Αρχική > φιλοσοφία > Ανθρώπινη κατάσταση β

Ανθρώπινη κατάσταση β

(πεδίο πολιτικού προβληματισμού)

Του Νίκου Τσούλια

clip_image001

Ίσως το πιο καίριο σημείο του θέματός μας είναι τούτο: είμαστε καρπός της αναγκαιότητας και του τυχαίου στο μακρόχρονο ταξίδι της έμβιας ύλης, αλλά ταυτόχρονα είμαστε τα μόνα όντα που καλούμαστε να διαμορφώσουμε μια κοσμοαντίληψη, μια θεωρία για τον Κόσμο. Μέσα από τη συνείδησή μας επιχειρούμε να δώσουμε νόημα και περιεχόμενο στην ατέλειωτη σιωπή του Σύμπαντος. Οι αρχαίοι Έλληνες δίνουν με τον πληρέστερο τρόπο το πεδίο διαμόρφωσης και ολοκλήρωσης του ανθρώπου.

Εκτιμούν και ενσωματώνουν στη δημόσια ζωή τους την αντίληψη ότι η ελευθερία του ανθρώπου μπορεί να αναζητηθεί στην πολιτική σφαίρα – προφανώς όχι με τη σημερινή έννοια του όρου της λειψής αντιπροσώπευσης – και ότι η ανάγκη είναι ένα προπολιτικό φαινόμενο. Ο J. Lacroix αρκετά χρόνια αργότερα, μέσα από τις γραμμές της ουμανιστικής φιλοσοφία, θα επιμείνει ισχυριζόμενος ότι «ο άνθρωπος δεν είναι εντελώς άνθρωπος, παρά μόνο μέσα από την κοινότητά του με τους άλλους ανθρώπους».

Στη σειρά των κοσμοειδώλων που παρουσιάζει ο άνθρωπος και για τον εαυτό του μέσα στην ιστορική του διαδρομή θα δούμε ότι επιχειρεί να αυτοπροσδιοριστεί μέσα από κάποια υλική του έκφραση. Να διατυπώσει την άποψή του με ό,τι μπορεί να προβάλλει τη σύστασή του στον εξωτερικό κόσμο είτε μέσω της γλώσσας είτε μέσω της τέχνης είτε μέσω της γνώσης είτε μέσω της εργασίας συνολικά. Ωστόσο, αν κάτι εμφανίζεται ως κοινός τόπος στις διάφορες κοσμοαντιλήψεις, είναι η συλλογική λειτουργία της ζωής του «εκκοινωνισμένου ανθρώπινου είδους». Δεν είναι καθόλου τυχαίο το γεγονός ότι οποιαδήποτε απόπειρα του ανθρώπου για την κατανόηση της φύσης και της ύλης, μέσω της προωθημένης έρευνας και του στοχασμού, απολήγει σε μεγάλο βαθμό και ουσιαστικά επιβεβαιώνεται σε κάποιο σημείο της ανθρώπινης σφαίρας. Επιστρέφει, δηλαδή, η αυθεντική απάντηση στο αγωνιώδες ερώτημα του ανθρώπου πάλι στον άνθρωπο με τη μεσολάβηση ενός «εξωτερικού γεγονότος».

Ισχυρίζομαι ότι η ετερογνωσία περνάει μέσα από την αυτογνωσία και καταλήγει πάλι σε αυτή. Ο Heisenberg έχει διατυπώσει αυτή την παρατήρηση με απόλυτο τρόπο: «ο άνθρωπος αντί να συναντήσει τη φύση του Σύμπαντος, συναντά απλώς τον εαυτό του». Θα μπορούσαμε σχηματικά να δεχτούμε ότι ο άνθρωπος είναι τυλιγμένος με τη δική του τεχνόσφαιρα και νοόσφαιρα και η θέαση του εξωτερικού κόσμου και οι συνακόλουθες παρατηρήσεις του δεν είναι παρά αντικατοπτρισμοί και είδωλα του ίδιου του εαυτού του. Βέβαια η γενίκευση αυτής της θεώρησης διατρέχει έναν μεταφυσικό κίνδυνο, να μη θεωρεί τη φύση ως κάτι υπαρκτό! Πρόκειται για την αντίληψη της «ανθρωπικής αρχής»: αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο μ’ αυτό τον τρόπο, γιατί είμαστε αυτοί που είμαστε. Έτσι όμως μεταπίπτουμε βαθμιαία σε πεδία ανορθολογισμού και αυτό είναι αρνητικό από κάθε άποψη.

Υπάρχει και ένα άλλο βασικό μεθοδολογικό λάθος. Η διαρκής εξειδίκευση – στην οποία κινδυνεύουμε να μάθουμε τα πάντα για το τίποτα – και η συνεχής κατάτμηση της επιστημονικής και στοχαστικής σκέψης μάς απομακρύνει από την επίγνωση και του Κόσμου και του εαυτού μας. Έκαστος τομέας του επιστητού παρουσιάζει τη δική του εικόνα και κανείς δεν ξέρει ποιοι είναι αυτοί που θα συνθέσουν το σύνολο των εικόνων και επίσης κανείς δεν ξέρει αν η συνάθροιση των επιμέρους οδηγεί στη θέαση του Όλου. Πάντως στις περιόδους των δύο μεγάλων διαφωτισμών της ιστορίας της ανθρωπότητας, όπου είχαμε και την αρτιότερη αντίληψη για τον κόσμο και τον εαυτό μας, επικρατούσε η έννοια των θεμελιακών γενικών ερωτημάτων, της καθολικής παιδείας, του Homo Universalis.

Αυτογνωσία και ετερογνωσία, λοιπόν, είναι σε διαρκή διάλογο, σε διαρκή αντιπαράθεση, σε αέναη σύνθεση και επανασύνθεση. Αυτή είναι και η ομορφιά του ταξιδιού της γνώσης. Όσο γνωρίζουμε ότι δεν μπορούμε να δώσουμε οριστικές απαντήσεις στα βασικά επιστημονικά και φιλοσοφικά – υπαρξιακά ερωτήματά μας, θα βαστάει και ο έντονος διάλογος στο εσωτερικό της κοινότητας των ανθρώπων. Αλλά αυτός ο διαρκής διάλογος συνιστά τη συλλογική μας συζήτηση και ίσως συγκρυσταλλώνει μέρος του Νοήματος της ύπαρξής μας και της ζωής μας. Πώς, τελικά, μπορεί ο άνθρωπος να κατανοήσει τον εαυτό του, να γίνει κάτοχος της ανθρώπινης κατάστασης; Ο Χ.–Γ. Γκάνταμερ (Η απαρχή της φιλοσοφίας) έχει μια σαφή προσέγγιση: “Ο άνθρωπος δεν είναι δυνατόν να παρατηρηθεί από το ασφαλές παρατηρητήριο ενός ερευνητή και δεν υπάρχει περίπτωση να αναχθεί σε αντικείμενο μιας επιστήμης που βασίζεται στη θεωρία της εξέλιξης και να εννοηθεί σύμφωνα με αυτήν. Η εμπειρία της συνάντησης του ανθρώπου με τον εαυτό του στην ιστορία, αυτή η μορφή της κατά πρόσωπο συνομιλίας, αυτή η μορφή της αλληλοκατανόησης, όλα αυτά διαφέρουν από τη φυσιογνωσία και από την εξελικτική θεώρηση του κόσμου και του homo sapiens”.

Η αυτογνωσία και ο προσδιορισμός της ανθρώπινης κατάστασης συχνά περνά μέσα από τις επιστημονικές επινοήσεις – οι οποίες καθορίζουν σημαντικά και τα ρεύματα ιδεών – και τις κοινωνικές κατασκευές. Ιδιαίτερα σήμερα που η τεχνολογία τείνει να γίνει η δεύτερη φύση μας, η επιστήμη αποσαφηνίζει τη δική της σχετική πρόταση με περισσή αποτελεσματικότητα και νομιμοποίηση, καθότι επιλύει συγκριτικά τα προβλήματα του ανθρώπου και της κοινωνίας με τον πιο σαφή τρόπο. Έτσι η γενική – στοχαστική θεώρηση του ειδώλου του ανθρώπου θεωρείται ένα θεωρητικό πόνημα με μια φιλοσοφική διάθεση και αξία, με μια αξία σαφώς μικρότερη. Αλλά και εδώ αναφύεται ένα σαφές πρόβλημα. Μπορεί να προσδιοριστεί η βιολογική μας αυτογνωσία χωρίς να αναφερόμαστε γενικά στην ανθρώπινη αυτογνωσία και μάλιστα στην αυτογνωσία με την κοινωνική μας προσέγγιση; Σαφώς και όχι. Για παράδειγμα, σήμερα είμαστε σε θέση να διαβάζουμε τη γενετική μας γραμματική, να διαβάζουμε με έναν κώδικα το γενετικό μας υπόστρωμα με τις σχετικές πληροφορίες από το πρόγραμμα του ανθρώπινου γονιδιώματος (Human Genome Project – HGP), οι οποίες μάλιστα θα μπορούσαν να ανασυστήσουν και το παρελθόν μας αφού «μπορούν να προσφέρουν ένα “μοριακό ρολόι” με το οποίο μπορεί να μετρηθεί ο εξελικτικός χρόνος».

Αλλά αυτή η γνωστή τάση του αναγωγισμού έχει φτάσει σε αδιέξοδο. Διαβάζοντας κανείς την αλληλουχία των νουκλεοτιδίων στο DNA των κυττάρων του μπορεί να ισχυριστεί ότι γνωρίζει τον εαυτό του καλύτερα από ό,τι μέσα από την κοινωνικοποίησή του ή μέσα από το μετασχηματισμό του που αναδύεται από τη φύση και τη λειτουργία της εργασίας του. Οι Ferry L., και Vincent J.-D., (Τι είναι ο άνθρωπος;) θα εμφανιστούν απόλυτοι για τα ζητήματα του αναγωγισμού. «Τόσο στην περίπτωση του ιστορικισμού όσο και στην περίπτωση του βιολογισμού έχουμε να κάνουμε με ψευδοεπιστήμες, με ιδεολογίες που, ενώ ενίοτε πιστεύουν ειλικρινά ότι βασίζονται σε πραγματικά γεγονότα, στην πράξη “βουλιάζουν” στις κλασικότερες ψευδαισθήσεις της δογματικής μεταφυσικής και θεολογίας».

Το μέλλον μας δεν είναι γραμμένο στα γονίδιά μας, το μέλλον μας δεν είναι προσδιορισμένο από κανέναν ντετερμινισμό. Το μέλλον μας το διαμορφώνει η συνείδησή, η κριτική μας σκέψη, η συλλογική μας δράση, ο πολιτισμός μας. Η ελευθερία του ανθρώπου είναι αυτή που τον διαφοροποιεί από το ζωώδες παρελθόν του, η ελευθερία είναι αυτή που του δίνει τη δυνατότητα επιλογών και διαμόρφωσης της ηθικής σφαίρας του, η ελευθερία είναι αυτή που τον ανυψώνει στο πνευματικό του βασίλειο, μέσα από τη συνολικότητα του οποίου θα ανιχνεύει διαρκώς την ανθρώπινη κατάσταση, την αυτογνωσία και την ετερογνωσία. Αλλά πού και πώς πραγματώνεται η ελευθερία; Η Χ. Άρεντ (Η ανθρώπινη κατάσταση, vita activa) εξηγεί ότι η πρόταση έχει δοθεί: “Όλοι οι Έλληνες φιλόσοφοι, ανεξάρτητα από το πόσο αντιτάσσονταν στη ζωή της πόλεως, θεωρούσαν αυτονόητο πως η ελευθερία εντοπίζεται αποκλειστικά στην πολιτική σφαίρα”. 

Ο προσδιορισμός των ορίων και ως έναν βαθμό των χαρακτηριστικών της ανθρώπινης ιδιότητας είναι μια πολύ δύσκολη υπόθεση. Επιστημονικοί κλάδοι, ιδεολογικά ρεύματα, κοσμοθεωρίες, πολιτικά συστήματα, μεταφυσικές αναζητήσεις, πολιτισμικές θεωρήσεις και κουλτούρες προσφέρουν τη δική τους συμβολή στη μεγάλη κοίτη του ανθρώπινου πνεύματος. Το Όλον του ανθρώπου μπορεί να παρατηρηθεί από κάποια θέση; Δεν μπορεί να συμβεί ποτέ αυτό, ισχυρίζονται αρκετοί στοχαστές. Και ίσως να είναι καλύτερα έτσι, γιατί μπορούμε να θέτουμε ερωτήματα αενάως στον εαυτό μας. Άλλωστε, «ένας αυθεντικός ορθολογισμός οφείλει να θέτει πώς υπάρχει το απρόσιτο στη γνώση όχι μόνο για εμάς αλλά και καθεαυτό» (Ferry L. & Vincent J.-D., Τι είναι ο άνθρωπος;). Πέραν τούτου, μπορούμε να φανταστούμε έναν άνθρωπο που δε θα δύναται να θέτει προβληματισμούς και ερωτήματα όσον αφορά τη δική του έννοια;

clip_image002

Κατηγορίες:φιλοσοφία Ετικέτες: ,
  1. 10/07/2016 στο 7:20 ΠΜ

    Reblogged στις Manolis.

  1. No trackbacks yet.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: