Αρχική > διηγήματα Ν. Τσούλια > Η … ταυτότητα του Δημήτρη

Η … ταυτότητα του Δημήτρη

clip_image001Του Νίκου Τσούλια

Πήγαμε με μια ομάδα φοιτητών, πιο σωστά φοιτητριών γιατί στη Φιλοσοφική Σχολή δύσκολα βρίσκεις φοιτητές, σε ένα δημόσιο Ι.Ε.Κ. ατόμων με αναπηρία για την απαραίτητη πρακτική άσκηση. Δίναμε οδηγίες από πριν για τους χειρισμούς μας, αν και οι φοιτήτριες που επέλεγαν μαθήματα ειδικής αγωγής πάντα ήξεραν πώς να κινούνται σε τέτοιες περιπτώσεις – ίσως η διαίσθησή τους ή η αγάπη τους για τα άτομα με αναπηρία και για το αντικείμενο των σπουδών τους να ήταν το καλύτερο οδηγητικό νήμα για να ανιχνεύσουν τον άπαντα κόσμο του ανθρώπου και ιδιαίτερα τις αθέατες πλευρές του.

Θα καθόμαστε όλο το πρωινό, οπότε θα μελετούσαμε όλα τα στοιχεία που θέλαμε, δώσαμε χρόνο και σε προσωπικές πρωτοβουλίες για να αυτοσχεδιάσουν και να «πλησιάσουν» τους ανθρώπους του σχολείου – αφού οι περισσότεροι ήταν και ενήλικες – με το δικό τους τρόπο…
Ο Δημήτρης με πλησίαζε όλο και περισσότερο. Απαντούσε με προθυμία σε όλα τα ερωτήματα, μερικές φορές αναλάμβανε αυτός την ξενάγηση και προσπαθούσε – αποτυχημένα είναι η αλήθεια – να μας μιλήσει και για το σχολείο του επιχειρώντας να προβλέπει κάθε φορά τι θα πει ο Διευθυντής. Ήταν 21 χρονών, η ψυχή του παιδική, παιδική και η σκέψη του, απονήρευτος, αργούσε η ενηλικίωσή του μέσα στο κουκούλι του σχολείου, ο κόσμος του όλος: ο μικρός περίγυρος του σχολείου.

«Και τι ομάδα είσαι Δημήτρη;». Υποστήριζε την ίδια ομάδα με μένα. Λύθηκαν οι όποιοι δεσμοί αναστολής είχαν απομείνει μεταξύ μας. Προσπαθούσε να με συναντήσει κατά μόνας. Είδε και απόειδε και όταν μείναμε με μια μικρή ομάδα, είπε τον καημό του δυνατά αφού δεν γινόταν αλλιώς.
«Κύριε Νίκο, έχετε πολύ όμορφες κοπέλες».
«Ναι πράγματι, φίλε μου, είναι όλες ξεχωριστές».

Η άσκηση της ομάδας μας προχωρούσε με πολύ καλό ρυθμό. Γνωρίζαμε άγνωστες όψεις του ατόμων με αναπηρία, αρκετές φορές η συζήτηση πήγαινε και στα προσωπικά ζητήματα, σα βεντάλια ξεδιπλώνονταν άδηλες και κρίσιμες πτυχές των σχετικών ζητημάτων, γινόταν απρόσμενα πολύ ουσιαστική, η παραμονή μας παρατεινόταν.

«Κύριε Νίκο, μπορώ να έλθω και εγώ μαζί σας; Το θέλω πάρα πολύ».
«Δεν γίνεται αυτό φίλε μου».
Δεν πειθόταν με τίποτα. Γινόταν όλο και πιο επίμονος, όλο και πιο παρακλητικός. Χρησιμοποίησα το τελευταίο επιχείρημα.
«Δημήτρη, δεν είμαι εγώ ο αρχηγός της ομάδας, είναι η κυρία Ισμήνη».
«Δεν το πιστεύω, εγώ βλέπω τις φοιτήτριες να ρωτάνε περισσότερο εσάς». Ήταν φοβερός, είχε μελετήσει κάθε κίνησή του.
Δεν μπορούσα να βρω κανένα λόγο να τον πείσω και εγκατέλειψα την προσπάθεια.

Όσο περνούσε η ώρα τον απέφευγα. Το κατάλαβε.
«Ας απογοητευθεί τώρα σιγά – σιγά, θα το δεχτεί καλύτερα», σκέφτηκα. Το βλέμμα του συννέφιασε, έπαψε να μιλάει, έσερνε βαριά τα βήματά του, ακολουθούσε την κύρια ομάδα, εκεί που ήσαν οι περισσότερες φοιτήτριες. Την πορεία των πραγμάτων που είχα προβλέψει την ανέτρεψε μια φοιτήτρια.
«Δημήτρη, σε βλέπω στενοχωρημένο γιατί; Εσύ έδειχνες τόση προθυμία, τόση ζωντάνια».
Δεν της απάντησε. Αυτή επέμενε, δεν πρόλαβα να της κάνω νόημα. Τον πήρε παράμερα, της φανέρωσε την επιθυμία του, ήλθε και μου ομολόγησε το συμβάν, της είχε πει και την άρνησή μου, έδειχνε σαστισμένη, δεν περίμενε ότι θα έφτανε η επίσκεψη σε μια τέτοια απρόσμενη εξέλιξη.
Η ιστορία διαδόθηκε σε όλη την ομάδα, όπως ξαπλώνεται η φωτιά στην καλαμιά. Συννεφιάσαμε όλοι. Αρχίσαμε να σκεφτόμαστε την αποχώρησή μας, είχαμε και δικαιολογία, το μεσημέρι ζυγιαζόταν προς την μεριά του πρωινού, έπρεπε και το σχολείο να κανονίσει τα του γεύματος.

Την άλλη μέρα που συζητήσαμε το περιεχόμενο της επίσκεψής μας, ο όλος σχεδιασμός και η αποτίμηση της επίσκεψης είχε στραφεί αλλού. Δεν μπορούσαμε να προσπεράσουμε εύκολα την περίπτωση του Δημήτρη. Δεν μπορούσαμε να φανταστούμε ότι υπάρχει άνθρωπος με έναν τέτοιο σταυρό μαρτυρίου. Στόμωνε η σκέψη μας. Τα ερωτηματικά και οι αρχέγονες απορίες – εκείνες οι απορίες που μένουν για πάντα αναπάντητες ήταν το μόνο δίκτυο επικοινωνίας μας.
«Πώς μπορεί να ζήσει έτσι ένας άνθρωπος;»
«Πώς μπορεί να νιώθει δηλαδή;»
«Έχει αναπτυχθεί ο συναισθηματικός του κόσμος;»
«Και δεν πάει κανένας να τον δει;»
«Αμαρτίες γονέων παιδεύουσι τέκνα…»
«Και εκεί που νομίζαμε ότι όλα τα βάσανα του ατόμων αυτών μπορούν να απαλυνθούν…»
«Πώς μπορεί να προσδιορίσει κάποιος τον εαυτό του, την ταυτότητά του σε τέτοιες συνθήκες;»

Την προηγούμενη ημέρα η αποχώρησή μας ήταν αρκετά τυπική, το βάρος που μας έβαλε ο Δημήτρης δεν άφηνε κανένα περιθώριο για διαχύσεις.  Όταν ήταν να φύγουμε ο Δημήτρης εξαφανίστηκε. Ήθελα να τον δω, «να του πω ότι θα ξαναπάω; δεν ξέρω». Με φώναξε ο Διευθυντής του Σχολείου.
«Κύριε Νίκο, θέλω να ξέρεις κάτι, το πιο φοβερό με τον Δημήτρη δεν είναι ότι έχει νοητική υστέρηση».
Σιώπησε – ήθελε να τον ρωτήσω.
«Δηλαδή, τι χειρότερο συμβαίνει;»
«Ο Δημήτρης δεν έχει γονείς, όχι δεν τους έχει χάσει. Δεν γνώρισε ποτέ μάνα και πατέρα. Δεν έχει κανέναν δικό του. Είναι ολομόναχος…»

Κατηγορίες:διηγήματα Ν. Τσούλια Ετικέτες:
  1. Δεν υπάρχουν σχόλια.
  1. No trackbacks yet.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: