Αρχική > βιβλία > Διαβάζοντας ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΑ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ 1947

Διαβάζοντας ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΑ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ 1947

clip_image001ΝΙΚ. ΚΟΝΤΟΠΟΥΛΟΥ –
Γ. ΚΑΛΑΜΑΤΙΑΝΟΥ –
ΜΕΛΗ ΝΙΚΟΛΑΪΔΗ Κ. Α.

ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΑ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ

ΔΙΑ ΤΗΝ ΣΤ΄ ΤΑΞΙΝ ΤΩΝ
ΓΥΜΝΑΣΙΩΝ ΠΑΛΑΙΟΥ ΤΥΠΟΥ

ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΕΚΔΟΣΕΩΣ
ΣΧΟΛΙΚΩΝ ΒΙΒΛΙΩΝ

Ε Ν  Α Θ Η Ν Α Ι Σ, 1 9 4 7

Ας κρατήσουν οι χοροί…

Ο πόλεμος έχει τελειώσει. Ο κόσμος αναπνέει. Το “ποτέ πια πόλεμος” είναι μέσα στις καρδιές όλων των ανθρώπων. Το τέρας του φασισμού και του ναζισμού, που έφερε το σύγχρονο πολιτισμό στην πλήρη απο-ανθρωποποίησή του, έχει εξοντωθεί. Η Ελλάδα μετράει πληγές. Αλλά πέραν τούτου, η ελευθερία δοκιμάζεται. Ο εμφύλιος είναι  μεγάλη πληγή, θα βαστήξει χρόνια και χρόνια. Στα σχολικά βιβλία νιώθεις όμως μόνο τον αέρα της αισιοδοξίας. Θα δούμε να συνυπάρχει μάλιστα η δημοτική με την καθαρεύουσα, ο Ψυχάρης αγκαλιά με τον Μωραϊτίδη! Η θεματολογία είναι πλούσια (διαβάστε προσεκτικά τον πίνακα περιεχομένων), εκφράζει όλες τις όψεις της ελληνικής κοινωνίας. Το θρησκευτικό και το εθνικό στοιχείο θα έχουν τον πρώτο λόγο.

Υπάρχει και κάτι πρωτοποριακό, ξένη λογοτεχνία. Κείμενα των κορυφών του Ευρωπαϊκού πνεύματος, του Δάντη, του Σαίξπηρ, του Γκαίτε, του Ουγκώ, του Κίπλινγκ σταλάζουν ψυχική ευφορία και πνευματική ελευθερία στις νεανικές και εφηβικές αναζητήσεις. Τι φοβερά συναισθήματα πλημμυρίζουν τους γυμνασιόπαιδες που φεύγουν από τη βαρβαρότητα της υποδούλωσης του σώματος και του πνεύματος και αγναντεύουν ορίζοντες ειρήνης και στοχασμού…  

Επιμέλεια: Νίκου Τσούλια

ΑΘΩΝΑΣ

῞Οταν ποτέ, περιηγούμενος τὸ Ἅγιον ῞Ορος, διέβαινον ταπεινὸς προσκυνητὴς ἀπὸ μοναστηρίου εἰς μοναστήριον, συχνὰ ὁ ἄνεμος τῆς Χερσονήσου, ὁ ἡγιασμένος ἀπὸ τὰ τόσα καιόμενα θυμιάματα τῶν προσευχῶν, διανοίγων τῶν πυκνοφύλλων καστανεῶν τοὺς κλάδους, μοῦ ἀπεκάλυπτε μίαν τριγωνικὴν κορυφήν, ὡς ἀσκητοῦ πολιοῦ κεφαλήν, προσευχομένου, ἐγγὺς τῶν νεφῶν, ἕνα κῶνον πέτρινον, ὅστις σὰν νὰ μ’ ἐκοίταζε καὶ σὰν νὰ μὲ συνώδευε πανταχοῦ παρών, μὲ τὸ τεφρὸν ἐκεῖνο μέτωπόν του.

Κατ’ ἀρχὰς ᾐσθανόμην ἀναφρικίασιν φόβου καὶ περιδεὴς ἀπέστρεφον ἀλλαχοῦ τὸ βλέμμα, κλίνων τὴν κεφαλὴν ἀπὸ τὰ μαῦρα ἔλατα τοῦ Ξηροποταμινοῦ* δάσους. Ἀλλ’ ἐν τῇ παρακαμπῇ τῆς ὁδοῦ, πάλιν, ἰδοὺ ἐνώπιόν μου ὁ πέτρινος ἀσκητής, μὲ τὴν μολυβδίνην ἐκείνην ὄψιν του ἰλαρῶς προσμειδιῶν μοι ἀπὸ τοῦ κρημνώδους του ὕψους. Ἄλλοτε ὡς νεφέλη καὶ ἄλλοτε ὡς πέτρα αἰωρουμένη. Κι ἔκυπτον τὴν κεφαλήν, ἀναμένων κάτι τι νὰ πέσῃ ἐπ’ ἐμοῦ. Ἀλλ’ ἔπειτα τόσον τὸν ἐσυνήθισα, ὥστε τὸν ἐθεώρουν πλέον συμπροσκυνητήν μου. Ὅπου καὸ ἂν ἤμουν, ὁ φαλακρὸς γέρων πάντοτε ἑμπρὸς μου. Ἐν ὁδῷ βαδίζοντα μὲ παρηκολούθει. Εἰς τὰς ξυλίνας ἁπλωταριάς τῶν Μονῶν καθήμενον μ’ ἐσυντρόφευεν.

Ἐν θαλάσσῃ παραπλέοντα τὴν ἀπότομον ἀκτὴν μὲ κατευώδωνεν. Εἰς τὸν ὕπνον μου μ’ ἐσκέπαζε. Καὶ ὅταν ἀφυπνιζόμενος ἑπήγαινον νὰ νιφθῶ εἰς τὴν βρύσιν τὴν κρύαν, τὸν ἔβλεπον πρῶτον πρῶτον, ὡς ἄγγελον νεφελοσκέπαστον, τὸν πέτρινον σύντροφόν μου. Ἐπρόβαινον εἴτα ἀπὸ τὸν λεμονεῶνα τῶν ῾Ιβήρων* εἰς τοὺς ἀμπελῶνας, πέραν εἰς τοὺς πέντε Μάρτυρας, νὰ ὁ ἐρημίτης ἐνώπιον μου μὲ τὸ συννεφένιον του κουκούλιον. Ἀνηρχόμην ἀπὸ τὰ Παντοκρατορινὰ κελία πρὸς τὰς Καρυὰς*, μοῦ ἐθώπευε τὸ βλέμμα ἡ στακτερὰ ὄψις του. Ἐξετρύπωνον ἀπὸ καμίαν χαράδραν, πέραν ἀπὸ τὸν τάφον τοῦ Ἁγίου Νήφωνος, ὅπου κρημνώδης ἡ ἀτραπός, παρὰ τὸ χεῖλος τοῦ βράχου, ἰδοὺ πάλιν μ᾽ ἐχειραγώγει ὁ σύντροφός μου ἀπὸ τὰ οὐράνια ὕψη του.

Μίαν ἡμέραν ὅμως, ἡμέραν συννεφώδη καὶ βροχεράν, τὸν ἔχασα τὸν προσφιλῆ συμπροσκυνητήν μου, ἀφανισθέντα μέσα εἰς τὰ πυκνωθέντα νέφη, τὴν ἀγαπημένην του συντροφιάν. ῾Ο οὐρανὸς μ’ ἐφάνη, ὅτι κατῆλθε μολύβδινος καὶ βαρὺς πρὸς τὰ κάτω κι ἔλειψαν ἐν τῷ ἅμα καὶ λόφοι καὶ κράσπεδα τῶν κορυφῶν. Ἐνόμισα πρὸς στιγμήν, ὅτι εὑρισκόμην εἰς τὸ ὑψηλότερον τῆς χερσονήσου μέρος.
Ἀλλ’ αἴφνης, μετὰ τὴν ἐκπνοὴν τῆς τρικυμίας, διελύθησαν διωχθέντα ἐδῶ κι ἐκεῖ τὰ νέφη καὶ ἀνέκυψε πάλιν ἡ ἱερὰ τοῦ Ἄθωνος κορυφὴ ὡσὰν μία βυζαντινοῦ Παντοκράτορος εἰκών, ἐζωσμένη γύρω γύρω τοῦ ἁγίου στήθους του ἀπὸ φαιὰ νεφελώματα ὡς πυκνωμένου ἐκεῖ λιβανοκαπνοῦ.

Ὁ Ἄθωνας εἶναι αὐτός!
Ὁ Ἄθωνας, τὸν ὁποῖον ὀ ἀρχαῖος γλύπτης ἐσχεδίασέ ποτε νὰ μεταμορφώσῃ εἰς ἀνδριάντα τοῦ μεγάλου Μακεδόνος, βαστάζοντα δύο πόλεις εἰς τὰς δύο τεταμένας χεῖρας του, ἡ δὲ ὀρθοδοξία μετέβαλεν αὐτὸν χαριέστερον εἰς « Περιβόλι τῆς Παναγίας », καλλίδενδρον
καὶ εὐανθές. Ἀπὸ τούτου ἀναρίθμητοι προσευχαὶ καθ’ ἑκάστην ἀναπὲμπονται πρὸς τὸν Θεόν, συνοδευόμεναι ἀπὸ τὰ εὐωδέστερα ἄνθη, τὰ θυμιάματα τῶν ἀσκητων, ἐν ἀρμονίᾳ γοητευτικῇ καλλικελάδων ἐρημικῶν πτηνῶν, τῶν ὀξυφώνων τῶν μονῶν σημάντρων ἀπὸ μέσα ἀπὸ ἀνθοβολοῦντας θάμνους, τ’ ἀναρίθμητα μαρτυρικὰ καὶ ὁσιακὰ λείψανα τ’ ἀποκείμενα εἰς τοὺς θησαυροὺς ἑκάστου μοναστηρίου. Καὶ ὅσοι ἀναβοῦν, μετανοοῦν καὶ ὅσοι δὲν ἀναβοῦν παλιν μετανοοῦν!

Οὕτω ζωηρῶς χρωματίζει τὸ κοινὸν ἐν Ἁγίῳ ῞Ορει λόγιον τὸ μεγαλεῖον τῆς κορυφῆς του ἌΘωνος, ὅστις κυρίως ὑπὸ τοῦ λαοῦ καλεῖται ῎Αθωνας.
Δύο χιλιάδων περίπου μέτρων τὸ ὕψος του. Ἡ ἀνάβασις εἰς αὐτὴν γίνεται ἀπὸ τῆς μεσημβρινῆς πλευ ρὰς, διότι ἀπὸ τὸ βόρειον μέρος, πρὸς τὴν Μονὴν τοῦ Ἁγίου Παύλου, τὸ μέγα βουνὸν κατέρχεται καθέτως, διὰ βαθυτάτων χαραδρῶν, αἵτινες καθ’ ὅλον τὸ ἕτος εἶναι σκεπασμέναι ἀπὸ κρυσταλλωμένας χιόνας.
Πρέπει ἀφ’ ἑσπέρας νὰ ἔχῃ βρέξει καὶ τότε λίαν πρωὶ ἐπιτυγχάνει ἡ ἀνάβασις εἰς τὴν θαυμαστὴν κορυφὴν, ὅτε ἡ ἀτμόσφαῖρα εἶναι διαυγὴς καὶ καθαρά, ἀμειβομένων ἀπεριγράπτως τῶν κόπων τοῦ προσκυνητοῦ διὰ τοῦ ἐξελισσομένου ἐκεῖθεν μεγαλοπρεποῦς πανοράματος.

Συνήθως ὅμως γίνεται ἡ ἀνάβασις τῇ 6ῃ Αὐγούστου, ὅτε πανηγυρίζει τὴν ἑορτὴν τῆς Μεταμορφώσεως ὁ ἑπὶ τῆς κορυφῆς ναΐσκος. Τότε ἀφ’ ἑσπέρας, ἀφ’ ὅλης τῆς Χερσονήσου μοναχοὶ ἀνέρχονται, βαστάζοντες εἰς χεῖρας, ἀντὶ ράβδου, ἀπὸ ἕν χονδρὸν ξύλον, ἵνα τὴν νύκτα, ἐν τῇ ἀγρυπνίᾳ, ἀνάψωσι φωτιὰν καὶ θερμανθῶσι διὰ τὸ ψῦχος, τὸ ὁποῖον ἐπάνω ἐκεῖ εἶναι λίαν ἐπαισθητὸν, ἰδίως ἐν αἰφνιδίᾳ μεταβολῇ τοῦ καιροῦ τὰς ἡμέρας ἐκείνας τοῦ Αὐγούστου.
Φθάσαντες εἰς τὴν Κερασιάν, τὴν ὑδατὸρρυτον καὶ χλοερὰν ἐκείνην κοιλάδα, ἀρχίζομεν ἐντεῦθεν τὴν ἀνάβασιν δι’ ἡμιονικῆς ὁδοῦ, πότε πλαγίως καὶ πότε δι’ ἐλιγμῶν, διὰ μέσου ὡραιοτάτου δάσους ἐλατῶν καὶ πευκῶν, τῶν ὁποίων πολλοὶ κορμοὶ κατάξηροι ὑψοῦνται κεραυνόπληκτοι, ὡς σκελετοὶ παλαιῶν τιτάνων.

Οὕτω μετὰ τρίωρον πορείαν φθάνομεν εἰς τὴν Παναγίτσαν, μικρὸν ναΐσκον, ὅπου σταθμεύουν συνήθως οἱ προσκυνηταὶ οἱ ἀναμένοντες τὴν εὐδίαν* τοῦ ὅρθρου διὰ τὴν ἀνάβασιν. ῾Ο ναΐσκος οὗτος ὡς μία ἀετοφωλεὰ διακρινόμενος ἀπὸ τὸ πέλαγος μὲ τὸν χαμηλὸν σφαιρικὸν θόλον του, τέσσαρας μῆνας τοῦ ἔτους εἶναι ἀόρατος, σαβανωμένος
ὑπὸ τὰς χιόνας μὲ τὸ μικρὸν παράρτημά του, ὅπου ἀναπαύονται οἱ Λαυριῶται πατέρες μὲ τοὺς ἡμιόνους των, οἱ ἀποστελλόμενοι ἀπὸ τὴν Λαύραν*, εἰς τὴν ὁποίαν ἀνήκει ἡ κορυφή, διὰ τὴν ἐτήσιον τῆς Μεταμορφώσεως πανήγυριν, δειπνοῦντες ἐδῶ ἀφ’ ἑσπέρας καὶ τὴν ἐπαύριον μετὰ τὴν λειτουργίαν, ἐν τῇ καταβάσει, παραθέτοντες γεῦμα εἰς τοὺς προσκυνητάς.

Ἀπὸ τὴν Παναγίτσαν ἡ ὁδος πλέον εἶναι ἄβατος ἐπὶ τοὺ βράχου δι’ ἀτραπῶν ἀποκρήμνων. Καὶ ἐδαπάνησε μὲν ἱκανὰς λίρας ἐξ ἰδίων του ὁ πατριάρχης ᾽Ιωακεὶμ ὁ Γ΄, ἵνα καταστήσῃ βατὴν εἰς τοὺς ἡμιόνους τὴν ἐπὶ τοῦ βράχου δυσχωρίαν, ἀλλὰ πάντοτε εἶναι ἐπικίνδυνος ἡ μέχρι τῆς κορυφῆς δι’ ἡμιόνου ἀνάβασις, διότι τὸ μέρος εἶναι ὅλως ἄδενδρον, ὀλισθηρὸν καὶ πετρῶδες. Εἶναι αὐτὴ ἡ φαλακρὰ κορυφὴ πλέον, ἡ πανταχόθεν τῆς Χερσονήσου θεωρουμένη μὲ τὸ μολύβδινόν της κουκούλιον. Εἰς ἕν διάστημα ἡ ὀδὸς εἶναι σκαλιστὴ ἐπὶ τοῦ βράχου καὶ εἰς ἕν αὐτῆς μέρος, ἀπόστασιν ἕως πέντε βημάτων, ἕνας ἕνας διέρχονται οἱ προσκυνηταί, ἔντρομοι θεωροῦντες τὴν ἄβυσσον, τὴν χαίνουσαν κάτω μὲ τοὺς δυσαναβάτους κρημνούς της. Μετὰ ἡμίσειαν ἀκριβῶς ὥραν ἀναχωροῦντες ἀπὸ τὴν Παναγίτσαν, εὑρισκόμεθα ἑπὶ τῆς κορυφῆς.

Οὐδεὶς ποιητής, οὐδεὶς ζωγράφος, κανὲν χρῶμα καὶ καμία φαντασία, καμία πτερωτὴ λογογράφου γραφὶς δὲν ἠμπορεῖ νὰ παραστήσῃ τὸ μεγαλεῖον τοῦ θεάματος, τὸ ὁποῖον πληροῖ θάμβους βαθυτάτου τὴν ψυχὴν τοῦ ἀνθρώπου. ῞Ολη ἡ Χερσόνησος, μὲ τὰ βουνά της καὶ μὲ τοὺς λόφους της, τὰ ἀκρωτήριά της καὶ τοὺς ὅρμους της, ὅλη εὑρίσκεται, θαρρεῖς, γύρω γύρω, εἰς τὴν εὐρεῖαν τοῦ Ἄθωνος ποδιάν. Αἱ μεγαλοπρεπεῖς καὶ πολυώροφοι μοναί, ἄλλαι μὲν ὡς καλυβάκια ἐν τῷ δάσει, ἄλλαι δὲ ὡς πεταλίδες ἑπὶ τῶν σκοπέλων.

Ἔνθεν ἡ Χαλκιδικὴ ὅλη καὶ ὁ Θερμαϊκὸς λάμπων ὡς καθρέφτης ἀπὸ ἄργυρον. ῾Ο ῞Ολυμπος καὶ τὰ βουνὰ τῆς Θεσσαλίας. Ἐκεῖθεν τὸ Θρᾳκικὸν πέλαγος μὲ τὰς νήσους του ὡς κύκνους κολυμβῶντας πρὸς τὰ Δαρδανέλλια. Κάτω τὸ Αἰγαῖον μὲ τὰ κύματα τὰ κάτασπρα καὶ τὰ Ἐρημονήσια, ὡς κήτη φουρτουνιασμένα καὶ συμμαζευμένα ὡς πρὸς σωτηρίαν ὑπὸ τὴν σκιὰν τοῦ μεγαλοπρεποῦς βουνοῦ. Ὄπισθεν τῶν βουνῶν ἰδοὺ οἱ κάμποι τῆς Μακεδονίας, μὲ τοὺς ποταμούς της ὡς ὄφεις ἀσημένιους διολισθαίνοντας μὲ γυαλιστεροὺς ἑλιγμοὺς ὑπὸ τὴν ἀνταύγειαν τῶν πρώτων τοῦ ἡλίου ἀκτίνων. ῞Οσοι δὲ τῶν
προσκυνητῶν εἶναι καλῶς ἑτοιμασμένοι μὲ ἰσχυρὰς διόπτρας βλέπουν καὶ τὴν Προποντίδα ὡς ὁμίχλην ἀπλουμένην, καὶ τὸ ὀγκῶδες Ἐπταπύργιον, τὴν περίφημον τοῦ Βυζαντίου Ἀκρόπολιν, ὡς μίαν μαυρίλαν μὲ ἑπτὰ στεφανωμένην κορυφάς, τοὺς ἑπτὰ πύργους της.

Ἔχουν δίκαιον λοιπὸν οἱ μοναχοὶ νὰ λέγουν, ὅτι καὶ ὅσοι ἀναβοῦν εἰς τὸν Ἄθωνα, μετανοοῦν, καὶ ὅσοι δὲν ἀναβοῦν πάλιν μετανοοῦν. Μετανοοῦν οἱ πρῶτοι, διότι καταβαίνοντες χάνουν μίαν τοιαύτην μυθικοῦ μεγαλείου εἰκὸνα. Μετανοοῦν καὶ οἱ δεύτεροι, διότι ἀπὸ τὴν ὀλιγοψυχίαν των δὲν ἠξιώθησαν νὰ ἀπολαύσουν μίαν ἀλησμόνητον ἡδονὴν ἀπὸ ἐκείνας, τὰς ὁποίας σπανίως χαρίζει εἰς τὸν ἄνθρωπον ἡ
θεία δημιουργία.

Ὁ ναΐσκος τῆς Μεταμορφώσεως μόλις δύναται νὰ περιλάβῃ ἕως ὁκτὼ μοναχούς, ὡς λευκὴ κολονίτσα φαινόμενος, ἑπὶ τῆς βραχώδους αἰχμῆς ἀκριβῶς ἐκτισμένος. Ἔξω ὅμως αὐτοῦ ὑπάρχει μικρὸν ὑπόστεγον καὶ μία ἰσοπέδωσις πελεκητή, ὁποῦ ἠμποροῦν νὰ σταθοῦν ἕως διακὸσιοι ἄνθρωποι. ῾Η ἀγρυπνία τελεῖται ταχέως καὶ τροχάδην μετὰ τῆς λειτουργίας, διότι ἂν αἴφνης μεταβληθῇ, ὁ καιρὸς καὶ ψῦχος ἐπιπνευσῃ, οἱ ὀδόντες πάραυτα ἀρχίζουν νὰ τρίζουν καὶ κτυποῦν, αἱ χεῖρες παγώνουν, τὰ γόνατα ξυλιάζουν. ῞Οταν δὲ τὰ νέφη συμπυκνωθοῦν, τότε – δεινόν! – οἱ κεραυνοὶ ἐκρήγνυνται, καὶ τελεῖται ἐπάνω εἰς τὴν πετρίνην κορυφὴν φοβερὰ πάλη τῶν στοιχείων, ἐν μέσῳ ἀστραπῶν καὶ βροντῶν.

Χαλασμὸς κόσμου· εἰκὼν ὑπερνεφοῦς τιτανομαχίας, ἐν ᾗ συντρίβονται αἱ ἀπορρῶγες* πέτραι τῆς φαλακρᾶς ἐκείνης κορυφῆς μετὰ σπαρακτικῶν τριγμῶν καὶ ἑνίοτε φεῦ καὶ ἄνθρωποι παραπεσόντες ἀπροσδοκήτως ἐν μέσῳ τῆς κραταιᾶς τῶν στοιχείων πάλης. ῾Ο τρὸμος αὐτὸς ἀπὸ τῶν φημιζομένων σπαρακτικῶν ἐπεισοδίων παρακολουθεῖ τὸν προσκυνητὴν καθ’ ὅλην τὴν ἀγρυπνίαν, ὅστις τότε μόνον καταπαύει, ὅταν αἰσίως καταβαίνοντες οἱ ὁλίγοι ἐκεῖνοι μοναχοὶ ἀναπνεύσωσι κάτω εἰς τὴν Παναγίτσαν. Τότε, παρελθόντος πλέον τοῦ κινδύνου, αἰσθάνονται τὴν χαρὰν ἀπὸ τῆς ἀναπολήσεως τοῦ μεγαλοπρεποῦς πανοράματος, τὸ ὁποίον μένει ἀλησμόνητον πλέον εἰς ὅλην των τὴν ζωὴν.

« Μὲ τοῦ Βοριᾶ τὰ Κύματα », τόμ. Γ΄ Άλέξανδρος Μωραϊτίδης


ΑΚΡΟΠΟΛΗ

Ἀπὸ μακριὰ τὴν ἀποχαιρετοῦσα τὴν Ἀκρόπολη τὸ βράδυ, ὅσο ἔτρεχε τὸ τραῖνο καὶ κατέβαινα στὸν Πειραιᾶ νὰ μὲ πάρη τὸ βαπόρι, ποὺ μὲ πῆγε στὴν Τῆνο. Τὴν ἀποχαιρετοῦσα τὴν Ἀκρόπολη καὶ λυπόμουν. Ἀνοίγει ἡ καρδιά μου, ἅμα πατήσω τὰ χώματα τῆς Ἀθήνας. Ἔλεγα μέσα μου: « Ποῦ ἀλλοῦ θὰ βρῶ τόσους φίλους καὶ ἐφημερίδες τόσες; Ποῦ θὰ γελοῦν οἱ δρόμοι, ὅπως γελοῦν στὴν Ἀθήνα; »

Μ’ ἄρεσαν ὅλα καὶ τὰ καμάρωνα ὅλα. Τὰ βουνὰ ἐκεῖνα τῆς Ἀττικῆς, ποὺ τάβλεπα πρώτη φορὰ στὴν Κηφισιὰ καὶ δὲν μποροῦσα νὰ τὰ χορτάσω, ποῦ θὰ τὰ χαροῦν τὰ μάτια μου, τώρα ποὺ φεύγω; ῞Οταν ὁ ἥλιος βασιλεύη, πέρα πέρα τὰ βουνάκια ροδοσκοτεινιάζουν
ἀράδα ἀράδα, τὸ ἕνα πίσω ἀπὸ τὸ ἄλλο, λὲς πὼς πλαγιάζουν νὰ κοιμηθοῦν˙ τὸ τελευταῖο βουνάκι κάτω κάτω, ποὺ φαίνεται μόλις, τόχει ψιλὴ καταχνιὰ κουκουλωμένο καὶ δὲν μπορεῖς νὰ καταλάβης, ἂν εἶναι σύννεφο, ἂν εἶναι βουνό. Πήγαινε νὰ δῆς καὶ δὲν ἔχεις νὰ διαβάσης μυθολογία, μήτε κανένα βιβλίο, ποὺ γράφει γιὰ τοὺς θεούς.

Τὸ βλέπεις κι ἀνατριχιάζεις. Λὲς ἀμέσως, πὼς ἐκεῖ κάτω, νά, στὸ σύννεφο καὶ στὴν καταχνιά, ἐκεῖ θὰ κάθωνται θεοὶ. Τέτοια θυμόμουν, ὅταν ἀνέβηκα στὸ βαπόρι κι ἤμουν πολὺ συλλογισμένος. Εἶχα μεγάλο καημό. Τὴν καινούργια τὴν Ἀκρόπολη, στοχαζόμουν, τώρα ποιός καὶ ποῦ θὰ μᾶς τὴν χτίση; Τοὺς καινούργιους μας θεοὺς σὲ τί βουνό, σὲ τί μέρος θὰ τοὺς δοῦμε;

9 τοῦ Σταυροῦ, 1893

Ἐφημερὶς « Ἄστυ » Γιάννης Ψυχάρης


ΖΩΓΡΑΦΙΑ

[Ὁ Κώστας Χατζόπουλος στὸ μυθιστόρημά του « Φθινόπωρο » μᾶς δίνει ὡραῖες περιγραφὲς τῆς φύσεως, μέσα στὴν ὁποία κινοῦνται οἱ ἥρωές του.

…Βγαῖναν μαζὶ περίπατο ὅλοι, πρῶτα στὸ δρόμο τῆς ἀκροθαλασσιᾶς, ἔπειτα στὴν ἐξοχή, στοὺς λόφους, καὶ πιὸ μακρύτερα, ὅπου τὰ λαγκάδια τῆς ρεματιᾶς ὀμορφαῖναν περισσότερο, οἱ λόφοι γίνονται βουνάκια, πέτρινα πάντα, κοκκινόμαβα, μὲ πεῦκα ἀριὰ καὶ ρείκια πιὸ πυκνὰ καὶ σφάλαχτα καὶ σπάρτα, ποὺ ὅταν ἄνθιζαν τὸν Ἀπρίλη, ἔβαφαν ὅλον τὸν τόπο κίτρινο, ἕνα κίτρινο, ποὺ ἔχυνε τὰ βράδυα χρυσόξανθες ἀναλαμπὲς στὰ ρόδινα νερὰ τοῦ μικροῦ κόλπου, ποὺ ἔκανε πίσω ἀπὸ τὸ κάστρο ἡ θάλασσα.

᾽Εκεῖ ἔξω δὲν ἀπαντοῦσαν ψυχή. Μόνο κανέναν κυνηγὸ καὶ γαϊδουράκια, πού, ὅπως κατέβαιναν ὁλοσκέπαστα ἀπὸ τὰ κλαδιά, ποὺ ἤτανε φορτωμένα, ἔμοιαζαν σὰ θάμνα φουντωτά, ποὺ σάλευαν, φαίνονταν σὰ βῶλοι χαλκοπράσινοι, ποὺ ξεκολλοῦσαν καὶ κυλοῦσαν γλιστρώντας κάτω στὴν πλαγιά. Μακρύτερα ἔβοσκαν κοπάδια, καὶ τὰ κουδούνια ἠχοῦσαν ἐδῶ βοερὰ ἀπὸ τὸ βάθος καὶ σὰν ἀπόκοσμα, ἐκεῖ ἁπαλὰ ἀπὸ τὴ ράχη, μελαγχολικά. Κάτω στῆς λαγκαδιᾶς τὸ χάσμα ἄγρια περιπλοκάδια πλεγμένα σὲ κουμαριὲς καὶ σὲ σκοῖνα καὶ σὲ ρείκια σχημάτιζαν λόχμες, μικροὺς θόλους, ποὺ ἔφεγγαν
βιολετοκόκκινοι, ὅταν ἄνοιγαν τὰ ρείκια, ἔλαμπαν ἀσπριδεροὶ μὲ μουντούς, παρδαλοὺς τόνους, ὅταν ἄνθιζαν τὰ περιπλοκάδια.

Καὶ ἡ θάλασσα, ποὺ ἀνοιγόταν μπροστὰ πάντα πλατύτερη, ἔφεγγε ὅλη στὸ ἡλιοβασίλεμα σὰ χρυσὴ πλάκα ἀπέραντη πυρωμένη σὲ πυρκαϊὰ ὁλοπόρφυρη.
Ἔπειτα ἦρθε τὸ φθινόπωρο˙ ἕνα ἥμερο φθινόπωρο μὲ μέρες στὴ σειρὰ ἀσυννέφιαστες, χλιαρὲς καὶ ἀπάνεμες. Οἱ λόφοι ἄπλωναν βιολέτινοι μὲ τ’ ἀνθισμένα ρείκια στὶς πλαγιές, πέρα οἱ γιαλοὶ ἀλλοῦ μενεξεδένιοι, ἀλλοῦ τριανταφυλλιοί, οἱ βράχοι σὲ σχήματα ποὺ
ἄλλαζαν παράξενα κάθε στιγμή, κρεμιόνταν σὰν ἀνάεροι στὰ νερά, οἱ ἀμμουδιὲς χρυσοφέγγιζαν κάτω σὰν παρδαλὰ πανιὰ ἀπλωμένα στὸ ἀκρογιάλι. ῞Ενα φῶς ἁπαλὸ καὶ διάφανο, ποῦ ἔμοιαζε σὰ νὰ ἦταν καθρέφτισμα, κάτι τὶ ἄυλο, ἔτρεμε στὸν ἀέρα καὶ στὴ γῆ.

…Ἀπάνω τὸ γλαυκὸ καὶ γύρω τὸ χρυσὸ φῶς καὶ κάτω οἱ ἀνεμῶνες, ποὺ ἔσκαζαν πλήθη πλήθη πολλὰ στὴ γῆ, πλούμιζαν μέ τόνους ὠχρορόδινους τὸ σκοῦρο χῶμα. Τόνοι νεκροί, κιτρινωποί, χαλκοί, γλιστροῦσαν ἐδῶ κι ἐκεῖ στοὺς πράσινους ἀκόμα θάμνους καὶ στὰ
κλαδιά, ὅπου κοκκίνιζαν ζωηρὰ τά κούμαρα…
Σταματοῦσαν ὅλοι κι ἄκουαν τοὺς σπίνους, ποὺ λαλοῦσαν τὸ σιγαλὸ σκοπό τους στὰ κλαδιά, τοὺς μικροὺς σπουργίτες ποὺ ψιθύριζαν στὰ θάμνα, τοὺς μακρινούς, κομμένους ἤχους, ποὺ φτάνουν πάντα ἀόριστοι καὶ μελαγχολικοὶ ἀπὸ τὴν ἐρημιά, καὶ γεμίζουν τὴ
σιγὴ μὲ κάποια ἀνησυχία.

Σταματοῦσαν καὶ τοὺς ἄκουαν καὶ σώπαιναν. Κάποιοι ἀργοπορημένοι βάτοι πρόβαλαν λευκοανθισμένοι, χλομοκόκκινοι˙ καὶ ὁλόγυρα στοὺς λόφους καὶ ἀντίκρυ στὸ ὁρθόβραχο βουνὸ καὶ ἀπάνω στὸ γλαυκὸ καὶ κάτω στὴ ροδισμένη θάλασσα
ἄπλωνε τὴ χλιαρὴ γαλήνη του τὸ ἀργὸ καὶ φωτεινὸ φθινόπωρο.

« Φθινόπωρο » Κώστας Χατζόπουλος

Τ’ ΑΗΔΟΝΙ ΤΟ ΠΡΩΤΟΦΑΝΤΟ

Ἦρθες, καλὲ ξενιτευτή; Σ’ ἀποζητοῦσε ὁ κῆπος σου. Ὁ κῆπος, ποὺ εἶναι καὶ δικός μου. Ἔλεγα, πὼς γιὰ σένα ἦταν τὸ πένθος του, σὰν τὸ θωροῦσα τὸ χειμώνα. Καὶ τώρα φόρεσε τὰ γιορτινά του, φόρεμα μυριάκριβο, πρὶν ἀκόμα φτάσης. Νοιάστηκε τὸν ἐρχομό σου μὲς στὴ θλίψη του. Κι ἄπλωσε γιὰ σένα τὰ χαμόγελά του.
῞Ολος μιὰ γίνηκε φωλιὰ γιὰ σένα, ἀπὸ φωλιὲς χιλιάδες στολισμένη. Κάθε δεντράκι σούστρωσε λημέρια, μὲ ὑφαντὰ στρωσίδια ἰσκιόφωτα, γιὰ τὰ μεθύσια σου τὰ μεσημεριανά· κι ἄφησε καὶ κάποια ξέσκεπα μπαλκόνια γιὰ τὰ ξεφαντώματά σου τὰ νυχτερινά.

῞Ετοιμο τὸ παλάτι ἀνοίγεται γιὰ τὴν ἀγάπη σου. Ὅμως τὸ στόλισα κι ἐγὼ μὲ κάποιες σιγοτρέμουλες λαχτάρες, σὰν τά κρίνα τὰ χλομά, καὶ τὸ γιόμισα μ’ ἐλπίδες ἀνυπόμονες σὰν τὰ τριαντάφυλλα τὰ κόκκινα. Καὶ νὰ! σὲ καρτερὰν τὰ κρίνα, ὁλάνοιχτα καὶ λιγωμένα,
καὶ σὲ λαχταρᾶν τὰ τριαντάφυλλα μυριοφλογισμένα.
Ἦρθες, ξενιτεμένε φίλε, μὰ ἦρθες ἄγουρα. Τοῦ κήπου τ’ ὄνειρο θὰ σ’ ἔσπρωξε στὸ δρὸμο σου. Καὶ σὲ ξεγέλασε ἄδολο. Γελάστηκε κι αὐτὸ κι ἁπλώθηκε. Καὶ τώρα ἀνθοβολεῖ μαζὶ καὶ χαροπολεμάει.

Γιατ’ εἶν’ ὁ Μάρτης δίβουλος, ὁ μήνας ποὺ γελάει καὶ ποὺ θυμώνει. Καὶ φτονερός, τὸν κῆπο τρόμαξε! Καὶ λάγγεψε* κάθε ἄνθισμά του καὶ τ’ ἀπόκοψε. Κάθε χυμὸ τὸν πισωγύρισε, μὲς στὸ ταξίδι του. Σὲ λούφαξε καὶ σένα ἀθώρητο μὲς στὴν τρομάρα σου, πουλάκι ξένο. Καὶ σὲ φοβερίζει μὲ τὸ θάνατό σου. Καὶ νά, τώρα ἄφησες τὰ φτερουγίσματά σου ἀπὸ κλαδὶ γυμνὸ σὲ τούφα φουντωτὴ καὶ πάλι. Κι ἔκρυψες τὸ κορμάκι τὸ λιοφίλητο καὶ σκέπασές το. Γύρεψες κάποια ἀνήλια ζεστασιὰ νὰ σ’ ἀγκαλιάση. Κι ἔπνιξες τὸ τραγούδι σου στὸ μάντεμά του ἀκόμα.

Σήμερα πρωί, στὴν παγωνιά, ποὺ μοιάζει μὲ κατάρα, ποὺ ἄργησε, θυμήθηκα βαθύτερα τὸν κῆπο μου κι ἐσένα τὸ μονάχο, ἀπ’ τὸ ζεστό μου τὸ κρεβάτι. Λυπήθηκα τὰ δέντρα μου, τὰ σκουντουφλὰ μὲς στὰ νυφιάτικά τους. Καὶ σ’ ἀποζήτησα ἀπὸ τὸ παράθυρό μου, ἀνάμεσα
στὶς φυλλωσιὲς καὶ στὶς κλεισοῦρες τῶν ἀνθῶν κι ἐσένα. Τοῦ κάκου, δὲ σ’ ἀπάντησα. Τὸ κλάμα μου πικρὸ θὰ τόχυνα. Κι ἂν τόπνιγε ὁ θυμὸς μὲς στὴν ψυχή μου, θυμὸς γιὰ τὸν κακὸ τὸ Μάρτη. Ἀλλὰ δὲν ἤθελα τὸ θάνατό σου νὰ συλλογιστώ, μὴ σὲ βασκάνω. Καὶ δὲ
σὲ βάσκανα, φτωχὸ πουλάκι! Ἔπρεπε τὸ μοιρολόγι μου νὰ στήσω, ἀλήθεια.

Ἦταν κοντὰ τὸ μεσημέρι, ὅταν ἕνα παράθυρο ἄνοιξε στὸν οὐρανὸ καὶ βγῆκε ὁ ἥλιος ν’ ἀγναντέψη ἀνάμεσα στὰ σύννεφα. Ἦταν ἥλιος ἄκαρδος, ποὺ τόσο ἀργὰ σ’ ἀποθυμήθηκε. Καὶ πάλι τὸ παράθυρο ἔκλεισε, σὰ μιὰ ματιά. Πρόφτασα ὅμως ν’ ἀγροικήσω ἐγὼ τὸ ἔχε
γειά σου στὸν οὐράνιο σου σύντροφο. Ἦταν ἕνα ξαφνικὸ κι ἀνάκουστο κελάδισμα, ποὺ τὸ βούβαναν κι αὐτὸ τὰ σύννεφα τὰ μαῦρα. Ἦταν τὸ πρῶτο σου, τραγουδιστὴ φτωχέ μου. Κι ἦταν τὸ στερνό σου. Γιατὶ τ’ ἄλλο πρωί, ποὺ ὁ ἥλιος ἔλαμπε πλατύς κι ὁ Μάρτης εἶχε φύγει, σ᾽ ἦβρα νεκρὸ στὰ φύλλα ἀνάμεσα, τὰ μαραμένα σὰ φύλλα φτινοπωρινά.
Κι ἤσουν σὰν τὸ στερνὸ πουλί, ποὺ ὁ ἄγριος χειμώνας τόχει φτάσει.

« Λόγοι καὶ Ἀντίλογοι », 1925 Γιάννης Βλαχογιάννης

Ο ΠΛΑΤΑΝΟΣ

Ἐνῶ σάλευε ἀκόμα τὴ δύναμή του ὁ πλάτανος καὶ τὸ πράσινό του ἦταν σὰν καμπάνα τῆς χαρᾶς, ποὺ χτυπᾶ στὸ διάστημα, τὰ στρογγυλὰ σύννεφα τοῦ φθινοπώρου ὑψώθηκαν ἀκίνητα στὸν ὁρίζοντα – καὶ τὸν κοίταξαν. Τότε ἄρχισε νά ἑτοιμάζεται γιὰ τὸ θάνατο.
Τὰ πρῶτα φύλλα του, ποὺ κιτρίνισαν, σὰ μάτια ποὺ ἄνοιξαν στὸ φῶς τῆς ἀλήθειας, εἶδαν τὸ ἄπειρο, ποὺ τὸν περίμενε – κι ὁ πλάτανος ἀνατρίχιασε στὴ σκέψη, πὼς θὰ γνωρίση τὸ σκοπό του. Ἀπ’ τὸ ρυάκι, ποὺ τὸν ποτίζει, δὲν παίρνει πλέον τίποτε ὑλικό.
Ἀκούει μονάχα τὸ τραγούδι τοῦ νεροῦ στὸ φεγγάρι.

Λίγο λίγο κιτρίνιζε. Λίγο λίγο ἔφταναν στὰ κλαριά του χρυσοὶ στοχασμοί. Ὥσπου μιὰ μέρα κρατώντας ὁλάκερο τὸ θησαυρό του, ἄστραψε μὲς στὸ σκοτεινὸ Δεκέμβρη κι ἔστησε μὲς στὸ πάρκο τὸ χρυσὸ πολυέλαιο τοῦ μαρασμοῦ του ἀκίνητο.Οὔτε ἕνα φύλλο δὲν τοῦ ἔμεινε πράσινο – τίποτε πιὰ δὲν τοῦ θυμίζει τὸν κόσμο. Σὰν ἄγγιξε ἔτσι τὴν τελειότητα, ἔριξε τὸ πρῶτο του μαραμένο φύλλο – μήνυμα, πὼς εἶν’ ἕτοιμος.

Καὶ τ’ ἄλλα φύλλα, βλέποντας ἐκεῖνο μὲ ποιά γαλήνη ξεκίνησε, φρόντισαν νὰ πεθάνουν σύμφωνα μὲ τὴν ἐνθύμησή του. Δίχως τὴ βοήθεια τοῦ ἀνέμου, ἀποχαιρετώντας τὸ κλαδὶ καὶ σταματώντας γιὰ μιὰ στιγμὴ στὸν ἀέρα, σὰν πουλί, ποὺ ζυγιάζει τὰ φτερά του,
ἔπεφταν μὲ κίνημα ἄξιο τῶν ψυχῶν, ποὺ γνώρισαν τὸ Μοιραῖο καὶ δὲν ἔχουν γελαστῆ.

« Πεζοὶ Ρυθμοί » Ζαχαρίας Παπαντωνίου


O ΠΕΙΡΑΣΜΟΣ

Ἔστησ’ ὁ Ἔρωτας χορὸ μὲ τὸν ξανθὸν Ἀπρίλη
κι ἡ φύσις ηὗρε τὴν καλὴ καὶ τὴ γλυκιά της ὥρα
καὶ μὲς στὴ σκιά, ποὺ φούντωνε καὶ κλεῖ δροσιὲς καὶ μόσχους,
ἀνάκουστος κελαηδισμὸς καὶ λιποθυμισμένος.
Νερὰ καθάρια καὶ γλυκά, νερὰ χαριτωμένα,
χύνονται μὲς στὴν ἄβυσσο τὴ μοσχοβολισμένη
καὶ παίρνουνε τὸ μόσχο τῃς κι ἀφήνουν τὴ δροσιά τους
κι οὖλα στὸν ἥλιο δείχνοντας τὰ πλούτια τῆς πηγῆς τους
τρέχουν ἐδῶ, τρέχουν ἐκεῖ καὶ κάνουν σὰν ἀηδόνια.
῎Εξ’ ἀναβρύζει κι ἡ ζωη σ’ γῆ, σ’ οὐρανό, σὲ κύμα·
ἀλλὰ στῆς λίμνης τὸ νερὸ π’ ἀκίνητό ’ναι κι ἄσπρο,
ἀκίνητ’ ὅπου κι ἂν ἰδῆς κᾳὶ κάτασπρ’ ὡς τὸν πάτο,
μὲ μικρὸν ἴσκιον ἄγνωρον ἔπαιξ’ ἡ πεταλούδα,
πούχ’ εὐωδιάσει τς ὕπνους της μέσα στὸν ἄγριο κρίνο.
Ἀλαφροΐσκιωτε καλέ, γιά πὲς ἀπόψε τ’ εἶδες;
νύχτα γιομάτη θαύματα, νύχτα σπαρμένη μάγια!
χωρίς ποσῶς γῆς, οὐρανός καὶ θάλασσα νὰ πνένε
οὐδ’ ὅσο κὰν ἡ μέλισσα κοντά στὸ λουλουδάκι
γύρου σὲ κάτι ἀτάραχο, π’ ἀσπρίζει μὲς στὴ λίμνη,
μονάχο ἀνακατώθηκε τὸ στρογγυλὸ φεγγάρι
κι ὄμορφη βγαίνει κορασιά, ντυμένη μὲ τὸ φῶς του.

« Ἅπαντα » Διονύσιος Σολώμος

O ΘΕΙΟΣ ΒΡΑΧΟΣ

[Ὁ Θεῖος Βράχος εἶναι ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ μεγάλο ἐπικολυρικὸ ποίημα « ῾Η φλογέρα τοῦ Βασιλιᾶ » Ἀπὸ τὶς σημειώσεις τοῦ ποιητῆ παίρνομε τὰ ἀκόλουθα ποὺ δείχνουν τὴν ὑπόθεση τοῦ ποιήματος: Σύμφωνα μὲ τὰ παραδομένα ἀπὸ τοὺς βυζαντινοὺς χρονογράφους, τὸν καιρὸ τοῦ αὐτοκράτορα Μιχαὴλ Παλαιολόγου, ὅταν πολιορκοῦσε
τὴν φραγκοκρατούμενη Πόλη, ἀξιωμτατικοὶ τοῦ βυζαντινοῦ στρατοῦ διασκεδάζουν σ’ ἕνα ἐρειπωμένο μοναστήρι ἔξω ἀπὸ τὴν Πόλη. Βλέπουν ἐκεῖ ἕνα μνῆμα ὁλάνοιχτο καὶ στὸ πλάι του ἀκουμπισμένο ἕνα σκελετὸ ἀνθρώπου μὲ μιὰ φλογέρα στὸ στόμα. Ἀπὸ τὴν ἐπιγραφὴ τοῦ τάφου κινημένοι μαντεύουν, πὼς τὸ σκέλεθρο μὲ τὴ φλογέρα
εἶναι ὁ νεκρὸς τοῦ κραταιοῦ αὐτοκράτορα Βασιλείου τοῦ Βουλγαροκτόνου, ποὺ ἑκατὸ χρόνια πρὶν εἶναι πεθαμένος. Οἱ ἀξιωματικοὶ προσκυνοῦν τὸ λείψανο καὶ στέλνουν ἀγγελιαφόρο, γιὰ νὰ φέρη στὸν Παλαιολόγο τὸ μήνυμα. Θέλουν νὰ βγάλουν τὴ φλογέρα ἀπὸ τὸ στὸμα τοῦ λειψάνου, γιὰ περίπαιγμα πιθανότατα βαλμένη ἐκεῖ.

Ἡ φλογέρα ἡ περιπαίχτρα γίνεται φλογέρα συμβολική, μυστηριακή, ἐπική. Μιλᾶ, τραγουδᾶ, ψάλλεί. Κρατᾶ δεμένους μὲ τὴν ἔκσταση τοὺς ξεφαντωτές. Στὸ ἐξῆς, τὸ ποίημα ἀκολουθεῖ καὶ τελειώνει ἀχώριστο ἀπὸ τὸ τραγούδι τῆς φλογέρας μαζί ἐπικό, λυρικό, ἱστορικό, φιλοσοφικό, μυστικό, προφητικό. Ἡ πνοὴ τοῦ ποιητῆ καὶ ἡ ψυχὴ τοῦ βασιλιᾶ δεμένες ἀκατάλυτα σὲ μιὰ ἀτμοσφαίρα ὀνείρου ὁραματικοῦ,. ποὺ τὴν ἀποτελοῦν μαζὶ θετικὰ καὶ μεταφυσικὰ στοιχεῖα. Στὸ σύνολό του τὸ ποίημα εἶναι ἐπικολυρικὸ ἢ καθαρότερα ἕνας ᾽Επικὸς Ὕμνος, σὰν τοὺς ὁμηρικοὺς ὕμνους.

Στὸν τρίτο λόγο γίνεται ἀπαρίθμηση τοῦ τροπαιοφόρου δρόμου τοῦ Βουλγαροκτόνου ἀνάμεσ’ ἀπ’ τὰ κάστρα κι ἀπ’ τοὺς κάμπους καὶ τὶς λίμνες τῆς Μακεδονίας. Συντρίβει τὸ Βούλγαρο, ὅπου σταθῆ κι ὅπου περάση. Ἀποφασίζει τέλος νὰ προσκυνήση τὴν Παναγία,
ποὺ ἦταν στὴ χάρη Της ταμένος καὶ νὰ ψάλη τὰ νικητήρια στὴν ὑπέρμαχη Στρατήγισσα. Δὲ στέκεται στὶς μεγάλες Μακεδονικὲς πολιτεῖες μήτε στὴν ῾Εφτάλοφη. ῎Ισα τραβᾶ πρὸς τὴν Ἀθὴνα,ποὺ φορεῖ κορώνα της τὸ Βράχο. Λυρικὴ ἀποθέωση τοῦ Παρθενώνα.]

Ἐσ’ εἶσαι, ποὺ κορόνα σου φορεῖς τὸ Βράχο; ᾽Εσ’ εἶσαι,
Βράχε, ποὺ τὸ ναὸ κρατᾶς, κορόνα τῆς κορόνας;
Ναέ, καὶ ποιός νὰ σ’ ἔχτισε, μὲς στοὺς ὡραίους ὡραῖο
γιὰ τὴν αἰωνιότητα, μὲ κάθε χάρη ᾽Εσένα;
Σ’ ἐσὲ ἀποκάλυψη ὁ ρυθμός, κάθε γραμμή, καὶ Μοῦσα·
λόγος τὸ μάρμαρο ἔγινε κι ἡ ἰδέα τέχνη καὶ ἦρθες
στὴ χώρα τὴ θαυματουργή, ποὺ τὰ στοχάζεται ὅλα
μὲ τή βοήθεια τῶν Ὡρῶν τῶν καλομετρημένων,
ἦρθες ἀπάνου ἀπ’ τοὺς λαοὺς κι ἀπάνου ἀπ’ τὶς θρησκεῖες
κυκλώπειε, λυγερόκορμε καὶ σὰ ζωγραφισμένε.
῞Ομοια τὰ πολύτιμα παντοτινὰ μαγνάδια*,
ἴδια στὴ στέγνια, στὴ νοτιά, στὸ φῶς καὶ στὸ σκοτάδι,
ποὺ χέρι δὲν ξεϋφαίνει τα καὶ χρόνια δὲν τὰ φθείρουν
καὶ μάτι δὲν μπορεῖ νὰ βρῆ, πῶς ἀπ’ ἀρχῆς πλεχτῆκαν
κι ἀνήμπορ’ εἶναι ἡ μαστοριὰ νὰ τὰ ξαναρχινήση,
στοιχειὰ γιατὶ τ’ ἀργάστηκαν ἀπὸ δροσοσταλίδες
καὶ νέραϊδοι μὲ τοὺς ἀφροὺς καὶ ἀγγέλισσες μὲ ἀχτίδες.
Ἔτσι καὶ σύ. Οὔτε δύνοσουν ἀλλοῦ, ναέ, νὰ ζήσης,
παρὰ ὅπου πρωτοφύτρωσες· Ἀνθός, κι ἡ Ἀθήνα γλάστρα.
Στὴν ἴδια γῆ, στῶν ἴδιων σου θεῶν τὸ κατατότι
καὶ ἀπὸ μακάρων αἵματα, ποὺ στάζαν ἑδῶ κάτω
καὶ βοήθαγαν τὴ γέννα τους, φύτρωσες, ὡς φυτρώνουν
οἱ νάρκισσοι κι οἱ ὑάκινθοι καὶ οἱ δάφνες κι ἀνεμῶνες
κι ὅσα ἀπ’ τ’ ἀνθρώπου τὸ κορμὶ στοῦ λουλουδιοῦ περνοῦσαν.
Κι ὅπου σοῦ πήρανε βλαστὸ καὶ σπόρο ὅπου σοῦ κλέψαν,
τὸ ξαναφύτρωμα ἄμοιαστο καὶ πάει τοῦ κάκου ὁ σπόρος.
Ναί, τὰ θέμελά σου ἐσὲ δὲν εἶναι ριζωμένα
σὰ νὰ τὴ ’γγίξαν τρίσβαθα τὴν τέλειωση τοῦ κόσμου,
μηδὲ τὸ μετωπό σου ἐσὲ πάει πέρα ἀπὸ τὰ γνέφια,
σὰν πυραμίδας κολοσσὸς ἀπάνου σ’ ἐρμοτόπι
τῆς Ἀφρικῆς. Ἀνάλαφρα κρατᾶν ἐσὲ στοῦ ἀέρα
τὴ διαφανάδα τὴ γλαυκὴ τῶν Ὀλυμπίων τὰ χέρια.
Κι ἡ ἀρχοντικὴ κορφή σου ἐσὲ δίχως θρασὰ νὰ πάη,
γιὰ νὰ χαθῆ στὰ ἀπέραντα, ποὺ μάτι δὲν τὴ φτάνει,
τὸ Πνεῦμα πρὸς τ’ ἀπέραντα ξέρει ἀπαλὸ καὶ φέρνει.
Ἐσένα δὲ σὲ χτίσανε τυραγνισμένων ὄχλοι,
καματερὰ ἀνθρωπόμορφα στρωμένα ἀπ’ τὴ βουκέντρα
φαρμακερὰ καὶ ἀλύπητα δυνάστη αἱματοπότη.
Ἐσένα μὲ τὸ λογισμὸ κι ἐσὲ μὲ τὸ τραγούδι
σὲ ὑψῶσαν τῶν ἐλεύθερων οἱ λογισμοί, ἐκεῖ ὅπου
καὶ ὁ Νόμος σὰν πρωτόγινε τῆς πολιτείας προστάτης
μὲ τὸ ρυθμὸ πρωτόγινε κι ἦταν κι αὐτὸς τραγούδι
καὶ ὁ δαμαστής σου μάρμαρο, Ναέ, καὶ ὁ πλαστουργός σου,
δίχως νὰ ἱδρώση νικητής, δίχως ἀγώνα πλάστης,
Κι ἀκοῦστε! Πρέπει κι ὁ ἄνθρωπος, κάθε φορά, ποὺ θέλει
νὰ ξαναβρῆ τὰ νιάτα του, νάρχεται στὸ ποτάμι
τῆς Ὀμορφιᾶς νὰ λούζεται. Σ’ ὅλα μπροστὰ τὰ ὡραῖα,
νὰ στέκεται ἀδιαφόρευτα καὶ γκαρδιακὰ νὰ σκύβη
προσκυνητής, ἐρωτευτής, τραγουδιστής, διαβάτης.
Κι ἀφοῦ ὅλων πάη ταξίματα καὶ μεταλάβη ἀπ’ ὅλα,
πάλι καὶ πάντα νὰ γυρνᾶ σ’ ἐσένα μ’ ἕναν ὕμνο,
μ’ ἐσένα τὸ ξανάνιωμα μ’ ἐσὲ νὰ παίρνη τέλος.
Ποῦ νὰ τὴν βρῶ, καὶ σὰν τὴν βρῶ, ποῦ νὰ τὴν καταλάβω
τῆς καλλονῆς σου τὴν ψυχή, Ναέ, καὶ τῆς ψυχῆς σου
τὸ μυστικὸ πῶς νὰ τὸ πῶ, τί δάχτυλα, ποιά χέρια
θὰ μοῦ τὸ παίξουνε καὶ ποιά πνοὴ θὰ μοῦ κυλίση
τὸ μυστικό σου μέσα μου σὰ ροδοκόκκινο αἷμα,
γιὰ νὰ τὸ κάμω λάλημα, ποὺ νὰ τ’ ἀξίζη ἐσένα;

« Ἡ Φλογέρα τοῦ Βασιλιᾶ » Κωστὴς Παλαμὰς


ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΔΙΑΚΟΥ
[24 Ἀπριλίου, 1821]

Τρία πουλάκια κάθονταν ψηλὰ στὴ Χαλκομάτα*,
τόνα τηράει τὴ Λιβαδιὰ καὶ τ’ ἄλλο τὸ Ζιτούνι*,
τὸ τρίτο τὸ καλύτερο μοιρολογάει καὶ λέει:
« Πολλὴ μαυρίλα πλάκωσε, μαύρη σὰν καλιακούδα*,
»Μὴν ὁ Καλύβας ἔρχεται, μὴν ὁ Λεβεντογιάννης; »
« Οὐδ’ ὁ Καλύβας ἔρχεται, οὐδ’ ὁ Λεβεντογιάννης.
»Ὁ ῾Ομὲρ Βρυόνης πλάκωσε μὲ δεκοχτὼ χιλιάδες ».
Ὁ Διάκος σὰν τ’ ἀγρίκησε, πολὺ τοῦ κακοφάνη.
Ψιλὴ φωνὴν ἐσήκωσε, τὸν πρῶτο του φωνάζει:
« Τὸν ταϊφὰ* μου σύναξε, μάσε τὰ παλικάρια,
»δῶσ’ τους μπαρούτη περισσὴ καὶ βόλια μὲ τὶς χοῦφτες
»γλήγορα καὶ νὰ πιάσουμε κάτω στὴν Ἀλαμάνα*,
»πού ’ναι ταμπούρια δυνατὰ κι ὄμορφα μετερίζια*. »
Παίρνουνε τ’ ἀλαφρὰ σπαθιὰ καὶ τὰ βαριὰ τουφέκια,
στὴν Ἀλαμάνα φτάνουνε καὶ πιὰνουν τὰ ταμπούρια.
« Καρδιά, παιδιά μου, φώναξε, παιδιά, μὴ φοβηθῆτε,
»σταθῆτε ἀντρειὰ σὰν ῞Ελληνες καὶ σὰ Γραικοὶ σταθῆτε».
Ψιλὴ βροχούλαν ἔπιασε κι ἕνα κομμάτι ἀντάρα,
τρία γιουρούσια ν ἔκαμαν, τὰ τρία ἀράδα ἀράδα.
Ἔμεινε ὁ Διάκος στὴ φωτιὰ μὲ δεκοχτὼ λεβέντες.
Τρεῖς ὧρες ἐπολέμαγε μὲ δεκοχτὼ χιλιάδες.
Βουλῶσαν τὰ κουμπούρια του κι ἀνάψαν τὰ τουφέκια
κι ὁ Διάκος ἐξεσπάθωσε καὶ στὴ φωτιὰ χουμάει,
ξήντα ταμπούρια χάλασε κι ἑφτὰ μπουλουκμπασῆδες*.
Καὶ τὸ σπαθί του κόπηκε ἀνάμεσα ἀπ’ τὴ χούφτα
καὶ ζωντανὸ τὸν ἔπιασαν καὶ στὸν πασὰ τὸν πάγουν,
χίλιοι τὸν πᾶν’ ἀπὸ μπροστὰ καὶ χίλιοι ἀπὸ κατόπι.
Κι ὁ Ὁμὲρ Βρυόνης μυστικὰ στὸ δρόμο τὸν ἑρώτα:
« Γίνεσαι Τοῦρκος, Διάκο μου, τὴν πίστη σου ν’ ἀλλάξης,
»νὰ προσκυνήσης στὸ τζαμί, τὴν Ἐκκλησιὰ, ν’ ἀφήσης; »
Κι ἐκεῖνος τ’ ἀποκρίθηκε καὶ στρίφτει τὸ μουστάκι:
« Ἐγὼ Γραικὸς γεννήθηκα, Γραικὸς θὲ ν’ ἀποθάνω,
»Ἂν θέλετε χίλια φλωριὰ καὶ χίλιους μαχμουτιέδες*,
»μόνον ἑφτά μερῶν ζωὴ θέλω νὰ μοῦ χαρίστε,
»ὅσο νὰ φτάση ὁ Ὀδυσσεὺς καὶ ὁ Θανάσης Βάγιας ».
Σὰν τ’ ἄκουσε ὁ Χαλίλ – μπεης ἀφρίζει καὶ φωνάζει:
« Χίλια πουγγιὰ σᾶς δίνω γὼ κι ἀκόμα πεντακὸσια,
»τὸ Διάκο νὰ χαλάσετε τὸ φοβερὸ τὸν κλέφτη,
»γιατὶ θὰ σβήση τὴν Τουρκιὰ κι ὅλο μας τὸ ντοβλέτι* ».
Τὸ Διάκο τὸτε παίρνουνε καὶ στὸ σουβλὶ τὸν βάζουν,
ὁλόρθο τὸν ἐστήσανε κι αὐτὸς χαμογελοῦσε.
« Σκυλιὰ κι ἂν μὲ σουβλίσετε, ἕνας Γραικὸς ἑχάθη.
»Ἂς εἶν’ ὁ Ὀδυσσεὺς καλὰ κι ὁ καπετὰν Νικήτας,
»ποὺ θὰ σᾶς σβήσουν τὴν Τουρκιὰ κι ὅλο σας τὸ ντοβλέτι ».

Δημοτικὸν

 

ΠΡΩΤΗ ΜΑΪΟΥ

Τοῦ Μαγιοῦ ροδοφαίνεται ἡ μέρα,
ποὺ ὡραιότερη ἡ φύση ξυπνάει
καὶ τὴν κάνουν λαμπρὰ καὶ γελάει
πρασινάδες, ἀχτίνες, νερά.

Ἄνθη κι ἄνθη βαστοῦνε στὸ χέρι
παδιὰ κι ἄντρες, γυναῖκες καὶ γέροι·
ἀσπροντύματα, γέλια καὶ κρότοι
ὅλοι οἱ δρόμοι γεμάτοι χαρά.

Ναί, χαρῆτε τοῦ χρόνου τὴ νιότη,
ἄντρες, γέροι, γυναῖκες, παιδιά!

« Ἅπαντα » Διονύσιος Σολωμὸς

 

ΤΑ ΒΙΒΛΙΑ

– Σάμπως ἐμεῖς ἀπ’ τὴν καρδιὰ δὲν εἴμαστε τῆς Φύσης;
καὶ σὰν πνοὲς δὲν εἴμαστε κι ἀπὸ παντοῦ δὲν πνέμε;
καὶ δὲ χαλᾶμε σὰ σεισμοὶ καὶ σὰ φωτιὲς δὲν καῖμε;
Σὰν τὰ πελώρια βύσσινα δὲν εἴμαστε τῆς δύσης
καὶ σὰν τά ρόδα της αὐγῆς; Πάντα καθὼς μαυρίζουν
στ’ ἄσπρα χωράφια τοῦ χαρτιοῦ τ’ ἄνθια μας δὲν ἀξίζουν
τὰ περιβόλια, τὰ βουνά, τὶς ἄκρες, τὰ ρουμάνια*,
χλωρὰ καὶ σὰν ἀκουμπιστὰ στὰ γαλανὰ τὰ οὐράνια;
Δὲν εἴμαστε σὰν τὴ ζωὴ τῆς θάλασσας, ποὺ εἶν’ ὅλη
ταξίδι, σάλεμα, δροσιά, φουρτούνα, ἀραξοβόλι*;
Τοὺς φλοίσβους δὲν τοὺς ἔχομε,τοὺς βόγγους καὶ τοὺς βρόντους
καὶ σὰν τοὺς πολυόμματους δὲν εἴμαστε δρακόντους;
Κι ἀκόμα σὰν τὰ σύγνεφα δὲν εἴμαστ’ ἀεροπλάνα*
μὲ τὸ θυμὸ τῆς ἀστραπῆς, μὲ τῆς βροχῆς τὸ μάνα;
Δὲν εἴμαστε σὰν τὰ ψηλὰ παλάτια μὲ τὰ μύρια,
πάντ’ ἀνοιχτὰ σὲ μάκρητα καὶ τόπους, παραθύρια;
Βοήθεια ἐμεῖς δὲν εἴμαστε, γιὰ νὰ τὸ κατεβάσης
τ’ ἄλλο, τὸ μέγα τῆς ζωῆς βιβλίο, τ’ ὁλόγυρά σου;
Τάχα κι ἑμεῖς δὲν εἶμαστε σὰν τὰ στοιχειὰ τῆς πλάσης,
σαν τὶς νεράιδες τῆς στεριᾶς, τοῦ πέλαγου, τοῦ δάσου;
Τοῦ κόσμου ἐμεῖς δὲ φέρνομε τὶς δέσποινες Ἰδέες
πίσω ἀπ’ τὰ μύρια ἀλλάσματα, πάντα ἴδιες, πάντα νέες;

« Πολιτεία καὶ Μοναξιὰ » Κ. Παλαμὰς

ΕΣΠΕΡΙΝΟΣ

Βουβὲς ψυχές, θλιμμένες, καὶ τ’ ἀπόβραδο
προσμένουν τὸ Χριστό μας ἀπὸ πέρα,
ποιός ξέρει; ἀπὸ μακριά. Κι ἐκεῖνος ἔρχεται
μὲς στὸ θολὸ τοῦ φθινοπώρου ἀγέρα.

Μὲ τ῾ ὄγιο φῶς ἀχνόφεγγο στεφάνι του,
μὲ τὰ θεϊκά, χαμηλωμένα μάτια·
μόνος. Καὶ τὰ ξερόφυλλα τοῦ στρώνουνε
χρυσὰ χαλιὰ στὰ ἔρμα μονοπάτια.

Τοῦ κάμπου τὰ στρουθιὰ καὶ τὰ πετούμενα,
ποὺ στὶς φωλιὲς κοπαδιαστὰ γυρίζουν,
ἅμα τὸν δοῦνε, χαμηλώνουν πρόσχαρα,
χαμοπετοῦν καὶ τὸν καλωσορίζουν.

Ἀνάριο τὸ σκοτάδι, μισοδιάφανο,
μόλις ποὺ τὸν σκεπάζει στὴν καπνιά του.
Καὶ τὰ γυμνὰ κλαριὰ σὰν χέρια ὑψώνονται
καὶ δέονται στὸ ἄυλο πέρασμά του.

Δέονται σιωπηλά… Κι ἐκεῖνος ἔρχεται
καὶ σκύβει στὶς ψυχές, ποὺ τὸν προσμένουν,
σιγὰ… πονετικά. Κι ἀργὰ τὰ σήμαντρα
πονετικὰ κι αὑτὰ σιγοσημαίνουν.

« Σκιὲς » Λάμπρος Πορφύρας

ΑΝ…..

Ἂν νὰ κρατᾶς καλὰ μπορῆς
τὸ λογικό σου, ὅταν τριγύρω σου ὅλοι
τάχουν χαμένα καὶ σ’ ἐσὲ
τῆς ταραχῆς των ρίχνουν τὴν αἰτία.
Ἂν νὰ ἐμπιστεύεσαι μπορῆς
τὸν ἴδιο τὸν ἑαυτό σου, ὅταν ὁ κόσμος
δὲ σὲ πιστεύη κι ἂν μπορῆς
νὰ τοῦ σχωρνᾶς αὐτὴ τὴ δυσπιστία.
Νὰ περιμένης ἂν μπορῆς
δίχως νὰ χάνης τὴν ὑπομονή σου.
Κι ἄν ἄλλοι σὲ συκοφαντοῦν,
νὰ μὴ καταδεχθῆς ποτὲ τὸ ψέμα,
κι ἂν σὲ μισοῦν, ἐσὺ ποτὲ
σὲ μίσος ταπεινὸ νὰ μὴν ξεπέσης,
μὰ νὰ μὴν κάνης τὸν καλὸ
ἢ τὸν πολὺ σοφὸ στά λόγια.
Ἂν νὰ ὀνειρεύεσαι μπορῆς
καὶ νὰ μὴν εἶσαι δοῦλος τῶν ὀνείρων.
ἂν νὰ στοχάζεσαι μπορῆς,
δίχως νὰ γίνη ὁ στοχασμὸς σκοπός σου,
ἂν ν’ ἀντικρίζης σοῦ βαστᾶ
τὸ θρίαμβο καὶ τὴ συμφορὰ παρόμοια
κι ὅμοια νὰ φέρνεσαι σ’ αὐτοὺς
τοὺς δυὸ τυραννικοὺς ἀπατεῶνες.
ἄν σοῦ βαστᾶ ἡ ψυχὴ ν’ ἀκοῦς
ὅποιαν ἀλήθεια ἐσὺ εἶχες εἰπωμένη,
παραλλαγμένη ἀπ’ τοὺς κακοὺς,
γιὰ νάναι γιὰ τοὺς ἄμυαλους παγίδα,
ἤ συντριμμένα νὰ θωρῆς
ὅσα σοῦ ἔχουν ρουφήξει ταὴ ζωὴ σου
καὶ πάλι νὰ ξαναρχινᾶς
νὰ χτίζης μ’ ἐργαλεῖα πούναι φθαρμένα.
Ἄν ὅσα ἀπόχτησες μπορῆς
σ’ ἕνα σωρὸ μαζὶ νὰ τὰ μαζέψης
καὶ δίχως φόβο, μονομιᾶς
κορόνα ἤ γράμματα ὅλα νὰ τὰ παίξης
καὶ νὰ τὰ χάσης καὶ ἀπ’ ἀρχῆς,
ἀτράνταχτος νὰ ξεκινήσης πάλι
καὶ νὰ μὴ βγάλης καὶ μιλιὰ
ποτὲ γι’ αὐτὸ ταὸν ξαφνικὸ χαμό σου.
Ἄν νεῦρα καὶ καρδιὰ μπορῆς
καὶ σπλάχνα καὶ μυαλὸ καὶ ὅλα νὰ τὰ σφίξης
νὰ σὲ δουλέψουν ξαναρχῆς,
κι ἄς εἶναι ἀπὸ πολὺ καιρὸ σωσμένα
καὶ νὰ κρατιέσαι πάντα ὀρθὸς,
ὅταν δὲ σούχη τίποτε ἀπομείνει
παρὰ μονάχα ἡ θέληση,
κράζοντας σ’ ὅλα αὐτὰ: «ΒΑΣΤΑΤΕ».
Ἄν με τὰ πλήθη νὰ μιλᾶς
μπορῆς καὶ νὰ κρατᾶς τὴν ἀρετὴ σου,
μὲ βασιλιάδες νὰ γυρνᾶς,
δίχως ἀπ’ τοὺς μικροὺς νὰ ξεμακρύνης.
Ἄν μήτε φίλοι, μήτ’ ἐχθροὶ
μποροῦνε πιὰ ποτὲ νὰ σὲ πειράξουν,
ὅλο τὸν κόσμο νὰ ἀγαπᾶς,
μὰ καὶ ποτὲ πάρα πολὺ κανένα.
Ἄν τοῦ θυμοῦ σου τὶς στιγμές
ποὺ φαίνεται ἀδυσώπητη ἡ ψυχὴ σου,
μπορῆς ν’ ἀφήσης νὰ διαβοῦν
τὴν πρώτη ξαναβρίσκοντας γαλήνη,
δικὴ σου θάναι τότε ἡ Γῆ,
μ’ ὅσα καὶ μ’ ὅτι ἀπάνω της κι ἄν ἔχη
καὶ κάτι ἀκόμα πιὸ πολύ:
Ἄντρας ἀληθινὸς θάσαι, παιδί μου

Ρούντγιαρντ Κίπλιν [Μετάφρ. Ν. Καρβούνη]

 

ΠΙΝΑΞ ΤΩΝ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ

Μ Ε Ρ Ο Σ Π Ρ Ω Τ Ο Ν
ΠΕΖΟΣ ΛΟΓΟΣ

Ι. ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ – ΔΙΗΓΗΣΕΙΣ
Σελὶς
1. Ὁ φτωχὸς ἅγιος, Ἀλεξάνδρου Παπαδιαμάντη 7
2. ῾Υπὸ τὴν βασιλικὴν δρῦν, Ἀλεξάνδρου Παπαδιαμάντη 25
3. ῾Η θάλασσα, Ἀντρέα Καρκαβίτσα 30

ΙΙ. ΠΕΡΙΓΡΑΦΑΙ – ΠΕΖΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ
1. Ἄθωνας, Ἀλεξάνδρου Μωραϊτίδη 43
2. Ἀκρόπολη, Γιάννη Ψυχάρη 48
3. Στὰ Δωδεκάνησα, Γιάννη Ψυχάρη 49
4. Ζωγραφιὰ (ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ μυθιστόρημα « Φθινόπωρο »), Κώστα Χατζοπούλου 52
5. Ἡ σπορὰ (ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ διήγημα (κατάδικος), Κώστα Θεοτόκη 53
6. Τ’ ἀηδόνι τὸ πρωτόφαντο, Γιάννη Βλαχογιάννη 57
7. Εὐχαριστῶ τὸ Δημιουργό, Ζαχαρία Παπαντωνίου 59
8. Ὁ πλάτανος, Ζαχαρία Παπαντωνίου 59

ΙΙΙ. ΛΟΓΟΙ ΚΑΙ ΜΕΛΕΤΑΙ
1. Ὁ Πατριάρχης Γρηγόριος Ε΄, Γεωργίου Τερτσέτη 61
2. 25 Μαρτίου 1901, Σπυρίδωνος Λάμπρου 66
3. Ἡ ᾽Επανάστασις εἰς τὴν Μακεδονίαν κατὰ τὸ 1821, Σπυρίδωνος Τρικούπη 70
4. Χαρακτηρισμὸς του Καραϊσκάκη, Κ. Παπαρρηγοπούλου 73
5. Οἱ θρύλοι, Φώτου Πολίτη 76
6. Οἱ κλέφτες, Σπύρου Μελᾶ 79

IV. ΚΡΙΤΙΚΑ – ΑΙΣΘΗΤΙΚΑ
1. Ἀπὸ τὰ προλεγόμενα στὴν α΄ ἔκδοση τῶν Εὑρισκομένων τοῦ Δ. Σολωμοῦ, Ἱακώβου Πολυλᾶ 83
2. Ὁ ᾽Ηνιόχος τῶν Δελφῶν, Ζαχαρία Παπαντωνίου 85
3. ῾Η ψυχὴ τοῦ χεριοῦ, Ἀριστοτέλους Κουρτίδου 89

V. ΠΕΖΑ ΔΡΑΜΑΤΑ
1. Παπαφλέσσας, ὁ μπουρλοτιέρης τῶν ψυχῶν, Σπύρου Μελᾶ99

Μ Ε Ρ Ο Σ Δ Ε Υ Τ Ε Ρ Ο Ν

ΠΟΙΗΣΙΣ
Σελὶς
1. ῞Υμνος εἰς τὴν ᾽Ελευθερίαν, Διονυσίου Σολωμοῦ 11

Ι. ΕΠΙΚΑ ΚΑΙ ΕΠΙΚΟΛΥΡΙΚΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ – ΕΠΥΛΛΙΑ
1. Οἱ Ἐλεύθεροι Πολιορκημένοι (σχεδίασμα Β΄ καὶ Γ΄) Διονυσίου Σολωμου 134
2. Ἀθανάσιος Διάκος (ἆσμα ΣΤ΄), Ἀριστοτέλους Βαλαωρίτου 138
3. Ὁ ῞Ορκος (ἀπόσπασμα), Γερασίμου Μαρκορᾶ 141
4. Ὁ θεῖος Βράχος, ἀπόσπασμα ἀπὸ τὴ « Φλογέρα του Βασιλιᾶ»,  Κωστῆ Παλαμᾶ 147
5. Ὁ γέρος καρβανάρος, Κώστα Κρυστάλλη 150
6. Τραγούδια τῆς Πάργας (δημοτικὰ) 151
7. Τὸ τραγούδι τοῦ Διάκου (δημοτικὸν) 152
8. Τοῦ κλέφτη τὸ κιβούρι (δημοτικὸν) 153
9. Τοῦ νεκροῦ ἀδελφοῦ (δημοτικὸν) 154
10. Τοῦ κάστρου τῆς Ὡριᾶς (δημοτικὸν) 157

ΙΙ. ΛΥΡΙΚΑ
1. Εἰς Φραγκίσκαν Φραΐζερ, Διονυσίου Σολωμοῦ 160
2. Πρώτη Μαΐου, Διονυσίου Σολωμοῦ 160
3. Πρὸς τὸν κύριον Γεώργιον δὲ – Ρώση, Διονυσίου Σολωμοῦ160
4. Λήθη, Λορέντσου Μαβίλη 161
5. Καρδάκι, Λορέντσου Μαβίλη 162
6. Στὰ μάτια ὕμνος, Κωστῆ Παλαμᾶ 162
7. Τὰ βιβλία, Κωστῆ Παλαμᾶ 164
8. Κομμάτι ἀπὸ τοὺς « Παράδεισους », Κωστῆ Παλαμᾶ 165
9. Τὸ ἡλιοβασίλεμα, Κώστα Κρυστάλλη 166
10. Ὁ θάνατος τοῦ Μπάυρον, Γεωργίου Δροσίνη 168
11. Στὸν Παλαμᾶ, Γεωργίου Δροσίνη 168
12. Σιγὰ ἡ πηγή, Κώστα Χατζοπούλου 169
13. Τὸ μελτέμι, Ἰωάννου Γρυπάρη 170
14. Καίει ὁ ἤλιος, ᾽Ιωάννου Γρυπάρη 171
15. Ἐσπερινός, Λάμπρου Πορφύρα 172
16. Βράδυ σ᾽ ἕνα χωριό, Λάμπρου Πορφύρα 172
17. Δέηση γιὰ τὴν ψυχὴ τοῦ Παπαδιαμάντη, Λάμπρου Πορφύρα 173
18. Τὸ τραγούδι, Μιλτιάδη Μαλακάση 174
19. Ἀγροτικὴ νοσταλγία, Γεωργίου Ἀθάνα 175
20. Δόξα σοι! Μυρτιώτισσας 176
21. Ἀπὸ τὴν « Παγὰν Λαλέουσαν » , Παύλου Νιρβάνα 177

ΙΙΙ. ΣΑΤΙΡΙΚΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ
1. Σύντομος αὐτοβιογραφία μου, Γεωργίου Σουρῆ 179
2. ᾽Επιγράμματα, Κωνσταντίνου Σκόκου 182

IV. ΕΜΜΕΤΡΑ ΔΡΑΜΑΤΑ
1. Νικηφόρος Φωκὰς (πρᾶξις Α΄, σκηνὴ Θ΄), Ἀριστομένους Προβελεγγίου 183

Ε Π Ι Μ Ε Τ Ρ Ο Ν

ΞΕΝΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ
1. Ἰούλιος Καῖσαρ (πρᾶξις Γ΄), Οὐίλλιαμ Σαίξπηρ [μετάφρ. Κ. Καρθαίου] 191
2. Τὰ νησιὰ τῆς ῾Ελλάδας (ποίημα), Βύρωνος [μετάφρ. Ἀργύρη Ἐφταλιώτη] 205
3. ῍Αν… (ποίημα), Ράντγιαρντ Κίπλιν [μετάφρ. Ν. Καρβούνη] 207
4. Περίπατος στὰ βράχια (ποίημα), Βίκτωρος Οὐγκὼ [μετάφρ. Κ.Παλαμᾶ] 209
5. Τὸ Ἑλληνόπουλο (ποίημα), Βίκτωρος Οὐγκὼ [μετάφρ. Κ.Παλαμᾶ] 210
6. Ὁ Ἑλληνικὸς ὕμνος (ποίημα), Φρειδ. Μιστρὰλ [μετάφρ. Κ. Παλαμᾶ] 211
7. Τὸ Ὑδραιόπουλο (ποίημα), Γ. Μύλλερ [μετάφρ. Γ. Στρατήγη]. 213
8. Φάουστ (πρᾶξις Α΄), Ἰω. Βολφ. Γκαῖτε [μετάφρ. Κ. Χατζοπούλου] 214
9. ῾Η Κόλασις (ἆσμα Δ΄), Δάντη Ἀλιγκιέρι [μετάφρ. Γ. Καλοσγούρου] 221

Παράρτημα Α΄. Λεξιλόγιον. 225

Παράρτημα Β΄. Βιογραφίαι συγγραφέων 232

Βιογραφίαι καλλιτεχνῶν 242

Κατηγορίες:βιβλία Ετικέτες:
  1. Δεν υπάρχουν σχόλια.
  1. No trackbacks yet.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: