Αρχική > διηγήματα Ν. Τσούλια > Η επιστροφή της Αντώνας

Η επιστροφή της Αντώνας

clip_image001Του Νίκου Τσούλια

Όχι, δεν ήταν κόρη του Προέδρου του κυρ – Πέτρου η Αντώνα, ήταν κόρη του κυρ – Πέτρου. Δεν τον είχαν κάνει τότε πρόεδρο τον κυρ – Πέτρο, τότε που είχε παρθεί η απόφαση για τη ζωή της Αντώνας. Κανένας δεν τον κακοχαρακτήρισε τον κυρ – Πέτρο, δεν έφταιγε αυτός. Έτσι ήταν, λέει, τότε τα … έθιμα.
«Δεν φαίνεται να τα παίρνει τα γράμματα, δεν ξέρω τι να πω… Δεν μιλάει σχεδόν καθόλου», του είχε πει ο δάσκαλος. Πιάστηκε απ’ αυτό ο κυρ – Πέτρος, τον βόλευε.
Τα άλλα παιδιά έπεσαν πάνω της, με υπονοούμενα και κοροϊδίες, αφού την απομόνωναν οι μεγάλοι, κάτι ήξεραν αυτοί…
«Δεν έχει τίποτα το κορίτσι, απλώς ντρέπεται», είπε ο κύριος Αντρέας, δάσκαλος από το χωριό που δίδασκε σε μακρινή πόλη.

Ο κυρ – Πέτρος είχε πάρει όμως την απόφασή του. «Η Αντώνα θα μείνει στα πρόβατα, δεν χρειάζονται και όλοι τα γράμματα. Φτάνουν τα δυο αγόρια, ας φύγουν τα αγόρια από τις λάσπες και να μείνει η τσούπα, μήπως μας κοιτάξει και στα γεράματα». Και για να μην κακοχαρακτηρίζεται αυτός και η οικογένειά του άδικα, την έδιωξε να μείνει στα πρόβατα, σε ένα καλύβι κάπου στην πλαγιά του Αη – Δημήτρη, την έκαναν ζώο ανάμεσα σε ζώα. «Όχι, δεν χρειάζεται να έρχεται ούτε στις γιορτές, τότε έχουμε και μουσαφιραίους, δεν χρειάζεται να μας μαθαίνουν και πιο πέρα, θα της πηγαίνουμε εμείς φαί».

Εγώ δεν την ήξερα τότε την Αντώνα, έμενα και εγώ έξω από το χωριό, στο δημόσιο δρόμο στη γειτονιά του σταθμού και του μύλου, άκουγα ότι υπάρχει αλλά δεν την είχα δει. Ήλθε η δικτατορία, οι κάτοικοι του χωριού «μαζεύτηκαν», σχεδόν όλη η περιοχή ψήφιζε «Ένωση Κέντρου», οι πολιτικές κουβέντες έπαψαν ακόμα και μέσα στα σπίτια. Ο κυρ – Πέτρος διορίστηκε πρόεδρος, έλεγχε όλο το χωριό, όλοι τον φοβόντουσαν. Αν και ήταν ηλικιωμένος δεν μαλάκωνε, γινόταν όλο και πιο σκληρός, βλέπαμε και εμείς τους μεγάλους μουδιασμένος απέναντί του και σιγά – σιγά αρχίσαμε να του φιλάμε το χέρι, μαζί με εκείνο «του παπά, του παππού μας και της γιαγιάς μας, του νονού και της νονάς μας», το είχαμε μάθει απέξω, σαν ποίημα, τότε έτσι μαθαίναμε στο δημοτικό σχολείο.

Τότε ήταν που η Αντώνα ξεχάστηκε εντελώς, κανένας δεν τολμούσε να πει ότι υπάρχει, «αν σας ρωτήσει κανένας ξένος, να πείτε ότι δεν έχετε ακούσει τίποτα», μας έλεγε η μάνα μας και έτσι ο κύκλος της σιωπής έκλεισε, σφράγισε το κοινό μυστικό. Ήλθε το φράγμα κάτω στο ποτάμι, τα νερά γύρισαν προς τα πίσω, φούσκωσαν, τα ποτιστικά χωράφια γίνανε βυθός και οι πλαγιές παραλίες. Οι νέοι τώρα δε φεύγουν λίγοι – λίγοι, τα μαζεύουν και οι οικογένειες, τα σπίτια ερημώνουν, ψευτοπλήρωσαν τους κατοίκους, κανένας δεν είχε θάρρος να διαμαρτυρηθεί, ο κυρ – Πέτρος ήταν κέρβερος, ήταν στις δόξες του.
Άρχισαν και τα μαλώματα για τα κληρονομικά, οι γερόντοι έμεναν πίσω μόνοι τους στο χωριό, δεν μπορούσαν να φύγουν από τα σπίτια τους, άλλοι ήθελαν την αποζημίωση, άλλοι τα χωράφια, άλλοι τα σπίτια, χαμός, έριδες παντού. Ο κυρ – Πέτρος δεν είχε κανένα μπλέξιμο, μοίρασε την περιουσία στη μέση, στους δυο γιους, η Αντώνα θα βαστούσε τα πρόβατα, «ε, και για βοσκοτόπια όλο και κάτι θα βρίσκει, θα δίνει και κανένα αρνί το Πάσχα, θα τα καταφέρει».

Έφυγαν οι γιοι για τη Γερμανία, πούλησαν και την περιουσία, όχι το σπίτι στο χωριό το είχε αποζημιώσει το κράτος, έτσι απέμεινε να στεγάσει τα γεράματα και τα απομεινάρια, χάθηκαν οι γιοι, ο ένας μια φορά τής έστειλε ένα ράδιο, «και του τόπα να μην το πάρει από μακριά και να τώρα δε μιλάει ελληνικά» (ήτανε στα «βραχέα» αλλά κάποιος το διόρθωσε), έφυγε και η χούντα, ο κυρ – Πέτρος είχε καταπέσει, πέθανε και η γριά του, ο κόσμος του χωριού ερημωμένος από τα ξωτικά της λίμνης κοίταζε τα βάσανά του, οι γειτόνισσες πήγαιναν και κάνα πιάτο φαί στον κυρ – Πέτρο. Η Αντώνα άρχισε να εμφανίζεται στο χωριό, όλο και πιο συχνά.
«Δεν μένεις εδώ μαζί μου;».
«Και τα ζωντανά τι θα απογίνουν; δεν ξέρω, ντρέπομαι, τι θα πει και ο κόσμος…».
«Δεν σε πειράζουν, είναι καλοί άνθρωποι, έχει ο καθένας τις στενοχώριες του».
«Πατέρα, δεν τους ξέρω… και άμα με ρωτάνε, τίνος είμαι και γιατί δεν έμενα στο χωριό, τι να τους λέω;».
«Δεν θα σε ρωτάει κανείς, όλοι σε ξέρουνε, δε θα χρειαστεί να τους εξηγήσεις τίποτα…».

Γεροκόμησε τον κυρ –Πέτρο μαζί με μια θεια της, της είπε η θεια της και ένα μυστικό αργότερα της Αντώνας, «ξέρεις, ο πατέρας σου μου είπε ότι σε αδίκησε, σου ζητάει συγγνώμη», τη διέκοψε, «το ξέρω, έκλαιγε όταν μου το είπε, μου φιλούσε τα χέρια, ευλογημένος να είναι, δεν πειράζει, καλά πέρασα και εγώ, του το λέω συνέχεια, όταν πηγαίνω στο μνήμα του, να μη στεναχωριέται για μένα και βαραίνει η ψυχή του και δεν τον πηγαίνουν οι άγγελοι ψηλά στον ουρανό, ξέρεις, θεια, εγώ έχω μάθει να μιλάω μόνη μου, όλη μου τη ζωή το έκανα αυτό, του μιλάω συνέχεια, ακόμα και όταν δεν είμαι στο κοιμητήριο, από κάπου θα με ακούει».

Πέρασαν χρόνια και δεκαετίες. Το χωριό το κάλυπτε όλο και πιο πολύ η βλάστηση που πάντα το περιτριγύριζε – τώρα αποφάσισε να μπει και στο εσωτερικό του. Τότε γνώρισα την Αντώνα, νόμιζα ότι θα ήταν πολύ μεγαλύτερη από μένα, αλλά δεν ήταν, ίσως γιατί μικραίνουν οι διαφορές στην ηλικία όσο μεγαλώνουμε, ίσως γιατί εγώ την είχα μεγαλώσει, όχι ακριβώς εγώ, η παιδική φαντασία, που πάντα μεγαλώνει το άγνωστο.
«Τι κάνουτε;», ήταν τραχιά και δυνατή η φωνή της, ίσως από τη βαρηκοΐα – τελικά αυτό ήταν το πρόβλημα της Αντώνας – , ίσως από τη φωνή του τσοπάνη, μάλλον και από τα δύο. Έφτιαξε το μπαξέ της δίπλα από το πεσμένο πατρικό της σπίτι, της έφτιαξαν και μια μικρή χαμοκέλα, περνούσε όλο και πιο συχνά από τους κεντρικούς έρημους πλέον δρόμους του χωριού, καμιά δωδεκαριά γέροι και γριές είχαν απομείνει μαζί με δυο τρεις Αλβανούς που και αυτοί έλειπαν για δουλειές στα γύρω χωριά, καθόταν και στην πέτρα στην πλατεία του χωριού που κάθονταν παλιότερα οι γερόντοι για να λιάζονται, εκεί καθόταν και ο πατέρας της όταν είχε καταπέσει, απέναντί της τα καφενεία ερημωμένα, «εκεί καθότανε και ο πατέρας μου». Ήθελε να επισκέπτεται τα μέρη που πέρναγε ο πατέρας της, να μην τον συναντάει μόνο στο κοιμητήριο.

Μου έφερνε και καμιά ντομάτα και μελιτζάνες όταν με έβλεπε να καταφτάνω στο χωριό, «δεν έχουν λιπάσματα, είναι όπως οι παλιές ντομάτες, μόνο κοπριά έχουνε». Πήρα θάρρος, μια μέρα που ήμουνα μόνος στο σπίτι και μου έφερε το «μερδικό μου», τη ρώτησα αν έχει κανένα παράπονο από τους δικούς της.
«Τι λέτε, κυρ – Νίκο; Τίποτε, κανένα παράπονο».
«Μα όλοι έχουμε και κάποιο μικροπαράπονο…».
«Μη το λέτε αυτό, δεν κάνει, μπορεί και να στεναχωριούνται οι ψυχές των γονιών μας αν κάνουμε εμείς παράπονα».
«Ξέρεις τι εννοώ; Να εγώ έχω παράπονο που η μάνα μου δεν με άφηνε να παίζω καθόλου μπάλα, αλλά δεν την αδικώ, ήθελε μόνο να διαβάζω ή να κάνω δουλειές…». Με διέκοψε.
«Α, τέτοια… έχω και εγώ τέτοια παράπονα… που δεν με άφηναν να έλθω στην Ανάσταση για να γλέπω τα βεγγαλικά – έτσι δεν τα λένε; – από κοντά, συνέχεια από το ύψωμα του Αη – Δημήτρη τ’ αγνάντευα, και που δεν είχα πάει ποτέ να μοιράσω με άλλες τσούπες το κάλεσμα για γάμους στα σπίτια που έδιναν τσετσέκια και άλλα λουλούδια τυλιγμένα μέσα σε φύλλο λεμονιάς, δεν ξέρω αν το ξέρεις, δεν με ένοιαζε για τίποτα άλλο, μια χαρά ήτανε».

Πήγαινα κατά τη λίμνη βγαίνοντας από την άκρη του χωριού, η φωνή ήταν πολύ δυνατή, imageαργή, θα έλεγα και με στόμφο.

Ἕλλη, νά ἕνα μῆλο.
Λόλα, νά ἕνα ἄλλο.
Ἄννα, νά μῆλα.

– Μῆλα, Μίμη.
Ἔλα, Μίμη, ἔλα.
με
Ἔλα, μῆλα μέλι

Ήταν η Αντώνα. Διάβαζε ό,τι δεν την άφησαν να διαβάσει στην παιδική της ηλικία – πήρε την εκδίκησή της. Επέστρεψε στο χώρο και στο χρόνο, στο χωριό και στο … σχολείο. Επέστρεψε ευτυχισμένη μέσα στην αδικημένη ζωή της.   
Με είδε. «Τι να κάνω; Αυτοί είναι η παρέα μου τώρα. Δεν είναι αργά, το κάνω για μένα, ας είναι καλά η ψυχή τους, κανένας δεν με αδίκησε»!
Της χαμογέλασα. Δεν της είπα τίποτα. «Τι μεγαλείο ψυχής, τι όμορφος κόσμος», σκέφθηκα, «τι κρίμα να μην υπάρχει ένας Παπαδιαμάντης να τους δώσει τη μορφή του πνεύματος, να φτερουγίζουν στον αιώνα τον άπαντα…».

Κατηγορίες:διηγήματα Ν. Τσούλια Ετικέτες:
  1. Δεν υπάρχουν σχόλια.
  1. No trackbacks yet.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: