Αρχική > βιβλία > Διαβάζοντας Φυσική Ιστορία Ε΄ Δημοτικού 1969

Διαβάζοντας Φυσική Ιστορία Ε΄ Δημοτικού 1969

clip_image001ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΔΗΜΗΤΡΟΚΑΛΛΗ

ΦΥΣΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ
Ε’ ΔΗΜΟΤΙΚΟΥ

ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΕΚΔΟΣΕΩΣ ΔΙΔΑΚΤΙΚΩΝ ΒΙΒΛΙΩΝ

ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ 1969

Ήταν βιβλίο του χεριού μας. Όλο και κάτι ξέραμε από τα γραφόμενα. Και αν ήθελε ο δάσκαλος και χαλάρωνε λιγάκι, ξέραμε περισσότερα – γιατί λυνότανε η γλώσσα μας. Τα βιβλία αυτής της κατηγορίας (των φυσικών και μαθηματικών επιστημών) δεν προσφέρονταν για ιδεολογικές παρεμβάσεις και το “σύστημα” κάπως χαλάρωνε. Παρόλα αυτά θα δούμε και δείγματα γραφής ισχυρών προκαταλήψεων ή μονομέρειας ή σκοπιμότητας ή άγνοιας ή (το πιο πιθανό) συνδυασμού αυτών. Έτσι, για παράδειγμα, ο συγγραφέας θα ισχυριστεί ότι “οἱ ἄποικοι αὐτοὶ ἐξετέλεσαν σπουδαῖα ἔργα εἰς τὰς χώρας ἐκείνας, μετέδωσαν εἰς τοὺς ἰθαγενεῖς τὸν εὐρωπαϊκὸν πολιτισμὸν καὶ ὅταν οὗτοι ἔφυγον ἀπὸ τὰς ἀποικίας, αἱ χῶραι ἐκεῖναι ἔγιναν κράτη ἀνεξάρτητα καὶ ἠμποροῦν σήμερον νὰ ζοῦν ἐλεύθερα” και ακόμα σε άλλο σημείο ότι “οἱ κάτοικοι τῶν εὐκράτων χωρῶν εἶναι περισσότερον ἐνεργητικοὶ καὶ πολιτισμένοι ἀπὸ τοὺς κατοίκους τῶν θερμῶν χωρῶν”.
Στα θετικά πάντως της “γραφής” του βιβλίου πρέπει να σημειωθεί η προτροπή για πρακτικές γνώσεις με την εισαγωγή πειραματικής φυτοκομίας.

Επιμέλεια: Νίκου Τσούλια

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Αἱ θερμαὶ χῶραι τῆς γῆς

1. Ἡ γῆ, ὡς γνωρίζομεν, ἔχει σχῆμα σφαιρικόν. Ἡ ἐπιφάνειά της διαιρεῖται εὶς πέντε ζώνας: τὴν διακεκαυμένην ἤ τροπικήν, τὰς δύο εὐκράτους καὶ τὰς δύο κατεψυγμένας ἤ πολικάς. Ἡ διακεκαυμένη ζώνη καταλαμβάνει τὰ 0,40 περίπου τῆς ἐπιφανείας τῆς γῆς (ἀκριβῶς τὰ 0,398). Εἰς τὴν ζώνην αὐτὴν ἐπικρατεῖ καθ’ ὅλον τὸ ἔτος ὑψηλὴ θερμοκρασία, πάντοτε ἄνω τῶν 25ο Κελσίου. Διὰ τοῦτο αἱ χῶραι, αἱ ὁποῖαι περιλαμβάνονται εἰς αὐτήν, καλοῦνται θερμαὶ χῶραι.
2. Εἰς τὰς χώρας αὐτὰς χειμὼν καὶ θέρος δὲν ὑπάρχουν, διότι ἡ διαφορὰ τῆς θερμοκρασίας μεταξὺ τῶν δύο ἐποχῶν εἶναι ἐλαχίστη. Ἀντ’ αὐτῶν ὑπάρχει ἡ περίοδος τῶν βροχῶν καὶ ἡ περίοδος τῆς ξηρασίας. Καὶ εἰς μὲν τὰς περιοχάς, αἱ ὁποῖαι εὑρίσκονται πλησίον τοῦ Ἰσημερινοῦ, αἱ βροχαὶ εἶναι καθημεριναί. Ὅσον πλησιάζομεν ὅμως πρὸς τὰς εὐκράτους ζώνας, αἱ περίοδοι βροχῶν καὶ ξηρασίας γίνονται μακρότεραι.

3. Ἡ ὑγρασία καὶ ἡ θερμότης εἰς τὰς χώρας αὐτὰς εὐνοοῦν τὴν ἀνάπτυξιν τῶν φυτῶν. Εἰς τὰς θερμὰς χώρας ὑπάρχουν τὰ λεγόμενα παρθένα δάση. Εἰς τὰς περιοχάς, εἰς τὰς ὁποίας αἱ βροχαὶ εἶναι ἀραιαί, ἀναπτύσσονται πανύψηλα χόρτα, ὅταν βρέχῃ. Τότε συγκεντρώνονται ἐκεῖ παντὸς εἴδους ζῷα. Ὅταν ἔλθῃ ἡ ξηρασία, τὰ ζῷα πηγαίνουν ἀλλοῦ. Αἱ περιοχαὶ αὐταὶ λέγονται στέππαι.
4. Ὑπάρχουν ὅμως καὶ περιοχαί, ὅπου ἡ ξηρασία εἶναι σχεδὸν διαρκής. Ἡ θερμοκρασία πάντοτε ὑψηλὴ (μέχρις 60° Κελσίου). Φυτὰ καὶ ζῷα εἰς αὐτὰς δὲν ὑπάρχουν. Αὐταὶ εἶναι αἱ καλούμεναι ἔρημοι. Λίθοι καὶ ἄμμος ἁπλώνονται παντοῦ, αἱ δὲ ἀμμοθύελλαι σκοτεινιάζουν τὸν ἥλιον. Ἐνίοτε μέσα εἰς τὰς ἐρήμους, ὅπου ὑπάρχει ὕδωρ, ὑπάρχουν αἱ ὀάσεις, κατοικούμεναι ἀπὸ ἀνθρώπους.

5. Τὸ κλῖμα τῶν θερμῶν χωρῶν, λόγῳ τῆς θερμότητος καὶ ὑγρασίας, εἶναι ἀνθυγιεινόν. Καὶ οἱ μὲν ἰθαγενεῖς εἶναι συνηθισμένοι εἰς αὐτό. Διὰ τοὺς Εὐρωπαίους ὅμως ἡ ζωὴ ἐκεῖ εἶναι δύσκολος. Παρὰ ταῦτα, εἰς πολλὰς ἐκ τῶν χωρῶν τούτων εἶχον ἐγκατασταθῆ Εὐρωπαῖοι ἄποικοι, διὰ τὴν ἐκμετάλλευσιν τῶν πλουτοπαραγωγικῶν πηγῶν των (φυτεῖαι καφέ, κακάου, καουτσοὺκ κ.λ.π.). Οἱ ἄποικοι αὐτοὶ ἐξετέλεσαν σπουδαῖα ἔργα εἰς τὰς χώρας ἐκείνας, μετέδωσαν εἰς τοὺς ἰθαγενεῖς τὸν εὐρωπαϊκὸν πολιτισμὸν καὶ ὅταν οὗτοι ἔφυγον ἀπὸ τὰς ἀποικίας, αἱ χῶραι ἐκεῖναι ἔγιναν κράτη ἀνεξάρτητα καὶ ἠμποροῦν σήμερον νὰ ζοῦν ἐλεύθερα.

ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΕΙΔΕΙΣ ΠΙΘΗΚΟΙ

Ἀπὸ ὅλα τὰ εἴδη τῶν πιθήκων θὰ ἀναφέρωμεν ἰδιαιτέρως τὰ εἴδη τῶν ἀνθρωποειδῶν πιθήκων, τὰ ὁποῖα ἄλλωστε εἶναι μόνον τρία : Ὁ οὐραγκοτάγκος, ὁ γορίλλας καὶ ὁ χιμπατζῆς. Καὶ τὰ τρία αὐτὰ εἴδη ἀνήκουν εἰς τοὺς πιθήκους τοῦ παλαιοῦ κόσμου.
image1. Ὁ οὐραγκοτάγκος. Οὗτος ζῇ εἰς τὰ δάση καὶ τὰς ἑλώδεις περιοχὰς τῶν νήσων Βόρνεο καὶ Σουμάτρας, τῆς νοτίου Ἀσίας. Τὸ ὄνομά του εἰς τὴν γλῶσσαν τῶν ἰθαγενῶν σημαίνει «ἄνθρωπος τοῦ δάσους». Τὸ σῶμά του σκεπάζεται ἀπὸ πυκνὸν τρίχωμα, χρώματος βαθυκοκκίνου, τὸ ἀνάστημά του φθάνει Ι,30 μ. καὶ τὸ βάρος του τὰ 60-80 κιλά. Οἱ οὐραγκοτάγκοι ζοῦν εὔκολα εἰς τὴν αἰχμαλωσίαν καὶ ἐκμανθάνουν διαφόρους ἀσκήσεις. Ἡ μνήμη των καὶ ἡ νοημοσύνη των εἶναι ἀρκετὰ ἀνεπτυγμέναι.

2. Ὁ γορίλλας. Ὁ γορίλλας εἶναι πίθηκος τῶν θερμῶν χωρῶν τῆς Ἀφρικῆς. Τὸ ἀνάστημά του ἠμπορεῖ νὰ φθάσῃ τὰ 2 μέτρα καὶ πλέον καὶ τὸ βάρος του τὰ 200 – 250 κιλά. Οἱ γορίλλαι ζοῦν κατὰ οἰκογενείας ἤ καὶ κατὰ ὁμάδας, ἀποτελουμένας ἀπὸ πολλὰς οἰκογενείας. Ἐπειδὴ ἔχουν ἀνάγκην ἀπὸ μεγάλας ποσότητας τροφῆς, μετακινοῦνται διαρκῶς ἀπὸ τόπου εἰς τόπον. Διανυκτερεύουν ὅπου τοὺς καταλάβῃ ἡ νύξ. Συχνὰ ὅλη ἡ οἰκογένεια ἀναρριχᾶται εἰς ἕνα δένδρον, ἐνῷ ὁ ἀρσενικὸς γορίλλας μένει εἰς τὸ ἔδαφος καὶ κοιμᾶται στηρίζων τὴν ράχιν imageτου εἰς τὸν κορμὸν τοῦ δένδρου, ἐκτελῶν χρέη φρουροῦ διὰ τὴν οἰκογένειάν του. Ὅταν ἀντιληφθῇ κίνδυνον, σηκώνεται ὄρθιος, κτυπᾷ τὸ στῆθος μὲ τὰς χεῖράς του καὶ ἐκβάλλει φοβερὰς κραυγάς. Λόγῳ τῆς μεγάλης σωματικῆς δυνάμεώς του εἶναι πολὺ ἐπκίνδυνος καὶ πολλὰς φορὰς ὁ ἐχθρὸς προτιμᾷ νὰ ὑποχωρήσῃ.

3. Ὁ χιμπατζῆς. Καὶ αὐτὸς εἶναι πίθηκος τῶν δασῶν τῆς κεντρικῆς καὶ δυτικῆς Ἀφρικῆς. Τὸ ἀνάστημα τοῦ ἀρσενικοῦ φθάνει 1,70 μ. καὶ τὸ βάρος του μέχρις 75 κιλῶν, ἐνῷ ἡ θήλεια μόλις φθάνει εἰς ὕψος 1,30 μ, Οἱ χιμπατζῆδες ζοῦν κατὰ μικρὰς ἀγέλας, κατασκευάζουν τὰς φωλεάς των ἐπὶ τῶν δέν δρων καὶ σκεπάζονται μὲ φύλλα διὰ νὰ προφυλαχθοῦν ἀπὸ. τὸ νυχτερικὸν ψῦχος. ῎Εχουν ἀρκετὴν νοημοσύνην καὶ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκγυμνασθοῦν, ὥστε νὰ ἐκτελοῦν, ἀρκετὰς χειρονομίας καὶ κινήσεις ὁμοίας πρὸς τὰς κινήσεις καὶ τὰς χειρονομίας τοῦ ἀνθρώπου.
Οἱ πίθηκοι τοὺς ὁποίους περιφέρουν μαζί των οἱ Ἀθίγγανοι καὶ τοὺς ὁποίους ἔχουν ἐκγυμνάσει νὰ ἐκτελοῦν διαφόρους ἐντολάς των, ἀνήκουν εἰς τὰ εἴδη μαγῶτος ἢ βαβουΐνος.

ΠΕΡΙΛΗΨΙΣ. Οἱ πίθηκοι εἶναι θηλαστικὰ ζῷα τῶν θερμῶν χωρῶν ἔχοντα μεγάλην ὁμοιότητα μὲ τὸν ἄνθρωπον. Διακρίνονται εἰς πιθήκους τοῦ παλαιοῦ καὶ τοῦ νέου κόσμου. Οἱ ἀνθρωποειδεῖς πίθηκοι εἶναι πίθηκοι τῶν θερμῶν χωρῶν τῆς Ἀσίας καὶ Ἀφρικῆς.

Ὁ λέων
image
Ποῦ ζῇ. Σήμερον ὁ λέων ζῇ εἰς τὰς στέππας καὶ τὰς ὁρεινὰς περιοχὰς τῆς κεντρικῆς καὶ νοτίου Ἀφρικῆς, ὅπου ἀφθονοῦν τὰ φυτοφάγα ζῷα, καθὼς καὶ εἰς τὴν νότιον Ἀραβίαν. Εἰς τὰς ἐρήμους καὶ τὰ πυκνὰ δάση δὲν ὑπάρχουν λέοντες. Πρὸ ὀλίγων ἐν τούτοις χιλιάδων ἐτῶν λέοντες ὑπῆρχον καὶ εἰς τὴν Ἑλλάδα, ὅπως ἀποδεικνύεται ὄχι μόνον ἀπὸ τὸν μῦθον τοῦ λέοντος τῆς Νεμέας, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ ὅσα ἀναφέρουν καὶ ἄλλοι συγγραφεῖς. Ὁ ἱστορικὸς Ἡρόδοτος, π.χ., ὁ ὁποῖος ἔγραψε τὴν ἱστορίαν τῶν περσικῶν πολέμων, ἀναφέρει ὅτι, ὅταν ὁ στρατὸς τοῦ Ξέρξου ἐπερνοῦσε τὴν Μακεδονίαν (480 π.Χ.), ἐδέχθη τὴν ἐπίθεσιν λεόντων. Κατὰ τὴν ρωμαϊκὴν ἐποχήν οἱ λέοντες ἦσαν ἄφθονοι εἰς τὴν Μ. Ἀσίαν, τὴν Μεσοποταμίαν καὶ τὴν Β. Ἀφρικήν. Ἀπὸ αὐτὰς τὰς περιοχὰς προήρχοντο οἱ λέοντες, οἱ ὁποῖοι ἐχρησιμοποιοῦντο ὑπὸ τῶν Ρωμαίων εἰς τὰ Ιπποδρόμια, καθὼς καὶ διὰ τὴν θανάτωσιν τῶν Χριστιανῶν. Μὲ τὴν αὔξησιν ὅμως τοῦ πληθυσμοῦ καὶ τὴν καταδίωξιν ὑπὸ τοῦ ἀνθρώπου, οἱ λέοντες ἐξηφανίσθησαν ἀπὸ τὰς περιοχὰς αὐτάς. Ἀλλὰ καὶ ὅπου ζοῦν σήμερον λέοντες, ὁ ἀριθμός των ἐλαττοῦται συνεχῶς. Διὰ τοῦτο πολλαὶ χῶραι ἔχουν λάβει προστατευτικὰ μέτρα, ὥστε νὰ μὴ ἐξαφανισθοῦν τελείως.

Κατασκευὴ τοῦ σώματος. Ὁ λέων εἶναι ὡραῖον ζῷον μὲ μεγάλην σωματικὴν δύναμιν καὶ μεγαλοπρεπῆ ἐμφάνισιν. Τὸ ὕψος του εἰς τοὺς ὤμους φθάνει τὸ ἕνα μέτρον καὶ τὸ μῆκός του ἀπὸ τοῦ ρύγχους μέχρι τῆς ἀρχῆς τῆς οὐρᾶς τὰ 2 μέτρα. Τὸ βλέμμα του εἶναι ἤρεμον καὶ μεγαλοπρεπές. Ὁ ἀρσενικὸς λέων φέρει ἐπὶ πλέον γύρω ἀπὸ τὸν λαιμόν, τὸ στῆθος καὶ τοὺς ὤμους μακρὰν καὶ πκνήν χαίτην. Τὸ ὑπόλοιπον σῶμά του σκεπάζεται ἀπὸ τρίχωμα καστανὸξανθον καὶ κοντόν. Εἰς τὸ ἄκρον τῆς μακρᾶς οὐρᾶς του φέρει θύσανον (φούνταν) τριχῶν καὶ ἕνα ἰσχυρὸν κεράτινον ὄνυχα. Ἡ λέαινα εἶναι ὀλίγον μικροτέρα καὶ δέν φέρει χαίτην…

4. Ὁ ἐλέφας

imageΠοῦ ζῇ. Ὁ ἐλέφας εἶναι τὸ μεγαλύτερον καὶ βαρύτερον ζῷον τῆς ξηρᾶς. Ἕνα εἶδος ἐλέφαντος, ὁ λεγόμενος ἀσιατικός, ζῇ εἰς τὰ δάση τῆς νοτίου καὶ νοτιανατολικῆς Ἀσίας καὶ τὰς νήσους Κεϋλάνην, Βόρνεο καὶ Σουμάτραν. Τὸ ὕψος του φθάνει τὰ 3 μέτρα καὶ τὸ βάρος του τοὺς 3-4 τόννους. Ἄλλο εἶδος ἐλέφαντος εἶναι ὁ λεγόμενος ἀφρικανικός, ὁ ὁποῖος ζῇ εἰς τὰς θερμὰς χώρας τῆς κεντρικῆς Ἀφρικῆς. Τὸ ὕψος του φθάνει μέχρι 3,70 μ., τὸ δὲ βάρος του τοὺς 5-7 τόννους.

Ὅσον ἀφορᾷ τὴν διάρκειαν τῆς ζωῆς του, ὁ ἐλέφας εἶναι ἀρκετὰ μακρόβιον θηλαστικόν. Ὅταν ζῇ ἐλεύθερος ἠμπορεῖ νὰ φθάσῃ μέχρι τῆς ἡλικίας τῶν 120 ἐτῶν. Οἱ αἰχμαλωτισμένοι ἐλέφαντες, οἱ ὁποῖοι ὺποβάλλονται εἰς κοπιαστικὴν ἐργασίαν, φθάνουν μέχρις 80 ἐτῶν. Παλαιότερον οἰ ἐλέφαντες ἦσαν ἄφθονοι τόσον εἰς τὴν Ἀσίαν ὅσον καὶ εἰς τὴν Ἀφρικήν. Σήμερον ὁ ἀριθμὸς των εἶναι πάρα πολὺ μικρότερος καὶ ἐλαττοῦται διαρκῶς, ὥστε τὸ εἶδος αὐτὸ κινδυνεύει νὰ ἐξαφανισθῇ. Διὰ τοῦτο τὰ διάφορα κράτη ἔχουν λάβει μέτρα προστασίας τοῦ ἐλέφαντος. Ἔχουν ἀπαγορεύσει τὸ κυνήγιον τοῦ ἐλέφαντος καὶ μόνον κατόπιν εἰδικῆς ἀδείας τὸ ἐπιτρέπουν. Ἔχουν ἐπίσης δημιουργὴσει ἐθνικὰ πάρκα, εἰς τὰ ὁποῖα οἱ ἐλέφαντες ζοῦν ἐλεύθεροι καὶ ἀνενόχλητοι μαζὶ μὲ πολλὰ ἄλλα ἄγρια ζῷα.

Κατασκευὴ τοῦ σώματος. Τὸ τεράστιον σῶμα τοῦ ἐλέφαντος καλύπτεται ἀπὸ δέρμα πολὺ χονδρόν, ὥστε δὲν ἠμποροῦν νὰ τὸ διατρυπήσουν οὔτε αἱ σκληραὶ ἄκανθαι οὔτε οἱ κλάδοι τῶν δένδρων. Διὰ τοῦτο ὁ ἐλέφας λέγεται παχύδερμον. Φυτρώνουν, βέβαια, εἰς τὸ δέρμα του ἀραιαὶ τρίχες, ἀλλὰ ἄνευ σημασίας. Μόνον εἰς τὸ, ἄκρον τῆς οὐρᾶς του φέρει ἕνα πυκνὸν θύσανον ἐκ τριχῶν. Ὁ χρωματισμός του εἶναι τεφρὸς (στακτής). Μερικοὶ ἐλέφαντες γεννῶνται μὲ χρῶμα ἀνοικτότερον ἀπὸ τὸ συνηθισμένον. Αὐτοὶ ὀνομάζονται λευκοὶ ἐλέφαντες καὶ εἰς τὰς χώρας τῆς νοτιοανατολικῆς Ἀσίας (Ταϋλάνδην
κ.λ.π,) θεωροῦνται ὡς ἱερὰ ζῷα…

 

5. Ἡ κάμηλος

imageΠοῦ ζῇ. Δύο εἴδη καμήλων εἶναι γνωστά. Ἡ κάμηλος ἡ δρομάς, ἡ ὁποία ζῇ κυρίως εἰς τὴν Ἀφρικὴν, καὶ ἡ κάμηλος ἡ βακτριανή, ἡ ὁποία ζῇ εἰς τὴν κεντρικὴν καὶ ἀνατολικὴν Ἀσίαν.
Πατρὶς τῆς καμήλου φαίνεται ὅτι ὑπῆρξεν ἡ Ἀραβία ἢ ἡ Β. Ἀφρικὴ καὶ ἀπὸ τὰς χώρας αὐτὰς διεδόθη ὑπὸ τῶν Ἀράβων εἰς τὰς γειτονικὰς χώρας τῆς Ἀφρικῆς καὶ Ἀσίας. Ἀργότερον μετεφέρθη εἰς Εὐρώπην, Ἀμερικὴν καὶ Αὐστραλίαν. Σήμερον ἡ κάμηλος εἶναι γνωστὴ μόνον ὡς κατοικίδιον ζῷον. Εἰς ἀγρίαν κατάστασιν δὲν ἀπαντᾷ πλέον. Μόνον εἰς τὴν ἔρημον Γκόμπι τῆς κεντρικῆς Ἀσίας ὑπάρχουν ἀκόμη μερικαὶ ἀγέλαι ἀγρίων ἤ μᾶλλον ἡμιαγρίων βακτριανῶν καμήλων. Πιστεύεται ὅτι αὗται προέρχονται ἀπὸ βακτριανὰς καμὴλους, αἱ ὁποῖαι διέφυγον ἀπὸ τὸν ἄνθρωπον καὶ ἐπανῆλθον εἰς τὴν ἡμιαγρίαν κατάστασιν.

Κατασκευὴ τοῦ σώματος. Ἡ κάμηλος εἶναι ὑψηλοτέρα ἀπὸ τὸ ἄλογον Τὸ ἀνάστημά της φθάνει τὰ 2 μέτρα. Τοῦτο ὀφείλεται εἰς τὸ ὅτι οἱ πόδες της εἶναι μακρότεροι ἀπὸ τοὺς πόδας τοῦ ἵππου. Τὸ τρίχωμα τῆς δρομάδος εἶναι μὲν πυκνόν, ἀλλὰ κοντόν, μὲ χρῶμα ξανθοκίτρινον. Ὑπάρχουν ὅμως καὶ κάμηλοι μὲ τρίχωμα σκοτεινότερον ἤ καὶ μαύρου χρώματος. Τὸ τρίχωμα αὐτὸ πάντως εἶναι κοντόν. Μακρότερον δέν χρειάζεται, διότι αἱ χῶραι εἰς τὰς ὁποίας ζῇ εἶναι θερμαἱ. Πυκνότερον καὶ ἀρκετὰ μακρὸν τρίχωμα φέρει ἡ βακτριανή, διότι εἰς τὰ ὑψίπεδα τῆς κεντρικῆς Ἀσίας, ὅπου ζῇ ἐπικρατεῖ, ἰδίως κατὰ τὸν χειμῶνα, διαπεραστικὸν ψῦχος. Αἱ κάμηλοι ἔχουν εἰς τὴν ράχιν ἕν (ἡ δρομάς) ἢ δύο (ἡ βαικτριανή) ἐξογκώματα, τὰ ὁποῖα λέγονται ὗβοι (καμποῦρες). Οἱ ὗβοι αὐτοὶ σχηματίζονται κάτω ἀπὸ τὸ δέρμα τῆς ράχεως τοῦ ζῴου, ἀποτελοῦνται δὲ ἀπὸ λίπος, τὸ ὁποῖον ἐξοδεύεται διὰ τὴν συντήρησιν τῆς καμήλου κατὰ τὰς ἡμέρας ἐλλείψεως τροφῆς. Συγκεντρώνεται δὲ τὸ λίπος εἰς τὴν ράχιν καὶ ὄχι κάτω ἀπὸ τὸ δέρμα, ὅπως συμβαίνει εἰς τὰ ἄλλα ζῷα (π,χ. τὸν χοῖρον), ὥστε ἡ κάμηλος νὰ ὑποφέρῃ ὀλιγώτερον ἀπὸ τὴν ὑψηλὴν θερμοκρασίαν ποὺ έπικρατεῖ εἰς τὰς ἐρήμους καὶ τὰς στέππας τῆς Ἀσίας καὶ Ἀφρικῆς.
Ἡ κεφαλὴ τῆς καμήλου εἶναι ὅση περίπου καὶ τοῦ ἵππου, ἀλλὰ φοβερὰ ἄσχημη. Τά ὦτα μικρὰ καὶ ὄρθια. Τὰ χείλη χονδρὰ καὶ κρεμασμένα. Οἱ ὀφθαλμοὶ μεγάλοι. Ὁ λαιμός της πεπιεσμένος ἀπὸ τὰ πλάγια, εἶναι μακρὸς καὶ κυρτός. Ἠμπορεῖ νὰ κλείῃ τοὺς ρώθωνάς της μὲ μίαν μεμβρᾶναν, διὰ νὰ μὴ εἰσερχέται εἰς τοὺς ρώθωνάς της σκόνη καὶ ἄμμος, ὅταν φυσᾷ ἰσχυρὸς ἄνεμος.

 

image

 

Ὁ φοῖνιξ

imageΠοῦ ζῇ. Ὁ φοῖνιξ εἶναι ἕν ἀπὸ τὰ χρησιμώτερα δένδρα τῶν θερμῶν χωρῶν τῆς Ἀσίας καὶ τῆς Ἀφρικῆς. Εἶναι τὸ κατ’ ἐξοχὴν δένδρον τῶν ὀάσεων.
Περιγραφή. Ὁ φοῖνιξ φθάνει εἰς ὕψος 20 μέτρων καὶ πλέον. Ὁ κορμός του προχωρεῖ μονοκόμματος πρὸς τὰ ἐπάνω χωρὶς διακλαδώσεις. Διὰ τοῦτο λέγεται στύπος. Εἰς τὴν κορυφὴν τοῦ κορμοῦ ἐκφύονται τὰ
φύλλα, τὰ ὁποῖα σχηματίζουν πυκνὸν θύσανον (φούνταν), μήκους 5- 6 μέτρων.

Ὅσον φυτρώνουν νέα φύλλα εἰς τὴν κορυφήν, ἀποπίπτουν τὰ κατώτερα καὶ μένουν μόνον αἱ βάσεις των, αἱ ὁποῖαι περιβάλλουν καὶ προστατεύουν τὸν κορμόν. Αἱ ρίζαι τοῦ φοίνικος εἰσδύουν εἰς μέγα βάθος εἰς τὸ ἔδαφος, ἀφ᾽ ἑνὸς μὲν διὰ νὰ στηρίξουν τὸ φυτὸν καὶ ἀφ’ ἑτέρου διὰ νὰ εὑρίσκουν τὸ ἀπαραίτητον ὕδωρ. Διὰ τοῦτο οἱ Ἄραβες λέγουν ὁτι ὁ φοῖνιξ ἔχει τὴν ρίζαν του εἰς τὸ ὕδωρ καὶ τὴν κεφαλήν του εἰς τὸ πῦρ (ἐννοοῦντες τὴν μεγάλην θερμότητα τοῦ ἡλίου).
Τὰ φύλλα του εἶναι στενὰ καὶ μακρά, μήκους 2-3 μέτρων, ἀποτελούμενα ἀπὸ μικρότερα φύλλα κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε ὁμοιάζουν μὲ πτερόν. Ἡ κατασκευὴ αὐτὴ ἐπιτρέπει εἰς τὰ φύλλα νὰ λυγίζουν εἰς τὸ φύσημα τῶν ἰσχυρῶν ἀνέμων καὶ νὰ ἀφὴνουν τὸν ἀέρα νὰ φεύγῃ διὰ μέσου αὐτῶν, ὥστε νὰ μὴ θραύωνται.

Ἅνθη καὶ καρποί. Τὰ ἄνθη φυτρώνουν ἀνάμεσα εἰς τὰ φύλλα, πολλὰ μαζί ἀπὸ τὸν ἴδιον μίσχον. Σχηματίζουν δηλαδὴ ταξιανθίαν. Ἕχουν χρῶμα λευκὸν καὶ εὐωδιάζουν. Κάθε φοῖνιξ παράγει 2-6 ταξιανθίας. Ἐπειδὴ ὅμως ἄλλοι φοίνικες παράγουν ἄρρενα καὶ ἄλλοι θήλεα ἄνθη, διὰ νὰ «δέσουν» οἱ καρποὶ πρέπει νὰ γίνῃ ἐπικονίασις. Πρὸς τὸν σκοπὸν αὐτὸν οἱ καλλιεργηταὶ κόπτουν τὰ ἄνθη τῶν ἀρσενικῶν φοινίκων, ὅταν ὡριμάσουν, καὶ τὰ τινάσσουν ἐπάνω ἀπὸ τὰς ταξιανθίας τῶν θηλυκῶν, ὥστε ἡ γῦρις τῶν πρώτων νὰ πέσῃ ἐπάνω εἰς τὰ ἄνθη τῶν δευτέρων. Οὕτω γίνεναι ἡ ἐπικονίασις καὶ ἡ γονιμοποίησι. Ἐπειδὴ ὅμως ὁ τρόπος αὐτὸς εἶναι δύσκολος καὶ κουραστικός, οἱ καλλιεργηταὶ φροντίζουν ἀνάμεσα σὲ 30 ἕως 40 θηλυκοὺς φοίνικας νὰ φυτεύουν ἕνα ἀρσενικόν. Εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτὴν ἡ γῦρις μεταφέρεται διὰ τοῦ ἀνέμου καὶ οὕτω γίνεται ἡ ἐπικονίασις.


Τὸ ζαχαροκάλαμον

imageΠατρίς. Τὸ ζαχαροκάλαμον κατάγεται ἀπὸ τὰς Ἰνδίας, εἶναι δὲ γνωστόν ἀπὸ ἀρχαιοτάτων χρόνων. ᾽Απὁ τὰς ᾽Ινδίας ἡ καλλιέργειά του διεδόθη εἰς τὴν ὑπόλοιπον Ἀσίαν καὶ τὴν Ἀφρικἠν καὶ τέλος εἰς τὴν Ἀμερικήν, μετὰ τὴν ἀνακάλυψίν της.
Περιγραφὴ τοῦ φυτοῦ. Τὸ ζαχαροκάλαμον ὁμοιάζει κάπως μὲ τὰ καλάμια, τὰ ὁποῖα φύονται εἰς τὴν πατρίδα μας. Εἶναι φυτὸν πολυετές μὲ ὑπόγειον ρίζωμα, ὅμοιον μὲ τὸ ρίζωμα τοῦ καλάμου. Ἀπὸ τὸ ρίζωμα αὐτὸ ἐκφύονται κατ’ ἔτος ὑπέργειοι βλαστοί, οἱ ὁποῖοι φθάνουν εἰς ὕψος 3-5 μέτρων, μὲ διάμετρον 2-6 ἑκατοστῶν.

Ὁ βλαστὸς αὐτὸς κατὰ διαστήματα φέρει γόνατα, διὰ νὰ εἶναι ἀνθεκτικός. Ἐσωτερικῶς δὲν εἶναι κοῖλος (κούφιος), ἀλλὰ γεμᾶτος ἀπὸ ἐντεριώνην (ψίχαν), ὅπως περίπου ὁ βλαστὸς τοῦ καλαμποκιοῦ. Ἡ ἐντεριώνη αὐτὴ περιέχει χυμόν, ὁ ὁποῖος ἔχει γλυκεῖαν γεῦσιν. Τὰ φύλλα τοῦ ζαχαροκαλάμου φυτρώνουν ἀνὰ δύο ἀντικρυστὰ ἀπὸ κάθε γόνατον. Ἔχουν μῆκος δύο περίπου μέτρων καὶ ἡ κορυφὴ των κλίνει πρὸς τὰ κάτω. Εἰς τὴν κορυφὴν τοῦ βλαστοῦ φυτρώνουν τὰ ἄνθη, σχηματίζοντα θύσανον, ὅμοιον μὲ τὸν θύσανον τῶν ἀνθέων τοῦ ἀραβο-σίτου…


Τὸ κακαόδενδρον

imageΠατρίς. Πατρὶς τοῦ κακαοδένδρου εἶναι αἱ θερμαὶ χῶραι τῆς Κεντρικῆς Ἀμερικῆς. Οἱ Ἐρυθρόδερμοι τῆς Ἀμερικῆς ἐγνώριζον τὴν χρῆσιν τοῦ κακάου, πρὶν τὴν ἀνακαλύψῃ ὁ Χρ, Κολόμβος. Ἀπὸ τὴν Ἀμερικὴν ἡ καλλιέργειά του διεδόθη καὶ εἰς τὰς ἄλλας ἠπείρους, σήμερον δὲ τὸ μεγαλύτερον μέρος τοῦ κακάου ποὺ ἐξοδεύεται εἰς τὸν κόσμον παράγουν ἡ Γκάνα καὶ ἡ Νιγηρία, τὰ δύο νεοσύστατα κράτη τῆς δυτικῆς Ἀφρικῆς. Ἐν τούτοις τὸ ἀρίστης ποιότητος κακάον παράγεται εἰς τὴν Κόστα – Ρίκα, τὴν Νικαράγουαν καὶ τὴν Βραζιλίαν.

Περιγραφὴ τοῦ φυτοῦ. Τὸ κακαόδενδρον εἶναι φυτόν ἀειθαλες. Ὁμοιάζει κάπως πρὸς τὴν ἰδικήν μας κερασέαν. Τὸ ὕψος του φθάνει τὰ 5 – 10 μέτρα. Καλλιεργεῖται συνήθως ἀνάμεσα εἰς ἄλλα μεγαλύτερα καὶ ἰσχυρότερα δένδρα, διὰ νὰ προστατεύεται ὑπ’ αὐτῶν ἀπὸ τοὺς ἰσχυροὺς ἀνέμους καὶ τάς ἡλιακὰς ἀκτῖνας. Ἀγαπᾷ ἐδάφη εὔφορα καὶ περιοχὰς μὲ ἀρκετὴν θερμότητα καὶ ὑγρασίαν. Τὰ φύλλα τοῦ κακαοδένδρου εἶναι ἁπλᾶ. Νεαρὰ ἔχουν χρῶμα κοκκινωπόν, ἀργότερα πρασινίζουν. Εἶναι δὲ πλατέα καὶ δερματώδη, ὅπως τὰ φύλλα τῆς πορτοκαλέας ἢ τοῦ κισσοῦ. Τὸ κακαόδενδρον ἀνθεῖ καὶ καρποφορεῖ ἀπὸ τοῦ τρίτου ἔτους τῆς ἡλικἴας του. Τὰ ἄνθη του ἐκφύονται ἀπὸ τοὺς χονδροὺς κλάδους καὶ τὸν κορμόν, ἀκόμη καὶ ἀπὸ τὰς γυμνὰς ρίζας του. Ὁ καρπὸς γίνεται μεγάλος, ὅσον περίπου ἕνα κίτρον. Ἔχει μῆκος 20-30 ἐκατοστῶν καὶ περικλείει 25-35 σπέρματα, τὰ ὁποῖα περιβάλλονται ἀπὸ μίαν σαρκώδη οὐσίαν. Τὰ σπέρματα εἶναι μεγάλα ὅσον τὰ κουκκιά, ἔχουν χρῶμα σκοῦρον καστανὸν καὶ γεῦσιν πικρὰν καὶ στυφήν…

Ἡ βανανέα

image
Πατρίς. Ἡ βανανέα κατάγεται ἀπὸ τὰς θερμὰς χώρας τῆς νοτίου Ἀσίας, ὅπου καλλιεργεῖται ἀπὸ ἀρχαιοτάτων χρόνων. Ἀπὸ ἐκεῖ μετεφέρθη καὶ εἰς τὰς ἄλλας τροπικὰς χώρας, ὥστε σήμερον καλλιεργεῖται καὶ εἰς τὴν Ἀφρικὴν καὶ εἰς τὴν Ἀμερικήν. Βανανέαι καλλιεργοῦνται καὶ εἰς τὴν πατρίδα μας, εἰς τὴν Μεσσηνίαν καὶ τὴν Κρήτην, ὅπου εὐδοκιμοῦν ἀρκετά. Οἱ καρποί των ὡριμάζουν, ἀλλά τὸ μέγεθός των καὶ τὸ ἄρωμά των δὲν εἶναι ὅπως ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι προέρχονται ἀπὸ τὰς θερμὰς χώρας.

Τὸ φυτόν. Ἡ βανανέα, ἂν καὶ φθάνει εἰς ὕψος 3-9 μέτρων, δὲν εἶναι δένδρον, ἀλλὰ μία «πόα» γιγάντειος. Οἱ μίσχοι τῶν φύλλων ἐκφύονται ἀπ’ εὐθείας ἀπὸ τὸ ρίζωμα, οὶ δὲ «κολεοὶ» περιβάλλουν ὁ εἶς τὸν ἄλλον κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε δίδουν τὴν ἐντύπωσιν κορμοῦ. Τὰ νεώτερα φύλλα ἀναπτύσσονται μέσα ἀπὸ τὸν σωλῆνα, τὸν ὁποῖον σχηματίζουν οἱ μίσχοι τῶν παλαιοτέρων φύλλων. Τὰ φύλλα αὐτὰ εἶναι τεράστια καὶ πλατέα, διὰ νὰ μὴ θραύωνται δὲ ἀπὸ τὸν ἄνεμον εἶναι σχισμένα καθέτως πρὸς τὸν ἄξονά των. Εἰς τὴν κορφὴν τοῦ «κορμοῦ» αὐτοῦ προβάλλουν τὰ ἄνθη, τὰ ὁποῖα σχηματίζουν «ταξιανθίαν», ὁμοίαν μὲ βότρυν σταφυλῆς ἤ μὲ τεράστιον στάχυν σίτου μέ μακρὸν μίσχον. Ὅταν τὰ ἄνθη θὰ γίνουν καρποί, ὁ μίσχος ἀρχίζει νὰ λυγίζῃ σιγά – σιγὰ πρὸς τὰ κάτω ἀπὸ τὸ βάρος των. Κάθε ταξιανθία ἠμπορεῖ νὰ δώσῃ ἀπὸ 100 μέχρι 400 βανανῶν, βάρους 25-40 κιλῶν.

 

ΖΩΑ ΚΑΙ ΦΥΤΑ ΤΩΝ ΕΥΚΡΑΤΩΝ ΧΩΡΩΝ

Γενικὴ εἰκὼν τῶν εὐκράτων χωρῶν

1. Βορείως καὶ νοτίως τῆς διακεκαυμένης ζώνης εὑρίσκονται αἱ δύο εὔκρατοι ζῶναι, βόρειος καὶ νότιος. Εἰς τὰς χώρας τῶν ζωνῶν αὐτῶν αἱ τέσσαρες ἐποχαὶ τοῦ ἔτους διαδέχονται ἡ μία τὴν ἄλλην κανονικῶς. Ἡ θερμοκρασία διατηρεῖται γενικῶς εἰς ἐπίπεδα
εὐχάριστα. Τὸ θέρος εἶναι μᾶλλον θερμόν, ὁ χειμὼν εἶναι ψυχρός, ἀλλ’ ὄχι δριμύς.
2. Τὸ κλῖμα τῶν εὐκράτων χωρῶν εἶναι ὑγιεινόν. Ἐπηρεάζεται ὅμως σημαντικῶς ἀπὸ τὴν ἀπόστασιν ἀπὸ τὴν θάλασσαν. Διακρίνομεν τριῶν εἰδῶν κλίματα: α) τὸ μεσογειακόν, τὸ ὁποῖον ἐπικρατεῖ εἰς τὰς περὶ τὴν Μεσόγειον χώρας, β) τὸ ἠπειρωτικὸν (θερμὸν θέρος,
ψυχρὸς χειμών) καὶ γ) τὸ ὠκεάνειον (δροσερὸν θέρος, ἤπιος χειμών). Βροχεραὶ ἐποχαὶ εἶναι τὸ φθινόπωρον καὶ ὁ χειμών.
3. Φυτὰ καὶ ζῷα. Εἰς τὰς εὐκράτους χώρας ἡ βλάστησις εἶναι πλουσία κατὰ τὴν ἄνοιξιν καὶ τὸ θέρος, διότι ἡ θερμοκρασία εἶναι κατάλληλος. Τὸν χειμῶνα πολλὰ δένδρα φυλλορροοῦν (φυλλοβόλα) καὶ τὰ περισσότερα χόρτα ξηραίνονται. Δάση ἀρκετὰ ὑπάρχουν εἰς τὰς εὐκράτους χώρας ἀποτελούμενα ἀπὸ πεῦκα, ἔλατα, δρῦς, ὀξύας καὶ ἄλλα δένδρα. Παρθένα δάση δὲν ὑπάρχουν. Ἀπὸ τὰ ἄγρια ζῷα τὰ πλέον συνήθη εἶναι ὁ λύκος, ἡ ἀλώπηξ, ἡ ἔλαφος καὶ ἄλλα μικρότερα. Τέλος οἱ κάτοικοι τῶν εὐκράτων χωρῶν εἶναι περισσότερον ἐνεργητικοὶ καὶ πολιτισμένοι ἀπὸ τοὺς κατοίκους τῶν θερμῶν χωρῶν.

imageὉ λὺγξ (ρῆσος ἤ τσαγκανόλυκος)

Ποῦ ζῇ. Ὁ λὺγξ ζῇ εἰς τὰ πυκνὰ δάση τῆς κεντρικῆς καὶ βορείου Εὐρώπης, εἰς τὰ ὁποῖα εἶναι δυνατὸν νὰ εὑρίσκῃ ἀσφαλὲς καταφύγιον. Εἰς τὴν πατρίδα μας συναντᾶται ἀκόμη εἰς μερικὰ ὄρη (Πάρνωνα, Ὄλυμπον), ἀλλὰ σιγά – σιγά ἐξαφανίζεται, διότι παντοῦ καταδιώκεται μὲ ἐπιμονὴν ἀπὸ τὸν ἄνθρωπον, διὰ τὰς μεγάλας καταστροφάς, τὰς ὁποίας προκαλεῖ τόσον εἰς τὰ ἄγρια ὁσον καὶ εἰς τὰ ἥμερα ζῷα.

Κατασκευὴ τοῦ σώματος. Ὁ λὺγξ ὁμοιάζει πάρα πολὺ μὲ μεγάλον ἀγριόγατον, ὡς πρὸς τὴν κατασκευὴν τοῦ σώματος καὶ τὴν ὅλην ἐμφάνισιν. Εἶναι ὅμως πολὺ μεγαλύτερος. Τὸ ὕψος του φθάνει τὰ 60 ἐκατοστὰ τοῦ μέτρου καὶ τὸ μῆκός του τὸ ἕν μέτρον. Οἱ πόδες του ἐπίσης εἶναι ὑψηλότεροι καὶ ὡπλισμένοι μὲ γαμψοὺς ὄνυχας. Ὁ λὺγξ διακρίνεται εὔκολα ἀπὸ τὸν ἀγριόγατον, διότι ἡ οὐρά του εἶναι πολὺ μικροτέρα, τὰ δὲ ὄρθια ὦτά του φέρουν ἕκαστον εἰς τὸ ἄκρον ἕνα θύσανον ὀρθίων τριχῶν. Ὁμοίως, εἰς τὰ πλάγια τοῦ προσώπου του πρὸς τὸν λαιμὸν κρέμονται πυκναὶ τρίχες ὡς γενειάς. Τὸ χρῶμά του εἶναι ξανθοκόκκινον, μὲ σκοτεινὰς κηλῖδας καστανοῦ χρώματος.


Ἡ βαμβοῦσα (ἰνδικὸ καλάμι)

imageΠατρὶς τοῦ φυτοῦ. Ἡ βαμβοῦσα κατάγεται ἀπὸ τὰς θερμὰς χώρας τῆς Ἀσίας, τὴν Ἰνδίαν καὶ τὴν Κίναν. Ἐν τούτοις τὸ φυτὸν τοῦτο εἶναι γνωστὸν ἀπὸ τῶν ἀρχαιοτάτων χρόνων εἰς τὴν πατρίδα μας, ὅπου φυτεύεται πλησίον δεξαμενῶν ἤ ρυακίων ὡς φυτὸν καλλωπισμοῦ. Καὶ τοῦτο, διότι ἠμπορεῖ νὰ ζήσῃ καὶ εἰς τὰς εὐκράτους χώρας καὶ μάλιστα τὰς περισσότερον θερμάς. Ὑπάρχουν ὅμως καὶ ὡρισμένα εἴδη, τὰ ὁποῖα καλλιεργοῦνται εἰς περισσότερον ψυχρὰς χώρας, διότι ἀντέχουν εἰς τὸ ψῦχος.

Περιγραφὴ τοῦ φυτοῦ. Ἡ βαμβοῦσα ἐκ πρώτης ὄψεως ὁμοιάζει μὲ τὸν γνωστόν μας κάλαμον, τὸ καλάμι. Τὰ εἴδη τὰ ὁποῖα ἠμποροῦν νὰ ζήσουν καὶ εἰς τὴν πατρίδα μας φθάνουν εἰς ὕψος 5-8 μέτρων. Εἰς τὰς θερμὰς χώρας τὸ ὕψος των ἠμπορεῖ νὰ φθάσῃ μέχρι 40 μέτρων. Οἱ ὑπέργειοι βλαστοὶ τοῦ φυτοῦ ἀναπτύσσονται ἀπὸ ἕνα ὑπόγειον ρίζωμα, ὅμοιον μὲ τὸ ρίζωμα τοῦ καλάμου. Τὸ ρίζωμα αὐτὸ κατὰ διαστήματα φέρει
τριχοειδεῖς ρίζας, αἱ ὁποῖαι χρησιμεύουν διὰ νὰ στερεώνουν τὸ φυτὸν εἰς τὸ ἔδαφος καὶ νὰ παίρνουν ἐξ αὐτοῦ τὰς θρεπτικὰς οὐσίας ποὺ χρειάζεται.

ΖΩΑ ΚΑΙ ΦΥΤΑ ΤΩΝ ΨΥΧΡΩΝ ΧΩΡΩΝ

Γενικὴ εἰκὼν τῶν ψυχρῶν χωρῶν

Ψυχραὶ χῶραι λέγονται ἐκεῖναι αἱ ὁποῖαι εὑρίσκονται εἰς τὰς κατεψυγμένας ἤ πολικὰς ζώνας, δηλ. πέραν ἀπὸ τὸν βόρειον καὶ τὸν νότιον πολικὸν κύκλον. Εἰς τὰς χώρας αὐτὰς αἱ θερμοκρασίαι εἶναι πάντοτε χαμηλαί, ἀκόμη καὶ κατὰ τὸ θέρος. Διὰ τοῦτο τὸ ἔδαφος εἶναι πάντοτε σκεπασμένον ἀπὸ χιόνας καὶ πάγους. Οἱ πάγοι κατὰ τὸ θέρος κατρακυλοῦν ἀπὸ τὴν ξηρὰν πρὸς τὴν θάλασσαν καὶ σχηματίζουν τὰ παγόβουνα, πολὺ ἐπικίνδυνα διὰ τὴν ναυσιπλοΐαν. Εἰς μερικὰς περιοχὰς αἱ χιόνες καὶ οἱ πάγοι τήκονται κατὰ τὸ θέρος καὶ σχηματίζουν βάλτους, ὅπου φύονται βρύα καὶ λειχῆνες (τοῦνδραι).
Φυτὰ καὶ ζῷα ἐλάχιστα ὑπάρχουν εἰς τὰς ψυχρὰς χώρας. Ἐλάχιστοι  ἄνθρωποι κατοικοῦν εἰς αὐτάς, Ἐσκιμῶοι καὶ Λάπωνες, οἱ ὁποῖοι ζοῦν ὡς κυνηγοὶ πολικῶν ζῴων ἢ ποιμένες ταράνδων.

Ὁ τάρανδος
image
Ποῦ ζῇ. Ὁ τάρανδος ζῇ κατὰ μεγάλας ἀγέλας εἰς τὰς ψυχρὰς χώρας τῆς Εὐρώπης, τῆς Ἀσίας καὶ τῆς Βορείου Ἀμερικῆς. Οἱ ἐξημερωμένοι τάρανδοι ζοῦν ὡς κατοικίδια ζῷα πλησίον τῶν ἀνθρώπων, εἰς τοὺς ὁποίους προσφέρουν τὰς αὐτὰς καὶ ἀκόμη μεγαλυτέρας ὠφελείας, ἀπὸ ὅσας προσφέρουν εἰς ἡμᾶς οἱ βόες καὶ αἱ ἀγελάδες. Ὑπάρχουν ὅμως καὶ εἰς ἀγρίαν κατάστασιν. Οἱ ἄγριοι τάρανδοι μεταναστεύουν διαρκῶς ἀπὸ τόπου εἰς τόπον, διότι τὸ χόρτον εἶναι ὀλίγον εἰς τὰ μέρη ἐκεῖνα.

Κατασκευὴ τοῦ σώματος. ‘Ο τάρανδος ὁμοιάζει πρὸς μεγαλόσωμον ἔλαφον. Τὸ μῆκός του φθάνει τὰ 2 μ, καὶ τὸ ὕψος του τὸ 1,40 μ. Τὸ σῶμά του καλύπτεται ἀπὸ πυκνὸν καστανόχρουν τρίχωμα. Κατὰ  θέρος τὸ τρίχωμα πίπτει καὶ αἱ νέαι τρίχες εἶναι εἰς τὸ άκρον των λευκαί. Οὕτως ὁλίγον κατ’ ὁλίγον τὸ ζῷον γίνεται λευκωπόν, μὲ χρῶμα ὅπως τῆς ἀκαθάρτου χιόνος. Κάτω ἀπὸ τὸ δέρμα συσσωρεύεται παχὺ στρῶμα λίπους, τὸ ὁποῖον τὸν βοηθεῖ νὰ μὴ ὑποφέρῃ ὑπερβολικὰ ἀπὸ τὸ ψῦχος καὶ νὰ ἠμπορῇ νὰ συντηρῆται, ὅταν δὲν εὑρίσκῃ τροφήν.


ΖΩΑ ΤΗΣ ΘΑΛΑΣΣΗΣ ΜΗ ΣΥΝΗΘΗ ΕΝ ΕΛΛΑΔΙ

Γενικὴ εἰκὼν τῆς θαλάσσῆς

Ἡ θάλασσα, ὡς γνωστόν, καταλαμβάνει τὰ 3/4 περίπου τῆς ἐπιφανείας τῆς γῆς. Τὸ ὕδωρ αὐτῆς εἶναι ἁλμυρόν, διότι περιέχει ἐν διαλύσει χλωριοῦχον νάτριον (ἁλάτι). Πλὴν ὅμως τοῦ ἅλατος, ἐντὸς τοῦ θαλασσίου ὕδατος ὑπάρχουν διαλελυμένα καὶ ἄλλα στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα ὁ ἄνθρωπος ἐξάγει μὲ διαφόρους μεθόδους καὶ τὰ χρησιμοποιεῖ εἰς διαφόρους ἀνάγκας του. Μέσα εἰς τὰς θαλάσσας ζοῦν χιλιάδες φυτῶν καὶ ζῴων, ἀπὸ τὰ ὁποῖα γνωστότερα εἶναι τὰ φύκη (φυτὰ) καὶ οἱ ἰχθύες (ζῷα). Μεταξὺ τούτων περιλαμβάνονται καὶ μικροσκοπικὰ φυτὰ καὶ ζῷα, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦν τὸ λεγόμενον πλαγκτόν. Καὶ τὰ μὲν φυτὰ λέγονται φυτοπλαγκτόν, τὰ δὲ ζῷα, ζωοπλαγκτόν. Οἱ μικροσκοπικοὶ αὐτοὶ ὀργανισμοὶ ἔχουν μεγάλην σημασίαν, διότι ἀποτελοῦν τὴν βάσιν τῆς τροφῆς καὶ συντηρήσεως ὅλων τῶν θαλασσίων ζῴων. Μερικὰ ἐκ τῶν ζῴων τούτων, τὰ ὁποῖα δὲν ὑπάρχουν εἰς τὴν ἰδικήν, μας θάλασσαν, θὰ ἐξετάσωμεν τώρα.

Ὁ γάδος ἢ ὀνίσκος (βακαλάος)
image
Ποῦ ζῇ. Ὁ γάδος ἢ ὀνίσκος, ὁ κοινὸς μπακαλιάρος, εἶναι ἰχθὺς τοῦ βορείου Ἀτλαντικοῦ καὶ τοῦ βορείου Εἰρηνικοῦ. Ἰδιαιτέρως εὑρίσκεται πλησίον τῆς Νορβηγίας καὶ τῆς Νέας Γῆς τοῦ Καναδᾶ. Ζῇ εἰς πολὺ μεγάλα σμήνη, ἀποτελούμενα ἀπὸ ἐκατομμύρια ἀτόμων
καὶ εἰς ἀρκετὸν βάθος. Βακαλάοι ὑπάρχουν καὶ εἰς τὴν Μεσόγειον, ἀλλὰ εἶναι μικρότεροι.

Τὸ σῶμά του. Τὸ μῆκος τοῦ σώματός του φθάνει μέχρις 1,50 μ. καὶ τὸ βάρος του μέχρι 50 κιλῶν. Τὸ σῶμα καλύπτεται ὑπὸ λεπίων. Τὸ χρῶμά του εἶναι εἰς τὴν ράχιν σκοτεινὸν νεφροκαστανόχρουν, εἰς τὰ πλάγια φαιοπράσινον μὲ κηλῖδας καὶ εἰς τὴν κοιλίαν του τεφρόχρουν ἀνοικτόν. Οὕτω δυσκόλως διακρίνεται ἐντὸς τῶν ὑδάτων. Ἡ κεφαλὴ του εἶναι μεγάλη. Ἐπίσης τὸ στόμα του, τὸ ὁποῖον φέρει αἰχμηροὺς ὀδόντας. Οἱ ὀφθαλμοί του εἶναι μεγάλοι καὶ ἡ ὅρασίς του πολὺ καλή. Ἐπὶ τῆς ράχεως, εἰς τὰ πλάγια καὶ εἰς τὴν κοιλίαν του φέρει πτερύγια, τὰ ὁποῖα τὸν βοηθοῦν εἰς τὴν κολύμβησιν. Εὶς πτερύγιον ἀπολήγει ἐπίσης ἡ οὐρά του. Διὰ νὰ ἀνέρχεται καὶ νὰ κατέρχεται μὲ εὐκολίαν ἀπὸ τὴν ἐπιφάνειαν εἰς βαθέα ὕδατα, φέρει εἰς τὴν κοιλίαν του ἰδιαίτερον μικρὸν ἀσκὸν (φούσκα), ὁ ὁποῖος λέγεται νηκτικὴ κύστις. Ὁταν ἡ νηκτκὴ κύστις γεμίσῃ μὲ ἀέρα, ὁ γάδος γίνεται ἐλαφρότερος καὶ ἀνέρχεται εὐκόλως πρὸς τὴν ἐπιφάνειαν. Ὁταν τὴν κενώσῃ δύναται νὰ κατέλθῃ μέχρις βάθους 100 ἡ καὶ περισσοτέρων μέτρων.

 

imageΤΑ ΦΥΤΑ ΚΑΙ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ

Ἡ καλλιέργεια τῶν φυτῶν
Ἡ σημασία τῶν φυτῶν διὰ τὸν ἄνθρωπον Τὰ φυτὰ εἶναι ἀπαραίτητα τόσον διὰ τὰ ζῷα ὅσον καὶ διὰ τὸν ἄνθρωπον. Διότι τὸ μεγαλύτερον μέρος τῶν τροφῶν, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἀναγκαῖαι διὰ τὴν συντήρησίν των, προέρχονται ἀπὸ τὰ φυτὰ (ἄρτος, ζάχαρις, ἔλαια κ.λ.π.). Διὰ τοῦτο ἀπὸ τὴν ἐποχήν, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ ἄνθρωπος ἦτο ἀκόμη πρωτόγονος, ἀπολίτιστος, ἐσκέφθη νὰ εὕρῃ τρόπους διὰ τῶν ὁποίων θὰ ἐλάμβανεν ἀπὸ τὰ φυτὰ προϊόντα ἀφθονώτερα καὶ καλύτερα. Οὕτω, ἐπινόησε μίαν ἀπὸ τὰς πρώτας τέχνας, τὴν καλλιέργειαν τοῦ ἐδάφους. Οἱ δὲ τρόποι καὶ μέθοδοι τῆς κὰλλιεργείας αὐτοῦ ἀπετέλεσαν τὴν γεωργίαν.

Τὰ σύγχρονα μηχανικά μέσα καλλιεργείας.
Εἰς παλαιοτέρας ἐποχάς τὸ μεγαλύτερον μέρος τοῦ πληθυσμοῦ οἱασδήποτε χώρας ἠσχολεῖτο εἰς τὴν γεωργίαν. Ἑπομένως ἦτο εὔκολον νὰ εὑρεθοῦν οἱ ἀπαραίτητοι ἐργάται διὰ τὴν καλλιέργειαν τῆς γῆς καὶ τὴν παραγωγὴν τῶν προϊόντων, ποὺ ἐχρειάζοντο διὰ τὴν διατροφὴν τοῦ πληθυσμοῦ. Ἄλλωστε εἰς τὰς γεωργικὰς ἐργασίας του ὁ ἄνθρωπος ἐχρησιμοποίει καὶ τὰ ζῷα (βόας, ἵππους), τῶν ὁποίων ἡ βοήθεια ἦτο σημαντική. Διὰ τῶν ζῴων ὤργωνε τοὺς ἀγρούς του, ἡλώνιζε τὰ σιτηρά νου, ἤντλει ὕδωρ ἀπὸ τὰ φρέατα κ.ο.κ
imageἈπὸ τὴν ἐποχὴν ὅμως, ποὺ ἤρχισαν νὰ ἀνάπτυσσωνται αἱ μεγάλαι βιομηχανίαι καὶ νὰ δημιουργοῦνται αἱ μεγάλαι πόλεις μὲ τὰς χιλιάδας καὶ τὰ έκατομμύρια τῶν κατοίκων των, οἱ ἀσχολούμενοι εἰς τὴν γεωργίαν ὠλιγόστευον διαρκως. Συγχρόνως ὅμως, λόγῳ τῆς αὐξήσεως τοῦ πληθυσμοῦ, ἐχρειάζοντο περισσότερα γεωργικὰ προϊόντα διὰ τὴν διατροφήν του.

Ἔπρεπε λοιπὸν νὰ καλλιεργηθοῦν μεγαλύτεραι ἐκτάσεις γῆς καὶ νὰ παραχθοῦν μεγαλύτεραι ποσότητες γεωργικῶν προϊόντων. Διὰ νὰ ἐπιτύχῃ τοῦτο ὁ ἄνθρωπος ἤρχισε νὰ χρησιμοποιῇ διὰ τὴν καλλιέργειαν τοῦ ἐδάφους τὰς μηχανάς. Μεταξὺ τῶν πρώτων γεωργικῶν μηχανῶν κατεσκευάσθησαν τὰ σιδηρᾶ ἄροτρα, τὰ ὁποῖα μὲ τὸν καιρὸν ἐτελειοποιήθησαν καὶ σήμερον σύρονται ἀπὸ ἰσχυροτάτας μηχανάς, τοὺς ἑλκυστῆρας (τρακτέρ), διὰ τῶν ὁποῖων ἐντὸς μιᾶς ἡμέρας εἶναι δυνατὸν νὰ ὀργωθῇ ἐκτασις, διὰ τὴν,ὁποίαν θά ἔπρεπε παλαιότερον νὰ ἐργασθῇ ὁ γεωργὸς μὲ τοὺς βόας του ἐπὶ πολλὰς ἑβδομάδας, ἴσως καὶ μῆνας.

Τὰ ὀπωροφόρα δένδρα

Ὀπωροφόρα δένδρα λέγονται ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα καλλιεργεῖ ὁ ἄνθρωπος, διὰ νὰ χρησιμοποιήσῃ τοὺς καρπούς των ὡς τροφήν.
Χρησιμότης. Τὰ δένδρα ταῦτα παρέχουν εἰς τὸν ἄνθρωπον ὅλας τὰς ὠφελείας, τὰς ὁποίας παρέχουν τὰ δένδρα, καὶ πέραν αὐτῶν καὶ τοὺς καρπούς των. Οἱ καρποί, ἐκτὸς τοῦ ὅτι ἀποτελοῦν θρεπτικὴν καὶ ὑγιεινὴν τροφήν, ἀποτελοῦν καὶ τὴν πρώτην ὕλην διὰ μερικὰς βιομηχανίας (ποτοποιΐα, ζαχαροπλαστικὴ κ.λ.π.).
Ἡ καλλιέργεια καἰ ὁ ἐξευγενισμὸς τῶν ὀπωροφόρων δένδρων.
Οἱ πρῶτοι ἄνθρωποι ἐχρησιμοποίουν τοὺς καρποὺς τῶν ἀγρίων ὀπωροφόρων δένδρων, τὰ ὁποῖα ἐφύοντο μόνα των. Ὁ ἄνθρωπος ὅμως προσεπάθησε νὰ εὕρῃ τρόπους καὶ μεθόδους καλλιεργείας τῶν ὀπωροφὁρων δένδρων, ὥστε οἱ καρποί των νὰ εἶναι μεγαλύτεροι, νοστιμώτεροι καὶ ἀφθονώτεροι. Μία ἀπὸ τὰς μεθόδους αὐτὰς εἶναι καὶ ὁ ἐξευγενισμὸς τῶν ὀπωροφόρων δένδρων.

Ὁ ἑξευγενισμὸς ἐπιτυγχάνεται διὰ τοῦ ἐμβολιασμοῦ. Γίνεται δὲ ὁ ἐμβολιασμὸς κατὰ δύο τρόπους : Μὲ τὸν ἐνοφθαλμισμὸν καὶ μὲ τὸν ἐγκεντρισμόν.
imageα) Ὁ ἐνοφθαλμισμὸς (μπόλιασμα μὲ τὸ μάτι). Ὁ ἐμβολιασμὸς αὐτὸς γίνεται ὡς ἑξῆς: Μὲ κοπτερὸν μαχαιρίδιον χαράσσομεν εἰς σχῆμα Τ ἤ + τὸν φλοιὸν τοῦ δένδρου, τὸ ὁποῖον θέλομεν νὰ ἐμβολιάσωμεν. Ἀποκολλῶμεν τὸν φλοιὸν ἀπὸ τὸ ξύλον καὶ τὸν ἀνασηκώνομεν ἐλαφρῶς, ὥστε νὰ μὴ σπάσῃ. Εἰς τὸν κλάδον ἄλλου δένδρου, τὸ ὁποῖον παράγει καλῆς ποιότητος καρπούς, χαράσσομεν τὸν φλοιὸν γύρω ἀπὸ ἕνα ὀφθαλμὸν καὶ ἀποκολλῶμεν μαζὶ φλοιὸν καὶ ὀφθαλμόν. Ταῦτα τοποθετοῦμεν εἰς τὴν τομήν, τὴν ὁποίαν ἔχομεν κάμει εἰς τὸ πρῶτον δένδρον. Τὰ πιέζομεν διὰ νὰ ἐνσφηνωθοῦν μέσα εἰς τὴν σχισμὴν καὶ περιδένομεν τὸν βλαστὸν μὲ νῆμα μάλλινον. Ἄν τὸ ἐμβόλιον «πιάσῃ», ἐντὸς 2-3 ἑβδομάδων ὁ ἐμβολιασμένος ὀφθαλμὸς θὰ ἀρχίσῃ νὰ ἀνᾳπτύσσεται.Τότε ἀποκόπτομεν τοὺς ὑπολοίπους κλάδους τοῦ φυτοῦ, διὰ νὰ ἀναπτυχθῇ, καλύτερον τὸ έμβόλιον.
image
β) Ὁ ἐγκεντρισμὸς (μπόλιασμα μὲ τὸ καλέμι). Κόπτομεν ἕνα κλάδον τοῦ φυτοῦ, τὸ ὁποῖον θέλομεν νὰ ἐμβολιάσωμεν. Κατόπιν κάμνομεν μίαν ἤ δύο σχισμὰς εἰς τὸ σημεῖον τῆς τομῆς. Ἔπειτα παίρνομεν ἀπὸ τὸ κατάλληλον δένδρον ἕνα μονοετῆ βλαστόν, μὴκους 10-15 ἐκατοστῶν μὲ δύο – τρεῖς ὀφθαλμούς, τὸν λεπτύνομεν εἰς τὸ κάτω ἄκρον του καὶ τὸν τοποθετοῦμεν ὡς σφῆνα εἰς την σχισμήν, την ὁποίαν ἔχομεν ἀνοίξει. Προσέχομεν ὥστε ὁ φλοιὸς τοῦ ἐμβολίου νὰ ἔλθῃ εἰς ἐπαφὴν μὲ τὸν φλοιὸν τοῦ ἐμβολιαζομένου φυτοῦ.

Ἡ ἄμπελος

Ἡ ἄμπελος εἶναι γνωστὴ ἀπὸ ἀρχαιοτάτων χρόνων. Κατὰ τὴν μυθολογίαν, τὴν καλλιέργειαν τῆς ἀμπέλον καὶ τήν οἰνοποιίαν ἐδίδαξεν εἰς τοὺς Ἕλληνας ὁ θεὸς Διόνυσος.  Πατρὶς τοῦ φυτοῦ τούτου φαίνεναι ὅτι ὑπῆρξεν ἡ Μ. Ἀσία καὶ ἐκεῖθεν εἰσὴχθη ἡ καλλιέργειά του εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ τὴν λοιπὴν Εὐρώπην. Σήμερον καλλιεργοῦνται εἰς ὅλον τὸν κόσμον πολλαὶ ποικιλίαι τῆς ἀμπέλου μὲ διαφόρους ὁνομασίας, ἀλλ’ ὅλαι ἀνήκουν εἰς τὸ ἴδιον εἶδος.

Ἡ καλλιέργεια τῆς ἀμπέλου, ἡ ἀμπελουργία, εἶναι κλάδος τῆς γεωργίας, ὁ ὁποῖος ἀσχολεῖται εἰδικῶς μὲ τὸ φυτὸν τοῦτο. Ἡ καλλιέργεια τῆς ἀμπέλου εἶναι ἀρκετὰ δύσκολος. Δι’ αὐτὸ ὁ ἀμπελουργὸς πρέπει νὰ ἔχῃ μεγάλην πεῖραν. Αἱ ἀμπελουργικαὶ ἐργασίαι διαρκοῦν σχεδὸν καθ’ ὅλην τὴν διάρκειαν τοῦ ἔτους, πρᾶγμα ποὺ δὲν συμβαίνει μὲ κανὲν ἄλλο φυτόν. Κατὰ τὸ φθινόπωρον γίνεται ἡ κάθαρσις ἢ κάθαρος, ὁπότε τὸ φυτὸν τῆς ἀμπέλου καθαρίζεται ἀπὸ τοὺς περιττοὺς κλάδους, οἱ ὁποῖοι ἀποκόπτονται σχεδὸν μέχρι τῆς ρίζης. Μὲ τὰς πρώτας βροχὰς τοῦ φθινοπώρου γίνεναι τὸ ξελάκκωμα ἢ ξελάκκισμα. Γύρω ἀπὸ τὴν ρίζαν ἑκάστου φυτοῦ ἀνοίγεται λάκκος, διὰ νὰ ἀπορροφήσῃ τὸ ἔδαφος ὅσον τὸ δυνατὸν περισσότερον ὕδωρ, ὥστε κατὰ τὸ θέρος νὰ ἔχῃ τὴν ἀπαραίτητον ὑγρασίαν. Ἀκολουθεῖ κατὰ Δεκέμβριον-Ἰανουάριον τὸ κλάδευμα. Κατ᾽ αὐτὸ κόπτονται οἱ βλαστοί καὶ ἀφήνονται εἰς κάθε φυτὸν τρεῖς τέσσαρες κλάδοι μὲ δύο ἢ τρεῖς ὀφθαλμοὺς ὁ καθείς, ἐκ τῶν ὁποίων θὰ ἀναπτυχθοῦν νέοι βλαστοί. Ὅταν θὰ ἀναπτυχθοῦν οἱ βλαστοί,
εἰς κατάλληλον ἐποχὴν γίνεται τὸ βλαστολόγημα. Κατ’ αὐτὸ άφαιροῦνται οἱ περιττοὶ βλαστοί, διὰ νὰ δυναμώσουν περισσότερον οἱ καρποί.

Διὰ τὸν ἴδιον σκοπὸν γίνεται καὶ τὸ κορυφολόγημα. Ἀποκόπτονται δηλ. αἱ κορυφαὶ τῶν βλαστῶν διὰ νὰ σταματήσῃ ἡ ἀνάπτυξις εἰς μῆκος, οἱ δὲ χυμοὶ νὰ χρησιμοποιηθοῦν διὰ τὴν ἀνάπτυξιν τῶν καρπῶν. Συχνὰ ἐπίσης εἶναι τὰ ραντίσματα διὰ διαφόρων φυτοφαρμάκων καὶ τὰ θειαφίσματα, διὰ τῶν ὁποίων καταπολεμοῦνται διάφοροι ἀσθένειαι ἢ ἐπιβλαβῆ ἔντομα, τὰ ὁποῖα δυνατὸν νὰ καταστρέψουν τὴν παραγωγήν. Μετὰ τὴν ὡρίμασιν τῶν σταφυλῶν γίνεται ὁ τρυγητός. Αἱ  σταφυλαί, αἱ ὁποῖαι προορίζονται διὰ νὰ γίνουν σταφίς, ὑποβάλλονται εἰς εἰδικὴν κατεργασίαν ἀποξηράνσεως καὶ ἀποθηκεύσεως. Ἐκεῖναι αἱ ὁποῖαι προορίζονται διὰ τὴν οἰνοποιΐαν, ἐκθλίβονται, ὁ χυμός, τὸ γλεῦκος, τοποθετεῖται εἰς ξύλινα βυτία ἤ πηλίνους πίθους καὶ μετὰ τὴν ζύμωσιν μεταβάλλεται εἰς οἶνον.

Ἡ ἄμπελος ἐν Ἑλλάδι. Ἡ ἄμπελος καλλιεργεῖται εἰς μεγάλην ἐκτασιν εἰς τὴν πατρίδα μας, τὰ δὲ προϊόντα τῆς ἀμπέλου ἔχουν μεγάλην σημασίαν διὰ τὴν ἐθνικήν μας οἰκονομίαν. Ἡ
καλλιεργουμένη ἔκτασις ὑπολογίζεται εἰς 2.300.000 στρέμματα, τὰ δὲ κύρια προϊόντα τῆς ἀμπέλου εἶναι οἶνος, σταφὶς καὶ ἐπιτραπέζιοι σταφυλαί. Αἱ ποικιλίαι τῆς ἀμπέλου, αἱ ὁποῖαι καλλιεργοῦνται εἰς τὴν πατρίδα μας, εἶναι πολλαί. Διὰ τοῦτο πολλαὶ εἶναι καὶ αἱ ποικιλίαι
τῶν σταφυλῶν καὶ τὰ παραγόμενα εἴδη οἴνων. Οὕτω ἔχομεν οἴνους λευκοὺς, ἐρυθροὺς ἢ μαύρους, ἀναλόγως μὲ τὸ χρῶμα, ἢ μοσχάτους, ἀναλόγως μὲ τὸ ἄρωμα, ἀναλόγως μὲ τὴν γεῦσιν κ.λ.π. Ἰδιαίτερον εἶδος ἀποτελεῖ ὁ ρητινίτης οἶνος (ἡ ρετσίνα) ὄχι διότι προέρχεται ἀπὸ ἰδιαίτερον εἶδος σταφυλῆς, ἀλλὰ διότι κατὰ τὴν ζύμωσιν προστίθεται εἰς τὰ δοχεῖα τοῦ γλεύκους ρητίνη πεύκων. Σημαντικαὶ ποσότητες ἐκλεκτῶν οἴνων ἐξάγονται εἰς τὸ ἐξωτερικόν.

Ἰδιαιτέραν ποικιλίαν τῆς ἀμπέλου ἀποτελεῖ ἡ σταφιδάμπελος, ἡ ὁποία καλλιεργεῖται κυρίως διὰ τὴν παραγωγὴν σταφίδος. Αἱ σταφυλαὶ αὐτῆς εἶναι ἀγίγαρτοι (δὲν ἔχουν γίγαρτα – κουκούτσια). Ἡ σταφὶς εἶναι δύο εἰδῶν: ἡ μαύρη καὶ ἡ ξανθή, ἡ ὁποία λέγεται
καὶ σουλτανῖνα. Αἱ μεγαλύτεραι ποσότητες σταφίδος ἐξάγονται εἰς τὸ ἐξωτερικόν. Ἡ διάθεσις ὅμως τῆς ἑλληνικῆς σταφίδος εἰς τὰς ἀγορὰς τοῦ ἐξωτερικοῦ συναντᾷ δυσκολίας, διότι ἡ σταφιδάμπελος καλλιεργεῖται σήμερον εἰς πολλὰς χώρας, ἡ δὲ παραγωγή των συναγωνίζεται τὴν ἑλληνικὴν σταφίδα.

imageΟἱ δημητριακοὶ καρποὶ

Δημητριακοὶ καρποὶ ἤ δημητριακὰ λέγονται τὰ φυτά, τὰ ὁποῖα καλλιεργοῦνται διὰ τὰ σπέρματά των, τὰ ὁποῖα διὰ τῆς ἀλέσεως μεταβάλλονται εἰς ἄλευρον. Ἐκ τοῦ ἀλεύρου παρασκευάζεται ὁ ἄρτος, ὁ ὁποῖος ἀποτελεῖ τὴν βασικὴν τροφὴν τοῦ ἄνθρώπου.
Τὰ σπουδαιότερα ἐκ τῶν φυτῶν τούτων εἶναι ὁ σῖτος, ἡ κριθή, ἡ σίκαλις, ὁ ἀραβόσιτος καὶ ἡ ὄρυζα. Ὠνομάσθησαν δὲ δημητριακὰ ὑπὸ τῶν ἀρχαίων προγόνων μας, διότι, κατὰ τὴν μυθολογίαν, ἡ θεὰ Δὴμητρα ἐδίδαξε τὴν καλλιέργειαν τοῦ σίτου εἰς τοὺς ἄνθρώπους. Λέγονται ἀκόμη καὶ σιτηρά, διότι τὸ σπουδαιότερον ἐξ αὐτῶν εἶναι ὁ σῖτος.

Ἡ καλλιέργεια τῶν φυτῶν τούτων εἶναι ἀρχαιοτάτη. Ὁ σῖτος, ἡ κριθή, ἡ βρόμη καὶ ἡ σίκαλις ἐκαλλιεργοῦντο εἰς τὰς χώρας τῆς μεσογείου ἀπὸ τῶν ἀρχαιοτάτων χρόνων. Ἡ ὄρυζα, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ τὴν βάσιν τῆς διατροφῆς τῶν λαῶν τῆς νοτίου καὶ νοτιοανατολικῆς Ἀσίας, καλλιεργεῖται εἰς τὰς χώραι ἐκείνας ἀπὸ τοὺς παναρχαίους χρόνους. Ὁ ἀραβόσιτος ἐκαλλιεργεῖτο ὑπὸ τῶν Ἐρυθροδέρμων τῆς Ἀμερικῆς πολὺ πρὶν ἡ Ἀμερικὴ ἀνακαλυφθῇ ὑπὸ τοῦ Κολόμβου. Σήμερον ἡ καλλιέργεια τῶν δημητριακῶν εἶναι διαδεδομένη εἰς ὅλον τὸν κόσμον. Ἐκ τούτων ἡ ὄρυζα καλλιεργεῖται εἰς τὰς θερμὰς χώρας καὶ εἰς τὰς θερμοτέρας ἐκ τῶν εὐκράτων. Ὁ σῖτος καλλιεργεῖται εἰς τὰς εὐκράτους χώρας. Ἡ κριθὴ καὶ ἡ σίκαλις ἀντέχουν καὶ εἰς τὰ μετρίως ψυχρὰ κλίματα. Ὅσον ἀφορᾷ τὸν ἀραβόσιτον, τὸ φυτὸν τοῦτο καλλιεργεῖται καὶ εἰς τὰς θερμὰς καὶ εὶς τὰς εὐκράτους χώρας. Ἐξ ὅλων τῶν δημητριακῶν, ὁ μέν σῖτος ἀποτελεῖ τὴν βάσιν τῆς διατροφῆς τῶν λαῶν τῆς Εὐρώπης καὶ τῆς Ἀμερικῆς, ἡ δὲ ὄρυζα τὴν βάσιν τῆς διατροφῆς τῶν λαῶν τῆς Ἀσίας.

Τimageὰ δημητριακὰ εἶναι φυτὰ ποώδη, μονοετῆ, μὲ βλαστὸν λεπτόν, κοῖλον (κούφιον) ἐσωτερικῶς, ὁ ὁποῖος κατὰ διαστὴματα φέρει κόμβους (γόνατα). Τὰ φύλλα των εἶναι λογχοειδῆ, χωρὶς μίσχον, προσκεκολλημένα εἰς τὸν βλαστόν. Τὰ ἄνθη, πολλὰ μαζί, σχηματίζουν στάχυν. Διὰ τῆς γονιμοποιήσεως, ἡ ὁποία γίνεται διὰ τοῦ ἀνέμου, τὰ ἄνθη δίδουν τὰ σπέρματα. Χρησιμότης τῶν δημητριακῶν. Διὰ νὰ τραφῇ κανονικὰ ὁ ἄνθρωπος, πρέπει νὰ εἰσάγῃ καθημερινῶς εἰς τὸν ὀργανισμόν του ὑδατάνθρακας (ἄμυλον, σάκχαρον), λίπη (ἔλαιον, λἴπος) καὶ λευκώματα. Ἀπαραίτητοι εἶναι καὶ αἱ βιταμῖναι καὶ ὡρισμένα ἄλλα στοιχεῖα (ὅπως τὸ ἀσβέστιον, ποὺ χρειάζεται διὰ τὴν ἀνάπτυξιν τῶν ὀστῶν). Ὅλαι αὐταὶ αἱ οὐσίαι περιέχονται εἰς τὰ σπέρματα τῶν δημητριακῶν. Διὰ τοῦτο ὁ ἀρτος θεωρεῖται πλήρης τροφή. Τὸ ἄλευρον περιέχει τὰς οὐσίας αὐτὰς εἰς τὰς ἑξῆς ἀναλογίας : ἄμυλον καὶ σάκχαρον 65 – 75%, λεύκωμα 9-12% καὶ λιπαρὰς οὐσίας 4- 9%.

Τὰ σπέρματα πολλῶν δημητριακῶν (κριθῆς, ἀραβοσίτου) χρησιμοποιοῦνται κυρίως διὰ τὴν διατροφὴν διαφόρων κατοικιδίων ζῴων. Εἶναι βεβαίως δυνατὸν ἐκ τοῦ ἀλεύρου αὐτῶν νὰ παρασκευασθῇ ἄρτος, ἀλλ’ εἶναι κατωτέρας ποιότητος. Τὰ δημητριακὰ ἀποτελοῦν ἀκόμη τὴν πρώτην ὕλην διὰ πολλὰς βιομηχανίας, ὅπως τῶν ζυμαρικῶν, τῆς ζυθοποιΐας, τῆς ἀμυλοποιΐας, τῆς χαρτοποιΐας (ἄχυρον καὶ καλάμη) κ.ἄ. Δι’ ὅλους αὐτοὺς τοὺς λόγους κανὲν ἄλλο εἶδος φυτοῦ δὲν καλλιεργεῖται εἰς ὁλόκληρον τὸν κόσμον καὶ εἰς τόσην ἔκτασιν, ὅσον τὰ δημητριακά. Αἱ ἐκτάσεις, αἱ ὁποῖαι καλλιεργοῦνται διὰ σιτηρῶν εἰς ὁλόκληρον τὸν κόσμον, ἐμφαίνονται εἰς τὸν κατωτέρω πίνακα, εἰς ἐκατομμύρια στρεμμάτων.

 

ΤΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟΝ ΤΩΝ ΦΥΤΩΝ

Γενικὰ χαρακτηριστικὰ τῶν φυτῶν

Ὅταν λέγωμεν φυτά, ἐννοοῦμεν τὰ ὀργανικὰ ἐκεῖνα ὄντα, τὰ ὁποῖα ἔχουν ζωήν, εἶναι ὅμως στερεωμένα εἰς τὸ ἔδαφος διὰ τῶν ριζῶν των. Ὅπως τὰ ζῷα, οὕτω καὶ τὰ φυτὰ ἔχουν τὰ κατάλληλα ὄργανα, διὰ τῶν ὁποίων τρέφονται καὶ ἀναπτύσσονται. Τὰς ἀπαραιτήτους θρεπτικὰς οὐσίας τὰς παραλαμβάνουν ἀπὸ τὸ ἔδαφος καὶ ἀπὸ τὸν ἀτμοσφαιρικὸν ἀέρα. Ἐδῶ εὑρίσκεται ἡ μεγάλη διαφορά, ἡ ὁποία διακρίνει σαφῶς τὰ φυτὰ ἀπὸ τὰ ζῷα. Τὰ μὲν φυτὰ δηλαδὴ τρέφονται ἀπὸ ἀνοργάνους οὐσίας, τὰς ὁποίας εὑρίσκουν μέσα εἰς τὸ ἔδαφος καὶ τὰς ἀπορροφοῦν διὰ τῶν ριζῶν των, διαλελυμένας εἰς τὸ ὕδωρ τοῦ ἐδάφους. Ἐνῷ τὰ ζῷα, διὰ νὰ τραφοῦν, χρειάζονται ὀργανικὰς οὐσίας, τὰς ὁποίας παρασκευάζουν ἄλλοι ζωντανοὶ ὀργανισμοί, εἴτε φυτά, εἴτε ζῷα. Ὁ ἄρτος, π.χ., ἢ ἡ ζάχαρις, παράγονται ἀπὸ φυτά. Τὸ κρέας, τὸ γάλα, παράγονται ἀπὸ ζῷα.

Βεβαίως ὑπάρχουν καὶ ἄλλαι διαφοραὶ μεταξὺ ζῴων καὶ φυτῶν, ἀλλ’ αὐταὶ δὲν εἶναι τόσον μεγάλαι, ὅσον φαίνονται. Π.χ., τὸ ζῷον ἠμπορεῖ νὰ μετακινηθῇ ἀπὸ τὴν θέσιν του, ἐνῷ τὸ φυτὸν δὲν ἔχει αὐτὴν τὴν ἱκανότητα. Τοῦτο μᾶς φαίνεται ὡς σπουδαία διαφορά. Βεβαίως τὸ φυτὸν δὲν ἔχει τὴν ἱκανότητα μετακινήσεως, δὲν στερεῖται ὅμως τῆς ἱκανότητος κινὴσεως. Αὐτὸ τὸ βλέπομεν εἰς τὴν στροφὴν τῶν φύλλων πρὸς τὸν ἥλιον ἢ εἰς τὸ κλείσιμον τῶν ἀνθέων κατὰ τὴν νύκτα κ.λ.π.

Πειραματικὴ φυτοκομία ἐν τῷ σχολείῳ

Ἐὰν θέλωμεν νὰ παρακολουθήσωμεν καλύτερον τὴν ἀνάπτυξιν διαφόρων φυτῶν, θὰ πρέπει νὰ τὰ καλλιεργήσωμεν εἰς τὸν σχολικόν μας κῆπον. Θὰ εἶναι ἀκόμη καλύτερον, ἐὰν ἡ τάξις μας τηρῇ ἡμερολόγιον, εἰς τὸ ὁποῖον νὰ γράφῃ τὰς διαφόρους παρατηρήσεις
κατὰ διάφορα χρονικὰ διαστήματα. Ἐὰν ἡ Ε’ τάξις ἔχῃ ἀρκετοὺς μαθητάς, οὗτοι δύνανται νὰ διαιρεθοῦν εἰς ὁμάδας, ἑκάστη δὲ ὁμὰς νὰ ἀναλάβῃ τὴν καλλιέργειαν καὶ τὴν παρακολούθησιν τῆς ἀναπτύξεως ὡρισμένων φυτῶν. Π.χ. ἡ ὁμὰς Α’ θὰ ἀναλάβῃ τὴν καλλιέργειαν καὶ τὴν παρακολούθησιν φασιόλων. Ὁ ὁμὰς Β’ σίτου, ἀραβοσίτου, κριθῆς ἤ ἄλλου τινός. Ἡ ὁμὰς Γ’ γεωμήλων κ.ο.κ. Ἐὰν τὸ σχολεῖον μας δὲν ἔχῃ σχολικὸν κῆπον, ἡ καλλιέργεια διαφόρων φυτῶν δύναται νὰ γίνῃ εἰς γλάστρας. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον θὰ εἶναι ἀκόμη εὐκολώτερον νὰ παρακολουθήσωμεν τὴν ἀνάπτυξιν τῶν φυτῶν μας καὶ νὰ γράφωμεν τὰς παρατηρήσεις μας εἰς τὸ ἡμερολόγιον τῆς τάξεως ἤ τῆς ὁμάδος.

Διὰ νὰ εἶναι πλήρεις αἱ παρατηρήσεις μας καὶ νὰ λάβωμεν καλυτέραν ἰδέαν τῆς ἀναπτύξεως ἑνὸς φυτοῦ, θὰ εἶναι χρήσιμον νὰ φυτεύσωμεν περισσότερα σπέρματα καὶ κατὰ διάφορα χρονικὰ διαστήματα νὰ ἐκριζώνωμεν ἀνὰ ἕν. Οὕτω θὰ βλέπωμεν καλύτερον τὰ διάφορα στάδια τῆς ἀναπτύξεώς του. Ἐὰν φυτεύσωμεν, π.χ. 20 φασιόλους καὶ ἀνὰ 5 ἡμέρας ἐκριζώνωμεν ἀνὰ ἕνα, θὰ εἶναι ἴσως δυνατὸν νὰ σημειώσωμεν εἰς τὸ ἡμερολόγιόν
μας τὰς παρατηρήσεις μας ὡς ἑξῆς περίπου :
1 Ὀκτωβρίου. Σήμερον ἐφυτεύσαμεν εἰς τὸν σχολικόν μας κῆπον εἴκοσι φασόλια. Τὸ χῶμα ἦτο μαλακὸν καὶ κοπρισμένον. Τὸ ἐποτίσαμεν μὲ τὸ ποτιστήρι.
5 Ὀκτωβρίου. Σήμερον ἐβγάλαμεν ἀπὸ τὸ χῶμα ἕνα φασόλι. Ἦτο φουσκωμένον, ἡ φλούδα του εἶχε σκάσει καὶ εἶχε προβάλει μία μικρὴ καὶ λεπτὴ ρίζα.
10 Ὀκτωβρίου. Σήμερον ἐβγάλαμεν ἄλλο φασόλι. Ἡ ρίζα του ἔχει μεγαλώσει καὶ ἔχει παράρριζα. Πρὸς τὰ ἐπάνω ἔχουν ἀναπτυχθῆ δύο μικρὰ πράσινα φύλλα. Αἱ κοτυληδόνες ἔχουν ἐξέλθει εἰς τὴν ἐπιφάνειαν κ.ο.κ.

Ἀναλόγους παρατηρήσεις εἶναι δυνατὸν νὰ σημειώσωμεν διὰ τὸν σῖτον, διὰ σπέρματα δένδρων, π.χ. βερυκοκκέας κ.ο.κ. Εἶναι ἀκόμη δυνατὸν νὰ ἐκτελέσωμεν πολλὰ ἁπλᾶ πειράματα, διὰ νὰ ἴδωμεν πῶς ἐπιδροῦν εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῶν φυτῶν τὸ φῶς, τὸ ὕδωρ, ἡ θερμότης, ὁ ἀὴρ, τὰ λιπάσματα κ.λ.π.
1. Τὰ φυτὰ περιέχουν κατὰ τὸ μεγαλύτερον μέρος τοῦ βάρους των ὕδωρ. Διὰ νὰ βεβαιωθῶμεν περὶ τούτου, λαμβάνομεν χλωρὰ φύλλα οἱουδὴποτε φυτοῦ, π.χ. λεμονέας, ἀποκόπτομεν τοὺς μίσχους καὶ τὰ ζυγίζομεν εἰς ζυγὸν φαρμακείου. Ἔστω ὅτι τὸ βάρος των εὑρέθη 100 γραμμάρια. Τὰ κλείομεν εἰς ἕνα κουτί, τὸ ὁποῖον ἔχει μερικὰς ὀπὰς διὰ νὰ ἀερίζεται καὶ τὰ ἀφήνομεν νὰ ξηρανθοῦν. Τὰ ζυγίζομεν καὶ πάλιν αὶ εὑρίσκομεν ὅτι τὸ βάρος των εἶναι τώρα, π.χ. Ι5 γραμμάρια. Ἄρα ἔχασαν βάρος 85 γραμμαρίων. Τὸ βάρος αὐτὸ ἦτο ὕδωρ, τὸ ὁποῖον τμίσθη. Μὲ ἄλλους λόγους τὰ φύλλα τῆς λεμονέας περιέχουν 5% ὕδωρ. Τὸ ὕδωρ ἑπομένως εἶναι ἀπαραίτητον διὰ τὸ φυτόν…

 

ΤΑ ΟΡΥΚΤΑ

Χρησιμότης τῶν ὀρυκτῶν

Ὀρυκτὰ λέγονται τὰ ἀνόργανα ὑλικά, τὰ ὁποῖα εὑρίσκε ὁ ἄνθρωπος επὶ τῆς ἐπιφανείας τῆς γῆς ἢ τὰ ἐξάγει ἀπὸ μεγαλύτερα βάθη, διὰ νὰ τὰ χρησιμοποιήσῃ διὰ διαφόρους ἀνάγκας του. Τὰ ὀρυκτὰ εἶναι πολλῶν καὶ διαφόρων εἰδῶν, ἀλλὰ δὲν ἔχουν ὅλα τὴν αὐτὴν σημασίαν. Μεγάλην σπουδαιότητα ἔχουν τὰ ὀρυκτὰ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα χρησιμεύουν ὡς πρώτη ὕλη διὰ τὰς διαφόρους βιομηχανίας ἤ ὡς καύσιμοι ὕλαι.
Τὸ σπουδαιότερον ἐξ ὅλων τῶν ὀρυκτῶν εἶναι ὁ σίδηρος. Ἡ ἀνάπτυξις τοῦ πολιτισμοῦ ἤρχισεν οὐσιαστικῶς ἀπὸ τὴν ἐποχήν, ποὺ ὁ ἄνθρωπος ἤρχισε νὰ κατασκευάζῃ τὰ πρῶτα σιδηρᾶ ἐργαλεῖα. Χάρις εἰς τὸν σίδηρον ἀνεπτύχθη ἡ βιομηχανία.

Τὴν ἰδίαν σπουδαιότητα μὲ τὸν σίδηρον ἔχουν καὶ οἱ γαιάνθρακες. Διὰ τῶν γαιανθράκων ὁ ἄνθρωπος κατώρθωσε νὰ ἀναπτύξῃ εἰς ἐξαιρετικὸν βαθμὸν τὴν βιομηχανίαν, διότι δι’ αὐτῶν ηὔξησε τὴν παραγωγὴν τοῦ σιδήρου. Ἐπὶ πλέον διὰ τῆς μεγάλης θερμότητος, τὴν ὁποίαν παράγουν οἱ γαιάνθρακες, κατώρθωσε νὰ χρησιμοποιήσῃ τὴν δύναμιν τοῦ ἀτμοῦ, διὰ τοῦ ὁποίου ἐκίνησε τοὺς σιδηροδρόμους, τὰ πλοῖα καὶ τὰς μηχανὰς τῶν ἐργοστασίων.
Αἱ χῶραι, τὸ ἔδαφος τῶν ὁποίων περιέχει σίδηρον καὶ γαιάνθρᾳκας, κατώρθωσαν νὰ ἀναπτύξουν μεγάλας βιομηχανίας καὶ νὰ προοδεύσουν εἰς τὸν πολιτισμὸν περισσότερον καὶ ταχύτερον ἀπὸ ἄλλας. Τὸ ἔδαφος τῆς πατρίδος μας δυστυχῶς δὲν εἶναι πλούσιον εἰς
ὀρυκτὰ σιδήρου καὶ εἰς γαιάνθρακας. Μόνον λιγνίτας περιέχει ἀρκετούς, τῶν ὁποίων γίνεται ἱκανοποιητικὴ ἐκμετάλλευσις.

 

image

 

image

Κατηγορίες:βιβλία Ετικέτες: ,
  1. Δεν υπάρχουν σχόλια.
  1. No trackbacks yet.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: