Αρχική > πολιτική > 17 Νοέμβρη 1973

17 Νοέμβρη 1973

imageΤου Νίκου Τσούλια

17 Νοέμβρη 1973. Ημερομηνία σύμβολο. Σηματωρός της σύγχρονης πολιτικής ιστορίας της Ελλάδας. «Ψωμί – Παιδεία – Ελευθερία»: σύνθημα αγώνα εκατομμυρίων πολιτών, δημοκρατικό και προοδευτικό αίτημα γενιών και γενιών, η ψυχή της μεταπολιτευτικής περιόδου που ταυτίζεται με τη μεγαλύτερη σε διάρκεια περίοδο ομαλού κοινοβουλευτικού βίου και αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας στη χώρα μας.

17 Νοέμβρη 1973. Ημέρα αντίστασης στην ξενοκίνητη δικτατορία, ημέρα ελευθερίας και θυσίας – θυσίας ζωής. Ημέρα πάλης της νεολαίας και του λαού για ανεξαρτησία, για λαϊκή κυριαρχία, για δημοκρατία. Ημέρα που ξαναγέννησε την ελπίδα ότι οι λαοί μπορούν να καθορίζουν το μέλλον τους, μπορούν να γράφουν την ιστορία τους, μπορούν να αγωνίζονται και να κατακτούν το ύψιστο ιδανικό της ελευθερίας.

17 Νοέμβρη 1973. «Ήμουνα και εγώ εκεί». Καμαρώναμε για τη συμμετοχή μας. Ντρεπόμαστε για την ολιγωρία μας και για την απουσία μας. Το “γεγονός” απομάκρυνε οριστικά το μεγαλείο από την αισχύνη. Το γεγονός έθρεφε και θρέφει της ψυχής το σκίρτημα για ανάταση του ανθρώπινου πνεύματος, για ανάταση του ανθρώπου.

image17 Νοέμβρη 1973. Η ορμή της ιστορίας που πολέμησε τη χούντα των φυλακών και των διώξεων, τη χούντα που στέρησε από τη χώρα μας τη δημοκρατική πρόοδο και την κοινωνική ανέλιξη, τη χούντα που έφερε τον κατακτητή στην Κύπρο, την ματωμένη ακόμα και σήμερα Κύπρο, την Κύπρο με τα κατεχόμενα εδάφη, με τους νεκρούς, με τους αγνοούμενους, με τους εγκλωβισμένους.

17 Νοέμβρη 1973. Η μνήμη είναι ζωντανή, γιατί ποτέ η «στιγμή» αυτή δεν έπαψε να φωτίζει τη σκέψη μας, την αγωνία μας, τον αγώνα μας. Και αν σήμερα βρέθηκαν πρόσωπα ακροδεξιάς ιδεολογίας σε θεσμικές κυβερνητικές θέσεις, είναι πολιτικό έκτρωμα που σύντομα θα εξαλειφθεί.

17 Νοέμβρη 1973. Ημέρα που εξυφαίνει το νήμα των μεγάλων αγώνων του ελληνικού λαού. Ημέρα που κατακτάς το νόημα της ζωής, που νιώθεις υποκείμενο της ιστορίας, που νιώθεις το εγώ μέσα από το εμείς, ημέρα που η συλλογική δράση γίνεται ομορφιά της ζωής.

image

17 Νοέμβρη 1973. Καμιά μεταμοντέρνα εκδοχή δε θα αποδομήσει την ιστορικότητά της και το μεγαλείο της. Κάθε χρόνο σταθερά και αταλάντευτα διαδηλώνουμε τη ζωντάνια και τη δράση αυτού του μεγαλειώδους αγώνα. Οι διάφοροι πρόθυμοι καλοθελητές που προσπαθούν να απο – ενοχοποιήσουν τη βαρβαρότητα του καπιταλισμού και την παρακμή του πολιτικού συστήματος δεν μπορούν να απομειώσουν – ούτε κατ’ ελάχιστο – την ιδεολογική δυναμική της, την αξιακή ακτινοβολία της.
Το “άστρο του Πολυτεχνείου” φωτίζει για πάντα. 

17 Νοέμβρη 1973. Το συλλογικό μας όραμα. Ημέρα σύμβολο για μόρφωση και δημόσια δωρεάν παιδεία σε όλους τους νέους και τις νέες, για εργασία σε όλους, για κοινωνικά δικαιώματα, για ελευθερία και δημοκρατία.

image

 

ΜΙΚΡΟ ΑΦΙΕΡΩΜΑ

“Φοβάμαι”

Φ ο β ά μ α ι τους ανθρώπους που εφτά χρόνια έκαναν πως δεν είχαν πάρει χαμπάρι και μια ωραία πρωία μεσούντος κάποιου Ιουλίου βγήκαν στις πλατείες με σημαιάκια κραυγάζοντας "δώστε τη χούντα στο λαό".

Φ ο β ά μ α ι τους ανθρώπους που με καταλερωμένη τη φωλιά πασχίζουν τώρα να βρουν λεκέδες στη δική σου.

Φ ο β ά μ α ι τους ανθρώπους που σου κλείναν την πόρτα μην τυχόν και τους δώσεις κουπόνια και τώρα τους βλέπεις στο Πολυτεχνείο να καταθέτουν γαρίφαλα και να δακρύζουν.

Φ ο β ά μ α ι τους ανθρώπους που γέμιζαν τις ταβέρνες και τα σπάζαν στα μπουζούκια κάθε βράδυ και τώρα τα ξανασπάζουν όταν τους πιάνει το μεράκι της Φαραντούρη και έχουν και "απόψεις".

Φ ο β ά μ α ι τους ανθρώπους που άλλαζαν πεζοδρόμιο όταν σε συναντούσαν και τώρα σε λοιδορούν γιατί, λέει, δεν βαδίζεις ίσιο δρόμο.

Φ ο β ά μ α ι , φοβάμαι πολλούς ανθρώπους.
Φέτος φοβήθηκα ακόμη περισσότερο.

Μανόλης Αναγνωστάκης
Νοέμβρης 1983

Σχολείο

Νικηφόρος  Βρεττάκος

Μικρός τύμβος

(17 Νοεμβρίου 1973)

Δίχως τουφέκι και σπαθί, με το ήλιο στο μέτωπο,
υπήρξατε ήρωες και ποιητές μαζί. Είστε το Ποίημα.
Απλώνοντας το χέρι μου δεν φτάνει ως εκεί
που ωραία λουλούδια τις μορφές σας
Λιτανεύει ο αέρας της αρετής. Ω παιδιά μου,
Μπροστά σ’ αυτό το ποίημα μετράει μόνο η σιωπή.

Από την ενότητα «Παραλειπόμενα», Β’ τόμος των Απάντων του ποιητή,
εκδ. Τρία φύλλα, 1981.

Σχολείο

ΗΛΙΑΣ ΓΚΡΗΣ

Το ερπετό που ξυπνάει

17 Νοέμβρη 1989

Θητεύσαμε παιδιά στη νύχτα με ένα σταφύλι θυμού ατρύγητο.
Τι αμό­λυντη περηφάνια είχαν τα λόγια μας φωτίζοντας το θαύμα πού· θαύμα δεν έγινε.

Είναι από τότε που η μνήμη ερπετό ξυπνάει και τρώει απ’ τη θλίψη και
ύστερα λουφάζει σε τάφο συλημένο, γιατί πάντα θα ανθίζει η στοργή
για τα ναυάγια που επιστρέφουν παράδοξα όπως σκιές του φονιά μέσα
στα όνειρα.

Και είναι από τότε που βγάζουν στο σφυρί τα κουρέλια εκείνου του
πάναγνου έρωτα· του πάναγνου έρωτα. Και όσοι τάχθηκαν πρώτοι,
εξαρ­γύρωσαν την κραυγή μας ερήμην.

Από κείνη τη νύχτα, ό,τι και αν πω, φωνάζει σαν αίμα.

Από τη συλλογή Η Έφεσος των Αλόγων,
εκδ. Δελφίνι, 1993.

Σχολείο

Τάκης Σινόπουλος

Δοκίμιο ΄73 – ΄74

V

……………………………………………………………….

Υπάρχει ένα παράθυρο καμωμένο κόσκινο στη φωτογραφία του δρόμου.
Τώρα  η σκάλα σε διασχίζει καθέτως απ’ το υπόγειο ως τον αυχένα.
Κάποιος ανεβαίνει μ΄ ένα τρανζίστορ ρυθμικός πολλαπλασιασμός των
ειδήσεων. Στη μικρή οθόνη τα πρόσωπα εναλλάσονται σταθερά δίχως
πολλούς θορύβους. Η εξουσία όπως πάντοτε φωτίζεται με τετραγωνισμένο
φως. Ιαχές. Το πλήθος.

Στο μεταξύ το πλήθος. Αόρατα μάτια με τρείς διαστάσεις ακτινογραφούν
εισερχομένους εξερχομένους διερχομένους. Τα περίστροφα ακίνητα βαθειά
μέσα τους σαφώς οπλισμένα.

Το πλήθος φεύγει                    έφυγε. 

Κι εκεί σε βρήκαν αργότερα με μια ριπή (τρύπες 7-8) στη πλάτη σου ετών
ας πούμε 24 καμιά ταυτότητα.

XII

Ταξίδι στο μεγάλο διάδρομο καταργημένος χρόνος. Οχι σκοτάδι μήτε
μισοσκόταδο μήτε και φως. Ταξίδι τα χαράματα σ’ ένα γυμνό τοπίο
σκοποβολής. Η βρύση πλένει χέρια και πουκάμισο οι εφημερίδες καταπίνουν
τις φωνές.

Αστυνομίες αμίλητες μέσα σε σκοτεινές αστυνομίες. Πρωθυπουργοί με
Σκεπασμένο πρόσωπο. Απάνω οι νόμοι σε  σειρές σοφή συναρμογή και
διάταξη με τους συνήθεις αγωγούς σωλήνες σωληνώσεις πολλαπλά
κυκλώματα με θύρες διαφυγής. Κυκλοφορία παράπλευρη για τους
αξιοπρεπείς φονιάδες

Κι εσείς που ωστόσο συνεχίζετε κρατώντας προστατεύοντας στα δόντια
σας την τελευταία σας λέξη.

Το λάθος των μηχανουργών.

Από την ποιητική ενότητα «Δοκίμιο ’73-’74»
του έργου Το χρονικό, 1975

Σχολείο

ΡΩΤΑΣ ΒΑΣΙΛΗΣ


Εδώ Πολυτεχνείο

Εδώ Πολυτεχνείο! Εδώ
Πολυτεχνείο! Εδώ καλώ
βοήθεια, πρόφτασε, λαέ,
βοήθεια, πρόφτασε,λαέ,
σκοτώνουν τα παιδιά σου, οϊμέ!
Τα νιάτα που έστησαν εδώ
του Αγώνα τραγικόν χορό
και τραγουδούν τη Λευτεριά,
σου τα σκοτώνουν τα παιδιά.
Της βίας ο δούλος ο μωρός
δουλέμπορος, φονιάς μιαρός,
σκοτώνει, λαέ, τα τέκνα σου,
τ’ αγόρια, τα κορίτσια σου.

Εδώ Πολυτεχνείο! Εδώ
τα νιάτα σέρνουνε χορό.
Της Επιστήμης τα παιδιά
και τραγουδάν τη Λευτεριά.
Εδώ της νιότης ο άξιος νους,
που χτίζει θέατρα, ναούς,
σχεδιάζει ιδέες και μηχανές
και δένει το αύριο με το χτες,

Εδώ Πολυτεχνείο! Εδώ
μέσα στης τέχνης το ιερό
σκοτώνει η βία τα παιδιά
που τραγουδούν τη Λευτεριά.

Εδώ Πολυτεχνείο! Εδώ
γίνεται ανήκουστο κακό!
Της βίας ο δούλος ο μωρός
του Χάρου μαύρος έμπορος,
σφάζει τα τέκνα του λαού.
τη νιότη, την ελπίδα του,
το άνθος του αύριο, τον καρπό
της τέχνης και της γνώσης, ω!

Εδώ Πολυτεχνείου κραυγή
καλούν το Χρέος κι η Τιμή
Λαέ μας, βοήθα τα παιδιά.
Ο αγώνας για τη Λευτεριά.

Από τον τόμο Αντιφασιστικά 67-74 (Γραμμή 1984).

Σχολείο

ΡΙΤΣΟΣ ΓΙΑΝΝΗΣ

Το αγόρι και η πόρτα

Εκεί που έπεσε
είναι μια κόκκινη λίμνη,
ένα κόκκινο δέντρο,
ένα κόκκινο πουλί.
Σηκώθηκε όρθια
η πεσμένη καγκελόπορτα-
χιλιάδες άλογα.
Λαός καβαλίκεψε.
Κομνηνέ! – φωνάξαμε.
Γύρισε και μας κοίταξε
δε φορούσε επίδεσμο
ούτε στεφάνι.
Άσπρα άλογα, κόκκινα άλογα
και μαύρα, πιο μαύρα-
καλπασμός, – η ιστορία
Να προφτάσουμε.

ΣχολείοΣχολείο

Γιώργης Σαράντης

Εδώ Πολυτεχνείο

Τρείς  νύχτες καίγανε οι φωτιές
την τελευταία ακούστηκαν καμπάνες
Κάπου αλλού θα παίζεται η ζωή μας σκέφτηκα
και τότε τον είδα
λαμπαδιασμένο απ’ τις ζητωκραυγές
να τρέχει προς το θάνατο
Αλέξανδρε του φώναξα
Αλέξανδρε
κι ύστερα πιο σπαραχτικά Αλέξανδρεεε,
πάλι και πάλι
Καθώς έσκυψα να τον σηκώσω από την άσφαλτο
δε βρήκα παρά στάχτη
Σ’ όλους τους δρόμους
οι στρατιώτες πυροβολούσαν το φόβο τους.

Από τον τόμο Αντιφασιστικά ’67-’74, εκδ. Γραμμή, 1984

Σχολείο

Πρώτη Μέρα:
Τετάρτη, 14 Νοέμβρη 1973

του Φώντα Κονδύλη (1939-2002)

Χαράματα

Ξύπνησα από ΄ναν εφιάλτη. Δεν ήταν τόσο το φίδι που με τρόμαξε, όσο η αίσθηση πως αν τολμούσα ν΄ ανοίξω τα μάτια μου, θάκανε μια «χραπ» και θα με καταβρόχθιζε, γιατί το φίδι, βόας τεράστιος, πύθωνας των τροπικών, βρισκόταν κουλουριασμένο στο κέντρο της μικρής μου κάμαρας, χοντρό, με το κεφάλι του στητό κοιτάζοντάς με καθώς κοιμόμουν, έτοιμο να με καταπιεί μόλις άνοιγα τα μάτια μου. Δεν μπορούσα να φανταστώ τις διαστάσεις του. Μπορούσα όμως με κλειστά τα μάτια να ζωγραφίσω τα χρώματά του, ιθαγενής εγώ στον τοίχο των σπηλαίων, με μόνο ξόρκι τις βαφές – οι φίλοι μου τ΄ αγριοβότανα. Κλειστά τα μάτια και τα χρώματα να ορμούν απ΄ όλες τις γωνιές στο κοίλον του πανικού μου. Αν καταφέρω να σε ζωγραφίσω, αν σ΄ αποδώσω πιστά, μ΄ όλη σου τη φριχτή μεγαλοπρέπεια, τότε θ΄ ανοίξω τα μάτια μου, φίδαρε, γιατί τότε θα μπορώ να σε σκοτώσω άκοπα, ακινητοποιημένος καθώς θάσαι στον τοίχο, έργο του τρόμου μου, μ΄ ένα όργανο αιχμηρό, στο κεφάλι, θα σου λιώσω το κεφάλι με την πέτρα, πρώτα αυτό, κι εσύ δε θα κουλουριαστείς στο κορμί μου, δε θα μπορέσεις, θα σούχω λιώσει κιόλας το κεφάλι, θα σε γδάρω μετά, με υπομονή, θα βρω τα εργαλεία, σιγά σιγά, το δέρμα σου, απ΄ το κεφάλι ως την ουρά, κι έπειτα θα φορέσω το δέρμα σου, και θάχω ψεύτικο κεφάλι. Τότε θ΄ ανοίξω τα μάτια μου, φίδι, πύθωνα, δράκε.

Αργεί πολύ να ξημερώσει. Είδα κι έπαθα ώσπου ν΄ ανοίξω τα μάτια μου. Τώρα τι γίνεται; Αν τα ξανακλείσω, είναι βέβαιο πως αυτή τη φορά θα πέσω κυριολεκτικά μέσα στο λάκκο των λεόντων. Και νυστάζω. Ο ύπνος τουλάχιστον… Η αποχαύνωση. Να σηκωθώ καλύτερα. Σκέφτομαι πως τις μέρες αυτές τις σπαταλάω σε άσκοπες χρονοτριβές. Τι κοιμισμένος, τι ορθός, η ίδια αίσθηση αχρηστίας. Και μου κοστίζει ακριβά κάθε φορά η επιστροφή στις άγραφες σελίδες. Χαζεύω ενσυνείδητα. Κοιμάμαι πολύ. Παρηγοριέμαι έτσι. Άλλες φορές παρασύρομαι και πιστεύω πως πρέπει να κοιμάμαι λιγότερο, γιατί, λέει, έχω πολλά να κάνω, κι ακόμα περισσότερα να προσφέρω στους άλλους. Συγγραφέας λέει! Σκατά στα μούτρα μου έτσι που έχω καταντήσει.

Τούτο το καλοκαίρι, είν΄ αλήθεια, δεν είχε καμιά δόξα για κανένα. Ο Παναγούλης φυλακή. Το ξημέρωμα φρίκη. Η Δικτατορία δαγκώνει λυσσασμένη όσο ποτέ. Η στέρηση κι η στέγνια έχουν πάψει πια νάναι άσκηση. Γίνηκαν κάτι αχαμνό και στείρο. Πενία. Είπα πως φταίει ο ήλιος και το ξεδιάντροπο φως, η χυδαιότητα της ασφάλτου, η προστυχιά των αυτοκινήτων κι αυτοκινούμενων νευρόσπαστων της χειρότερης πόλης του κόσμου. Στον «Αρίωνα» τίποτα δεν πάει καλά. Οι σχέσεις μας διαλυμένες. Το βιβλιοπωλείο που ανοίξαμε φαγάνα. Τα οικονομικά μας σπαραγμός. Αξιοπρέπεια μηδέν. Δεν έχουμε να πληρώσουμε ούτε το ούζο που πίνουμε κάθε βράδυ στην πλατεία – το πιο φτηνό που μπορείς να πιεις χωρίς να σε κάψει. Και καυγάδες. Ατέλειωτοι. Καυγάδες που ΄χουν την τραγικότητα του γελοίου. Κουβεντολόι γύρω απ΄ την κατάστασή μας και την πολιτική. Ισχυριζόμαστε πως έχουμε διαφορές αγεφύρωτες. Με κατηγορούν για εστετισμό και ιδεοφροσύνη. Αδιαφορώ λένε για την πραγματικότητα που σπαράζει γύρω μου κι είμαι τυλιγμένος σ΄ ένα σύννεφο υποκειμενισμού που μετατρέπει τα πάντα σε ατομιστική χαύνωση.

Έτσι είν΄ όμως; Κι αυτός ο διχασμός που με κόβει στα δυο; Σχιζοφρένεια. Από τη μια τ΄ ανατριχιαστικά γεγονότα της εποχής – δικτατορία, συλλήψεις, όργιο και φασισμός – κι από την άλλη οι επιπτώσεις του απροκάλυπτου κακού στο χαρακτήρα μας – στο δικό μου κυρίως – η φοβία, οι νευρώσεις, η ηττοπάθεια κι ο μηδενισμός. Το ένα μου ζητάει να παρατήσω τα χαρτιά και τα μολύβια και ν΄ αρπάξω ό,τι βρεθεί στο χέρι μου, τ΄ άλλο με παρασέρνει σε αβύσσους αυτοεγκατάλειψης, σάμπως να πρέπει να τιμωρηθώ για το δισταγμό μου να πάρω μιαν απόφαση. Το ένα με ξεπερνάει σαν δυναμική ζωής, τ΄ άλλο μου θυμίζει την ακατάπαυτη μεταμόρφωση σχημάτων και εννοιών. Το ένα με σπρώχνει ν΄ αρπάξω το φραγγέλιο, τ΄ άλλο μου αναστέλλει την κίνηση, μια αέναη μετατόπιση απ΄ το ένα στο άλλο, απ΄ τη λαχτάρα για δράση, στην περίσκεψη, απ΄ τον πυρετικό οραματισμό, στην αίσθηση του μάταιου, από το θάρρος να κάνω ακόμα και σφάλματα, στο σκυθρωπό ζύγιασμα των πιθανοτήτων κι απ΄ την ψυχρή κριτική στην αλόγιστη συναισθηματική σπατάλη. Με ποιον να τα μοιραστώ όλ΄ αυτά;

Το ζήτημα είναι να ξέρεις ν΄ αρχίζεις τη ζωή σου απ΄ την αρχή, κάθε λεπτό, μαζί με τους άλλους, να μοιράζεσαι μαζί τους την ανάσα σου και την ελιά που θα κρύβεις στο ντορβά σου για την ώρα της έσχατης ανυπακοής. Δεν ξέρω πια τι είν΄ εκείνο που ζητάμε. Η δημοκρατία τάχα, ή, το λιγότερο, η αποκατάστασή της; Υποψιάζομαι ότι κανείς δεν πιστεύει πια σε μια δημοκρατία που μηχανεύεται τυράννους. Η Κίνα μπλέκεται συχνά στη γλώσσα μας. Είναι σίγουρο πως εκεί πέρα κάτι συνταρακτικό γίνεται, μα πάντα εγώ τρομάζω κάθε φορά που βλέπω φωτογραφίες απ΄ τη μακρινή χώρα: πολλούς ανθρώπους μαζί, εκατοντάδες, χιλιάδες, ντυμένους όλους με το ίδιο ρούχο, μ΄ όλων στα μάτια την ίδια έκφραση, την ίδια στάση, το ίδιο χαμόγελο. Όλοι σαν άνθρωπος ένας! Είναι ασύλληπτο.

Η ώρα περνάει (το ρολόι μου έχει σταματήσει)

Και πώς να μην είναι; Πώς εμείς, οι δυτικοθρεμένοι, να μη νιώθουμε δέος στη σκέψη ότι μπορεί ν΄ αφομοιωθεί ο θλιβερός εγωισμός μας απ΄ την πλατύτερη αγκαλιά που γνώρισε ποτέ ο κόσμος; Ποτάμι μοναχικό που κυλά και χάνει το σχήμα του μόλις ρουφηχτεί απ΄ τη θάλασσα. Είναι καιρός να δούμε προς το μέλλον. Θ΄ αρέσει το μέλλον αυτό στους πολλούς. Οι λίγοι θα παραμεριστούν. Η ιστορία δεν έχει μνήμη, δεν έχει ηθική. Ζούμε σ’ εποχές συλλογικής μοίρας. Σε πείσμα της θηλειάς, του πολυβόλου και του φόβου, βρίσκει μια οπή το πνεύμα της μοίρας αυτής κι απλώνεται άξαφνα σαν κηλίδα λαδιού πάνω στο νερό. Κάποτε, σ΄ άλλες εποχές, η σφαγή της Χιλής δε θάφτανε ως εμάς. Κι αν έφτανε, θα είχε ξεθυμάνει σαν ήρεμο κυματάκι κι ας είχε ξεκινήσει από πολύ μακριά σα βιβλική θεομηνίθα. Τα μέσα επικοινωνίας… Το τηλέτυπο. Οι άνθρωποι του σκοταδιού τα χρησιμοποιούν όσο μπορούνε πιο πλατιά. Σωστά. Μεγάλωσε πια, και μεγαλώνει καθημερνά ο αριθμός των λαών που έχουν μια ελευθερία να θρηνούνε. Καθημερνά και πιο πολύ, η ανάγκη να εξουδετερωθούν, ν΄ αποβλακωθούν εκατομμύρια μάζες πάνω στον πλανήτη μας είναι η κύρια μέριμνα των μαζικών μέρσων ενημέρωσης της νεοαποικιοκρατίας.

Όμως αυτά ακριβώς τα μέσα γίνονται κι ο λάκκος της. Αρκεί μια είδηση να φτάσει ως τις εσχατιές του πλανήτη μας, έστω και σακατεμένη, μια είδηση σφαγής συνήθως κι αγριότητας, για να φουσκώσει το κύμα εκατομμυρίων ανθρώπων πάνω στη γη που δεν πιστεύουνε πια στους ήρωες κανενός πολέμου, γιατί ο πόλεμος δεν είναι πια υπόθεση τιμής, δεν προασπίζεις πια κανένα πάτριο έδαφος, το έδαφός σου έχει από καιρό κατακτηθεί. Στην εποχή μας, ούτε η δικιολογία πια του εξωτερικού εχθρού αρκεί για να βγούνε στους δρόμους τα τανκς. Ο εχθρός είν’ εσωτερικός, υπήρχε μέσα μας από πάντα. Καραδοκούσε σε στρατώνες, χτυπώντας ανυπόμονα την άδεια καραβάνα του. Είμαστε σαν το νερό οι σκλαβωμένοι λαοί. Το σταματάς από δω, το φράζεις από κει, το κάνεις τέλμα, μα κείνο βρίσκει μυστικές οπές, τρυπώνει κι ανοίγει υπόγεια χάσματα και κυλάει. Αναιρεί το βούρκο. «Αισιόδοξη σκέψη» λέω μέσα μου. Αισιόδοξη σε μια εποχή που τελειοποιήσαμε τα όργανα της εξόντωσής μας. Παλεύουν, λένε, δυο θεριά. Ποιο θα νικήσει; Πού πάει ο πλανήτης μας;

Η ώρα περνάει (βάζω το ρολόι κουτουρού)

Δεν τα κατάφερα, λέω μέσα μου. Δεν τα κατάφερα να ξεκαθαρίσω κι αυτή τη φορά τις σχέσεις μου με το θέατρο. Οι πρόβες που έκανα στο καινούργιο έργο, όχι απλώς δε με γέμισαν, αλλά κι ανάγλυφα μου παρουσίασαν κι αυτή τη φορά τη ντροπή που λέγεται αστικό θέατρο. Τίποτε όσο ένας αστικός θίασος, τίποτε όσο αυτός – σκέφτομαι – δεν εκφράζει με τόση ενάργεια τις δομές του ίδιου του συστήματος και την επίδρασή τους πάνω στις σχέσεις των ανθρώπων: πόζα, ψευτιά, στόμφος και κουφότητα απ΄ τη μια, κι από την άλλη ψυχρός υπολογισμός, αδυσώπητη δημιουργία στεγανών, ιεράρχηση! Θεέ μου τι πρόστυχη λέξη! Τι αποτρόπαιη έννοια. Το μισώ αυτό το είδος θεάτρου. Δεν αδιαφορώ μισώντας το. Μακάρι να μπορούσα να συμβάλω στην καταστροφή του. Θυμάμαι την πρεμιέρα πριν από λίγο καιρό. Δε θυμόμουνα τίποτα απ΄ τα λόγια μου. Κόσμος πολύς στην πλατεία. Γέροι οι περισσότεροι. Νέοι καθόλου. Ανάμεσα στο πλήθος, γνωστές προσωπικότητες των γραμμάτων.

Ο θίασος Χ. παρουσίαζε κάποιο έργο του Ζ. Το έργο άρχισε μέσα σε μια παγερή αναμονή. Το θυμάμαι σαν τώρα. Φτάνει το δεύτερο μέρος, κι η αναμονή εντείνεται. Το θέμα του έργου, δε γίνεται, θάρθει στιγμή που θα σαρκωθεί σε γνήσιο θέατρο. Δε βαριέσαι. Το έργο τελειώνει, η αναμονή μένει μετέωρη, το κοινό διαψεύδεται. Όχι ότι ο συγγραφέας δημιούργησε ελπίδες. Ο συμπαθής αυτός άνθρωπος, όταν ανάβουν τα φώτα της ράμπας για να φωτίσουν τα σκαριφήματα που ονομάζει θεατρικά έργα, γίνεται ένας αφελής κομπογιαννίτης, που πασχίζει να θεραπεύσει με ξόρκια και μαγιοβότανα έναν απλό πονοκέφαλο. Το κοινό καγχάζει. Αλλά στο τέλος του έργου χειροκροτεί. Θα έλεγα με θερμότητα. Το ίδιο αυτό κοινό που κάγχαζε και ειρωνευόταν ανοιχτά, ανεβαίνει στα παρασκήνια συγκινημένο και συγχαίρει από βάθους καρδιάς την πρωταγωνίστρια, το συγγραφέα και τους άλλους ηθοποιούς. Όταν φύγει από τα παρασκήνια, το ίδιο αυτό κοινό θ΄ αρχίσει με λύσσα αγριότερη από πριν τον καγχασμό και τη χλεύη. Αξιολάτρευτο, γοητευτικό κοινό της μπουρζουαζίας.

Μεσημέρι

Κατάθλιψη, κι ένα βούρκωμα ανεξήγητο μέσα μου. Ναι, ζω μια κοινή ζωή με τα παιδιά του Αρίωνα, όμως αυτή την εγκατάλειψη, αυτή την παγωνιά που διαπερνάει το στέρνο μου, πώς να την κάνω κοινό κτήμα μαζί τους; Τι είναι συλλογικότητα; Πού τελειώνουν τα όρια του ατόμου;

Το υπόγειο του Αρίωνα, στην Κυψέλη, είναι σα να βουβάθηκε. Μονάχα ένα ασπρόμαυρο γατί, κι εγώ. Ξαναδουλεύω τη «Δίκη του Μεσημεριού». Είναι η τρίτη μορφή της. Ελπίζω κι η τελευταία. Με κουράζει. Δεν προχωράει. Φαίνεται ότι με ξεπερνάει το υλικό. Τα χρώματα είναι σκληρά. Θέλουν απάλυνση. Το ρυθμό προπαντός. Άμα βρω το ρυθμό, θα κυλήσει. Δε γίνεται. Με παιδεύει πολύ το πρόσωπο της κοπέλας που την εκτελούν την ώρα που γράφει το σύνθημα στον τοίχο. Πώς θ΄ απολογηθεί στο στρατοδικείο αφού είναι πεθαμένη; Πρέπει να λύσω το πρόβλημα αισθητικά, όχι πραγματιστικά. Κι ο Έκτορας; Ο πρωταγωνιστής; Βρίσκω πως είναι φορτωμένος με πολλά υποκειμενικά δικά μου. Θα του αφαιρέσω βάρος. Πρέπει να γίνει διάφανος. Πρέπει να βρω τρόπο να του περάσω στοιχεία δικά μου, απ΄ τη δική μου ατομικότητα, αλλά να γίνουν βιώματα δικά του. Πώς όμως; Πώς;

Από τότε που ανοίξαμε το βιβλιοπωλείο, ένα μεγάλο μέρος παρηγοριάς μετατοπίστηκε. Ο Αρίωνας έγινε τώρα κάτι επίσημο και υπεύθυνο, κάπως μακρινό πια. Τις λίγες ώρες που μαζεύονται τα παιδιά, όταν κλείνει το βιβλιοπωλείο, εγώ απουσιάζω. Είμαι στο θέατρο και θρηνώ προκαταβολικά τις ώρες που χάνω. Το θέατρο δεν έχει κόσμο. Είκοσι ως εικοσπέντε άτομα σε κάθε παράσταση. Κι οι πιο πολλοί με προσκλήσεις. Τώρα μάλιστα που έχω αναλάβει να κάνω μια μετάφραση με κείμενα απ΄ τη Χιλή, η αίσθηση της σπατάλης του χρόνου με καταθλίβει. Όχι επειδή δεν έχω αρκετό χρόνο να μεταφράσω αυτά τα συγκλονιστικά κείμενα, μα επειδή η άμεση μετάφρασή τους είν΄ ό,τι ουσιαστικότερο θα μπορούσα να προσφέρω αυτή τη στιγμή.

Πεντέμισι το απόγευμα

Φεύγω. Το γατί νιαουρίζει. Όλοι λείπουν. Μπαίνω στο τρόλλεϋ. Σήμεα έχουμε δυο παραστάσεις. Είπα δυο-τρεις κουβέντες με τον κυρ Θανάση τον περιπτερά, ένα χρυσόν άνθρωπο, πάναγνο σαν νεροπηγή. Τα μάτια του και σήμερα μιλούσαν. Η διαδρομή ως το Σύνταγμα μου φαίνεται ατέλειωτη. Νιώθω αποχαυνωμένος. Η νέκρα θριαμβεύει πάνω μου.

Το πρώτο ρίγος στη ραχοκοκαλιάτο νιώθω όταν ακούω τις φωνές. Έρχονται από μπροστά οι φωνές, αξεδιάλυτες στην αρχή, οπωσδήποτε ρυθμικές, σα συνθήματα. «Πολυτεχνείο», φωνάζει ο εισπράχτορας, κι ανοίγει τις πόρτες.

Ο κόσμος ξεμπουκάρει, και μέσα στο τρόλλεϋ μπουκάρουν οι φωνές, ρυθμικές, αναρίθμητες φωνές παιδιών που φωνάζουν σα να τραγουδάνε. Και τότε δέχομαι ζεματιστό κατάστηθα το μήνυμα. Με εικόνες τούτη τη φορά. Τεράστια πανώ στα κάγκελα του Πολυτεχνείου, κι από μέσα, παιδιά σκαρφαλωμένα, κι ως έξω απ΄ την είσοδο παιδιά, νέα παιδιά, εκεί, γύρω στα είκοσι, κορίτσια αγόρια, να φωνάζουνε ρυθμικά. Μα τι φωνάζουνε; ακούω πλάι μου μια φωνή. Σε λίγο μ΄ άφησε το σύγκρυο. Το τρόλλεϋ έχει ξεκινήσει. Η νέκρα με ξανακυριεύει. Τίποτε δε γίνεται, λέω. Ο δικτάτορας δε θα τους πειράξει. Θα τους αφήσει να φωνάξουνε, να ξελαρυγγιαστούνε, να εκτονωθούνε, κι ύστερα μόνα τους θα φύγουνε. Τα παιδιά. Των 18 και 20 χρόνων. Έτσι έγινε και πέρυσι στη Νομική. Ακριβώς τέτοιο καιρό. Κλειστήκαν τα παιδιά στη Νομική δυο μέρες. Τη δεύτερη πείνασαν, κουράστηκαν, γύρισαν στα σπίτια τους. Προηγουμένως, βέβαια, πράκτορες μυστικοί είχαν ανοίξει από μέσα τις πόρτες και χύμηξαν οι αστυνομικοί με τα γκλομπς στο χέρι. Δείρανε με την ψυχή τους. Χόρτασαν. Τραυμάτισαν κιόλας. Τα παιδιά ξαναγύρισαν στα θρανία.

Πέρυσι, τέτοιο καιρό, τα πράγματα στο Πολυτεχνείο πήραν άλλη τροπή. Κλειστήκαν κι εκεί τα παιδιά, κάποιος από μέσα άνοιξε τις πόρτες, χυμήξαν οι αστυνομικοί, τραυμάτισαν πολλά. Ταυτόχρονα, ο δικτάτορας ψήφιζε αναγκαστικό νόμο: αίρεται η αναβολή κατατάξεως στο στρατό. Τότε, πολλά παιδιά πήραν το δρόμο του στρατιωτικού, μέσα σε μιαν ατμόσφαιρα έντασης και τρομοκρατίας. Σείστηκε το πανελλήνιο. Αλλά σε λίγο τα πνεύμτα καταλάγιασαν. Νέα συγκλονιστικά γεγονότα μας έκαναν να ξεχάσουμε όλα τ΄ άλλα συγκλονιστικά που είχαν προηγηθεί: παραίτηση των στρατιωτικών της κυβέρνησης, συγκέντρωση όλων σχεδόν των εξουσιών στα χέρια του αυτοανακήρυχτου Προέδρου της Δημοκρατίας, ορκωμοσία Μαρκεζίνη και λοιπά. Είναι τρομαχτικό αυτό που συμβαίνει εδώ κι έξι χρόνια. Το κάθε τι που συμβαίνει είν΄ από μόνο του συγκλονιστικό. Φτάσαμε στο σημείο, οτιδήποτε καινούργιο να είναι συγκλονιστικότερο απ΄ όλα τα προηγούμενα, και αυτομάτως να σε κάνει να τα ξεχνάς. Κι ο χρόνος για την αφομοίωση του κάθε τι να είναι απελπιστικά λίγος. Πώς να τ΄ αφομοιώσεις όλα, να τ΄ αξιολογήσεις και να τα ταξινομήσεις;

Ούτε καν να τα πληροφορηθείς δεν προφταίνεις. Έτσι ήταν που ξεχάστηκαν γρήγορα τα γεγονότα της Νομικής μπροστά στο σκάνδαλο Γουώτεργκεητ, που ανακήρυξε το Νίξον ως το μεγαλύτερο παλιάτσο όλων των εποχών, έτσι ξεχάστηκε η στράτευση των φοιτητών μπροστά στη σφαγή της Χιλής, για να ξεχαστούν σιγά-σιγά κι οι σφαγές της Χιλής μπροστά στην ανακήρυξη του γελωτοποιού Μαρκεζίνη σε πρωθυπουργό της χώρας μας, μιας χώρας που άρχισε κιόλας να πεινάει, να κρυώνει και να διαστέλει τα μάτια πιο πολύ. Έτσι είπα μέσα μου, έπειτα απ΄ τον πρώτο συγκλονισμό – «Ψωμί, Παιδεία, Ελευθερία» – είπα μέσα μου ότι κι αυτό το συγκλονιστικό από μόνο του γεγονός να κλειστούνε και πάλι τα παιδιά μες στο Πολυτεχνείο, θα οδηγηθεί στο ίδιο φινάλε, για ν΄ αρχίσει αμέσως κάτι άλλο, μέσα στα πλαίσια πάντα της αμφίβολης ανοχής των αρχών, και της ανοργανωσιάς που δέρνει την αγανάκτηση του λαού. «Θα εκφυλιστεί» λέω μέσα μου, και μπαίνω στο θέατρο.

Αργά το βράδι

Μετά τις δύο παραστάσεις. Η Ιωάννα κι εγώ. Πήραμε να κατεβαίνουμε την Πανεπιστημίου. Με την Ιωάννα παίζουμε μαζί στο ίδιο έργο. Οι κριτικοί μάς γράψανε καλά. Για μας τους δυο. Καλά. Είχαμε διαβάσει ολόκληρη την κριτική νωρίς το βράδι πριν την παράσταση, και τότε καταλάβαμε γιατί ο θίασος μάς έκανε μούτρα. Είχαμε γελάσει. Η Ιωάννα θα πήγαινε στα Βριλήσσια, στο σπίτι της. Θα τηνε πήγαινα ως την αφετηρία, κι έπειτα θάφευγα κι εγώ. Η αφετηρία για το σπίτι της είν΄ ακριβώς πάνω απ΄ το Πολυτεχνείο.

— Λες να γίνουνε τίποτα επεισόδια; με ρωτάει η Ιωάννα.

Έχω το χέρι μου περασμένο στον ώμο της.

— Δε φαντάζομαι. Δε βλέπεις γύρω σου την ησυχία; της απαντάω.

Άδεια σχεδόν η Πανεπιστημίου. Μόνο ταξί που κατεβαίνουν προς την Ομόνοια.

— Τι ωραία που είναι η Αθήνα δίχως κόσμο… λέω αφηρημένα. Και το πιστεύω αυτό που λέω.

— Δεν έχει λεωφορεία; Τι ώρα είναι; με ρωτάει.

Τότε κι εγώ αντιλαμβάνομαι πως δεν υπάρχουν λεωφορεία. Τα λεωφορεία Αμπελόκηποι – Πατήσια που περνούν ακριβώς μπροστά απ΄ το Πολυτεχνείο…

Με πιάνει σύγκρυο για δεύτερη φορά.

— Πώς δεν έχει! της απαντάω. Απλούστατα είναι περασμένη η ώρα κι έρχονται κάθε τέταρτο.

Στα χέρια μου κρατάω τη μπροσούρα για τη Χιλή. Στο εξώφυλλο, ένα τεράστιο κόκκινο αστέρι αριστερά, και στο κέντρο, γαλάζιος ένας χάρτης όλης της Νότιας Αμερικής, μόνο της Νότιας Αμερικής. Εκεί, προς τα πάνω, που πλαταίνει η Νότια Αμερική, και γίνεται σαν παλάμη, ένα τουφέκι οριζόντιο που το κρατάει σφιχτά αυτή η ίδια παλάμη, αυτή η ίδια κι ολάκερη Νότια Αμερική. Ταυτόχρονα βλέπουμε και τους μπάτσους. Έρχονται από δεξιά. Μπρος στο Πανεπιστήμιο, κλούβες γεμάτες μπάτσους που περιμένουν.

— Κρύψε το βιβλίο στο ταγάρι σου, της λέω.

Το ταγάρι της κρέμεται στον αριστερό ώμο της, απ΄ τη δική μου μεριά. Βάζω τη μπροσούρα στο ταγάρι. Η Ιωάννα, ως συνήθως, κουβαλάει μες στο ταγάρι της ό,τι μπορεί να βάλει ανθρώπου νους. Η μπροσούρα δε χωράει. Φαίνεται. Δε σταματάμε να περπατάμε. Οι μπάτσοι μας φτάνουν. Σφιγγόμαστε πιο πολύ ο ένας πάνω στον άλλο. Περνάμε ανάμεσά τους. Άγρια πρόσωπα, κιτρινωπά, καφετιά.

— Λες να επιτεθούν; ξανά η Ιωάννα.

— Γιατί να επιτεθούν; Άλλωστε, δε γίνεται τίποτα σπουδαίο. Μια απλή συγκεντρωσούλα. Φοβάσαι;

— Ναι. Φοβάμαι τη βία.

— Αυτοί κάνουνε τη δουλειά τους, λέω πιο πολύ για να την καθησυχάσω. Κι είναι πολύ φυσικό να υπάρχουν αστυνομικοί όπου υπάρχουν συγκεντρώσεις…

Και νιώθω σε μια στιγμή να την τραβάω για να περπατήσουμε πιο γρήγορα καθώς πλησιάζουμε στα Χαυτεία.

— Δεν ακούω φωνές. Θα έφυγαν φαίνεται. Τι λες; μιλάει πάλι η Ιωάννα.

— Α! Σίγουρα! της απαντάω και νιώθω να την τραβάω ακόμα πιο πολύ.

— Τι με τραβάς; Ας περπατάμε πιο σιγά. Είναι ωραία η βραδιά.

Στρίβουμε στα Χαυτεία. Παίρνουμε δεξιά την Πατησίων. Όσο προχωράμε προς το Πολυτεχνείο, διασταυρωνόμαστε με αραιούς διαβάτες στην αρχή, έπειτα πέφτουμε πάνω σε μικρές ομάδες που πυκνώνουν ολοένα. Οι φωνές, από μακριά ακόμα, φτάνουν στ΄ αυτιά μας σαν απροσδιόριστο κάλεσμα. Εκεί είν΄ ακόμα! λέω μέσα μου, και κάποια ταραχή, μισή χαρά, μισή φόβος, με κάνει ν΄ ανοίξω ακόμα πιο πολύ το βήμα μου. Η Ιωάννα, γατζωμένη απάνω μου, με ακολουθεί με δυσκολία όσο ο κόσμος πληθαίνει γύρω μας, κι οι φωνές γίνονται όλο και πιο ξεκάθαρες. Αστυνομία πουθενά.

Περνάμε τη Χαλκοκονδύλη και πέφτουμε πάνω στο μεγάλο πλήθος, κι ανοίγουμε τ΄ αυτιά μας στις φωνές, κι αναγαλλιάζει κάτι στο στήθος μου.

— Πότε μαζεύτηκε τόσος κόσμος; λέω. Τ΄ απόγευμα που πέρασα, ήταν πολύ λίγος. Πώς μαζεύτηκαν τόσοι πολλοί;

— Άρα, η κυκλοφορία έχει σταματήσει, κι όχι πως είναι αργά και πως τα λεωφορεία περνάνε κάθε τέταρτο, λέει η Ιωάννα.

— Όχι βέβαια, όχι βέβαια, κι ανοίγω το βήμα μου. Τη σέρνω κυριολεκτικά. Την ώρα αυτή, μια τεράστια κραυγή, σάμπως βγαλμένη από μυριάδες στόματα, κάνει τις βιτρίνες να τρίζουν.

«Απόψε, Πεθαίνει, ο φα-σι-σμός»

Κοκκαλώνουμε κι οι δυο. Έχουμε φτάσει στη Στουρνάρα. Δέκα μονάχα βήματα μάς χωρίζουν απ΄ το πεζοδρόμιο του Πολυτεχνείου.

«Έξι χρόνια είν΄ αρκετά, δε θα γίνουνε εφτά»

«Κάτω η Χούντα»

— Ξενοφώντα, εγώ θα στρίψω δεξιά, λέει η Ιωάννα αποφασιστικά. Δε μπορώ να σ΄ ακολουθήσω. Έλα και συ. Μην πας. Πάμε από δω.

— Όχι Ιωάννα. Ας χωρίσουμε εδώ καλύτερα. Καληνύχτα.

— Πρόσεχε! Πρόσεχε σε παρακαλώ.

Τη χαιρετάω κι ετοιμάζομαι να περάσω απέναντι. Κάνω δυο – τρία βήματα. Τότε θυμάμαι το βιβλίο. Στρέφω, ψάχνω να τη βρω εκεί που χωρίσαμε πριν από λίγο. Πήχτρα ο κόσμος. Ξαναγυρίζω. Ανοίγω δρόμο με τους αγκώνες μου, φωνάζω Ιωάννα, δεν ξέρω γιατί, δε θέλω απόψε ν΄ αποχωριστώ τη Χιλή. Σε αρκετή απόσταση, κάποιο γυναικείο ξανθό κεφάλι γυρίζει προς τα πίσω.

— Το βιβλίο! της φωνάζω. Ξέχασα να πάρω το βιβλίο.

Τηνε καληνυχτίζω ακόμα μια φορά και ξαναγυρίζω. Χώνουμαι μέσα στο πλήθος, σα να ζητάω να προφυλαχτώ. Στέκομαι για λίγο στο απέναντι πεζοδρόμιο, και σε λίγο πραγματοποιώ τα δέκα μεγάλα βήματα της ζωής μου, ως εκεί που αρχίζει το πεζοδρόμιο του Πολυτεχνείου, οι τοίχοι του, τα τείχη του κι η ζωή του.

Περπατάω αργά, σα να ξύπνησα άξαφνα στο κέντρο κάποιου εξαίσιου παραμυθιού. Ποτέ δεν είδα τόσα πρόσωπα φωτεινά, ποτέ τη νιότη δεν την αντίκρυσα με τόσες τύψεις για μιαν άλλην νιότη χαμένη άδοξα. Ηλεκτρίζομαι. Βαδίζω σαν υπνωτισμένος, μ΄ ένα μούδιασμα ακόμη στα μέλη μου, με δυσκολία στη φωνή μου. Πόσο καιρό τηνε περίμενα μια στιγμή τέτοια! Κλείνω τα μάτια σε μια στιγμή κι αφήνομαι να με παρασύρουν οι φωνές, να χορτάσω ύμνους, να πλημμυρίσουνε τα κύτταρά μου ηχοφωτιές, να γίνω ολάκερος ένας ηχοβασίλειο. Πόση δίψα για φωνές! Θεέ μου, πόσο την είχα συνηθίσει τέτοια δίψα, και δεν τόξερα.

Κι αρχίζω αργά την περιπλάνηση ανάμεσα στα πρόσωπα και τα μάτια. Απόψε, όλος ο κόσμος μοιάζει σα να κατοικήθηκε από μάτια και χείλη. Παιδιά, όλα παιδιά, κανένα κάτω απ΄ τα δεκάξι, κανένα πάνω απ΄ τα εικοσιδυό. Κάποιος ρωτάει την ώρα. Κάποιος άλλος του λέει πως είναι δωδεκάμισι τη νύχτα. Πώς τόσο γρήγορα απ΄ το Ψωμί, την Παιδεία, πώς τόσο γρήγορα απ΄ την Ελευθερία του απογεύματος να φτάσουμε ως εδώ, ως αυτή τη στιγμή της ύστατης άρνησης;

Κοιτάζω προς τα πάνω άθελά μου. Στις ταράτσες των κτιρίων. Κι η σκέψη με παραλύει. Κάνω να το βάλω στα πόδια. Κάποιος μέσα μου με γραπώνει απ΄ το λαιμό. «Εδώ θα κάτσεις. Πρώτα θ΄ αποφασίσεις για το φόβο σου, κι έπειτα θα φύγεις. Γι΄ απόψε τουλάχιστο». Το βλέμμα μου απογειώνεται και πάλι στις ταράτσες και τα μπαλκόνια των τελευταίων ορόφων. Από κει, λέει, από κει άξαφνα να ξεπροβάλουν. Οι κάννες. Οι κάννες των πολυβόλων στραμμένες όλες καταπάνω μας. Και χωρίς καμιά προειδοποίηση ν΄ αρχίσουν να φτύνουν…

Αυτή τη φορά δε μούρχεται να το βάλω στα πόδια. ‘Εχω κιόλας δει τις κοπέλες με την ποδιά του σχολείου, τ΄ αγόρια με τα μπλου τζηνς και τα μακριά μαλλιά και τα γένεια, να σταματάνε τ΄ αυτοκίνητα και να γράφουνε πάνω τους συνθήματα, λεωφορεία, γιώτα χι, ημιφορτηγά που έρχονται προς το κέντρο, πολλά αυτοκίνητα, αφύσικα πολλά για τέτοιαν ώρα προχωρημένη, να γράφουνε πάνω τους συνθήματα, και να ζητάνε από τους οδηγούς να βαράνε συνέχεια τα κλάξον, και να φωνάζουν μαζί τους κι αυτοί για το φασισμό που απόψε πεθαίνει, τα έχω δει όλ΄ αυτά. Πώς να το βάλω στα πόδια; Κάποιο παιδί μ΄ αναγνωρίζει μες στο πλήθος.

— Φώντα!

Στρέφω να δω.

— Σώτο!

Με πλησιάζει. Είναι μαζί του και κάποιο άλλο παλικάρι.

— Εσύ; Πώς βρέθηκες εδώ; λέω σα να ψελλίζω.

— Εδώ είν΄ η θέση μου, απαντάει χωρίς χαμόγελο.

— Πόσο χαίρομαι… Τι να πω. Θες τσιγάρο;

— Ναι, ξέμεινα τελείως. Τα μοίρασα όλα.

— Πάρε, δώσε και στο φίλο σου.

Του απλώνω όλο το κουτί. Τότε το βλέπω.

— Τι έπαθε το χέρι σου; Τόσπασες;

Το χέρι του τ΄ αριστερό, είναι βαλμένο στο γύψο. Μέχρι τον αγκώνα.

Γελάει ο Σώτος…

— Όχι, δεν τόσπασα… και μου κλείνει το μάτι.

Τα χάνω. Το δικό μου μάτι πέφτει τώρα και στο χέρι του φίλου του, τ΄ αριστερό. Κι αυτουνού το χέρι σπασμένο. Κι άξαφνα, παραβιάζεται η μακάρια αθωότητά μου.

— Κρατάς απάνω σου καμιά κιμωλία; ρωτάει ο Σώτος.

— Κιμωλία; Πώς; Όχι… τραυλίζω. Δεν το σκέφτηκα.

— Καλά, δεν πειράζει, μου χαμογελάει ο Σώτος. Θα ζητήσω από κάποιον άλλο.

Κι απομακρύνεται ο Σώτος, και περνάει ανάμεσα απ΄ τ΄ αυτοκίνητα, που σταματούν για λίγο, φορτώνονται συνθήματα, κι έπειτα ξεκινούν κορνάροντας ρυθμικά για να τα μεταδώσουν στα πέρατα της ελπίδας, και ξανάρχεται ο Σώτος, λίγο πιο κάτω από κει που ΄μαι εγώ, κι αρχίζει πάλι να γράφει με κόκκινη κιμωλία, ο Σώτος, να γράφει σε τζάμια, σε παρ-μπριζ, σε πόρτες και θόλους αυτοκινήτων, συνεχίζει να γράφει, παιδί δεκαοχτάχρονο ο Σώτος, κλεμμένο ανάστημα κυπαρισσιού, συνεχίζει να γράφει την καινούργια ιστορία που άρχισε σήμερα το πρωί.

Τα μάτια μου τρέχουνε. Περίεργο! Κλαίω. Κλαίω επί τέλους.

Παίρνω το δρόμο για το σπίτι μου. Πάω να ξεσηκώσω ό,τι βρω. Χαρτιά, μολύβια, κιμωλίες, μαρκαδόρους, κραγιόνια και νερομπογιές. Θα ξανάρθω. Ξεκαθάρισα πια θαρρώ τους λογαριασμούς μου με το φόβο. Περπατάω βιαστικά. Βγαίνω απ΄ το πλήθος. Πίσω μου οι φωνές και τα συνθήματα, μοιάζουν δοξαστικό για κάποιο άγνωστο ξημέρωμα που πλησιάζει.-

Από το «Τριήμερο στα κάγκελα, απ΄ το ημερολόγιο των σκοτεινών ημερών», Καστανιώτης 1979, σ. 13-35.

ΣχολείοΣχολείο

 
Εδώ Πολυτεχνείο, εδώ Πολυτεχνείο

"Εδώ Πολυτεχνείο, εδώ Πολυτεχνείο. Εκπέμπουμε στους 1.050 χιλιόκυκλους." 

Η λειτουργία του σταθμού κάλυψε 34 ώρες-από τις 5 μ.μ. της Πέμπτης 15 Νοεμβρίου ως τις 3 π.μ. του Σαββάτου 17 Νοεμβρίου. Η απόφαση για τη λειτουργία του ανήκε στη Συντονιστική Επιτροπή,που κατηύθυνε τον αγώνα των φοιτητών μέσα στο Πολυτεχνείο.

"Εδώ Πολυτεχνείο,εδώ Πολυτεχνείο.Σας μιλά ο ραδιοφωνικός σταθμός των ελεύθερων αγωνιζόμενων φοιτητών,των ελεύθερων αγωνιζόμενων Ελλήνων. Εκπέμπουμε σε 1.050 χιλιόκυκλους. Μεταδίδομε μήνυμα συμπαράστασης προς τους φοιτητές και τους εργαζόμενους που αγωνίζονται κλεισμένοι στο Εθνικό Μετσόβειο Πολυτεχνείο, των εκπροσώπων του λαού των Μεγάρων που έφθασαν στην Αθήνα για να παρεμποδίσουν την κατάληψη της γης τους."
*"Ο αγώνας είναι κοινός. Δεν είναι μόνο για την πόλη των μεγάρων ή το Πολυτεχνείο. Είναι για την Ελλάδα. Για το λαό της,που θέλει να καθορίζει τη ζωή του και να πορεύεται στο δρόμο της προκοπής. Βασική προϋπόθεση είναι η ανατροπή της δικτατορίας και η αποκατάσταση της λαϊκής κυριαρχίας".

*"Πληροφορηθήκαμε ότι λειτουργεί ραδιοφωνικός σταθμός που αυτοαποκαλείται ραδιοφωνικός σταθμός Πολυτεχνείου μεταδίδοντας εξτρεμιστικά συνθήματα, όπως "Κάτω το Κράτος", "η Χούντα έπεσε" και άλλα. Λαέ της Αθήνας,  λαέ της Ελλάδας. Καταγγέλλουμε αυτήν την προβοκατόρικη ενέργεια των οργάνων της δικτατορίας, που έχουν σκοπό να μας διασπάσουν και να μας αποκόψουν από τον κοινό αγώνα του ελληνικού λαού. Ο μόνος ραδιοφωνικός σταθμός που μας αντιπροσωπεύει και εκφράζει τον αγώνα σου, λαέ της Ελλάδας, είναι αυτός που ακούς. Ο ραδιοφωνικός σταθμός των ελεύθερων αγωνιζόμενων φοιτητών, των ελεύθερων αγωνιζόμενων Ελλήνων".

* "Καταγγέλλουμε στον ελληνικό λαό τις αδίστακτες προσπάθειες των μέσων ενημερώσεως, που ελέγχονται από την κυβέρνηση να παρουσιασθεί η λαϊκή κινητοποίηση σαν ανεύθυνη μεμονωμένη ενέργεια".
* "Καλούμε όλο τον ελληνικό λαό να σταθεί στο πλευρό μας. Καλούμε όλες τις προοδευτικές αντιδικτατορικές δυνάμεις της χώρας να κινητοποιηθούν και να είναι στο πλάι μας.  Αγωνιζόμαστε για μια λεύτερη Ελλάδα. Ζήτω η Εθνική Ανεξαρτησία. Ζήτω ο Ελληνικός λαός".

* "Ευχαριστούμε τους οικοδόμους για την συμπαράσταση τους. Ευχαριστούμε τους μαθητές των Τεχνικών Σχολών για τη συμπαράσταση τους και την αποχή τους. Ευχαριστούμε τους μαθητές των Γυμνασίων της Αθήνας, που εκδηλώνουν ενεργά την συμπαράσταση και τη συμμετοχή τους στον παλλαϊκό αγώνα".
* "Κάνουμε για ακόμα μια φορά έκκληση προς όλα τα ξένα ειδησεογραφικά πρακτορεία, προς όλους τους ξένους ραδιοσταθμούς να αναμεταδίδουν σωστά το επίπεδο και την πορεία του αγώνα μας. Ιδιαίτερα απευθυνόμαστε στη Ντόιτσε Βέλ, γιατί κυβερνητικά όργανα επικαλέσθηκαν τις αγγελίες της στη σημερινή προσπάθεια διαστρέβλωσης των θέσεών μας".

* "Δηλώνουμε για ακόμα μια φορά ότι οι θέσεις μας είναι: Αντιχουντικές. Παλεύουμε για την ανατροπή της χούντας. Αντιφασιστικές. Παλεύουμε για να εγκαθιδρυθεί αντιφασιστική δημοκρατία στην Ελλάδα. Αντιμπεριαλιστικές. Παλεύουμε για να επιτευχθεί η ανεξαρτητοποίηση της Ελλάδας από τα ξένα συμφέροντα. Καταγγέλλουμε το άρθρο 23 του χουντικού Συντάγματος, που αποβλέπει πως νομοθετική αλλαγή είναι δυνατή μόνο εφ’ όσον καταλήγει σε μείζονα προστασία των ξένων συμφερόντων".
* "Οι ελεύθεροι Έλληνες φοιτητές που για τρίτη σήμερα μέρα έχουν καταλάβει το σπουδαστικό τους χώρο,θεωρούν πρώτιστο μέλημα τους τη διατήρηση του χώρου αυτού καθώς και της περιουσίας του ιδρύματος… Γίνεται ικανοποιητική μέχρι τώρα προσπάθεια και έχει επιτευχθεί και όσα τμήματα των κτηρίων χρησιμοποιηθούνε να υπάρξει σαφής τάξη. Τα υπόλοιπα  τμήματα βρίσκονται κλεισμένα καθαρά και σε υποδειγματική κατάσταση. Με αυτή την ανακοίνωση,την αλήθεια της οποίας διαπίστωσαν Συγκλητικοί καθηγητές μας, θέλουμε να διαψεύσουμε όλες τις φήμες που προσπαθούν να παρουσιάσουν ένα αναρχούμενο ίδρυμα. Ας αγωνισθούμε όλοι για μια νέα Δημοκρατία".

"Οι φοιτητές απ όλες τις σχολές στη διάρκεια του φοιτητικού κινήματος συνειδητοποιήσαμε πως τα προβλήματα μας,σχετικά με τον εκδημοκρατισμό της Παιδείας και τη λειτουργία του εκπαιδευτικού συστήματος, δε λύνονται χωρίς την αλλαγή της συγκεκριμένης πολιτικής κατάστασης. Αρχίζοντας έτσι έναν πολιτικό αγώνα, οι φοιτητές και οι Έλληνες εργαζόμενοι που κλείστηκαν στο Πολυτεχνείο ξεκαθαρίζουν τις θέσεις τους και καλούν τον ελληνικό λαό να συσπειρωθεί γύρω τους και ν’ αγωνισθεί μαζί τους ως την τελική νίκη."

* "Αυτή τη στιγμή δεκάδες χιλιάδες λαού έχουν κατακλύσει σε μεγάλη ακτίνα γύρω από το Πολυτεχνείο, όπου βρισκόμαστε, όλους τους δρόμους, όλες τις πλατείες".
* "Η νίκη είναι κοντά. Όλος ο λαός να κατέβει στους δρόμους της Αθήνας. Γενική κινητοποίηση. Πρέπει να νικήσουμε".
* "Μέτρα για τα δακρυγόνα. Σε περίπτωση που η Αστυνομία χρησιμοποιήσει δακρυγόνα, ο ελληνικός λαός πρέπει να προφυλαχθεί".
* "Λαέ της Αθήνας, τα συνθήματα μας είναι: " Ή τώρα ή ποτέ", "Γενική κινητοποίηση".

* "Σε περίπτωση που η αστυνομία χρησιμοποιήσει δακρυγόνα,μη φοβηθείτε. Κραγιόν και Βαζελίνη γύρω από τα μάτια. Και μην τρίβετε τα μάτια".
* "Γενική έκκληση. Γενική έκκληση. Λαέ της Αθήνας. Όσοι μπορούν να αποστείλουν αναπνευστικές συσκευές, με μπουκάλες οξυγόνου".
* "Αγαπητοί συνάδελφοι, μη ρίχνετε νερό στο πρόσωπο,γιατί αυτό πειράζει. Σε κάθε πόρτα, σε κάθε είσοδο θα υπάρχει μια επιτροπή που θα σας δίνει λεμόνια που θα βάζετε στη μύτη και θα κάνετε βαθιές εισπνοές".
* "Με ψυχραιμία θ’ αντιμετωπίσουμε την επίθεση που πραγματοποιεί αυτή τη στιγμή η χούντα. Στο τέλος θα νικήσουμε".

* "Όλη η Αθήνα είναι αυτή τη στιγμή πλημμυρισμένη από το πλήθος. Ρίχνουν δακρυγόνα για να μας αντιμετωπίσουν. Δεν θα υποχωρήσουμε. Δεν θα υποχωρήσει ο Αθηναϊκός λαός".
* "Κάνουμε έκκληση την ύστατη αυτή στιγμή.Κινδυνεύουν οι ζωές των συνανθρώπων μας.Στείλτε οξυγόνο κι αντιασφυξιογόνες προσωπίδες στο Πολυτεχνείο".
* "Η χούντα με δακρυγόνα προσπαθεί να μας πολεμήσει αλλά εμείς ξέρουμε να προφυλαχθούμε. Οι φοιτητές και ο λαός ξέρει καλά ότι με λίγη βαζελίνη, λίγο λάδι ή λίγο κραγιόν γύρω απ’ τα μάτια αντιμετωπίζονται τα δακρυγόνα. Αγωνισθείτε ενάντια στη χούντα. Αγωνισθείτε ενάντια στο φασισμό. Ζήτω το ελεύθερο Πολυτεχνείο".

* "Λαέ της Αθήνας,χρειαζόμαστε φάρμακα. Βάλιουμ από στόματος και βάλιουμ ενέσιμα. Ο αγώνας μας πρέπει να πετύχει".
* "Τα ιατρεία του Πολυτεχνείου χρειάζονται μερικά φάρμακα για ν’ αντιμετωπίσουν τους κινδύνους. Χρειαζόμαστε βάλλιουμ, συλβατόλ, ατομικές σύριγγες, πολλές γάζες και μικρές φιάλες οξυγόνου".
* "Γενική έκκληση, προς όλους τους αγωνιζόμενους Έλληνες, προς όλους τους ελεύθερους Έλληνες, προς όλες τις δυνάμεις της Δημοκρατίας, προς όλες τις ελεύθερες αντιδικτατορικές δυνάμεις. Όσοι μπορούν και όσοι δύνανται να προσφέρουν στον αγώνα των φοιτητών θα πρέπει να βρίσκονται όρθιοι στις επάλξεις. Ζητούνται: φιάλες οξυγόνου με αναπνευστικές συσκευές, βάλλιουμ…".

* "Μαζευτείτε όλοι έξω από το Πολυτεχνείο. Όλοι έξω. Μη φοβάστε τα δακρυγόνα δεν είναι τίποτα".
* "Χρειαζόμαστε οινόπνευμα και κορτιζόνη. Οινόπνευμα και κορτιζόνη".
* "Λαέ της Αθήνας. Η συμπαράσταση σου μας κατέπληξε. Δεν περιμέναμε τέτοια ανταπόκριση. Έχεις κυκλώσει το Πολυτεχνείο και με τα στήθη σου μας προφυλάσσεις από νέα επιδρομή δακρυγόνων. Τα δακρυγόνα πέρασαν. Τα αντιμετωπίσαμε λαμβάνοντας όλα τα απαιτούμενα μέτρα. Ελληνικέ λαέ, σ’ ευχαριστούμε για τη συμπαράστασή σου".

* "Κάνουμε έκκληση προς τον Διεθνή Ερυθρό Σταυρό να στείλει ασθενοφόρα να πάρουν τραυματισμένους".
* "Είμαστε απόλυτα προετοιμασμένοι σε μία τυχόν νέα επίθεση, που δεν πιστεύουμε ν’ αποτολμήσει η αστυνομία".
* "Όσοι γιατροί βρίσκονται στο χώρο του Πολυτεχνείου, όσοι γιατροί μπορούν,να σπεύσουν κοντά μας".
* "Όσοι μπορούν και ξέρουν να αχρηστεύουν δακρυγόνα, να πάνε στην πόρτα της Τοσίτσα".

* "Πολλοί από τους τραυματισμένους,σχεδόν όλοι, δεν δέχθηκαν να πάνε στον Ερυθρό Σταυρό. Παρέμειναν στους χώρους του Πολυτεχνείου. Τα τραύματα τους βέβαιά είναι ελαφρά, όμως προτίμησαν να συνεχίσουν τον αγώνα τους οι τραυματισμένοι, προτίμησαν να μείνουν κοντά μας".
* "Αυτή τη στιγμή γίνονται προσπάθειες,που μας κάνουν να συγκινούμαστε και να μη μετανιώνουμε για τον αγώνα μας".
* "Η κατάσταση είναι σοβαρή. Πρέπει γρήγορα να σταλούν ενέσεις μορφίνης και αιμοστατικά. Παρακαλούμε όλους τους γιατρούς να σπεύσουν να μας βοηθήσουν".
* "Η κατάσταση ορισμένων τραυματιών είναι σοβαρή. Παρακαλούμε όσοι ορθοπεδικοί και χειρουργοί βρίσκονται στον χώρο του Πολυτεχνείου να έλθουν στο ιατρείο μας’.
* "Πληροφορίες έχουμε ότι στην Λεωφόρο Αλεξάνδρας έχουν σχηματιστεί οδοφράγματα…".

* "…κάνουμε έκκληση προς όλες τις πρεσβείες, προς όλα τα…".
* "…αυτή τη στιγμή πιστεύουμε πως κάθε στρατιώτης, κάθε αξιωματικός που αγαπάει την Ελλάδα δεν θα σηκώσει το χέρι του, δεν θα χύσει αίμα πατριωτικό, αίμα αδελφικό…"
* "…αστυνομικοί έχουν μπει στο χώρο του Πολυτεχνείου. Πιστεύουμε ότι οι φαντάροι μας θ’ αγκαλιαστούν με τους φοιτητές μας…".
* "…να ψαλεί ο Εθνικός Ύμνος, όλοι να ψάλουν τον Εθνικό Ύμνο…".
* "…κάνουμε έκκληση, ο αγώνας πρέπει να συνεχισθεί και αύριο, αν αυτοί μας συλλάβουν και είναι σίγουρο πως θα μας συλλάβουν…"
* "…φοιτητές είναι σκαρφαλωμένοι στα σίδερα, στα κάγκελα του Πολυτεχνείου και φωνάζουν μπροστά στα τανκς…".
* "Οι φοιτητές έχουν ξεκουμπώσει τα πουκάμισα τους και δείχνουν τα στήθια τους στα τανκς και φωνάζουν ‘Αγάπη, αγάπη’!".
* " Όχι αδελφικό αίμα! Στρατός-λαός μαζί όλοι ενωμένοι, ενάντια στη χούντα".

* "Ελληνικά στρατευμένα νιάτα. Ο λαός που βρίσκεται μέσα και έξω από το Πολυτεχνείο σας περιμένει. Δεν σας κρατάει καμιά κακία. Ξέρει ότι δεν φταίτε εσείς για την εντολή που πήρατε. Ξέρει πως οι καρδιές οι δικές σας είναι κοντά στις δικές μας καρδιές".
* " Έλληνες φοιτητές που βρίσκεστε μέσα και έξω από το Πολυτεχνείο,τα τανκς είναι μαζί σας. Οι καρδιές των τανκς χτυπούν στο δικό σας παλμό. Μη φοβάστε τα τανκς, μη φοβάστε τους φαντάρους που βρίσκονται πίσω απ’ αυτά, οι καρδιές των φαντάρων μας είναι μαζί μας".
* "…αυτή τη στιγμή γεννιέται και σημαίνει η ώρα της λευτεριάς…".

* "Κάτω η χούντα, ζήτω το ελληνικό αδούλωτο φρόνημα των Ελλήνων φοιτητών,του ελληνικού λαού,που απόψε μέχρι τώρα που πλησιάζει η ώρα 2 και 30 μετά τα μεσάνυχτα στέκει ,μέσα και έξω από το Πολυτεχνείο, παρά τις προσπάθειες της αστυνομίας της χούντας να τους διαλύσει".
* "Ο σταθμός μας δεν θα σταματήσει να μεταδίδει μέχρι το πρωί. Ο μόνος ελεύθερος σταθμός μετά από 6 χρόνια δικτατορίας".
* "Ζήτω η λευτεριά μας, ζήτω η Ελλάδα μας".
* "Μ’ αυτή την ενέργεια η χούντα απέδειξε ότι τα πέντε τανκς είναι ο ψυχικός εκφοβισμός στις χιλιάδες λαού που κατέβηκαν στους δρόμους της Αθήνας".

* "Η χούντα ξεσκεπάστηκε από μόνη της".
* "Δεν πρέπει να χυθεί αίμα".
* "Αυτή τη στιγμή παρουσιαζόμαστε ενωμένοι ενάντια στη δικτατορία".
* "Ναι, θέλουμε να εκλέξουμε εμείς τους αντιπροσώπους…".
* "Όλοι σήμερα, αυτή την αυγή, περιμένουν να δουν το λαό περήφανα να κυβερνάει."
"Δεξιά κι αριστερά επί της Πατησίων κατέρχονται διαδηλωτές στο κέντρο της Αθήνας, κατέρχονται στο κέντρο της Αθήνας που είναι πια το Πολυτεχνείο. Εδώ Πολυτεχνείο, εδώ Πολυτεχνείο, σας μιλά ο ραδιοφωνικός σταθμός των ελεύθερων αγωνιζόμενων φοιτητών, των ελεύθερων αγωνιζόμενων Ελλήνων. Αγαπητοί ακροατές που μας ακούτε, θα διακόψουμε για λίγο τη μετάδοση των ειδήσεων. Μόλις μάθουμε νέα, θα σας… Θα επικοινωνήσουμε και πάλι μαζί σας. Μείνετε στους δέκτες σας στο ίδιο μήκος κύματος".

Σχολείο

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΣΕ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ

image

image

image

 

image

 

image

 

image

 

image

 

image

 

image

 

image

 

image

 

image

 

image

 

image

 

 

image

 

image

 

image

 

image

 

image

 

 

image

 

 

image

 

image

 

image

 

image

 

image

 

image

 

image

 

image

 

image

Κατηγορίες:πολιτική Ετικέτες: ,
  1. Δεν υπάρχουν σχόλια.
  1. No trackbacks yet.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: