Αρχική > αποδελτιώσεις > Ο άνθρωπος και το κοχύλι

Ο άνθρωπος και το κοχύλι

imageValery, P. ( 2005 ), Ο άνθρωπος και το κοχύλι,
Αθήνα: Ίνδικτος, σ.

[Οι αποδελτιώσεις δεν αντικαθιστούν το διάβασμα των βιβλίων, αντίθετα το κεντρίζουν. Προσφέρονται ως πρόταση μελέτης του σχετικού βιβλίου και για διευκόλυνση στη δική σας αποδελτίωση. Ο χρόνος γι’ αυτούς που διαβάζουν έχει … άλλη αξία.
Θεωρώ πως κάθε διάβασμα βιβλίου απαιτεί κορφολόγημα του κειμένου για καλύτερη μελέτη και για βιβλιογραφική χρήση]

Επιμέλεια: Νίκου Τσούλια

Πρόλογος
(του ίδιου)

Η άγνοια είναι θησαυρός ατίμητος που οι περισσότεροι κατασωτεύουν, τη στιγμή που θα έπρεπε να συνάζουν και το παραμικρό ψιχίο του – οι μεν τη χαλούν ζητώντας να διαφωτιστούν, οι δε την αφήνουν να πάει χαμένη, ανίκανοι ακόμα και να σκεφτούν να τη χρησιμοποιήσουν. 14

Η διανόησή μας είναι λιγότερο πλούσια από όσο η ίδια πιστεύει σε βάσιμες παραδοχές, και μένει πάντα άναυδη όταν η πείρα της δείχνει πως το τάδε φαινόμενο συναρτάται με ή από το δείνα φαινόμενο άσχετο με το πρώτο. 17

… δε γνωρίζω τίποτε πιο σαγηνευτικό στις τέχνες από τις μορφές ή τις φάσεις μετάβασης, από την αναζήτηση της μετατροπίας. 20

Κείμενο

Όπως ένας ήχος καθαρός ή ένα σύστημα μελωδικό καθαρών ήχων εν μέσω βουής, έτσι και ένας κρύσταλλος, ένα άνθος, ένα κοχύλι ξεκόβουν από τη συνήθη αταξία της ολότητας των αισθητών πραγμάτων. Μας είναι αντικείμενα προνομιακά, πιο νοητά στην όραση, αν και πιο μυστηριακά στον στοχασμό, από όλα τα άλλα που βλέπουμε αδιακρίτως. Μάς προτείνουν, παράξενα συνταιριασμένες, τις ιδέες της τάξης και του ευφάνταστου, της επινόησης και της αναγκαιότητας, του νόμου και της εξαίρεσης – και βρίσκουμε στην όψη τους το παρεμφερές μιας πρόθεσης και μιας δράσης που θα τα είχαν δουλέψει με τον τρόπο περίπου που οι άνθρωποι ξέρουν να φτιάχνουν πράγματα, αλλά μαζί όμως και την εύδηλη παρουσία μεθόδων απαγορευμένων και ανεξιχνίαστων για μας. 27

Έως εδώ φθάνουν τα δάνειά μας στη ‘Φύση’: μπορούμε να τις αποδίδουμε σχέδια, μαθηματική μάθηση, γούστο φαντασία πράγματα που δε διαφέρουν απείρως από τα δικά μας, να, όμως, έχοντας παραχωρήσει σ’ αυτήν ό,τι ανθρώπινο χρειάζεται για να γίνει κατανοητή στους ανθρώπους, μας φανερώνει από την άλλη μεριά ό,τι μη ανθρώπινο χρειάζεται για να μας σαστίζει…28

… γιατί είναι ίδιον της νόησης να ξεμπερδεύει μα το άπειρο και να απαλείφει την επανάληψη. 31

… σε λεία κατωφέρεια, ενός εσωτερικού κοχλία που χάνεται από τα μάτια και γίνεται ένα με τη σκιά. 32

… οι καμπύλες και οι επιφάνειες που του χρησίμευαν για να αναπαραστήσει την κατασκευή των μορφών του αίφνης διακόπτονταν ή εκφυλίζονταν – ενώ ο κώνος, η σπείρα, η έλικα πορεύονται απρόσκοπτα στο ‘άπειρο’, το κοχύλι, ξάφνου, βαρύνεται να ακολουθήσει. Και γιατί όχι μια στροφή ακόμη; 34

… το να γνωρίζουμε συνίσταται εν πολλοίς στο ‘να νομίζουμε ότι γνωρίζουμε’ και να νομίζουμε ότι άλλοι γνωρίζουν.

Αρνούμαστε διαρκώς ν’ αφουγκραστούμε τον αθώο που φέρουμε μέσα μας . Ανακόπτουμε το παιδί που μας έμεινε και που θέλει πάντα να βλέπει με μάτι παρθένο. Όταν ρωτά, αποπέμπουμε την περιέργειά του, την οποία θεωρούμε παιδαριώδη γιατί δεν έχει όρια, με το πρόσχημα ότι περάσαμε από το σχολείο, όπου μάθαμε ότι για κάθε πράγμα υπάρχει μια επιστήμη την οποία μπορούμε να συμβουλευόμαστε μα και ότι θα ήταν σκέτο χάσιμο χρόνου να σκεφτούμε από μόνοι μας ένα κάποιο αντικείμενο που μας σταματά και μας πιέζει για μιαν απάντηση. 35

Η ιδέα του ‘ποιείν’ είναι η πρώτη και η πιο ανθρώπινη. Το ‘εξηγείν’ δεν είναι ποτέ παρά η περιγραφή ενός ποιητικού τρόπου- δεν είναι τίποτα άλλο παρά το δια σκέψεως ανα- ποιείν. 36

Σύντομα όμως το ερώτημά μου μεταμορφώνεται. Πορεύεται ένα βηματάκι μακρύτερα στο δρόμο της αφέλειάς μου, και να που πέφτω σε αμηχανία αναζητώντας τι είναι αυτό που μας κάνει να αναγνωρίζουμε ότι ένα συγκεκριμένο αντικείμενο είναι η όχι φτιαγμένο από τον άνθρωπο. 38

Τι είναι αυτό που μας δίνει μαρτυρία για την ανθρώπινη τέλεση και τι είναι αυτό που άλλες φορές την εξαιρεί; Δεν συμβαίνει ενίοτε ένα θραύσμα πυρόλιθου να κάνει την προϊστορία να διστάζει μεταξύ ανθρώπου και τύχης; 38

… τα θραύσματα του κοχυλιού δεν είναι κοχύλια- τα θραύσματα όμως του βότσαλου είναι ωσαύτως άλλα βότσαλα, όπως και το ίδιο υπήρξε αναμφίβολα θραύσμα ενός άλλου, μεγαλύτερου. Ακόμη, άλλωστε, ορισμένα κομμάτια μου κάνουν νύξη για τη μορφή εκείνων που άλλοτε προσφύονταν σ’ αυτά: συναρπάζουν τη φαντασία μου, κατά κάποιο τρόπο, και δρουν ερεθιστικά κατ’ ολίγον για μιαν εξέλιξη: απαιτούν ένα όλον… 40

… έχω στη διάθεσή μου πολλούς δρόμους της ύλης για να πάρω για να πάω από την ιδέα μου στο ομοίωμά της. 42

Τι άλλο είμαστε παρά μια στιγμιαία ισορροπία ενός πλήθους κρυμμένων δράσεων που δεν είναι ειδοποιώς ανθρώπινες; 44

… γιατί αρνούμαστε απρόσεκτα το μέλλον σε ό,τι μας είναι άχρηστο… 47

Άλλωστε μήπως και η φιλοσοφία τελικά δεν συνίσταται στο να κάνει πως δήθεν αγνοεί αυτό που ξέρουμε και να γνωρίζει αυτό που αγνοούμε; Αμφιβάλλει για την ύπαρξη, αλλά μιλά με κάθε σοβαρότητα για το ‘Σύμπαν’… 48

Ό,τι δεν μπορούμε να αποδώσουμε ούτε στον σκεπτόμενο άνθρωπο ούτε στη γενεσιουργό αυτή Δύναμη, το προσφέρουμε στην ‘τύχη’, που είναι ένα εξαίσιο λεκτικό εύρημα. 50

Το να λες όμως ότι ένα πράγμα είναι άξιο λόγου σημαίνει να εισάγεις έναν άνθρωπο – ένα πρόσωπο ιδιαιτέρως ευαίσθητο έναντι αυτού και το οποίο χορηγεί ακριβώς όλο το αξιόλογο του πράγματος. 50

,,, η τύχη όμως δεν κάνει τίποτε στον κόσμο – εκτός από το να κάνει τους άλλους να την προσέχουν… 50

… να επιστρέψω στη βεβαιότητα, δηλ.: στην επιφάνεια της κοινής εμπειρίας. 50

Ένα σπήλαιο αναδίνει τους σταλακτίτες του – ένα μαλάκιο αναδίνει το κοχύλι του. 50

Εξωτερικά το κοχύλι εξιδρώνεται και στερεοποιείται… 51

… ό,τι υποθέτει κανείς παράγεται απ’ ό,τι έχει ανάγκη να υποθέσει: το ερώτημα είναι ανθρώπινο, η απάντηση περισσώς ανθρώπινη. Από εδώ ελαύνεται η περίφημή μας Αρχή της Αιτιότητος. 51

… παραδέχομαι χωρίς δυσκολία ότι αγνοώ τι αγνοώ και ότι κάθε αληθινό ειδέναι περιστέλλεται στο ιδείν και στο δύνασθαι. Αν η υπόθεση είναι σαγηνευτική ή αν η θεωρία είναι ωραία, τις απολαμβάνω, δίχως να σκέφτομαι το αληθινό…52

… γιατί δεν γνωρίζω άλλο μέτρο τη γνώσης, έξω από την ισχύ που παρέχει. Δεν ξέρω παρά μόνο αυτό που ξέρω να φτιάχνω. 52

… καθετί που γεννιέται, αναπαράγεται και πεθαίνει στον πλανήτη, αψηφά την παρουσία μας… 52

Ανέφερα ότι αρχίζουμε τα έργα μας με αφετηρία διάφορα είδη ελευθερίας: ελευθερία σε σχέση με τη λίγο – πολύ εκτατή ύλη, ελευθερία απέναντι στο σχήμα, ελευθερία απέναντι στη διάρκεια – όλα τούτα μου φαίνονται απαγορευμένα στο μαλάκιο, ένα πλάσμα που δεν ξέρει παρά το μάθημά του, με το οποίο συγχέεται η ίδια του η ύπαρξή. 55

η ιδέα που έχουμε για το χρήσιμο δεν έχει κανένα νόημα πέραν του ανθρώπου και της μικρής διανοητικής του σφαίρας.

Οι παραξενιές αυτές εντείνουν την αμηχανία μας, γιατί η μηχανή δεν διαπράττει παρόμοιες εκτροπές- ένα πνεύμα θα τις εκζητούσε με κάποια πρόθεση – η τύχη θα είχε ισοκατανείμει τις πιθανότητες. 55

Μηχανή και τύχη συνιστούν δύο μεθόδους της φυσικής μας – όσο για την πρόθεση, δεν μπορεί να παρέμβει, παρεκτός κι ο άνθρωπος είναι μέσα στο παιχνίδι, ε δεδηλωμένο ή καλυμμένο τρόπο. 55

Παρατηρώ πρώτα – πρώτα ότι η ‘ζώσα φύση’ δεν ξέρει να δουλεύει απευθείας τα στερεά σώματα. 55

Ό,τι ζεί, ή έζησε απορρέει από τις ιδιότητες και τις μεταβολές μερικών υγρών. 56

Καλή και άγια η μικροσκοπική ανάλυση: ωστόσο, καθ’ ον χρόνο μελετώ τα κύτταρα και κάνω τη γνωριμία βλαστομεριδίων και χρωμοσωμάτων, χάνω από τα μάτια μου το μαλάκιό μου. 59

… δεν δυνάμεθα να φανταστούμε μια προόδευση τόσο βραδεία, ώστε να αποκομίσουμε το αισθητό αποτέλεσμα μιας ανεπαίσθητης μεταβολής, τη στιγμή, άλλωστε, που δεν είμαστε σε θέση να αντιληφτούμε την ίδια μας την αύξηση. 59

Η ζωή περνά και ξαναπερνά από το μόριο στο μυκήλιο και από τούτο στις αισθητές μάζες, δίχως να σέβεται τα διαχωριστικά των επιστημών μας- δηλ. των μέσων της δράσης μας. 60

Μα και εμείς οι ίδιοι δεν είμαστε διόλου προσηλωμένοι άλλοτε στον ‘κόσμο των σωμάτων’ και άλλοτε σ’ εκείνον ‘των πνευμάτων’; Και μήπως όλη μας η φιλοσοφία δεν βρίσκεται αενάως εις αναζήτησιν της φόρμουλας εκείνης που θα συγχώνευε τη διαφορά τους και θα συνέθετε δύο πολυειδίες, δύο ‘χρόνους’, δύο τρόπους μετασχηματισμού, δύο είδη ‘δυνάμεων’, δύο πίνακες ενδελεχειών, που αποδεικνύονται μέχρι τούδε οντότητες τόσο περισσότερο διακεκριμένες, αν και τόσο περισσότερο συναρτημένες, όσο επιμελέστερα τις παρατηρεί κανείς; 67

Σε μια τάξη γεγονότων αμεσότερη και δίχως την παραμικρή μεταφυσική, δεν διαπιστώνουμε μήπως ότι ζούμε με οικειότητα ανάμεσα σε διαφορετικά δεδομένα των αισθήσεών μας, ασύγκριτα μεταξύ τους; Ότι τα βολεύουμε με έναν κόσμο της όρασης και με έναν κόσμο της ακοής που δεν μοιάζουν σε τίποτα μεταξύ τους και που, αν το καλοσκεφτόμασταν, θα μας έδιναν τη διαρκή εντύπωση μιας πλήρους ασυναρτησίας; 67

Θα πετάξω το εύρημά μου, όπως πετάς ένα τσιγάρο που έχεις καπνίσει. Το κοχύλι τούτο με υπηρέτησε διεγείροντας διαδοχικά αυτό που είμαι, αυτό που γνωρίζω, αυτό που αγνοώ… Όπως ο Άμλετ περιμαζεύοντας από το παχύ χώμα ένα κρανίο και πλησιάζοντάς το στο ζωντανό του πρόσωπο καθρεφτίζεται εκεί, κατά κάποιο τρόπο αποτρόπαια, και όπως εισέρχεται σε αδιέξοδο διαλογισμό που από κοντά κλείνει ένας κύκλος νάρκης, έτσι και, υπό το ανθρώπινο βλέμμα, το μικρό τούτο ασβεστολιθικό σώμα, συνεγείρει γύρω του πλήθος τις σκέψεις που καμιά τους δεν καταλήγει… 68

Κατηγορίες:αποδελτιώσεις Ετικέτες: ,
  1. Δεν υπάρχουν σχόλια.
  1. No trackbacks yet.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: