκρατικά δικαιώματα εκατοντάδων άλλων (καθηγητών, φοιτητών, εργαζομένων), χωρίς ούτε καν να αποδοκιμάζει αυτές τις ενέργειες.

Οπως δεν μπορούν να κάνουν δικές τους εκλογές με το σύστημα που θέλουν αυτοί που νομίζουν ότι το νέο σύστημα εκλογής πρύτανη είναι αντισυνταγματικό αλλά προσφεύγουν στη δικαιοσύνη, έτσι και αυτοί που θεωρούν ότι η κατάληψη τους στερεί δικαιώματα (δηλ. οι φοιτητές που θέλουν να δώσουν εξετάσεις, οι γονείς τους που δεν θέλουν να πληρώσουν για τις αποφάσεις κάποιου συλλόγου, όσοι θέλουν να έχουν πρόσβαση στο γραφείο τους και εμποδίζονται) μπορούν επίσης να προσφύγουν στη δικαιοσύνη. Ανεξάρτητα αν είναι οι πολλοί ή οι λίγοι. Αλλωστε μια παράνομη ενέργεια δεν μπορεί καν να είναι αντικείμενο ψηφοφορίας σε οποιοδήποτε σώμα. Και ούτε να μένει χωρίς τιμωρία. Επειδή έτσι φτάσαμε έως εδώ, πρέπει επιτέλους να αποκτήσουμε όλοι την ευθύνη μας.

Σχολείο

Νόµος-πλαίσιο: η λογική και ο λόγος

Του Γ. Γιατρομανωλάκη, ΤΟ ΒΗΜΑ, 18/09/2011

Για τον νέο νόµο-πλαίσιο της Ανώτατης Εκπαίδευσης έχουν γραφεί πάρα πολλά. Και υπέρ και κατά. Χωρίς αµφιβολία, ο νόµος περιέχει θετικές διατάξεις για το άσυλο, λ.χ., τους «αιώνιους», τη διάρκεια των εξαµήνων, τον θεσµό του Προγράµµατος Σπουδών, τον περιορισµό της συµµετοχής των φοιτητών στη διοίκηση κ.ά. Αλλά ενώ φαίνεται να θεραπεύει µε το ένα χέρι, πληγώνει και µάλιστα πάρα πολύ µε το άλλο.
Η (ακατανόητη) κατάργηση των Τµηµάτων (άρα και των ευέλικτων Τοµέων) και ο θεσµός του Συµβουλίου – µε ό,τι αυτό συνεπάγεται – και την ουσία και την ποιότητα των σπουδών αλλοιώνουν και την αυτοτέλεια και την αυτοδιοίκηση υπονοµεύουν. Τα προβλήµατα θα φανούν όταν και εφόσον εφαρµοστεί αυτός ο νόµος που επαινέθηκε όχι τόσο επειδή λύνει τα προβλήµατα των Ανωτάτων Ιδρυµάτων, αλλά επειδή προκάλεσε πρόσκαιρη κοινοβουλευτική συναίνεση…

Κατά συνέπεια το σηµείωµά µας δεν ασχολείται µε τα θετικά ή τα αρνητικά του νόµου. Ασχολείται – επί τροχάδην – µε αυτό καθεαυτό το κείµενο, µε τον λό γον του, τη γραµµατική και το συντακτικό του, µε την ελληνοµάθεια των συντακτών του, άρα και µε τη φιλοσοφία τους. Προφανώς ένας νόµος δεν είναι κείµενο λογοτεχνικό, αλλά ακριβώς γι’ αυτό ένας νόµος που, υποτίθεται, ρυθµίζει την Παιδεία και µάλιστα την Ανώτατη, οφείλει να συντάσσεται τουλάχιστον σε στοιχειωδώς ορθά ελληνικά. Αποδεικνύεται όµως πως, καθώς ο νόµος βρίθει από βαρβαρισµούς, σολοικισµούς, ακυρολογίες, ποµπώδεις και ακατανόητες εκφράσεις κ.λπ., οι συντάκτες του απλώς ήθελαν να ξεµπερδέψουν µαζί του χωρίς καν να σκεφθούν τι λένε και πώς το λένε! ∆εν πρόκειται, συνεπώς, για έναν αυστηρό, έστω, Κανονισµό της Παιδείας µε δόκιµο λόγο και στοχασµό, αλλά για ένα γραφειοκρατικό κατασκεύασµα, συνταγµένο σε απεχθή γλώσσα, γνωστής κοµµα τικής τάξεως και νοοτροπίας, που φλυαρεί ασύστολα για πράγµατα ασήµαντα και «ξεπετά» ασυλλόγιστα τα σοβαρά.

Προφανώς δεν έχει νόηµα να µετρήσουµε πόσες φορές το «έχει υποβάλει» γράφεται µε δύο λάµδα, και το «µεταβάλλεται» µε ένα, ούτε να σηµειώσουµε τις αλλεπάλληλες γενικούρες, τη «λήψη απόφασης», το «πλαίσιο», το «πεδίο» κ.λπ. Αξίζει όµως να διατρέξουµε το 4ο Αρθρο του για να δούµε πώς οι συντάκτες αντιλαµβάνονται και πώς περιγράφουν ένα ζήτηµα σοβαρότατο, την αποστολή των ΑΕΙ και ΤΕΙ. ∆ιαβάζουµε λοιπόν ότι τα ΑΕΙ έχουν αποστολή να «παράγουν και να µεταδίδουν τη γνώση µε την έρευνα και τη διδασκαλία, να προετοιµάζουν τους φοιτητές για την εφαρµογή της (sic) στο επαγγελµατικό πεδίο»! Αλλά τι σηµαίνει «εφαρµόζεται η γνώση;» ’Η τα ΑΕΙ οφείλουν «να προωθούν τη διάχυση της γνώσης (sic), την αξιοποίηση των αποτελεσµάτων της έρευνας και την καινοτοµία µε προσήλωση στις αρχές της επιστηµονικής δεοντολογίας, της βιώσιµης (sic) ανάπτυξης…» (!) Τα πανεπιστήµια «δίνουν ιδιαίτερη έµφαση στην υψηλή και ολοκληρωµένη (sic) εκπαίδευση σύµφωνα µε τις απαιτήσεις της επιστήµης, της τεχνολογίας και των τεχνών»…

Τι δηλώνει αυτή η φράση; Τίποτα. Και η αποστολή των ΤΕΙ; «Στο πλαίσιο αυτό (!) τα ΤΕΙ συνδυάζουν την ανάπτυξη του κατάλληλου θεωρητικού υποβάθρου σπουδών (sic) µε υψηλού επιπέδου εργαστηριακή και πρακτική άσκηση…». Μετά ακολουθεί ο µακρύς κατάλογος των τετριµµένων, «ελευθερία έρευνας», «δεοντολογία», «ποιότητα», «διαφάνεια», «αµεροληψία», «αξιοκρατία» και «ίσης µεταχείρισης µεταξύ των φύλων»!
Εδώ τελειώνει η αποστολή των ΑΕΙ και αρχίζουν τα σοβαρά. Αρθρο 16,9: «Οι κα θηγητές που χρησιµοποιούν τον καθηγητικό τους τίτλο υποχρεούνται σε ακριβή και πλήρη χρησιµοποίησή του (!). Η ανακριβής ή µη πλήρης χρήση του αποτελεί πειθαρχικό παράπτωµα». Οχι, παίζουµε… Στο άρθρο 19.3. β δηλώνεται απεριφράστως ότι «τα τακτικά και αναπληρωµατικά µέλη της επιτροπής ορίζονται και δηµοσιοποιούνται µαζί µε τα βιογραφικά τους σηµειώµατα…» ενώ στο Αρθρο 23,5 οι καθηγητές που επιθυµούν να υπηρετήσουν «ως µερικής απασχόλησης» (sic), υποβάλλουν αίτηση «στην οποία δηλώνουν την παράλληλη απασχόληση που επιθυµούν να ασκήσουν»…
∆εν χρειάζεται να δώσουµε άλλα παραδείγµατα του λόγου και της λογικής αυτού του νόµου. Και προφανώς δεν πιστεύουµε πως αν ο νόµος διορθωθεί γλωσσικά και εκφραστικά θα γίνει καλύτερος. Οµως ο τρόπος µε τον οποίο συντάχθηκε προδίδει τη σοβαρότητά του… Να σηµειώσουµε πάντως πως η λέξη «τέχνες» αναφέρεται µία φορά και αυτή σε λάθος µέρος. Οι λέξεις «πολιτισµός» και «γράµµατα» δεν υπάρχουν ή δεν µπόρεσα να τις εντοπίσω. Ούτε συνάντησα κάποια λέξη ή κάποια έννοια που να συνδέει τα πανεπιστήµια µε τη γλώσσα, την καλλιέργεια των τεχνών, την κουλτούρα γενικότερα. Οµως οι συντάκτες ορίζουν πως για να εκλεγεί πρύτανης κάποιος αλλοδαπός, χρειάζεται, πέρα από την ιθαγένεια, και «άριστη γνώση της ελληνικής γλώσσας». Του συνιστούµε να µη διαβάσει τον νόµο.

Τις προάλλες η υπουργός Παιδείας είπε, µε το γνωστό διδακτικό ύφος της, πως είναι ύβρις να ζητούν κάποιοι να µην εφαρµοσθεί ένας νόµος που ψηφίστηκε από τα τέσσερα πέµπτα της Βουλής. Συµφωνούµε. Προσθέτουµε όµως µε πάσα ταπεινότητα πως αποτελεί ύβρι επίσης για την εκπαιδευτική µας παράδοση, τη λογοτεχνία µας και τον πολιτισµό µας να συντάσσεται ένας νόµος για την Παιδεία σε αυτή τη γλώσσα.

Ο κ. Γιώργης Γιατρομανωλάκης είναι καθηγητής Κλασικής Φιλολογίας και συγγραφέας.

Σχολείο


France Reinvesting in Universities, Education Minister Says

By D.D. GUTTENPLAN, The New York Times, May 22, 2011
  • PARIS — Valérie Pécresse, the minister for higher education and research of France, describes herself as “a prototype of the grande école.”

Cecilia Garroni Parisi for The International Herald Tribune

Valérie Pécresse, France’s minister for higher education and research, said, ‘‘Gathering all the little pieces of the puzzle, we’re going to have 15 big universities that will be very, very strong.’’

Ms. Pécresse, born in the wealthy Paris suburb of Neuilly-sur-Seine, is the daughter of a prominent economist who taught at Université Paris Dauphine, a leading French business school, and now runs Bolloré Télécom. She studied law, first at the École des Hautes Études Commerciales and then at the École Nationale d’Administration, the traditional nursery for France’s governing class. Immediately after graduation, Ms. Pécresse became a judge on the Conseil d’État, which provides legal advice to the government.

She first entered politics in 1997, as an adviser to President Jacques Chirac after his party’s loss to the Socialists in the legislative elections.

In 2002, Ms. Pécresse ran for the National Assembly from the Yvelines Department as a candidate for Mr. Chirac’s party, the Union for a Popular Movement, defeating Lieut. Gen. Philippe Morillon, former commander of United Nations forces in Bosnia. In 2004, Ms. Pécresse became the spokeswoman for Nicolas Sarkozy, who was then party leader and appointed her to his cabinet after being elected president in 2007.

Controversial from the moment she took office, Ms. Pécresse introduced a series of changes to French universities that provoked professors and students take to the streets and demand her resignation. In 2009, a group opposed to the spread of English in France awarded her the Prix de la Carpette Anglaise (“English Doormat Prize”) for her willingness to speak English at international meetings. Ms. Pécresse, fluent in French, English, Russian and Japanese, spoke in English with a reporter in her office near the Panthéon.

Q. Four years in office is a long time for an education minister.

A. I nearly was fired two or three times now. Not fired. But I had huge demonstrations twice, which could have caused my departure.

Q. What were these demonstrations about?

A. About the reform of universities. The L.R.U., the Law on the Responsibilities and Freedom of Universities. That was in 2007. The first demonstrations were autumn 2007. And then in 2009 we had the reform of what we call the status of researchers, which means that they are going to be evaluated — there is going to be flexibility between their research responsibilities and their teaching. Because if you have a boss at the top of a university, the boss has to have a human resource — the right to manage. This was really a big, big issue.

Q. Why make such sweeping changes?

A. First there is a political choice: to give priority to teaching and innovation. But if we wanted to give this priority, then we had to reform the universities. Why? Because we have a very separated system. Nearly everything in France has been built outside the universities. Napoleon created the grandes écoles [a system of elite engineering and professional schools.] General de Gaulle continued that, so we have some of the best pupils trained outside the universities, and not trained to do research.

At the same time we have research institutes — like C.N.R.S. [National Center for Scientific Research], CERN [the European Organization for Nuclear Research] — that do research outside universities. And the problem is that the world model is a university. If you have a ranking, you rank universities.

Q. So were you partly responding to the fact that France traditionally didn’t do very well in the rankings?

A. For a long time we thought we had a French model that was different from the others, and was working better. But now we know that good research and good teaching means you need a multidisciplinary university. A place where you have bachelor’s degrees, master’s degrees and Ph.D. degrees — three, five, eight, we say in France.

Q. This is the Bologna framework (of standardized degree courses across Europe)?

A. That’s a university. But after 1968, French universities were split into disciplines. We have universities for law, universities for medicine, universities for science, universities for human and social science. Inside Paris, you have eight universities, organized thematically. That’s not how you do good research and good teaching in the 21st century.

I was with Mr. Suresh of the N.S.F. [Subra Suresh, director of the National Science Foundation in Washington] — I just had lunch with him — and he told me they are trying to have more cross-fertilization in the United States. When I came into office, French universities didn’t have any freedom to offer new degrees, to open new labs, or to hire new professors. They had no responsibility, either. Their means — their budget — did not depend on their capacity to manage it. So we had to give them autonomy. But we also had to rebuild the system by uniting universities and grandes écoles — on a territorial basis. Because we had no brand names seen by the rest of the world.

Q. What about the École Polytechnique?

A. O.K. Name another one.

Q. HEC, Essec, École Normale, École Practique …

A. Yes, but they are very small. And grandes écoles, not universities. For example here in Paris, Jussieu is building a new cluster where you have science at Jussieu, law and management at Assas, finance and management at Insead, and literature and humanities at Sorbonne. This has the power of Cambridge or Oxford. And they call that Sorbonne Universities, with an ‘s.’ They awarded their first diploma, a Ph.D., this weekend. This is what we’re going to do.

And it works even better in the regions. If you judge by reputations, then everything is in Paris. But we have Toulouse, Strasbourg, Bordeaux, Montpellier. We’re building about 15 university clusters. Gathering all the little pieces of the puzzle, we’re going to have 15 big universities that will be very, very strong.

Q. But how will you manage selection? You have the grandes écoles, which are very selective, and the universities, who take everyone with a baccalaureate who applies.

A. We already have a selection barrier that is called “baccalaureate.” It costs us €50 million every year. The baccalaureate isn’t only a totem. It’s a way of having a general level for all pupils in high school. And it aids social integration. So we can improve the baccalaureate. But we have selection at entry to university.

Q. And then?

A. What is striking in France is that we hate failure.

Q. Yet you have selection by failure.

A. But we have selection by failure. We have pupils who have been scarred for life because they failed. And they would not have failed if we had taken proper care of them. In medicine, we take 20 percent after the first year.

Q. The other 80 percent fail?

A. They fail. In law, we take 50 percent. Even in human sciences we take 50 percent. So we had to work on the first year. What we had was selection by failure. And we want selection by success. This has led to a whole range of initiatives in the universities to put weaker students into remedial classes and stronger students into faster-moving courses. It’s a huge change.

Do both streams finish in three years?

A. Some of them will finish in three and a half years. Also we have a rendezvous point after six months. If we see that someone is not going to make it, we find a way for them to come out into a professional school or a technical school. This is new. There was no linkage between universities and professional or technical schools. We did that in medicine, we did that in law.

Q. Tell me about the common first year in health sciences.

A. We now have a common first year for medicine, pharmacy, nursing, dentistry. We want to do a health degree where at the end of the first year, instead of failing, if you have 10 out of 20, maybe you’re not going to be a doctor, because you need 14 or 15. But you have your first year, as any student does, because you have 10 out of 20, and you can get into a second year in law, or science, or economics. So you can be a health lawyer or a health economist or a health scientist.

But we have another problem. Our best high school students are in science, the Bac-S, because it’s the most difficult. But this pool of talent doesn’t go into scientific studies. Probably 80 percent of them. They do business, they do agronomy, they do medicine, they do engineering. So we’re going to work on a new degree at universities, half science, half everything else. This could be the diploma that competes with the grandes écoles. A strong science curriculum.But also law, economics, humanities and languages. That’s why we have autonomy, to raise the attraction of our universities compared to the grandes écoles.

Q. And why do you want to do that?

A. I am a prototype of the grande école. But I don’t like seeing my country as a country where all the gains are made at 17. I was a good student, but lots of teenagers reveal themselves later. You can even reveal yourself after you’ve started working.

I always thought that our system is very selective; it’s very efficient to have an elite of good pupils. But it’s not a good system if you want creative thinking, or to be open to diverse backgrounds, what we call l’ascenseur social [social mobility].

In France we are always thinking about decline. One of the major points of my political thinking is how to give back optimism to French society and French youth. And I think it means — well, it goes through universities and research and innovation. We want to attract the best students from all over the world. We want more researchers. And we know that if, in the universities, we have Ph.D. students, then they will become researchers.

Q. France has been more successful lately in attracting undergraduates. But they don’t stay here. They do an undergraduate degree and then they go somewhere else to do a Ph.D.

A. It depends. You can’t say that.

Q. Well, the statistics about international students say that.

A. We have a strategy now to have a new balance between graduates and undergraduates. We want 67 percent graduate students and Ph.D. students and 33 percent undergraduates. We want to shift the balance because we want to select the best students. We’ve understood what the United States is trying to do: to make other countries teach the undergraduates, and take them as graduate students and have them stay.

Forty percent of our real estate was out of date. So we are going to rebuild the campuses, starting this spring. And then we have an investment plan for the future, that we put in place during the [financial] crisis, and although the crisis arrived, this is €22 billion [about $31 billion] for research and innovation — a big increase over the next 10 years. I call it a new golden age for French research.

Q. And you had all these proposals come in and you decided which ones you wanted to fund?

A. Yes, through an international jury. Which is quite new. In France usually the ministers choose, or the president.

In Britain right now there is a controversy over the government supposedly telling researchers, ‘These are the goals or programs we want you to support.’ Britain actually seems more dirigiste than France.

When I came in I asked ‘Do we have a national strategy for research and innovation? Do we have a document?’ And they said, ‘No.’ Do we have directions? And they said ‘No.’ So how do we spend the money? They said we spend it — we increase the budget and we spend it. But we didn’t have a national strategy.

So we have now a national strategy for research and innovation, developed in 2008. We say, ‘Tell us your dreams.’ But we also say, ‘Work together with the private sector.’ If the private sector is ready to put in one euro, I’m ready to put in one euro.

The problem with France is that we are a big country — we are fifth in the number of publications. But we have been followers in innovation, and this cannot continue. We don’t want to follow Germany, we don’t want to follow Japan, follow Korea, Switzerland or the United States. We want to become again a big country for innovation.

Q. France is also a country that has a history of being very strong culturally. How do you maintain that strength? Or is that all being left behind?

A. No. No. No. When I say that I want innovation in science, that doesn’t mean I don’t want innovation in humanities or social science. What is interesting is to see the first results of our investment plan for the future. In the Laboratories for Excellence, 26 percent of the projects funded are in humanities and social sciences. For example, we have a beautiful project on memory based on the French experience at the Memorial de Caen, the museum on the beach where D-Day happened, studying how memories can be made striking and preserved and transmitted in a museum, and they are working with New York University and the memorial at Ground Zero to build the museography at Ground Zero.

We also have a lab in Paris VIII on new art. We have a project at the Louvre on patrimonial research and conservation of pictures.

Q. What you are doing offers a striking contrast with the landscape of cuts in British education, where the number of university places is being reduced, and students have been asked to pay higher tuition fees. You’ve said you are opposed to tuition.

A. It’s not the French model. I’m not opposed to tuition fees for lifelong learning. Lifelong learning has to come into the universities, but when it does someone has to pay for it.

But for first degrees the French model is quasi-free [French undergraduates pay tuition of €174 a year.] This is our national culture. This is what we pay taxes for. There is also an agreement made with French families when they had all these children, because we have a lot of large families. And when they had these children 20 years ago they had them thinking the universities are going to be free for them. It’s a question of trust. So I stand up for a model where tuition fees are not high. We were so late in investing in universities. We were so late in reforming universities. And it’s difficult to do reform without financial incentives. It was really important that universities understand in France — and French people understand — that reform is not always punitive.

Q. How much do you think that France has suffered in its academic reputation because of the rise of other languages?

A. I think we can push French and English at the same time. As far as I’m concerned, I think that the level of French in French universities is not high enough … especially in science where we see that our science graduates don’t have a good quality of expression in French.

So I push French. But we are the fifth power in the world. So I tell my fellow citizens that English is not a foreign language anymore. It’s a language you have to speak, like you have to speak information technology.

Κατηγορίες:πανεπιστήμιο Ετικέτες: ,
  1. Δεν υπάρχουν σχόλια.
  1. No trackbacks yet.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: