Αρχική > επιστήμη > Να θυμόμαστε το παρελθόν για να σχεδιάζουμε το μέλλον

Να θυμόμαστε το παρελθόν για να σχεδιάζουμε το μέλλον

Γράφει ο ΣΠΥΡΟΣ ΜΑΝΟΥΣΕΛΗΣ, ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ 19.11.11

Η ικανότητά μας να μαθαίνουμε νέα πράγματα, να τα καταγράφουμε και να τα αποθηκεύουμε με τον πιο αποτελεσματικό και οικονομικό τρόπο στη μνήμη μας αποτελεί την απαραίτητη προϋπόθεση της επιβίωσής μας.

Ο εγκέφαλος καλείται αδιαλείπτως να «ερμηνεύει», δηλαδή να νοηματοδοτεί τις πληροφορίες που προσλαμβάνει καταφεύγοντας σε όσα ήδη γνωρίζει, προκειμένου να «αποφασίσει» ποιες ενέργειες πρέπει να κάνει. Και αυτή η «εσωτερική» νοητική διεργασία είναι προφανώς ζωτικής σημασίας, αφού από αυτήν εξαρτάται αφενός η επιβίωσή μας και αφετέρου η ταυτότητά μας ως νοήμονων όντων.

Για παράδειγμα, όταν βρεθούμε αντιμέτωποι με άγνωστες και ενδεχομένως δύσκολες καταστάσεις, μόνο η ανάκληση προγενέστερων συναφών εμπειριών που βρίσκονται αποθηκευμένες στη μνήμη μας μπορεί να μας προσφέρει τις πολύτιμες πληροφορίες που απαιτούνται για να πάρουμε τις σωστές αποφάσεις. Με βάση λοιπόν τις αναμνήσεις μας επεξεργαζόμαστε όχι μόνο την εμπειρία του κόσμου που μας περιβάλλει αλλά και του ίδιου μας του εαυτού, καθώς αυτός μεταβάλλεται στο πέρασμα του χρόνου.

Αξίζει λοιπόν να εξετάσουμε με ποιους αδιαφανείς – και εν πολλοίς υποσυνείδητους – νευροψυχολογικούς μηχανισμούς κωδικοποιούμε, παγιώνουμε και ανακαλούμε τις αναμνήσεις μας.

Αρχείο χωρίς αρχειοθέτη

Σε κάθε ιστορική περίοδο η περιγραφή της λειτουργίας της μνήμης εμπνεόταν από την τεχνολογία αιχμής που η κάθε εποχή χρησιμοποιούσε για την καταγραφή της σκέψης. Ετσι, για τους αρχαίους Ελληνες οι αναμνήσεις «αποτυπώνονται» μέσα μας όπως τα γράμματα σε μια κέρινη πλάκα. Κατά τον Μεσαίωνα, η κυρίαρχη μεταφορά για τη μνημονική λειτουργία ήταν η περγαμηνή, ενώ μετά την επινόηση της τυπογραφίας την παρομοίασαν με τυπωμένο βιβλίο. Πιο πρόσφατα, επικράτησαν διαδοχικά άλλες μεταφορές για τη λειτουργία της μνήμης: η φωτογραφική μηχανή, η μηχανή λήψεως, η βιντεοκάμερα και ο σκληρός δίσκος των υπολογιστών.

Η παρομοίωση της ανθρώπινης μνήμης με τον σκληρό δίσκο των υπολογιστών έχει μάλιστα επηρεάσει σε τέτοιο βαθμό την επιστημονική σκέψη της εποχής μας, ώστε να θεωρείται πλέον επιβεβλημένη η υιοθέτηση και της σχετικής ορολογίας: με περισσή ευκολία μιλάμε π.χ. για «κωδικοποίηση», «εγγραφή» και «ανάκτηση» πληροφοριών όταν περιγράφουμε τις βιολογικές διεργασίες της μνήμης.

Παρ’ όλα αυτά, η βιωματική εικόνα που οι περισσότεροι από εμάς έχουν για τη λειτουργία της μνήμης δεν θυμίζει καθόλου τις παθητικές καταγραφές μιας φωτογραφικής ή κινηματογραφικής μηχανής, ενός ημερολογίου και, ακόμη λιγότερο, τις ψηφιακές εγγραφές πληροφοριών στον σκληρό δίσκο (hard disk) ενός υπολογιστή!

Αντίθετα, είμαστε απολύτως βέβαιοι ότι πρόκειται για μια βιολογική-νοητική ικανότητα αποτύπωσης των σχέσεών μας με τον κόσμο: για ένα εύπλαστο δίκτυο «δια-συνδέσεων» μεταξύ προσώπων και αντικειμένων. Κάτι που επιβεβαιώνεται εξάλλου και από πλήθος ιατρικών παρατηρήσεων: ασθενείς οι οποίοι, εξαιτίας μιας νευρολογικής ασθένειας ή ενός σοβαρού ατυχήματος, έχουν απολέσει μεγάλο μέρος των μνημονικών ικανοτήτων τους χάνουν επίσης και κάθε δυνατότητα νοητικής «σχέσης» με τον κόσμο που τους περιβάλλει.

Συνήθως περιγράφουμε τη μνήμη ως την ικανότητα του νου να καταγράφει, να ταξινομεί και να αρχειοθετεί τις εμπειρίες μας με τον κόσμο και τους ανθρώπους (συμπεριλαμβανομένου του εαυτού μας). Δεν φαίνεται όμως να μας προβληματίζει καθόλου το ότι ενδεχομένως αγνοούμε το «πού ακριβώς», το «πώς» ή το «ποιος» τελικά κάνει αυτή τη μνημονική αρχειοθέτηση.

Οπως θα δούμε, αυτή η εικόνα της μνήμης ως ενός εύτακτου και αμετάβλητου στο χρόνο «αρχείου» (κάτι σαν τον σκληρό δίσκο των υπολογιστών) όχι μόνο είναι υπερβολικά απλοϊκή και άκρως παραπλανητική, αλλά προσκρούει και σε ό,τι έχει ανακαλύψει η σύγχρονη επιστήμη σχετικά με τη μνήμη.

Πράγματι, η διερεύνηση της μνήμης επικεντρώνεται σήμερα στη μελέτη των νευρωνικών συνάψεων και στο απέραντο δίκτυο που αυτές σχηματίζουν. Ενα εγκεφαλικό δίκτυο όπου καταγράφονται και «αρχειοθετούνται» (άλλοτε πρόσκαιρα και άλλοτε πιο μόνιμα) όλες οι αναμνήσεις μας.

Συνεπώς η ικανότητα του νευρικού μας συστήματος να σχηματίζει νέες αναμνήσεις εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τη λεγόμενη «συναπτική πλαστικότητα», δηλαδή από τη δυνατότητα του εγκεφάλου να σχηματίζει νέες συνάψεις ή να εξαλείφει παλαιότερες. Χάρη σε αυτή την πλαστικότητα το νευρικό μας σύστημα μπορεί να τροποποιεί τόσο τη δομή όσο και τη λειτουργία του ανάλογα με τις συνθήκες. Και οι ικανότητές του για μάθηση και μνήμη σε αυτήν ακριβώς την πλαστικότητα στηρίζονται!

Οι εκδηλώσεις της Μνημοσύνης

Η Μνημοσύνη κατά την αρχαιότητα ήταν μια αινιγματική θεότητα, κόρη του Ουρανού και της Γαίας, που χάρη στην ερωτική συνεύρεσή της με τον Δία έφερε στον κόσμο τις Μούσες. Σήμερα ωστόσο, η Μνημοσύνη έχει εγκαταλείψει ανεπιστρεπτί τα αιθέρια δώματα του Ολύμπου για να εγκατασταθεί οριστικά και αμετάκλητα στους μαιάνδρους του εγκεφάλου.

Αυτή η φαινομενικά ανίερη υποβάθμιση της μνήμης από θεότητα σε ταπεινή εγκεφαλική λειτουργία είχε δραματικές συνέπειες για τη γνώση των νοητικών φαινομένων, κυρίως όμως για την ανθρώπινη αυτογνωσία.

Οπως ήδη αναφέραμε, η ικανότητά μας να αφομοιώνουμε νέες πληροφορίες και να τις «παγιώνουμε» στη μνήμη μας αποτελεί την απαραίτητη προϋπόθεση για την ενότητα της ύπαρξής μας και τη συγκρότηση της ταυτότητάς μας.

Σύμφωνα με τους ειδικούς (νευροεπιστήμονες, νευροψυχολόγους) δύο είναι τα κύρια χαρακτηριστικά της ανθρώπινης μνήμης: η σχετική σταθερότητα και η μεγάλη πλαστικότητα. Η σταθερότητα είναι απαραίτητη προκειμένου να διατηρηθούν οι νέες πληροφορίες, ενώ η πλαστικότητα επιτρέπει στον ανθρώπινο εγκέφαλο να μαθαίνει νέα πράγματα και κατ’ αυτό τον τρόπο να προσαρμόζεται στην ευμετάβλητη πραγματικότητα.

Για παράδειγμα, η ικανότητά μας να συγκρατούμε στη μνήμη μας έναν αριθμό τηλεφώνου, να οδηγούμε ένα αυτοκίνητο, να χορεύουμε τάνγκο ή να διηγούμαστε ένα επεισόδιο από τις καλοκαιρινές μας διακοπές είναι μερικά απλά παραδείγματα των εφαρμογών των σύνθετων μνημονικών μας ικανοτήτων. Ωστόσο, όπως πρόσφατα απέδειξαν οι σχετικές έρευνες, κάθε μια από αυτές τις δεξιότητες απαιτεί έναν διαφορετικό τύπο μνήμης!

Το να θυμόμαστε για λίγο τον αριθμό τηλεφώνου που μόλις μας είπαν είναι ένα τυπικό παράδειγμα βραχύχρονης ή ενεργού μνήμης, που διαρκεί μερικά λεπτά ή ώρες. Η μετατροπή αυτής της πρόσκαιρης μνήμης σε μια πιο μόνιμη, μακρόχρονη μνήμη (ημέρες, εβδομάδες ή χρόνια) είναι ένα επόμενο στάδιο, που εμπλέκει εντελώς διαφορετικές εγκεφαλικές δομές.

Εκτός όμως από αυτά τα δύο βασικά στάδια -της βραχύχρονης και της μακρόχρονης μνήμης- οι νευροεπιστήμονες αποκάλυψαν την ύπαρξη δύο τουλάχιστον επιπλέον τύπων μνήμης, οι οποίοι επίσης βασίζονται σε εντελώς διαφορετικά εγκεφαλικά κυκλώματα και μηχανισμούς.

Ουσιαστικά πρόκειται για δύο διαφορετικούς τύπους μακρόχρονης μνήμης: τη λεγόμενη διαδικαστική ή άδηλη μνήμη και τη δηλωτική ή έκδηλη μνήμη.

Χάρη στη διαδικαστική μνήμη μπορούμε να οδηγούμε αυτοκίνητο, ποδήλατο, να δένουμε τα κορδόνια των παπουτσιών μας ή να χορεύουμε χωρίς να το πολυσκεφτόμαστε. Αυτές τις κινητικές, αντιληπτικές και γνωστικές δεξιότητες άπαξ και τις μάθουμε, δύσκολα τις ξεχνάμε και τις εκτελούμε σχεδόν αυτόματα, δηλαδή με ελάχιστη ή και καθόλου παρέμβαση της συνειδητής σκέψης.

Το ακριβώς αντίθετο ισχύει για τη δηλωτική ή έκδηλη μνήμη. Στην ενεργοποίηση αυτού του τύπου μνήμης εμπλέκεται πάντα η συνείδηση, ενώ και το περιεχόμενο των δηλωτικών αναμνήσεων έχει συνήθως γλωσσική δομή. Και γι’ αυτό μπορούμε εύκολα να περιγράφουμε αυτόν τον τύπο μνήμης μέσω της γλώσσας.

Η ευκολία πρόσβασης σε αυτόν τον τύπο μνήμης μάς κάνει συχνά να παραβλέπουμε ή να υποτιμάμε τις άλλες μνημονικές ικανότητές μας οι οποίες, από τη φύση τους, δεν είναι συνειδητές ή γλωσσικά εκφράσιμες. Ετσι, ταυτίζουμε εσφαλμένα την ανθρώπινη μνήμη με τη δηλωτική μνήμη.

Οσο για το εγκεφαλικό υπόστρωμα και τους νευρωνικούς μηχανισμούς της ανθρώπινης μνήμης, αυτά θα τα εξετάσουμε στο επόμενο άρθρο μας.

Πώς εγγράφονται, παγιώνονται και ανακαλούνται τα μνημονικά ίχνη στον εγκέφαλό μας

 
Εγκέφαλος ο μνήμων

Γράφει ο ΣΠΥΡΟΣ ΜΑΝΟΥΣΕΛΗΣ, ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ 26.11.11

Η κυρίαρχη μέχρι σήμερα εικόνα της μνήμης ως ενός εύτακτου και αμετάβλητου στο χρόνο «αρχείου», κάτι σαν τον σκληρό δίσκο των υπολογιστών, δεν είναι μόνο απλοϊκή, αλλά και παραπλανητική.

Οπως αναφέραμε στο προηγούμενο άρθρο μας, οι αρχαίοι Ελληνες απέδιδαν τις ιδιαίτερες ανθρώπινες μνημονικές ικανότητες στην τιτανίδα θεότητα Μνημοσύνη. Μια φιλοσοφική μετεξέλιξη αυτής της καθαρά μυθολογικής «εξήγησης» της μνήμης βρίσκουμε στην πλατωνική θεωρία της ανάμνησης, όπως αυτή διατυπώνεται στο διάλογο «Φίληβος».

Για τον Πλάτωνα η αληθινή γνώση δεν είναι ποτέ απλώς «μνήμη», αλλά πάντοτε «ανάμνησις». Πράγματι, πρώτος αυτός θα εισαγάγει στην ανθρώπινη σκέψη την ανάγκη σαφούς διάκρισης αυτών των δύο βασικών λειτουργιών: θεωρεί τη «μνήμη» ως επισφαλή φυσική-βιολογική λειτουργία καταγραφής, ενώ την «ανάμνηση» ως την αποκλειστικά ανθρώπινη ικανότητα ψυχικής ανάκλησης των αιώνιων ιδεών.

Ακόμη πιο εντυπωσιακό, όμως, είναι ότι ο Πλάτωνας έκρινε απαραίτητο να προτείνει στο διάλογο «Θεαίτητος» και έναν υποθετικό ψυχολογικό μηχανισμό για τη δημιουργία των μνημονικών «εγγραμμάτων». Για να εξηγήσει πώς καταγράφονται και ανακαλούνται από τη μνήμη τα διάφορα αποτυπώματα των εμπειριών και των γνώσεών μας, καταφεύγει στη μεταφορά του εκμαγείου από κερί. Κάθε νέα εμπειρία ή γνώση αφήνει το ίχνος της στην ψυχή μας επειδή μπορεί, με κάποιον άγνωστο τρόπο, να εγγράφεται παθητικά πάνω στη μνήμη-εκμαγείο, αφήνοντας έτσι ένα ανεξίτηλο εσωτερικό αποτύπωμα ή «ενθύμιο» του προτύπου.

Με τη μεταφορά της μνήμης ως κέρινου εκμαγείου ο Πλάτων δεν ήθελε προφανώς να προτείνει μια πρόωρη για την εποχή του επιστημονική εξήγηση, αλλά μάλλον να αναδείξει τις εγγενείς ατέλειες των φυσικών-σωματικών μνημονικών αποτυπωμάτων σε σύγκριση με την ανεξίτηλη υπερφυσική-ψυχική διεργασία της ανάμνησης.

Παραδόξως, τους επόμενους αιώνες η ιδέα της μνήμης ως «εγγράμματος», δηλαδή ως μόνιμου οργανικού «αποτυπώματος», θα ακολουθήσει μια ανεξάρτητη πορεία η οποία, παρά τις αρχικές προσδοκίες του δημιουργού της, θα καταλήξει στις σημερινές αυστηρά νευροβιολογικές αντιλήψεις μας για τη μνήμη. Στις μέρες μας, μάλιστα, η πλατωνική αντίληψη της μνήμης ως παθητικής αντιγραφικής διαδικασίας θα γνωρίσει μια απρόσμενη τεχνολογική αναβίωση: τη δημιουργία των ψηφιακών μονάδων μνήμης στους υπολογιστές!

Μνήμη και ανάμνησις

Γιατί ορισμένες αναμνήσεις διαρκούν περισσότερο, ίσως για όλη μας τη ζωή, ενώ άλλες εξαλείφονται μέσα σε λίγα λεπτά; Την απάντηση σε αυτό το ερώτημα οφείλουμε πλέον να την αναζητήσουμε αποκλειστικά μέσα στα κυκλώματα του εγκεφάλου μας και ειδικότερα στο νευρωνικό υπόστρωμα των πολυποίκιλων μνημονικών «εγγραφών».

Το πού και το πώς ακριβώς ο εγκέφαλός μας καταγράφει, παγιώνει και ανακαλεί επιλεκτικά τις εμπειρίες του είναι ασφαλώς το πιο θεμελιώδες ερώτημα της επιστημονικής διερεύνησης της μνήμης. Και όπως θα δούμε, το αποφασιστικό πέρασμα από την πρόσκαιρη εγχάραξη στη βραχύχρονη μνήμη στα μονιμότερα μνημονικά «αρχεία» της μακρόχρονης μνήμης εμπλέκει σύνθετους νευροψυχολογικούς και νευροχημικούς μηχανισμούς που επιτελούνται από έναν μεγάλο αριθμό νευρωνικών μικροκυκλωμάτων.

Σήμερα θεωρείται επαρκώς επιβεβαιωμένο ότι τόσο η «βραχύχρονη» όσο και η «μακρόχρονη» μνήμη (βλ. σχετικό άρθρο μας «Ε» 19-11-11) προκύπτουν πάντα ως εγγραφές στη «συνδεσμολογία» των νευρώνων που επιτελούν αυτές τις δύο τόσο βασικές μνημονικές λειτουργίες. Οι νευροεπιστήμονες, μάλιστα, από καιρό έχουν αρχίσει να αποκρυπτογραφούν τους ακριβείς νευροχημικούς μηχανισμούς που εμπλέκονται όταν καταγράφουμε ή όταν, κατόπιν, ανακαλούμε κάποια πληροφορία μέσα από το αχανές νευρωνικό δίκτυο του εγκεφάλου μας. Και ήδη γνωρίζουν αρκετά για το πώς και το πού συντελούνται, μέσα στον εγκέφαλό μας, οι διεργασίες της εγγραφής, της παγίωσης και της ανάκλησης των αναμνήσεων: όλες αυτές οι μνημονικές διεργασίες βασίζονται στην ανταλλαγή, μέσω συνάψεων, χημικών και ηλεκτρικών σημάτων, τα οποία άλλοτε ενεργοποιούν και άλλοτε αναστέλλουν κάποιες στενά συνδεδεμένες ομάδες νευρώνων. Η ενεργοποίηση αυτών των νευρωνικών συνομαδώσεων εκδηλώνεται με ευδιάκριτους «σχηματισμούς νευρωνικής ενεργοποίησης».

Πράγματι, η εγγραφή ενός νέου μνημονικού ίχνους προϋποθέτει και στηρίζεται στη δημιουργία νέων συνάψεων, δηλαδή νέων διαύλων επικοινωνίας μεταξύ των νευρώνων ενός εγκεφαλικού κυκλώματος· ενώ η ανάκληση αυτού του μνημονικού ίχνους συντελείται με την επανενεργοποίηση του συγκεκριμένου κυκλώματος. Στην περίπτωση των βραχύχρονων μνημονικών εγγραμμάτων, το φαινόμενο της νευρωνικής ενεργοποίησης διαρκεί μόνο λίγα λεπτά ή το πολύ μία ώρα. Αντίθετα, για την παγίωση στη μακρόχρονη μνήμη των πιο μόνιμων μνημονικών εγγραμμάτων απαιτείται η συχνή επανάληψη αυτής της ενεργοποίησης. Η επανάληψη λοιπόν είναι όντως «μήτηρ πάσης μαθήσεως», αφού οδηγεί από την προσωρινή εγγραφή αυτών των σχηματισμών νευρωνικής ενεργοποίησης στη σταδιακή τους ενίσχυση και στην τελική παγίωσή τους ως σταθερών μνημονικών αποτυπωμάτων.

Μαθαίνοντας από την αμνησία

Χάρη στις πολυετείς κλινικές μελέτες ασθενών που υποφέρουν από σοβαρές διαταραχές των μνημονικών λειτουργιών (αμνησία) και, πιο πρόσφατα, χάρη στις απεικονιστικές τεχνικές παρακολούθησης της λειτουργίας -ή μάλλον της δυσλειτουργίας- του εγκεφάλου αυτών των ασθενών έγινε εφικτός ο εντοπισμός και η ακριβής ανατομική χαρτογράφηση των μνημονικών διεργασιών. Με άλλα λόγια, από την ελλειμματική ή την παθολογική λειτουργία της μνήμης οι ειδικοί -νευρολόγοι, γνωστικοί ψυχολόγοι και νευροβιολόγοι- μπορούν να ανασυγκροτήσουν τη φυσιολογική λειτουργία της μνήμης, αλλά και να εντοπίσουν τις εγκεφαλικές δομές που αποτελούν το υλικό της υπόστρωμα.

Ετσι μάθαμε ότι στην εγγραφή και την πρόσκαιρη διατήρηση νέων πληροφοριών (βραχύχρονη μνήμη) εμπλέκονται κάποιες δομές του μεταιχμιακού συστήματος. Αυτό το μνημονικό κύκλωμα περικλείει εγκεφαλικές δομές στο βάθος του κροταφικού λοβού όπως ο ιππόκαμπος, η αμυγδαλή και ο διεγκέφαλος (δύο πυρήνες του θαλάμου και τα μαστία) και παίζει αποφασιστικό ρόλο τόσο για την εγγραφή όσο και για τη μεταγραφή της βραχύχρονης σε πιο μακρόχρονη μνήμη.

Για παράδειγμα, όταν ο ιππόκαμπος αφαιρείται χειρουργικά για θεραπευτικούς σκοπούς, ο ασθενής χάνει κάθε ικανότητα να αποκτά νέες αναμνήσεις! Είναι καταδικασμένος να ζει αποκλειστικά στο παρόν και, στην καλύτερη περίπτωση, να θυμάται μόνο το προεγχειρητικό του παρελθόν. Ωστόσο, θα ήταν λάθος να πιστέψουμε ότι ο ιππόκαμπος και οι άλλες συναφείς δομές του μεταιχμιακού συστήματος αποτελούν το «αρχείο» για την αποθήκευση των αναμνήσεων. Αντίθετα, όπως ανακάλυψαν πρόσφατα, αποτελούν μόνο τους απαραίτητους εγκεφαλικούς «διαμεσολαβητές» για το σχηματισμό της μακρόχρονης μνήμης.

Πράγματι, για τη «μεταγραφή» και την επιλεκτική «παγίωση» αυτών των προσωρινών εγγραφών σε μονιμότερα μνημονικά αποτυπώματα απαιτείται η ενεργοποίηση των ανώτερων φλοιικών περιοχών (κυρίως του μετωπιαίου φλοιού). Διαφορετικές συνειρμικές περιοχές του εγκεφαλικού φλοιού ενεργοποιούνται με σκοπό την εγγραφή, την παγίωση και την ταξιθέτηση των πιο διαφορετικών ερεθισμάτων (οπτικών, ακουστικών, οσφρητικών κ.ο.κ.) στα αντίστοιχα μνημονικά κυκλώματα.

Σε ό,τι αφορά την «ανάκληση» των μνημονικών ιχνών, δηλαδή την εσκεμμένη-συνειδητή ή την αυθόρμητη-ασυνείδητη επανενεργοποίηση των νευρωνικών κυκλωμάτων που συγκροτούν τις παγιωμένες αναμνήσεις μας, αυτή έχει ως αποτέλεσμα την αφύπνιση -και άρα την αναβίωση- προγενέστερων μνημονικά εμπειριών.

Ποιος όμως αποφασίζει και επιλέγει ποιες από τις μυριάδες εμπειρίες που καταγράφονται πρόσκαιρα στη μνήμη μας αξίζει να διασωθούν από τη λήθη και να αποθηκευτούν ως «προσωπικές» αναμνήσεις; Σε αυτό το φαινομενικά αθώο ερώτημα δεν υπάρχουν, για την ώρα, ούτε απλές ούτε εύκολες απαντήσεις.

«Καμία, όμως, θεωρία (της μνήμης) δεν πρέπει να θεωρηθεί πλήρης εάν δεν περιλαμβάνει την περιγραφή κάποιου εγκεφαλικού μηχανισμού ο οποίος δρα ως έλλογος παράγοντας και όχι μόνο ενεργοποιεί τα λανθάνοντα μνημονικά αποτυπώματα, αλλά, ταυτόχρονα, τα εποπτεύει και τα ερμηνεύει», όπως πολύ εύστοχα επισημαίνει ο επιφανής νευροψυχολόγος Ανδρέας Κ. Παπανικολάου στο περίφημο βιβλίο του «Οι αμνησίες» (κυκλοφορεί από τις Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, άψογα μεταφρασμένο από τον καθηγητή Αζαρία Καραμανλίδη).

Βλέπουμε, λοιπόν, ότι η πλατωνική διάκριση της μνήμης από την ανάμνηση επαναδιατυπώνεται σήμερα όχι βέβαια με μεταφυσικούς αλλά με αυστηρά επιστημονικούς όρους: οι πρόσφατες κατακτήσεις των Νευροεπιστημών επιβάλλουν την ανατομική και τη λειτουργική διάκριση των αντίστοιχων μνημονικών συστημάτων που διεκπεραιώνουν αυτές τις δύο συμπληρωματικές αλλά διακριτές νοητικές λειτουργίες.

Κατηγορίες:επιστήμη Ετικέτες: ,
  1. Δεν υπάρχουν σχόλια.
  1. No trackbacks yet.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: