Αρχική > πολιτική > Επιλεγμένα πολιτικά άρθρα 31.10.11

Επιλεγμένα πολιτικά άρθρα 31.10.11

imageΗ αυτοκρατορία έρχεται

Του ΝΙΚΟΥ ΚΟΤΖΙΑ Συγγραφέα, καθηγητή του Πανεπιστημίου Πειραιώς
ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ 29.10.11

Θα μιλήσω αυστηρά επιστημονικά. Χωρίς συναισθηματισμούς, άμεσες πολιτικές αξιολογήσεις και μεταφορικές εικόνες. Η θέση της Ελλάδας στον κόσμο χειροτερεύει. Μειώνεται η κυριαρχία της και ξένοι επίτροποι ελέγχουν την οικονομία.

Οι κυρίαρχες δυνάμεις κάνουν σαν να μην καταλαβαίνουν. Θυμίζουν εκείνους τους λίγους από τους 526 ινδούς μαχαραγιάδες -πρίγκιπες που παρέδωσαν την Ινδία πρώτα στις υπερεθνικές επιχειρήσεις των Βρετανών και κατόπιν δέχτηκαν να γίνει η Ινδία αποικία της βρετανικής αυτοκρατορίας. Τριακόσια σαράντα εκατ. Ινδοί διοικούνταν από 12.000 Βρετανούς, κύρια Σκοτσέζους. Σε αναλογία, για την Ελλάδα που έχει σήμερα ακριβώς 31 φορές λιγότερο πληθυσμό, θα ήταν 387 επίτροποι, υπάλληλοι της αυτοκρατορίας. Δηλαδή, όσοι συντόμως θα είναι οι υπάλληλοι της τρόικας και των υπό τον κ. Ράιχενμπαχ επιτροπών.

Ισως, κάποιος θα υποστηρίξει ότι είναι υπερβολή να συγκρίνουμε την Ε.Ε. και τη σημερινή Γερμανία με τις δομές της Β’ Βρετανικής Αυτοκρατορίας πριν από 250 χρόνια. Ασφαλώς δεν είναι τα ίδια πράγματα, αλλά από την άλλη, το σίγουρο είναι ότι έχουμε να κάνουμε με μια αυτοκρατορία εν τω γίγνεσθαι. Και αυτό διότι η αυτοκρατορία έχει ως κύριο χαρακτηριστικό της τη διαβάθμιση δικαιωμάτων όσων κατοικούν σε αυτήν, καθώς και των διαφορετικών εθνολογικών – γεωγραφικών χώρων. Πολιτικές ενότητες, σαφώς μικρότερες από την κάθε φορά αυτοκρατορία, όπως ήταν η Ρώμη, η Αγγλία και αργότερα τα βρετανικά νησιά, η Πορτογαλία (εκτός από την περίοδο που μεταφέρθηκε η έδρα της αυτοκρατορίας στη Βραζιλία), διοικούσαν πολύ μεγαλύτερες περιοχές και πληθυσμούς. Ταυτόχρονα, σε όλη την έκταση της αυτοκρατορίας εφαρμοζόταν το ίδιο δίκαιο και κυκλοφορούσε το ίδιο νόμισμα.

Σήμερα στην Ε.Ε., έχουν παραβιαστεί πολλαπλά θεμέλια στα οποία εδραζόταν ο ιδιαίτερος χαρακτήρας της. Πριν απ’ όλα, έχει παραβιαστεί η αρχή της ισότητας και ισονομίας ανάμεσα στα κράτη-μέλη της. Δεν είναι απλώς ότι κάποια κράτη είναι πλουσιότερα, μερικές φορές πολυπληθέστερα και με μεγαλύτερη ισχύ εντός της Ε.Ε., καθώς και με χρηματοπιστωτικό πλεόνασμα, ενώ άλλα έχουν ισχνότερη οικονομία, ελλείμματα, ακόμα και μικρότερο πληθυσμό. Το κύριο είναι ότι σήμερα μετρά όλο και περισσότερο το οικονομικό βάρος και ισχύ που διαθέτει κάθε κράτος.

Στο όνομα της κρίσης προωθείται μια αυταρχική αναθεώρηση των συνθηκών. Σε αυτή δεν προβλέπεται μόνο η δημιουργία ενός συστήματος ευρωπαϊκής οικονομικής διακυβέρνησης, αλλά και ο αυστηρός έλεγχος των κρατών-μελών με υψηλά χρέη. Αυτά θα ελέγχονται και θα διευθύνονται με επιτροπάτα, ιδιαίτερα ως προς τα δημοσιονομικά. Δηλαδή, θα διαμορφωθούν πεδία και σφαίρες δράσης, όπως ήδη παρανόμως συμβαίνει στην Ελλάδα, στα οποία δεν θα λειτουργεί η δημοκρατία για τους πολίτες των χρεωμένων κρατών. Επίσης, το Κοινοβούλιο θα χάνει τον σκληρό πυρήνα κυριαρχίας του, δηλαδή τον έλεγχο επί του προϋπολογισμού. Με μοχλό τα χρέη, θα διαμορφωθούν διαφορετικές ταχύτητες θεσμών, δικαιωμάτων, κυριαρχίας. Δηλαδή, θα συγκροτηθεί μια άτυπη θεσμικά νομιμοποιημένη αυτοκρατορία με τους έλληνες πολίτες να είναι περιορισμένων δικαιωμάτων.

Η γέννηση της αυτοκρατορίας διά μέσου των χρεών οδηγεί την Ευρώπη να διολισθαίνει όλο και περισσότερο προς την αυταρχική δημοκρατία. Αν δεν το καταλάβουμε, τότε στο όνομα της σωτηρίας από την οικονομική χρεοκοπία που έτσι και αλλιώς έρχεται, θα έχουμε να κάνουμε με τη χρεοκοπία της Ελληνικής Δημοκρατίας, ως δημοκρατίας και ως κυριαρχίας. Με μια, δηλαδή, καταστροφή ιστορικών διαστάσεων!

ΣχολείοΣχολείοΣχολείο

 

Αριστερά και Καβάφης

Του ΧΡΙΣΤΟΥ ΣΤΕΡΓ. ΜΠΕΛΛΕ Συγγραφέα-πανεπιστημιακού
ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ 29.10.11

«Ο καπιταλισμός είναι το καταπληκτικό «πιστεύω» ότι οι πιο μοχθηροί άνθρωποι θα προβούν στις πιο μοχθηρές πράξεις, για το καλύτερο όλων».

Πρόκειται για την εκ βαθέων εξομολόγηση του θεωρητικού-στυλοβάτη του καπιταλισμού, Τζον Κέινς, για ένα σύστημα που στο πλαίσιο του νεοφιλελευθερισμού υπερβαίνει ακόμα και τα όρια σχιζοφρένειας κι ύβρεως – με την αρχαία του όρου έννοια – για την ανθρώπινη ζωή σαν αυταξία αιώνων, την ίδια την ύπαρξη. Τι χρείαν άλλων μαρτύρων έχουμε;

Πυρακτωμένα τα δακτυλικά αποτυπώματα τούτης της φαγέδαινας: σε παγκόσμιο πληθυσμό 6,5 δισ., τα 2,9 δισ. ζουν κάτω από το όριο της φτώχειας των 2 δολαρίων ημερήσια. Πεθαίνουν καθημερνά 40.000 παιδιά από πείνα, ενώ 6 πάμπλουτοι Αμερικανοί κατέχουν περσότερα χρήματα απ’ όσα οι υπόλοιποι στον πλανήτη κι ο γνωστός παγκόσμιος κερδοσκόπος Τζορτζ Σόρος κερδίζει στο χρηματιστήριο 1,6 δισ. δολάρια, σε μια νύχτα, παίζοντας με την αγγλική λίρα κι άλλοτε με το ψωμί, τη μοίρα, τη ζωή της πλεμπάγιας. Στην Αμερική, μητρόπολη του καπιταλισμού, 29.800.000 Αμερικανοί σβήνουν από πείνα-ταπείνωση με κουπόνια και στη Βρετανία, 2.100.000 παιδιά οδηγούνται στο όριο της φτώχειας και 1.700.000 Αγγλοι σε ανήλιαγες ράμνες ανεργίας. Ο δραματικά πληθαίνων «Τέταρτος Κόσμος» (οι «υπόπτωχοι των υποπτώχων», οι άστεγοι ανθρωποαρουραίοι των τενεκεδόσπιτων στις αναπτυγμένες χώρες), τα περιττώματα της παγκοσμιοποίησης.

Στον αντίποδα του καπιταλισμού, επιμένει το κομμάτι της κοινωνίας που εκφράζεται κυρίαρχα απ’ την αριστερά, με κέντρο βάρους τον άνθρωπο, το υπαρξιακό αίτημα που συμπυκνώνεται στην κοσμοθεωρία του σοσιαλισμού. Η αριστερά, με τιμαλφή διαμάντια στο διάδημα, τις υποθήκες του Χριστού για ειρήνη («και επί γης ειρήνη»), για κοινωνική δικαιοσύνη («ο έχων δύο χιτώνας διδότω τω μη έχοντι»), για φιλαλληλία («αγαπάτε αλλήλους») κ.λπ. Μέσα σε τούτη την κόλαση του Μαμωνά και του Μολώχ της αγοράς, δεν υπάρχει άλλος δρόμος και ρόλος ύπαρξης της αριστεράς, εκτός από τη σύγκρουση με το σύστημα, με στόχο μοναδικό την ανατροπή του.

Καμιά αριστερά όμως και ποτέ, δεν θα πείσει πως μπορεί και θέλει να ηγηθεί του κοινωνικού μετασχηματισμού: όσο αυτάρεσκα αυτοπροσδιορίζεται απόλυτος πάτρονας των προσδοκιών για αλλαγή. Οσο αδυνατεί να συνθέσει θετική, πειστική πρόταση εξουσίας, αρκούμενη στην επαναστατική ή κινηματική γυμναστική και στη – δίκην σχολιαστή – μουντή, άσαρκη και ομφαλοσκοπική καταγραφή «αυτών που δεν θέλει». Οσο ναρκισσευόμενα βαυκαλίζεται να δοξάζεται στο κοινωνικοπολιτικό εικονοστάσι, ως «οσία της φετιχιστικής αλήθειας και διαμαρτυρίας», διεκδικώντας, όμως, με τον τρόπο αυτό, επάξια μόνιμο στασίδι στη χορεία των ουραγών των εξελίξεων, των κομπάρσων στην αυλή της Ιστορίας.

Για τούτη τη βαθιά συστημική κρίση, πέρα από τον Μαρξ – τον κορυφαίο φιλόσοφο, θεωρητικό του κομμουνισμού – είχαν κρούσει τον κώδωνα κινδύνου και μεγάλοι θιασώτες του ίδιου του καπιταλισμού (Σμιθ, Κέινς, Σάμιουελσον), επισημαίνοντας έντονα τον καθοριστικό ρυθμιστικό, ελεγκτικό, επιχειρηματικό ρόλο του κράτους και τις καταστροφικές συνέπειες της αχαλίνωτης κι ασύδοτης αγοράς. Ο ίδιος ο πρόεδρος Ρούσβελτ προϊδέασε για τα μελλούμενα, όταν ενώπιον του Κογκρέσου, το 1935, απέδωσε τη βασική αιτία των προβλημάτων της ύφεσης του 1929 στις υπερβολικές ελευθερίες της αγοράς. «Οι Αμερικανοί πρέπει να αποκηρύξουν την ιδέα απόκτησης πλούτου, ο οποίος, μέσω των υπερβολικών κερδών, δημιουργεί αθέμιτη προσωπική δύναμη»(1), επισήμαινε.

Οι ιστορικές ειδήσεις του μέλλοντος θα μιλήσουν για μια παγκόσμια αμβλυωπική αριστερά, που έκλεισε ερμητικά την πόρτα στο «ενσαρκωμένο» φάντασμα του Μαρξ, που απαιτούσε απεγνωσμένα δικαίωση και έδινε λυτρωτικές απαντήσεις σε μια νέα, χαμένη, ίσως ακόμα μια φορά, διεθνή αφήγηση.

Κάθε φορά που συνδιαλέγομαι με τον εαυτό μου, σταθμίζοντας «έργα και ημέρες», ευθύνες, αδιέξοδα της αριστεράς, κάθε φορά -μέσα στα τόσα άλλα- έρχεται ειρωνικός ο Καβάφης, με τον ανείπωτο δραματικό πολιτικό-ποιητικό του οίστρο, στη «Διορία του Νέρωνος», να αιτιολογήσει, τουλάχιστον, τη στάση της: «Δεν ανησύχησεν ο Νέρων όταν άκουσε/ του Δελφικού Μαντείου τον χρησμό./ "Τα εβδομήντα τρία χρόνια να φοβάται"./ Είχε καιρόν ακόμη να χαρεί./ Τριάντα χρονώ είναι. Πολύ αρκετή/ είν’ η διορία που ο θεός τον δίδει/ για να φροντίσει για τους μέλλοντας κινδύνους./Τώρα στην Ρώμη θα επιστρέψει κουρασμένος λίγο,/ αλλά εξαίσια κουρασμένος από το ταξείδι αυτό,/ που ήταν όλο μέρες απολαύσεως/ στα θέατρα, στους κήπους, στα γυμνάσια…/ (…) Αυτά ο Νέρων. Και στην Ισπανία ο Γάλβας/ κρυφά το στράτευμά του συναθροίζει και το ασκεί,/ο γέροντας ο εβδομήντα τριώ χρονώ». Και σε ελεύθερη, επίτομη απόδοση: «Αφες αυτοίς, ουκ οίδασι τι ποιούσι»…

(1) Τάσος Τσακίρογλου,«Κ.Ε.»,4/8/2011

Σχολείο

 

Ανασύνταξη δυνάμεων μετά την ήττα

Του ΝΑΠΟΛΕΟΝΤΟΣ ΜΑΡΑΒΕΓΙΑ Καθηγητή του Πανεπιστημίου Αθηνών
ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ 29.10.11

Η ελληνική οικονομία μέσα στον ανελέητο πόλεμο του διεθνούς ανταγωνισμού έχασε τη μεγάλη μάχη, που είχε αρχίσει με την ένταξη της χώρας μας στην Ευρωπαϊκή Ενωση το 1981.

Ο αγώνας κορυφώθηκε με την ένταξη στην ευρωζώνη το 2001, μετά από μια υπερπροσπάθεια στη δεκαετία του ’90 να εκπληρωθούν τα κριτήρια της Συνθήκης του Μάαστριχτ για τον πληθωρισμό, το έλλειμμα και το χρέος.

Σήμερα, δέκα χρόνια μετά βρισκόμαστε στη φάση της οπισθοχώρησης μετά την ήττα, με όλα τα βασικά μεγέθη να ακολουθούν φθίνουσα πορεία. Το ΑΕΠ μειώθηκε κατά 12% τα τρία τελευταία χρόνια, το μέσο πραγματικό εισόδημα των εργαζομένων μειώθηκε κατά τουλάχιστον 20% (10% τα ονομαστικά εισοδήματα και 10% ο πληθωρισμός) στην ίδια περίοδο, δηλαδή από το 2009 μέχρι σήμερα, σε μια απελπισμένη προσπάθεια αποπληρωμής του συσσωρευμένου χρέους μας που φθάνει σήμερα τα 360 δισ. ευρώ ή το 160% περίπου του ΑΕΠ.

Προφανώς, το μέγεθος του χρέους δείχνει την αδυναμία της χώρας μας να αντιμετωπίσει το διεθνή ανταγωνισμό, καθώς δεν υπάρχει πλέον εξωτερική προστασία μέσα στην Ε.Ε. και ειδικότερα μέσα στην ευρωζώνη.

Το μέγεθος του ελλείμματος στον προϋπολογισμό, που παρά τη μείωσή του με τεράστιο κοινωνικό κόστος, βρίσκεται ακόμη κοντά στο 10% του ΑΕΠ, δείχνει την αδυναμία της χώρας μας να εξορθολογίσει τις δημόσιες δαπάνες και να εκσυγχρονίσει τον εισπρακτικό μηχανισμό του για τη σύλληψη της φοροδιαφυγής. Το μέγεθος του ελλείμματος εξωτερικών πληρωμών, που φθάνει επίσης κοντά στο 10% του ΑΕΠ, παρά τη μεγάλη μείωση της δημόσιας και ιδιωτικής δαπάνης, δείχνει την αδυναμία της χώρας να παράγει αγαθά και υπηρεσίες για την εσωτερική και τη διεθνή αγορά και να είναι έτσι υποχρεωμένη να εισάγει σχεδόν τα πάντα από το εξωτερικό (οι εξαγωγές καλύπτουν μόνο το 25% της αξίας των εισαγωγών).

Η μάχη της ελληνικής οικονομίας στον πόλεμο του διεθνούς ανταγωνισμού έχει χαθεί πριν αρκετά χρόνια. Η παγκόσμια οικονομική κρίση αποκάλυψε την πραγματικότητα της ήττας με τρόπο τραγικό για την ελληνική κοινωνία. Ηταν αρκετή η «συνειδητοποίηση» από τις διεθνείς αγορές ότι η Ελλάδα άρχισε να «δυσκολεύεται» στην αποπληρωμή των δανείων, όταν το χρέος συσσωρεύτηκε πάνω από ένα όριο, για να ξεκινήσει η χιονοστιβάδα της ανόδου των επιτοκίων που οδήγησε τη χώρα μας εκτός των αγορών και χρειάστηκε τη συνδρομή των εταίρων της στην ευρωζώνη.

Η συνδρομή των εταίρων της συνοδεύθηκε από το ΔΝΤ και από όρους για να πληρωθούν χρέη της, τα οποία συνέχισαν να αυξάνονται με ταχείς ρυθμούς, λόγω της ολιγωρίας στην εφαρμογή διαρθρωτικών μέτρων και της «απροσδόκητα» μεγάλης ύφεσης. Ετσι φθάσαμε στη σημερινή κατάσταση. Το χρέος της χώρας μας έγινε πλέον μη αντιμετωπίσιμο (μη βιώσιμο). Οι εταίροι και δανειστές μας στην Ε.Ε. έκριναν σωστά ότι πρέπει να μειωθεί (να κουρευτεί), ευτυχώς μέσα στο πλαίσιο της ευρωζώνης και με «εθελοντικό τρόπο» από τους ιδιώτες πιστωτές.

Οι αποφάσεις της Ε.Ε. μπορούν, ίσως, να αντιμετωπίσουν σε κάποιο βαθμό αυτό το πρόβλημα. Ομως, το ζήτημα της διεθνούς ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας, που οδήγησε στη σημερινή κατάσταση, μπορεί να αντιμετωπισθεί μόνον με τη συνειδητοποίηση από όλους τους έλληνες πολίτες των τραγικών συνεπειών της ήττας. Ετσι μετά από μια συντεταγμένη υποχώρηση, αυτή η ήττα μπορεί να οδηγήσει σε ανασύνταξη των δυνάμεών μας για να μην χάσουμε στο μέλλον και άλλες μάχες περισσότερο οδυνηρές στον οικονομικό πόλεμο που βρίσκεται μπροστά μας.

Σχολείο

Τα επεισόδια στο Σύνταγμα

Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΡΟΥΣΗ Καθηγητή του Παντείου Πανεπιστημίου
ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ 29.10.11

Είμαι από εκείνους τους κομμουνιστές που, ακριβώς επειδή το νοιάζονται, έχει ασκήσει δημόσια, έντονη πολιτική κριτική στο ΚΚΕ, ιδιαίτερα για τη στάση του το 1989, και για τη στροφή που κατά τη γνώμη μου συντελέστηκε στο τελευταίο συνέδριό του.

Επίσης έχω κατακρίνει πρόσφατα συγκεκριμένες στάσεις και θέσεις του.

Ανήκω επίσης στο σπάνιο, απ’ ό,τι έχω διαπιστώσει, είδος των κομμουνιστών που αντιμετωπίζουν με συμπάθεια το αναρχικό ρεύμα, θεωρώντας ότι έχουμε κοινή στρατηγική στόχευση και ότι και αυτό ανήκει στην αντίθετη από την αστική εξουσία πλευρά του οδοφράγματος. Με αυτό το σκεπτικό υποστήριξα συχνά αγωνιστές αυτού του χώρου όταν ήλθαν αντιμέτωποι με την κρατική βία, ενώ κατέκρινα όσους από την αριστερά τούς κατήγγελλαν συλλήβδην ως προβοκάτορες.

Είμαι επίσης κατά του κεντρισμού, της ουδετερότητας, των «ναι μεν αλλά» και των ίσων αποστάσεων σε περίπτωση σύγκρουσης ή αντιπαράθεσης.

Τέλος, κατακρίνω την ένταξη συγκεκριμένων γεγονότων σε θετικές ή αρνητικές στατικές προκαταλήψεις, που έχουν διαμορφωθεί για κάποιον συγκεκριμένο πολιτικό χώρο.

Με αυτά τα δεδομένα, υποστηρίζω ότι η στάση των αυτοπροσδιοριζόμενων ως αντιεξουσιαστών -που δυσφημούν το χώρο τους- ή άλλων που προσδιορίζονται ως μηδενιστές, οι οποίοι εσφαλμένα πιστεύουν ότι, όταν 200 ή και 500 από αυτούς επιτίθενται με πέτρες, μολότοφ κ.λπ. στα ΜΑΤ ή, ακόμη, χειρότερα, σε καταστήματα και τράπεζες ρισκάροντας μάλιστα να σκοτώσουν αθώους -αλλοτριωμένους έστω- ανθρώπους, μπορούν να ανατρέψουν το σύστημα, ή έστω να συμβάλουν σε αυτήν την ανατροπή, ή ακόμη και απλώς να το φθείρουν, λειτουργεί αντικειμενικά προβοκατόρικα.

Ακριβέστερα, με αυτήν τη στάση ενισχύεται ο στόχος στον οποίο αποσκοπεί το παιγνίδι Ινδιάνοι -καουμπόηδες που στήνουν προσχεδιασμένα από τη μια οι ασφαλίτες προβοκάτορες και οι παρακρατικοί και από την άλλη οι επίσημες δυνάμεις «προστασίας του πολίτη». Και αυτό συμβαίνει όχι τόσο διότι η ένταση της καταστολής έχει ανάγκη από ζηλωτές, αλλά διότι είναι δεδομένο ότι, όταν δημιουργούνται τέτοιου είδους ανέξοδα για την εξουσία επεισόδια, αυτό εξυπηρετεί πολλαπλά το σύστημα.

Και το εξυπηρετεί διότι αυτά χρησιμοποιούνται συστηματικά για τη διάλυση των μαζικών λαϊκών κινητοποιήσεων, τον εκφοβισμό του λαού με στόχο να αποτραπεί να συμμετέχει στους αγώνες που έρχονται. Το εξυπηρετεί ακόμη διότι, έτσι, μάλλον διευκολύνονται να αναδειχτούν τα αντιδραστικά αντανακλαστικά μερίδων του πληθυσμού, παρά να προωθηθεί η επαναστατικότητά του. Το εξυπηρετεί ιδιαίτερα σήμερα, διότι το διευκολύνει να εντείνει τον αυταρχισμό, κάτι που συντελείται αντιστρόφως ανάλογα με τη ραγδαία απώλεια της κοινωνικής συναίνεσης, δηλαδή του άλλου θεμέλιου της αστικής εξουσίας.

Επιπρόσθετα με τα συγκεκριμένα επεισόδια της περασμένης Πέμπτης, το σύστημα επεδίωξε να πληγεί η κοινή παρουσία και δράση των λαϊκών δυνάμεων, κάτι που, αν γενικευτεί και συστηματικοποιηθεί, θα συμβάλει καθοριστικά στην επιτάχυνση της ανατροπής του.

Βεβαίως οι παραπάνω τοποθετήσεις κάθε άλλο παρά σημαίνουν άρνηση της αναγκαιότητας χρησιμοποίησης βίας για την ανατροπή της αστικής εξουσίας. Σημαίνουν απλώς άρνηση άσκησής της με τη μορφή ενσωματώσιμου και αξιοποιήσιμου από αυτήν μπάχαλου, άρνηση αυτοκτονικής άσκησής της όταν δεν υπάρχει ο αναγκαίος συσχετισμός, έτσι ώστε αυτή να εκδηλωθεί μαζικά, οργανωμένα, αποτελεσματικά προς τη σωστή κατεύθυνση.

Και επειδή είμαι από εκείνους που κατηγορούσαν το ΚΚΕ όταν περνούσε απλώς από την πλατεία, απαξιώνοντάς την και δεν στέκονταν σε αυτήν μαζί με τις εκτός αυτού λαϊκές δυνάμεις (διότι -πώς να γίνει;- υπάρχουν και τέτοιες), είμαι διπλά υποχρεωμένος να εκτιμήσω θετικά αυτή την κατά τα άλλα αυτονόητη παρουσία του ΠΑΜΕ στην πλατεία. Ακόμη, θεωρώ απολύτως θεμιτό το ότι αυτό επεδίωξε να περιφρουρήσει τις δυνάμεις του, κάτι που για όποιον έχει μια στοιχειώδη εμπειρία από διαδηλώσεις, δεν μπορούσε παρά να εμφανιστεί σαν περιχαράκωσή του όχι μόνον από τους προβοκάτορες, αλλά και από άλλες δυνάμεις. Και η περιφρούρηση αυτή και η αντίδρασή του ήταν πόσο μάλλον δικαιολογημένη, εφόσον οι δυνάμεις του δέχτηκαν μια οργανωμένη δολοφονική επίθεση από δυνάμεις οι οποίες μπορούν να χαρακτηριστούν αντικειμενικά με ακρίβεια, από τη μια, με βάση το στόχο τους και το αποτέλεσμα της επίθεσής τους και, από την άλλη, με την προκλητική ανοχή της αστυνομίας απέναντί τους.

Εκείνο όμως που πρέπει να καταλάβουν όλες οι συνιστώσες του λαϊκού κινήματος είναι ότι ο εσωτερικός εχθρός είναι ένας και μοναδικός: Η κυβέρνηση των δωσίλογων και όσοι άμεσα ή έμμεσα στηρίζουν το υπεύθυνο για το ξεπούλημα της Ελλάδας και την υποδούλωση του λαού της σύστημα. Προς αυτή την κατεύθυνση είναι θετικές οι σχετικές τοποθετήσεις όλων όσοι αρνούνται τον ενδο-κόκκινο-μαύρο εμφύλιο, οι τοποθετήσεις της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, της ΙΣΚΡΑ και άλλων ακόμη και υπεύθυνων αναρχικών αγωνιστών, οι οποίοι αντιμετώπισαν την επίθεση που δέχτηκε το ΠΑΜΕ σαν οργανωμένη δολοφονική επίθεση.

Από την άλλη, είναι τραγικό να συνεχίζεται μικρόψυχα ένας ενδοαριστερός εμφύλιος, και, ακόμη χειρότερα, να ανάγεται σε κύριο εχθρό από τη μια δύναμη της αριστεράς η άλλη, και αυτό μετά τέτοιας διάστασης γεγονότα, όπως ο τραγικός θάνατος ενός αγωνιστή και ο τραυματισμός δεκάδων άλλων, γεγονότα για τα οποία ούτως ή άλλως την κύρια ευθύνη φέρει η κυβέρνηση, της οποίας η αντιλαϊκή, κατοχική πολιτική είναι εκείνη που προκαλεί τις διαδηλώσεις, και η οποία με τη μεγαλύτερη των ευκολιών εξαπολύει άγριους ξυλοδαρμούς, μαζικές επιθέσεις με χημικά και εκτρέφει τους προβοκάτορες.

Σχολείο

Σε τι θα λέγαµε «Οχι» σήµερα;

ΤΟ ΒΗΜΑ, 29.10.11

Στο συλλογικό φαντασιακό του έθνους το «Οχι» κατέχει δεσπόζουσα θέση. Δεν παραπέμπει μόνο στην απάντηση στο ιταλικό τελεσίγραφο του 1940, αλλά έχει καταστεί διαχρονικό σύμβολο αντίστασης σε οτιδήποτε απειλεί την υπόσταση και την ελευθερία μας. Εξάλλου το «Οχι» είναι η λέξη που έχει χρησιμοποιηθεί περισσότερο από κάθε άλλη σε διαδηλώσεις και πορείες. Την επαύριον της επετείου της 28ης Οκτωβρίου 1940, λίγες ημέρες μετά τα όσα αποφασίστηκαν στις Βρυξέλλες για το «κούρεμα» του ελληνικού χρέους, αλλά – και αυτό είναι πιο σημαντικό – και για την «ενίσχυση του οικονομικού και δημοσιονομικού συντονισμού και εποπτείας», υπάρχει ανάγκη για ένα νέο «Οχι»; Την ηθική διάσταση της άρνησης επισημαίνει η κυρία Χριστίνα Κουλούρη, ο κ. Αλέξης Καλοκαιρινός επισημαίνει την ευθύνη των πολιτικών και ο κ. Θεόδωρος Παπαγγελής καταμετρά τα «Οχι» που δεν είπαμε όταν έπρεπε και αυτά που πρέπει να πούμε από ’δώ και πέρα.

Σχολείο

ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΚΟΥΛΟΥΡΗ, ΤΟ ΒΗΜΑ 29.10.11

Συλλογική αντίσταση και ατοµική αυτοθυσία

Οι Ελληνες είναι ίσως ο µοναδικός λαός που γιορτάζει ως εθνικό σύµβολο το «Οχι». Μια λέξη που παραπέµπει αυτοµάτως στην ελληνική άρνηση στο ιταλικό τελεσίγραφο τον Οκτώβριο του 1940 και που εορτάζεται ως η δεύτερη σηµαντικότερη εθνική επέτειος. Ως προς αυτό δεν υπάρχει διαφωνία. Υπάρχει όµως διαφωνία ως προς το ποιος πραγµατικά είπε το «Οχι». Εξαιτίας του εµφυλίου πολέµου και της ταραχώδους πολιτικής ζωής στη µεταπολεµική Ελλάδα, η αφήγηση των πολεµικών και διπλωµατικών γεγονότων, της Κατοχής και της Αντίστασης γινόταν σχεδόν πάντα υπό το πρίσµα των πολιτικών και ιδεολογικών επιλογών του γράφοντος. Το ίδιο συνέβη και µε το «Οχι»: για άλλους το «Οχι» το είπε ο Μεταξάς και για άλλους ο λαός.

Ξεκινώντας από αυτή την παρατήρηση, µπορούµε να στοχαστούµε πάνω σε µια σειρά ζητήµατα: πρώτον, ποια είναι η σηµασία του «Οχι» ως διαχρονικής στάσης για το ελληνικό έθνος· δεύτερον, αν υπάρχουν και άλλα «Οχι» που συγκροτούν ένα είδος εθνικής συνέχειας και, τρίτον, ποιος είναι αυτός που λέει (ή που θεωρείται ότι λέει) το «Οχι» σε κάθε ιστορική συγκυρία. Μέσα από αυτές τις σκέψεις µπορούµε να αναλογιστούµε εν τέλει και τι µπορεί να σηµαίνει σήµερα το «Οχι» ή τι θα θέλαµε να σηµαίνει. Θα ήταν δηλαδή η αυτονόητη συνέχεια µιας παλαιάς ιστορίας;

Τη νύχτα της 28ης Οκτωβρίου 1940 ο Ιωάννης Μεταξάς, απορρίπτοντας το ιταλικό τελεσίγραφο, αναδείχθηκε εθνικός «ήρωας» της επίσηµης Ιστορίας. Η άρνησή του απέναντι στον επίδοξο κατακτητή της Ελλάδας εντάχθηκε στη σειρά των ηρωικών αγώνων που στο εθνικό φαντασιακό συναρθρώνουν την εποποιία του Εθνους ανά τους αιώνες. Σύµφωνα λοιπόν µε αυτή την ερµηνεία, το «Οχι» το είπε ο Μεταξάς. Μετά την πτώση της δικτατορίας των συνταγµαταρχών ωστόσο, στο κλίµα της Μεταπολίτευσης και µέσω της υπόρρητης ή και σαφούς σύνδεσης της πρόσφατης µε την παλαιά δικτατορία, η πράξη αυτή του Μεταξά χαρακτηρίστηκε «καπρίτσιο της Ιστορίας».

Πράγµατι, φαινόταν παράξενο ότι ένας δικτάτορας µε φασίζουσα ιδεολογία και σύµβολα εµπνευσµένα από τη χιτλερική Γερµανία και την Ιταλία του Μουσολίνι επέλεξε να αντιταχθεί στον Αξονα. Γι’ αυτόν τον λόγο επεκράτησε η άποψη ότι το «Οχι» το είπε ο ελληνικός λαός. Η ερµηνεία αυτή συνδέθηκε µε την αναγνώριση της Εθνικής Αντίστασης και την ένταξή της στην εθνική ιστορία. Αλλοτε λοιπόν το «Οχι» το λένε οι ηγέτες και άλλοτε οι λαοί. Και, πάντως, όποιος και να το πει, οι επίγονοι έχουν τη δυνατότητα να το ερµηνεύσουν κατά το δοκούν.

Απρόσωπο ή προσωποποιηµένο, το «Οχι» έχει συγκεκριµένα χαρακτηριστικά: δηλώνει την αντίσταση ή την εξέγερση εναντίον ξένων κατακτητών ή καταπιεστικής εξουσίας. Σηµαίνει «δεν παραδίδοµαι», «δεν σκύβω το κεφάλι», και παραπέµπει στις αξίες της ελευθερίας, της αξιοπρέπειας και της υπερηφάνειας. ∆εν υπάρχει αµφιβολία. Ολοι µας θέλουµε να µπορούµε να πούµε «όχι», είτε αυτό αφορά ατοµικές επιλογές είτε συλλογικές πράξεις. Η ικανότητα να λέµε «όχι» σηµαίνει θάρρος, ανδρεία, αυτοπεποίθηση.

Σε εθνικό επίπεδο, οι ήρωες του «Οχι» είναι πολλοί, ακόµη κι αν δεν χρησιµοποίησαν ποτέ τη συγκεκριµένη λέξη. Τους αναγνωρίζουµε στα πρόσωπα των αγωνιστών του ’21 και στο σύνθηµα «Ελευθερία ή θάνατος»· στην απεγνωσµένη αυτοθυσία του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου· στο Κούγκι και στο Αρκάδι. Ωστόσο αρχετυπική για τη σειρά των ηρώων που αντιστέκονται είναι η περίπτωση του Λεωνίδα και των τριακοσίων του. Αν υπάρχει ένα αντίστοιχο του «Οχι» µέσα στην Ιστορία, αυτό είναι χωρίς αµφιβολία το «Μολών λαβέ». Το ενδιαφέρον είναι ότι όλοι αυτοί οι «ήρωες του Οχι» (αν µπορούµε να κατασκευάσουµε µια τέτοια κατηγορία) δεν ήταν ήρωες που νίκησαν κυριολεκτικά αλλά µόνο ηθικά. Είναι µια από τις γνωστές ειρωνείες της Ιστορίας ότι, λέγοντας το «Οχι», θυσίασαν τη ζωή τους και έχασαν τη µάχη. ∆εν ανταµείφθηκαν µε µια νίκη. Και η Ελλάδα εξάλλου κατακτήθηκε το 1941, παρά το «Οχι» της έναν χρόνο πριν. Εν τούτοις, είναι το ίδιο το τραγικό τέλος που ενισχύει την ηθική αξία της άρνησης και εξυψώνει όποιον την εκφέρει. «Και περισσότερη τιµή τους πρέπει / όταν προβλέπουν (και πολλοί προβλέπουν) / πως ο Εφιάλτης θα φανεί στο τέλος, / κ’ οι Μήδοι επί τέλους θα διαβούνε».

Ολα τα «Οχι» της Ιστορίας αναφέρονται ωστόσο σε ένοπλη αντίσταση και εξέγερση. Τι σηµαίνει να λέει κάποιος «Οχι» σε περίοδο ειρήνης; Αν χρησιµοποιήσουµε τη µεταφορά του πολεµικού «Οχι», ένα ειρηνικό «Οχι» θα σήµαινε επίσης ικανότητα αντίστασης στη στέρηση της ελευθερίας και της δηµοκρατίας, απεµπόληση της νωθρότητας του κοµφορµισµού, και εν τέλει αυτοθυσία για την υπεράσπιση ηθικών αξιών. Με άλλα λόγια, το «Οχι» έχει πάντα κάποιο υλικό κόστος, µικρό ή µεγάλο, στο όνοµα του ηθικού οφέλους. Εποµένως, το ερώτηµα που τίθεται είναι κατά πόσον η ελληνική κοινωνία σήµερα έχει την ικανότητα να συσπειρωθεί για να υπερασπιστεί µείζονες ηθικές αξίες και τι είναι έτοιµη να θυσιάσει στο όνοµα αυτών των αξιών. Το εγχείρηµα αυτό είναι πολύ πιο σύνθετο από το «Οχι» της 28ης Οκτωβρίου. Ante portas δεν είναι ο φασιστικός στρατός και ο «εχθρός» έχει σήµερα χαµαιλεόντεια χαρακτηριστικά. Γι’ αυτό και διαφορετικές πολιτικές και κοινωνικές οµάδες βλέπουν αλλού η καθεµία το πρόσωπό του. Το «Οχι» έχει κατακερµατιστεί και δεν γράφεται πλέον µε κεφαλαία γράµµατα.

Η κυρία Χριστίνα Κουλούρη είναι καθηγήτρια Νεότερης και Σύγχρονης Ιστορίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο.

Σχολείο

Αλέξης Καλοκαιρινός, ΤΟ ΒΗΜΑ, 29.10.11

Αστόχαστη άρνηση και ηρωική κατάφαση

Οι εθνικές επέτειοι έχουν κάτι µελαγχολικό. Πάντα το είχαν, αλλά περισσότερο σήµερα. Φταίνε και οι συµπτώσεις. 25η Μαρτίου 2011, ανήµερα, ο Πρωθυπουργός έβγαινε από το συµβούλιο κορυφής στις Βρυξέλλες δηλώνοντας ότι «πετύχαµε να βελτιώσουµε το πλαίσιο εφαρµογής του µνηµονίου». Φτάσαµε στις παραµονές της επόµενης επετείου για να πετύχουµε την τελευταία «βελτίωση». Στις αγορές θα βγούµε στην επέτειο των διακοσίων χρόνων της ελληνικής επανάστασης, αν όλα πάνε καλά. Η Ιστορία µάς ειρωνεύεται και τα «Χρόνια πολλά» που συνήθιζε να εύχεται ο Πρωθυπουργός στους πολίτες ακόµη και την 28η Οκτωβρίου αντηχούν και αυτά ειρωνικά. Χρόνια πολλά, πράγµατι.

Μπορούµε να επισπεύσουµε; Και µήπως να βγούµε ακαριαία από το µακρόσυρτο λούκι; Μπορούµε να δηµιουργήσουµε µια ηρωική εποχή;
Ορισµένοι φλερτάρουν µε την ιδέα.
Να βγούµε από τον «ηρωισµό της καθηµερινής ζωής» του Μπωντλαίρ, του είρωνα ποιητή; Οµως δεν έχουµε σαφές διακύβευµα, όπως και εκείνος δεν είχε – αλλά είχε επίγνωση. Εµάς ποιο «στάδιον δόξης» µάς προσµένει; Σίγουρα, δεν µας περιµένουν τα βουνά της Αλβανίας. Σήµερα πια, η εθνική µας κυριαρχία και αξιοπρέπεια δεν παίζονται σε ένα «ναι» ή σε ένα «όχι».

Και αν το «όχι» είναι η απάντηση, τότε ποιο είναι το ερώτηµα; Από µια άποψη, δεν υπάρχει ερώτηµα. ∆εν µας ρωτούν και η κυβέρνησή µας προτιµά να µην ερωτάται. Το γεγονός αυτό δεν είναι τόσο δραµατικό, αν και η περίσταση είναι απολύτως δραµατική. ∆ραµατική είναι η κατάσταση στην οποία έχουµε περιέλθει. Αλλά αυτό δεν οφείλεται σε απώλεια της εθνικής κυριαρχίας. Η εθνική κυριαρχία δεν είναι αυτό που ήταν στα µαύρα χρόνια του Μεταξά. Κρίσιµο µέρος της εκχωρήσαµε αυτοβούλως στους ευρωπαϊκούς θεσµούς µε τη συµµετοχή µας στην ΕΟΚ, κατόπιν στην ΕΕ, και στη νοµισµατική ένωση. Και πολύ καλά κάναµε, τουλάχιστον κατ’ αρχήν. Αν το εγχείρηµα της πολιτικής ενοποίησης της Ευρώπης αποτύχει, χωρίς µάλιστα να έχει επί της ουσίας αναληφθεί, η εθνική κυριαρχία θα µας επιστραφεί στο ακέραιο και θα τη χτυπάµε στο κεφάλι µας.

Αλλά δεν χρειάζεται να προτρέχουµε. Οπωσδήποτε, είναι δυσάρεστο και οδυνηρό ότι η Ελλάδα βρίσκεται στο περιθώριο των αποφάσεων που την αφορούν. Ακόµα και αν η Ελλάδα φέρει την πρώτιστη ευθύνη για τη δεινή θέση της, δεν θα έπρεπε να είναι ανεκτό να υποστεί «τιµωρητικές» αποφάσεις. Ούτε για τους Ελληνες, ούτε για τους υπόλοιπους Ευρωπαίους. Αλλά η ευθύνη για την αποφυγή αποφάσεων που προξενούν βλάβη στην ελληνική κοινωνία προς παραδειγµατισµό της ίδιας ή τρίτων ανήκει στο ακέραιο στην ελληνική κυβέρνηση. Εδώ δεν σηκώνει καµιά υπεκφυγή.

Ωστόσο βλέπουµε ότι για µία ακόµα φορά τα ένστικτα της εγχώριας άρχουσας πολιτικής τάξης στρέφονται στην παρένδυση της πραγµατικότητας. Οι πολιτικοί ιθύνοντες επιχειρούν να φέρουν τα πράγµατα στα µέτρα τους. Αντί να διαπραγµατεύονται, µε «ναι» και µε «όχι», αντί δηλαδή να καθίστανται συνοµιλητές στο εξωτερικό, το µυαλό τους γυρίζει στον επιµερισµό της ευθύνης µέσα στο µίζερο εθνικό πολιτικό σκηνικό. Αντί να αρπάζουν την κρίσιµη µέρα για τον τόπο, στρέφονται στη διαχείριση της επόµενης µέρας για τους ίδιους. Η πολιτική σκηνοθεσία καταντά καρικατούρα. Οι ηθοποιοί παίρνουν θέση στις «κόκκινες γραµµές». Η τοποθέτηση επιτηρητών στα υπουργεία εµφανίστηκε από ένα ετερόκλητο πλήθος δηµαγωγών ως κόκκινη γραµµή. Οπως, όµως, ήταν απολύτως αναµενόµενο, τα προσχήµατα τηρήθηκαν. Η Μέρκελ δεν επρόκειτο να στραπατσάρει την πρόσοψη της ελληνικής κυβέρνησης τόσο ώστε να κινδυνεύσει να πάρει την εφαπτοµένη, δηλαδή να πει το ηρωικό «όχι», και οι Ελληνες, όλοι µαζί, να εισέλθουµε στην εποχή ενός ολοκληρωτικού πολιτικού και κοινωνικού πρωτογονισµού.

Αλλά το πρόβληµα παραµένει για µας, τους πολίτες. Που σηµαίνει ότι αν έχουµε κάποιο «όχι» να πούµε, αυτό δεν έχει νόηµα να στρέφεται κατά προτεραιότητα έξω, σε εκείνους που αποφασίζουν για µας χωρίς εµάς, αλλά µέσα, σε εκείνους που πέτυχαν να είµαστε απόντες από τις αποφάσεις και παθητικοί δέκτες των συνεπειών τους. Η «εξωστρεφής» εκδήλωση µιας κοινωνικής άρνησης µπορεί να συµφέρει, ως τελευταία καταφυγή, την εγχώρια πολιτική τάξη που θα επιχειρούσε να επιβιώσει πάση θυσία, χειραγωγώντας τα θύµατα.

Η ανασύνταξη της χώρας προϋποθέτει ένα πολιτικό ξεκαθάρισµα. Να επισπεύσουµε, αναλώνοντας ταχύτερα τα υφιστάµενα σχήµατα εξουσίας που µας κρατούν σε υστέρηση. Αλλά είναι βέβαιο ότι χρειάζεται να γίνουµε συµµέτοχοι σε ένα νέο συλλογικό αφήγηµα, που δεν προϋποθέτει κάποια φαντασιακή «εθνική οµοψυχία», σηµαίνει όµως ένα πλαίσιο συνύπαρξης που δεν καταλήγει σε αρνητικό άθροισµα: τα στερεότυπα και αστόχαστα «όχι» που ανταλλάσσουµε καταφάσκοντας έµπρακτα τη µιζέρια του ακραίου κοινωνικού κατακερµατισµού. Μακάρι το αφήγηµα αυτό στην πορεία του να υπερβαίνει τα εθνικά όρια και να καταλήγει στον λαό της Ευρώπης. Για να ξεκινήσουµε την πορεία, από τη µεριά µας, χρειάζεται να ανανοηµατοδοτήσουµε τον «ηρωισµό της καθηµερινής ζωής». Οι επαγγελµατίες του ηρωισµού θα οδηγηθούν στο περιθώριο.

Ο κ. Αλέξης Καλοκαιρινός είναι αναπληρωτής καθηγητής στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Κρήτης.

Σχολείο

 

Θ. Δ. ΠΑΠΑΓΓΕΛΗΣ, ΤΟ ΒΗΜΑ, 29.10.11

Το ερωτηµατολόγιο της Ιστορίας

Θα µπορούσαµε να φανταστούµε ότι τη συλλογική µας µοίρα την ορίζει ο συνδυασµός των Ναι και των Οχι µε τα οποία απαντάµε στο ερωτηµατολόγιο της Ιστορίας – η οποία, αν δεχόταν να γραφτεί «κατόπιν ωρίµου σκέψεως», θα µας επέτρεπε να τη φιλοτεχνήσουµε µε µια σειρά από δηµοψηφίσµατα. Ευτυχώς ή δυστυχώς, τούτη η χάρη δεν µας δίνεται. Και αυτό που µας δίνεται, συνήθως σε καιρούς δύσκολους και µήνες οργισµένους, είναι η ευκαιρία να κάνουµε τον απολογισµό για τις καταφάσεις και τις αρνήσεις που, καθώς το λέει και ο ποιητής, θα µας καταβάλλουν σε όλη τη ζωή µας. Και µε τη συνειρµική ευκαιρία της εθνικής Επετείου, ας µιλήσουµε, έτσι σκόρπια, για κάποια Οχι που θα έπρεπε να έχουµε πει, που δεν είπαµε και που πάσα ανάγκη είναι να πούµε από δω και πέρα.

∆εν είπαµε, και πρέπει να πούµε, Οχι στον πολύµορφο δαίµονα της εφησυχάζουσας αυταρέσκειας: είναι αυτός που, ντυµένος κάποτε κλασικό χιτώνα και χλαµύδα, µας έκανε να πιστεύουµε ότι τα οµόλογά µας δεν είναι εγγυηµένα από το νεοελληνικό ∆ηµόσιο αλλά από το ολύµπιο δωδεκάθεο, και ότι αυτά που µας «χρωστάνε» οι άλλοι µεταφορικά είναι πολύ περισσότερα από, και κατά κάποιο τρόπο ανταλλάξιµα µε, αυτά που χρωστάµε εµείς στους άλλους κυριολεκτικά και είναι αυτός ο ίδιος δαίµονας που, άλλοτε παίζοντας τον «Καραγκιόζη καταφερτζή» και άλλοτε το µπεγλέρι της σύγχρονης µαγκιάς, λιµπιζόταν Ολυµπιακούς τηνώρα που σκάρωνε «Greek statistics».
∆εν είπαµε, και πρέπει να πούµε, Οχι στην ιδεοληπτική ρητορική που για χρόνια έκανε την «προοδευτικότητα» αν-ιστορικό απολίθωµα και µουσειακό έκθεµακαι µε τον τρόπο αυτό απάλλαξε τους εγχώριους «προοδευτικούς» από την υποχρέωση της πολιτικής-ιδεολογικής επιµόρφωσης και της διά βίου µάθησης.

∆εν είπαµε, και πρέπει να πούµε, Οχι στις σαρωτικές απλουστεύσεις και γενικεύσεις του ιδιωτικού και δηµόσιου λόγου που, ανέκαθεν αλλά ιδιαίτερα τον τελευταίο καιρό, µας εθίζουν όλο και περισσότερο στο να βλέπουµε τον οποιονδήποτε πολιτικό, δηµοσιογράφο, δηµόσιο υπάλληλο ή πανεπιστηµιακό ως νοµοτελειακή ενσάρκωση συλλογικής ενοχής και φαυλότητας.
∆εν είπαµε, και πρέπει να πούµε, Οχι στη σχιζοφρενική και αποδεδειγµένα αντιπαραγωγική παλινδρόµηση ανάµεσα στην καχύποπτη, και συχνά ξενοφοβική, ευκολία µε τηνοποία κατασκευάζουµε σενάρια συνωµοσίας σε βάρος της εθνικής µας αξιοπρέπειας και στην, άλλοτε ανοµολόγητη και άλλοτε υποσυνείδητη, προσδοκία της έξωθεν και άνωθενσωστικής παρέµβασης.

∆εν είπαµε, και πρέπει να πούµε, Οχι τόσο στουςάτυπους όσο και στους θεσµικά κατοχυρωµένους µηχανισµούς πληροφόρησης και αξιολόγησης που καλλιεργούν και διαχέουν στην κοινωνία την κουλτούρα του «φαίνεσθαι», της σοβαροφάνειας και της επικοινωνιακής τσαχπινιάς – µηχανισµούς που λειτουργούν ανακυκλωτικά µε όσους (οργανικούς«δηµιουργούς» και ανόργανους «διανοουµένους») αναγνωρίζονται απλώς επειδή τυγχάνουν αναγνωρίσιµοι και που εγκλωβίζουν την κοινή αντίληψη ανάµεσα στο «είσαι ό,τι δηλώσεις» και στο «είσαι ό,τι σε δηλώσουν».
∆εν είπαµε, και πρέπει να πούµε, Οχι στις παραπλανηµένες, µισαλλόδοξες και συχνά κακόβουλες µειονότητες του εκπαιδευτικού χώρου που, δογµατικά και αδιακρίτως, έχουν επικηρύξει κάθε είδους εκπαιδευτική διαδικασία και ερευνητική δραστηριότητα ως ιδιοτελή διακονία σε «αλλότρια» συµφέροντα – το «κούρεµα» της γνώσης θα συνεχίσει να µας πονάει και να µας υπονοµεύει ακόµη και αν κάποτε αρχίσει η ανατρίχωση µετά το άλλο «κούρεµα».

∆εν είπαµε, και πρέπει να πούµε, Οχι στην τραγικά εκπρόθεσµη και µικρονοϊκή ρητορική του πολιτικού ο οποίος ερµηνεύει αυτό που ζει σήµερα η κοινωνία µας αποκλειστικά µε όρους κοµµατικής ευθύνης του «άλλου».
∆εν είπαµε, και πρέπει να πούµε, Οχι στη βολική θυµοσοφία της εθνικής «αυτοκριτικής» του τύπου «εµείς δε θα γίνουµε ποτέ άνθρωποι» και «αυτό το κράτος δεν πρόκειται να αλλάξει ποτέ», όχι µόνο επειδή µια συχνά δικαιολογηµένη απογοήτευση δεν πρέπει να γίνεται άλλοθι παραλυτικής αδράνειας αλλά κυρίως επειδή ως κοινωνία, και συγκριτικά µε άλλες προχωρηµένες κοινωνίες, διαθέτουµε (ακόµη) ικανά αποθέµατα θετικής ενέργειας, πηγαίας,κάποτε χαρισµατικής, κοινωνικότητας και γνήσιας αγάπης για εκείνους που έρχονται για να παραλάβουν από εµάς.

Ο κ. Θεόδωρος Δ. Παπαγγελής είναι καθηγητής του Τµήµατος Φιλολογίας στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήµιο Θεσσαλονίκης.

Σχολείο

Η ανήθικη κερδοσκοπία του κ. Τρισέ

Του Σταυρου Λυγερου, ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 28.10.11

Αν και οι λεπτομέρειες για τη διαγραφή μέρους του ελληνικού χρέους δεν έχουν ακόμα δημοσιοποιηθεί, θεωρείται δεδομένο ότι από το «κούρεμα» δεν θα εξαιρεθεί μόνο το δάνειο της τρόικας, αλλά και τα ελληνικά ομόλογα ονομαστικής αξίας 62 δισ. που η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) έχει αγοράσει στη δευτερογενή αγορά σε πολύ χαμηλότερη τιμή. Την εξαίρεση αυτή προέβλεπε και η απόφαση της 21ης Ιουλίου 2011. Εξαίρεση σημαίνει πως όταν τα ελληνικά ομόλογα λήξουν, η ΕΚΤ θα εισπράξει την ονομαστική αξία τους, αποκομίζοντας κέρδος της τάξεως του 30-45%!

Η ΕΚΤ εξαιρέθηκε από το «κούρεμα» με το επιχείρημα ότι δεν είναι ιδιωτικός τομέας. Πρόκειται για προσχηματικό και διάτρητο επιχείρημα. Η ΕΚΤ είναι θεσμός της Ευρωζώνης με αποστολή να εξασφαλίζει τη σταθερότητα του ευρώ. Δεν είναι κερδοσκόπος των αγορών. Εάν αγόρασε ελληνικά ομόλογα στη δευτερογενή αγορά στο πλαίσιο του ρόλου της, τότε πρέπει να εξαιρεθεί από το κούρεμα. Πρέπει, όμως, και στη λήξη κάθε ομολόγου να εισπράξει από την Ελλάδα όσα ακριβώς πλήρωσε για να το αγοράσει. Αυτό ισοδυναμεί με πρόσθετη διαγραφή χρέους ύψους περίπου 20 δισ. Επίσης, για λόγους πολιτικής και ηθικής τάξεως, η ΕΚΤ δεν πρέπει να εισπράττει ολόκληρο το κουπόνι (ετήσιος τόκος), αλλά μόνο τον τόκο που αντιστοιχεί στην πραγματική τιμή αγοράς κι όχι στην ονομαστική αξία του κάθε ομολόγου. Εάν, αντιθέτως, η ΕΚΤ αγόρασε τα ελληνικά ομόλογα στη δευτερογενή αγορά με σκοπό το κέρδος, τότε πρέπει να υποστεί το κούρεμα του 50% που θα υποστεί κάθε κερδοσκόπος.

Αυτοί είναι οι κανόνες και η ηθική της αγοράς, για τα οποία κατά τα άλλα κόπτονται ο κ. Τρισέ και οι όμοιοί του.

Είναι αξιοσημείωτο ότι ενώ το ευρωπαϊκό ιερατείο εξαιρεί την ΕΚΤ από το «κούρεμα» με το επιχείρημα ότι δεν είναι ιδιωτικός τομέας, αρνήθηκε να εξαιρέσει από το «κούρεμα» τα ασφαλιστικά Ταμεία με τον ισχυρισμό ότι είναι αποταμιεύσεις ιδιωτών κι όχι κρατικός τομέας! Ας σημειωθεί ότι τα ασφαλιστικά Ταμεία εντάσσονται στη Γενική Κυβέρνηση. Με άλλα λόγια, το ευρωπαϊκό ιερατείο χρησιμοποιεί δύο μέτρα και δύο σταθμά.

Ανεξαρτήτως προσχημάτων και νομικών ακροβατισμών, είναι έξω από κάθε πολιτική λογική και ηθική αντίληψη η ΕΚΤ να κερδοσκοπεί σε βάρος μιας χώρας-μέλους, η οποία κατά γενική ομολογία δοκιμάζεται με τον πιο σκληρό τρόπο. Ο ισχυρισμός ότι η αγορά ελληνικών ομολόγων από τη δευτερογενή αγορά δεν αφορά την Ελλάδα είναι υποκριτική υπεκφυγή. Εάν η ΕΚΤ δεν τα είχε αγοράσει, αυτά τα ελληνικά ομόλογα θα βρίσκονταν σε χέρια ιδιωτών επενδυτών και θα «κουρεύονταν» κατά 50%. Το αποτέλεσμα θα ήταν μια πρόσθετη διαγραφή ελληνικού χρέους ύψους 31 δισ. και μια αντίστοιχη μείωση του ετήσιου κονδυλίου για πληρωμή τόκων.

Κατηγορίες:πολιτική Ετικέτες: , ,
  1. Δεν υπάρχουν σχόλια.
  1. No trackbacks yet.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: