Αρχική > βιβλία > Διάβασμα, το ιερό…

Διάβασμα, το ιερό…

clip_image002Του Νίκου Τσούλια

Πώς μου γεννήθηκε αυτή η ιδέα; Πώς φώλιασε μέσα στην ψυχή μου και απέκτησε δέος και ομορφιά; Πώς μετασχηματίζεται κάθε εικόνα της ζωής, μια παράσταση της πραγματικότητας από ένα ανοιχτό βιβλίο; Πώς το φαντασιακό διεισδύει στο πραγματικό και του ξαναδίνει την αχλύ του μύθου; Πώς ένας άνθρωπος που διαβάζει μεταναστεύει σε χώρα μαγική, σε τόπους μακρινούς, σε αλλοτινούς καιρούς; Πώς εμφυτεύτηκε στη μήτρα της συνείδησής μου η θεώρηση ότι το διάβασμα είναι ιερό;

Τουλάχιστον ως τις αρχές της ελληνιστικής περιόδου, τα γραμμένα κείμενα διαβάζονταν από τον αναγνώστη τους δυνατά. Τακτική η οποία επιτρέπει να θεωρήσουμε ότι η γραφή, μέσω της «ανοιχτής» ανάγνωσης, επέστρεφε στην ευρύτερη κοίτη του προφορικού (ακριβέστερα: του ακροαματικού) λόγου, πραγματοποιώντας ένα είδος νόστου. Δ. Μαρωνίτης, «Όροι της ανάγνωσης».

Ίσως γιατί τα χρόνια εκείνα να ήταν η εικόνα του ανοιχτού βιβλίου που υποσχόταν να σου αλλάξει τον κόσμο, ίσως γιατί να ήταν μόνο οι στιγμές του διαβάσματος που οι γονείς δεν σε ξεσήκωναν για τις δουλειές – σχεδόν για όλες τις δουλειές -, ίσως γιατί ο μόνος που διάβαζε εκείνους τους καιρούς βιβλία ήταν ο παπάς και ο ψάλτης αλλά και αυτοί μέσα στην εκκλησία όχι όπου και όπου, ίσως γιατί ακούγαμε ότι τα παιδιά του Γρηγόρη που «είχε» τη στάση του λεωφορείου είχαν γίνει σπουδαίοι στην Αμερική γιατί πάντα κυκλοφορούσαν με ένα βιβλίο στο χέρι, ίσως γιατί οι γονείς μας – δεν ήξεραν και πολλά γράμματα – να είχαν μυθοποιήσει το βιβλίο ότι σε βγάζει σε έναν κόσμο φωτεινό και ποιος ξέρει ίσως να τους φάνταζε και ότι θα οδηγούσε τα παιδιά τους σε μαγευτικούς τόπους.

Ο Μπόρχες είχε πει ότι, αν δεχτούμε τη θεώρηση που υποστηρίζει ότι τα «μέσα» είναι προεκτάσεις των διαφόρων οργάνων του, τότε η γραφή και η ανάγνωση (το βιβλίο) πρέπει να θεωρηθούν προεκτάσεις της φαντασίας και της μνήμης του. Από τότε όμως, που η «φαντασία» και η «μνήμη» ακολούθησαν τον καινούργιο δρόμο, δεν έπαψε να τις κατατρύχει το όνειρο της προφορικότητας, η αμεσότητα του λόγου, ο χαμένος παράδεισος της φωνής. Δ. Δημηρούλης, «Η τέχνη της ανάγνωσης».

Μπορεί να είναι όλα αυτά, μπορεί και τίποτα απ’ αυτά. Τώρα μου φαίνεται ότι έχω καταλήξει αλλού. Ό,τι εγχαράσσεται αδιόρατα στην πολύ μικρή ηλικία ως κάτι παράξενο και ελκυστικό γίνεται δια βίου βίωμα, φαντασίωση ζωής, όνειρο παντοτινό. Με το διάβασμα αναπλάθεις της ζωή, τη δημιουργείς ξανά και ξανά. Το διάβασμα σε βυθίζει στα ενδότερα του εαυτού σου, ξεφυλλίζοντας όλο και πιο άγνωστες σελίδες σου φτερουγίζεις σε υψώματα του πνεύματός σου, έχεις άλλη εικόνα για τα πράγματα, η ζωή γίνεται διαφορετική.

Γιατί πρώτα υπάρχουν οι αναγνώστες και μετά έρχεται η ανάγνωση. Τα βιβλία μεσολαβούν και μεταμορφώνουν, δρουν ως καταλύτες για μια άπλωση του εαυτού μας σε περιοχές που δεν έχουν κατοικηθεί από την ευαισθησία του. Κάθε ανάγνωση με βουλιάζει στον ωκεανό της γλώσσας, όπου δεν χάνομαι, αλλά σώζομαι, σε ένα νησί που τρίζει από κόκαλα τόσων ψυχών που υπήρξαν πριν από μένα ναυαγοί.
Β. Καραλής, «Λοιπόν, τι συμβαίνει όταν διαβάζουμε;»

Παρατηρείστε ένα μικρό παιδί που διαβάζει, ακόμα και όταν χαζεύει τις εικόνες του παραμυθιού, είναι αλλαγμένο, θεωρείς την όλη παράσταση – γιατί για παράσταση πρόκειται – μαγική εικόνα, νιώθεις ότι το παιδικό βλέμμα εισέρχεται στον κόσμο των μεγάλων με τρόπο βίαιο και ορμητικό, με αποφασιστικότητα και ισχυρή θέληση, ένα παιδί που διαβάζει έχει αλλάξει τη στερεότυπη εικόνα σχέσης μεγάλων – μικρών, έχει ανατρέψει όλες τις προσλαμβάνουσες παραστάσεις που σε συνδέουν μαζί του, είναι ένα παράξενο ον…

Παρατηρείστε τον κυρ – Θάνο που τον είδα εγώ πολύ μικρός μέσα στο απόβροχο εκείνο το φθινοπωριάτικο μεσημέρι καθισμένος πάνω στις σακούλες με τη σπορά ακουμπισμένο στην αγραπιδιά στη μέση του χωραφιού για να πάρει μια ανάσα από το όργωμα, μαζί να πάρει και μια μπουκιά και να ξεϊδρώσουνε και να φάνε βρώμη στον ντορβά τα άλογα, που έριχνε ματιές στο χρονογράφημα της χθεσινής εφημερίδας, της εφημερίδας του καφενείου, «για να διαβάσω ολομόναχος κάτι που μου αρέσει πολύ, με ξεκουράζει το διάβασμα, ίσως γιατί μετά συλλογίζομαι ό,τι διάβασα και με καταλαγιάζει».

Παρατηρείστε μια γιαγιά ηλικιωμένη που διαβάζει – συνάντησα μια τέτοια γιαγιά μέσα στο καφενείο δίπλα στην ξυλόσομπα σε ορεινό χωριό της Ηλείας, την Μπουκοβίνα -, είναι και αυτή εικόνα μαγική, νιώθεις ότι τα έχει βάλει με τον χρόνο, ότι προσπαθεί να τον δαμάσει – ίσως και να τα καταφέρνει στο δικό της μικρόκοσμο -, τώρα είναι η θύμηση και όχι το όνειρο του μικρού παιδιού που την ταξιδεύει σε τόπους νεραϊδοπαρμένους,  σε αλλόκοτους καιρούς, αναρωτιέσαι τι είναι αυτό που καταφέρνει η σπουδή στα γράμματα και μετασχηματίζει το όλο σχήμα του ανθρώπου, ακόμα τη σκουριά του χρόνου ξεφλουδίζει, την τραχύτητα των ρυτίδων γλυκαίνει, ανορθώνει το κορμί το κυρτωμένο από την έλξη των σελίδων και την αφαίρεση του «κόσμου τούτου» την κάνει δίαυλο επικοινωνίας με την ψυχή σου, την ψυχή που θέλει να μεταναστεύσει, να κατοικήσει αλλού. Παρατηρείστε προσεκτικά τη γιαγιά, τη γιαγιά που ξέρει καλά το μύθο ότι «δεν πρέπει να πάει αδιάβαστη…», τον μύθο που αλλιώς τον ερμηνεύουνε κάποιοι.

Ο τυφλός Χόρχε Λουίς Μπόρχε σφιχτοκλείνει τα μάτια του για ν’ ακούσει καλύτερα τα λόγια ενός αθέατου αναγνώστη. Σ’ ένα σκιερό δάσος, καθισμένο σ’ έναν κορμό σκεπασμένο με μούσκλια, ένα αγόρι κρατά στα δυο του χέρια ένα μικρό βιβλίο το οποίο διαβάζει μες στην απαλή σιγαλιά, άρχοντας χρόνου και χώρου.
Α. Μανγκέλ, « Η τελευταία σελίδα».

Αν όλες αυτές οι εικόνες είναι παραστάσεις μιας θείας οικογένειας, αν η γιαγιά έχει ρίξει καταβολάδα τον κυρ – Θάνο και αν ο κυρ – Θάνος έχει ρίξει καταβολάδα το μικρό παιδί, δεν θα ήταν μια ιερή οικογένεια που θα φεγγοβολούσε πνευματικότητα και καλλιέργεια ψυχική; Πώς να πολλαπλασιάσεις τέτοιες εικόνες ρίχνοντας καταβολάδες με βέργες φουσκωμένες από χυμούς, με τα μάτια τους να γίνονται ρίζες και όχι φύλλα, να ξαναγίνονται της ρίζας τα κλωνάρια καινούργια βλαστάρια γνώσης που θέλουν να βγουν στο φως του ήλιου, να γνωρίσουν τον κόσμο, να φτιάξουν το δικό τους μικρό κόσμο και καταβολάδα στην καταβολάδα η εικόνα να είναι αιώνια, γιατί είναι εικόνα ζωής, γιατί είναι εικόνα ιερή…

Τα μάτια μου δεν έχουνε πια φως. Τα ράφια
είναι ψηλά και στα χρόνια μου δεν φτάνω…
στην πραγματικότητα ποτέ δεν έμαθα να διαβάζω,
παρηγοριέμαι όμως με τη σκέψη
πως φαντασία και παρελθόν είναι πια το ίδιο
για κάποιον που κοντεύει να τελειώσει
και που αγναντεύει ό,τι απόμεινε απ’ την πόλη
που τώρα πάει να γίνει έρημος ξανά.

Χόρχε Λουίς Μπόρχε, «Δύο ποιήματα»

clip_image001

Κατηγορίες:βιβλία Ετικέτες: ,
  1. Δεν υπάρχουν σχόλια.
  1. No trackbacks yet.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: